Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2016

Η Νέα Εξουσία ΣΥΡΙΖΑ

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Μεσάνυχτα της 5ης Ιουλίου 2015, πλατεία Συντάγματος. Οπαδοί του «Όχι» πανηγυρίζουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, μια μέρα πριν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, υπό την πίεση της πραγματικότητας, μεθοδεύσει τη μετατροπή του «Όχι» σε «Ναι» και αρχίσει να ετοιμάζεται να συνομολογήσει με τους εταίρους και δανειστές το τρίτο μνημόνιο. Μεσάνυχτα της 5ης Ιουλίου 2015, πλατεία Συντάγματος. Οπαδοί του «Όχι» πανηγυρίζουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, μια μέρα πριν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, υπό την πίεση της πραγματικότητας, μεθοδεύσει τη μετατροπή του «Όχι» σε «Ναι» και αρχίσει να ετοιμάζεται να συνομολογήσει με τους εταίρους και δανειστές το τρίτο μνημόνιο. Φωτογραφία Αρχείου

Η εξέλιξη του περσινού δημοψηφίσματος σε μία πρωτοφανή μεταπολιτευτική στροφή, όπου η πολιτική, από χώρος δυναμικής μεταβολής των πραγμάτων, μετατράπηκε σε μέσο διαχείρισης της λαϊκής ετυμηγορίας με τρόπο αντίθετο από την επιθυμία της πλειοψηφίας, δημιούργησε διάφορες οπτικές εξήγησης του τοπίου που διαμορφώθηκε.

Το βάναυσο και ανυπολόγιστο πλήγμα που δέχθηκε η λαϊκή κυριαρχία, λόγω της συνειδητοποίησης, πολύ αργά, της ανάγκης για επιβίωση και πραγματισμό, στους αντίποδες των προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί στους πολέμιους της ευρω-λιτότητας, δημιούργησε διάφορες οπτικές  εξήγησης του πολιτικού τοπίου. Δύο από αυτές κεντρίζουν το βλέμμα του γράφοντα και περιγράφονται συνοπτικά.

Η πρώτη θεωρεί ότι το δημοψήφισμα, παρά τη βιαιότητά του και την αντιπαλότητα έντασης, λειτούργησε ως το αντιμνημονιακό καθαρτήριο και, κατόπιν τούτου, ο κατευνασμός επανέφερε την πολιτική στον συνήθη κομματικό ανταγωνισμό. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο έλληνας πρωθυπουργός, μετά τη «γενναία» διαπραγμάτευση, ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει σε δημοψήφισμα γιατί μία απλή υπογραφή θα ισοδυναμούσε με υποχώρηση, ενώ συγχρόνως θα ήταν αδύνατο να καθαρίσει το κόμμα του από τους αντιφρονούντες (άσχετο βέβαια αν το βασικό πολιτικό προσωπικό ήταν δικές του επιλογές). Η πράξη του αποτέλεσε και ένα ισχυρό σημείο επιβεβαίωσης της διαφοροποίησ’ης του από το  Ancien Régime το οποίο ξαφνικά αθρόα (και, ναι, υπερβολικά) στήριξε το μιντιακό  σύστημα εκείνες τις ημέρες του περασμένου Ιουλίου. Η ριζοσπαστικότητα του κόμματος μέσα από αυτή τη διαδικασία μετατράπηκε σε μία πιο συστηματική εκδοχή, με τη διαφορά ότι η ψήφιση νέων μέτρων, πολλώ δε μάλλον η εφαρμογή τους, είναι μία πληγωτική εμπειρία και ιδεολογικά αντίθετη πράξη για τους βουλευτές της κυβέρνησης. Το δημοψήφισμα ισχυροποίησε την πατερναλιστική εικόνα του εμπνευστή του διευκολύνοντάς τον στην πορεία της μετάβασης. Η πιεσμένη συγκατάθεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης μοιάζει να λειτούργησε εξαγνιστικά. Αναμφίβολα όμως, η μη ύπαρξη πρακτικών από το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών ήταν μία προσβολή στη θεσμική μνήμη του τόπου.

Η άλλη ισχυρίζεται ότι ο ισχυρός δημοψηφισματικός χαρακτήρας που αναπτύσσεται, η ψευδαίσθηση άμεσης δημοκρατίας και εικονικής εμβάθυνσης, η ενοποίηση θεσμών και λαού, το πρόταγμα για απλή αναλογική, η επίθεση στην αντιπροσωπευτικότητα –γνωστή και η προηγούμενη αντιμνημονιακή περίοδος που είχε σημαντικά αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά–, η ποδηγέτηση του Τύπου, η συνεχώς προκλητική διαχείριση του θυμικού των ψηφοφόρων, ο φαινομενικά ανακόλουθος, διαλεκτικής καταγωγής, κοινός μα και κυνικός λόγος που αναπτύσσεται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας σχηματικά, «οι συντάξεις δεν κόβονται αλλά αναπλαισιώνονται», οδηγούν σε έναν καθεστωτικό ορίζοντα. Υπό αυτή την έννοια, δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική συνθηκολόγηση αλλά έχουμε περάσει σε ένα καινό  σύστημα δράσης, η πραγματικότητα του οποίου ορίζεται από τις λέξεις του εκφορέα της και όχι από το περιεχόμενό τους. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν γίνεται πιο μετριοπαθής, αλλά μετεξελίσσεται στη Νέα Εξουσία.

Το ερώτημα που γεννάται είναι μήπως αυτές οι prima facie αντιθετικές απόψεις είναι στην ουσία αλληλένδετες.

Η καταπράυνση ήταν δηλαδή εικονική σε ένα βαθμό και αυτός ο εξω-μαζικός ορθολογισμός που κυριάρχησε στην πρώτη περίπτωση, με τη μετατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, είχε ως προγραμματικό πλαίσιο την εδραίωση της δεύτερης κατάστασης, έστω και αν απέκλεισε(;) ένα ευρωσκεπτικιστικό και δραχμικό μέτωπο.

Παρ’ όλα αυτά, η πλήρης υποταγή στους κανόνες των δανειστών αποξενώνει σταδιακά πλατιά στρώματα, τα οποία μαζικά στήριξαν το κυβερνών κόμμα, και ενδέχεται να δράσει ανασταλτικά της σταθεροποίησης του τελευταίου, παρά την επιμελή προσπάθειά του να προσδώσει ταξικά χαρακτηριστικά στην κυριαρχία του.

Η απάντηση θα δοθεί τους επόμενους μήνες. Εν τω μεταξύ, ο διακεκαυμένος άξονας έρχεται σε μία παγωμένη αγορά. Η χώρα δείχνει ένα κινούμενο ερείπιο που έχει υπερβεί προ πολλού τα όρια της παραίτησης. Ο κλονισμός της αλληλεγγύης των γενεών, η αμηχανία του μεταρρυθμιστικού χώρου να παραθέσει βιώσιμη και τεκμηριωμένη εναλλακτική πολλαπλασιάζουν το αδιέξοδο.

Ληστρική, κακοσχεδιασμένη και, ως εκ τούτου, ανείσπρακτη φορολογία δρομολογεί εξελίξεις.

Το φθινόπωρο θα είναι εξίσου φλογισμένο.

ΥΓ. Για λόγους ιστορικής δικαιοσύνης και εν όψει μιας επετειακής διάθεσης πρέπει να σημειωθεί το εξής. Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ότι το κόμμα που ξεκίνησε έχοντας έναν κινηματικό και από τα κάτω χαρακτήρα, ένα εξεγερσιακό «συμβαντικό» πλήθος με άλλους όρους, κατέληξε να εκλιπαρεί την από τα πάνω προστασία. Για 17 ώρες.

Σπύρος Πανταζής

Πολιτικός και νομικός επιστήμονας με εξειδίκευση σε ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων στο Πανεπιστήμιο του Nottingham. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ψήφος στο κενό Δεν υπάρχει ελπίς, στην Ελλάδα ζεις

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά