Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Μια Δικαστής, ένας Υπουργός και ένα Καφενείο

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
O αναπληρωτής υπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης, καπνίζει στο καφενείο της Βουλής. O αναπληρωτής υπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης, καπνίζει στο καφενείο της Βουλής. Φωτογραφία Αρχείου

Oι δικαστές έχουν πρόσωπα, οικογένειες, φίλους. Δεν είναι «οι δικαστές». Είναι η Μαρία, ο Κώστας, ο Νίκος. Ζουν δίπλα μας, φυσιολογικοί άνθρωποι. Και ένας υπουργός βγαίνει να τους μειώσει με τη γνωστή μαγκιά του καφενείου. Καθένας και η πορεία του. Η Χ με αξιοπρέπεια και κάποιοι υπουργοί με τη μαγκιά του καφενείου. Προφανώς και δεν ζούμε όλοι για μια υπόληψη. Κάποιοι ζουν μόνο για έναν καφέ. 

Μέρες αργίας. Αφιερωμένες σε ξεκούραση, φίλους και παλιούς γνωστούς. Έτσι, σε ένα τυχαίο σταυροδρόμι δίπλα στη θάλασσα, συνάντησα τη Χ. Συμφοιτήτρια και καλή φίλη  για πάρα πολλά χρόνια. Τον τελυταίο καιρό χαθήκαμε λόγω υποχρεώσεων, αλλά η οικειότητα των κοινών βιωμάτων αναθερμαίνει πάντα το χαμόγελο σε κάθε επαφή. Πρότεινα να πιούμε γρήγορο καφέ να πούμε τα νέα μας. Η Χ εδώ και τρία χρόνια είναι δικαστικός. Τρία δύσκολα χρόνια, ή μάλλον τρία χρόνια γεμάτα. Τρία χρόνια με χαρές και άγχος.

Οι καφέδες σερβιρίστηκαν και η αφήγηση ξεκίνησε. Πολύ διάβασμα πριν τις εξετάσεις για να μπει στη Σχολή Δικαστών. Διάβασμα νύχτα μέρα, σαν πανελλαδικές εξετάσεις. Μεγάλος ανταγωνισμός, δύσκολες εξετάσεις, φροντιστήριο και ξενύχτι. Γραπτά και προφορικά επί μέρες. Η εξεταστική επιτροπή αποτελείται από Αρεοπαγίτες και Καθηγητές Νομικής. Ίσως να μην είναι η καλύτερη διαδικασία, αφού ελέγχει μόνο γνώσεις και εξοντώνει συναισθηματικά τους διαγωνιζόμενους αλλά η δοκιμασία επιβραβεύει την προσπάθεια. Η χαρά να βλέπεις τον κόπο σου να καρποφορεί. Η Χ μου λέει ότι στη Σχολή Δικαστών είναι σαν σχολείο. Ένας υπέροχος χρόνος. Καθημερινά μαθήματα. Αναγκαστικά επίσημη ενδυμασία, εργασίες, ξανά εξετάσεις. Στενές φιλίες, όμως, και εκδρομές. Η αθωότητα πριν ξεκινήσει ο σκληρός εργασιακός βίος. Η ανεμελιά που φουντώνει τα απογεύματα με επιτραπέζια και καφέδες. Υπέροχα χρόνια, επαναλαμβάνει ανακατεύοντας τον καφέ της και ατενίζοντας τον γαλάζιο ορίζοντα, με εμφανή αίσθηση αναπόλησης. Και έπειτα, η άσκηση στα δικαστήρια, το άγχος για τη γεωγραφική περιφέρεια που θα τοποθετηθούν στην Παρεδρία. Ξανά μανά μετακόμιση, μου λέει με ένα ξεφύσημα που δηλώνει την κούρασή της στην αναβίωση της σκέψης. Ο κλήρος για τη Χ έγραφε μια μεσαίου μεγέθους επαρχιακή πόλη. Απ’ ευθείας στα βαθιά. Ήταν μόλις 29-30 χρόνων. Για τους ντόπιους όμως ήταν η Δικαστής. Ένιωθα κάπως περίεργα, μου εξηγεί. Μου έδιναν συνεχώς συμβουλές από το περίπτερο μέχρι τα Δικαστήρια. «Αυτούς να τους πιάνετε, τους άλλους να τους προσέχετε». Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έλεγε στις νεοφερμένες δικαστίνες να προσέχουν το χρώμα του μανικιούρ, το ντύσιμο, ακόμα και το μαγιώ στην παραλία. Μικρή κοινωνία και ο κόσμος μιλάει. «Φοβόμαστε μη μας κεράσει κανάς φίλος ένα ποτό, γιατί κατ’ ευθείαν θα πουν ότι τα παίρνουμε», μου λέει με εκνευρισμό.

Η τυπολατρεία των δικαστών είναι η άμυνά τους. Όλα bythebook, γιατί αλλιώς καραδοκεί η κακή γλώσσα. Η ασφάλεια της τυπικότητας και του «έτσι λέει ο νόμος» κάνει τη ζωή τους δύσκολη, αλλά το κούτελο μένει καθαρό. Η Χ ήταν άριστη στο Πανεπιστήμιο, με δύο μεταπτυχιακά. Μπορούσε να γίνει μεγάλη δικηγόρος, υπήρχε και στην οικογένεια έτοιμο γραφείο. Επέλεξε να απονέμει δικαιοσύνη. Πρώτη φορά πήγε σε έρευνα στις 12 το βράδυ σε έναν καταυλισμό. Με περιπολικό, για να ψάξουν την καταγγελία για ναρκωτικά και όπλα. «Έτρεμα αλλά δεν έπρεπε να αφήσω να φανεί», παραδέχεται. Κι έπειτα κάτσανε μέχρι το πρωί στη συμπλήρωση της χαρτούρας για να μην της πει κάποιος ότι έκανε παράλειψη ή  κάτι λάθος. Για να περπατάει με το κεφάλι ψηλά στην κοινωνία. Για να μην την ντροπιάσει κανείς, να μην αμφιβητήσει κανείς την αξιοπρέπειά της ούτε στο ελάχιστο.

Πέρασε η ώρα, η Χ με φίλησε σταυρωτά και αποχώρησε προς τις υποχρεώσεις της. Περίμενε τη νέα της μετάθεση αυτές της μέρες. «Για να δω πού θα καταλήξω αυτή τη φορά», αστειεύτηκε με αγωνία. Με άφησε να την κεράσω μετά από πολύ τσακωμό πάνω από το λογαριασμό. Δώσαμε ραντεβού στην επόμενη τυχαία σύμπτωση των δρόμων μας. Εγώ παρέμεινα λίγο ακόμα ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα μου. Όλη αυτή την ώρα ο ιδιοκτήτης του καφέ μας άκουσε μάλλον που λέγαμε για νομικά και ρώτησε με τι ασχολούμαι. Όταν απάντησα, πήρε τον τόνο φωνής βαρύμαγκα με περγαμηνές και εκστόμισε με ύφος: «οι δικηγόροι είστε λαμόγια αλλά μπροστά στους δικαστές δεν πιάνετε μία». Τον άφησα να συνεχίσει, δεν ακούω άλλωστε πρώτη φορά το τροπάρι. «Τα κουκουλώνουν όλα και τους βγάζουν όλους λάδι». Την ξέρεις την κυρία που έφυγε; ρώτησα με ελαφρώς αγριεμένο ύφος. Κατάλαβε ότι πειράχθηκα και μαζεύτηκε. «Δε λέω για τη φίλη σου, ρε φίλε, γενικά μιλούσα», ψέλλισε απολογητικά.

Η Χ μια μέρα θα γίνει Αρεοπαγίτης, θα προοδεύει στο επάγγελμα και στην επιστήμη της. Κάποιοι από φθόνο και έλλειψη παιδείας θα πετάνε λάσπη στον ανεμιστήρα. Όταν γενικεύεις δεν εξυβρίζεις. Το είπε και ο υπουργός Δικαιοσύνης, κρυπτόμενος πίσω από τον Ποινικό Κώδικα. Δεν κατονομάστηκαν ποιοι δικαστές τα πιάνουν. Έτσι χύθηκε ελεύθερα το φαρμάκι στην ελληνική κοινωνία διά χειλέων επισήμων. Όμως οι δικαστές έχουν πρόσωπα, οικογένειες, φίλους. Δεν είναι «οι δικαστές». Είναι η Μαρία, ο Κώστας, ο Νίκος. Ζουν δίπλα μας, φυσιολογικοί άνθρωποι. Και ένας υπουργός βγαίνει να τους μειώσει με τη γνωστή μαγκιά του καφενείου. Καθένας και η πορεία του. Η Χ με αξιοπρέπεια και κάποιοι υπουργοί με τη μαγκιά του καφενείου. Προφανώς και δεν ζούμε όλοι για μια υπόληψη. Κάποιοι ζουν μόνο για έναν καφέ. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το σύνθημα αλλάζει: Μείνετε! Brexit και ιστορία

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά