Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Το άρθρο 11 και η κληρονομιά του Ζαχαριάδη

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
O Nίκος Ζαχαριάδης. Το πνεύμα του και οι πρακτικές του συνεχίζουν να εμπνέουν την Αριστερά. O Nίκος Ζαχαριάδης. Το πνεύμα του και οι πρακτικές του συνεχίζουν να εμπνέουν την Αριστερά. Φωτογραφία Αρχείου

Η ζαχαριαδική αντίληψη της πολιτικής διαπνέει και τη σημερινή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Καθένας που στρέφεται κατά της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ είναι “χαφιές” και “πράκτορας”. Αυτά ακριβώς έλεγαν και το 2015 κατά τη διάρκεια της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα, τα ίδια εξακολουθούν να πράττουν και σήμερα. Προγραφές αντιπάλων με κάθε μέσο.

Αντικυβερνητική διαδήλωση με κεντρικό σύνθημα “παραιτηθείτε” διοργανώνεται την Τετάρτη στο Σύνταγμα.

Αν διαβάσει κάποιος που δεν ζει στην Ελλάδα την προηγούμενη πρόταση θα πει πιθανότατα: «άλλη μια διαδήλωση σε μια χώρα, πρωταθλήτρια των διαδηλώσεων».

Όποιος έχει όμως γνώση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας καταλαβαίνει ότι εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Δεν πρόκειται για μια ακόμη διαδήλωση “αριστερών κινημάτων”, ή του ΠΑΜΕ, ή νεοναζιστών. Οι διοργανωτές φαίνεται ότι πρόσκεινται στον κεντρώο/κεντροδεξιό/δεξιό χώρο και πρόκειται για μια συγκέντρωση πολιτών που δεν έχουν χόμπυ τις διαδηλώσεις αλλά για κάποιους λόγους αποφάσισαν ότι έπρεπε να διαμαρτυρηθούν κατά της κυβέρνησης.

Ποιο είναι λοιπόν το ζητούμενο των διαδηλωτών; Η παραίτηση της κυβέρνησης, διότι «ο άκρατος δημαγωγικός λαϊκισμός των “υπερήφανων διαπραγματεύσεων” της κυβέρνησης Συριζανέλ μας οδήγησε σε ένα πρωτόγνωρο οικονομικό πισωγύρισμα» και «να στείλουμε το μήνυμα ότι η κοινωνία είναι απέναντι από τις φαύλες πρακτικές της κυβέρνησης» με διακριτή σημείωση ότι «απέναντί μας είναι μονάχα ο αριστεροδεξιός λαϊκισμός και ο κάθε είδους ολοκληρωτισμός».

Πέρα από το αν ο «αριστεροδεξιός λαϊκισμός» της κυβέρνησης μπορεί πραγματικά να ενώσει «ευρωπαϊστές αριστερούς, κεντροαριστερούς, σοσιαλδημοκράτες, κεντρώους μεταρρυθμιστές, κεντροδεξιούς, δεξιούς, φιλελεύθερους, ανένταχτους», όπως διατείνονται οι διοργανωτές, είναι δεδομένο ότι σε κάθε δημοκρατική, ευνομούμενη και προηγμένη πολιτικά πολιτεία μια τέτοια διαδήλωση δεν θα είχε νόημα, καθώς πολιτικές διαφωνίες προβλέπεται να εκφράζονται μέσω των συντεταγμένων θεσμών της Δημοκρατίας, όπως είναι το Κοινοβούλιο και τα κοινοβουλευτικά κόμματα και δεν υπάρχει σημαντικός λόγος να κινητοποιηθούν τόσοι άνθρωποι, επειδή κάποιοι πολίτες διαφωνούν με τις πολιτικές και το ήθος της κυβέρνησης. Υπάρχει όμως το άρθρο 11 του Συντάγματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο στην παράγραφο 1 αναφέρει ξεκάθαρα:

«Oι Έλληνες έχoυν τo δικαίωμα να συνέρχoνται ήσυχα και χωρίς όπλα».

Το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτό δικαίωμα προσπάθησε να αμφισβητήσει ο γνωστός αμαθής υπουργός της κυβέρνησης, Νίκος Φίλης, λέγοντας ότι η κινητοποίηση «είναι στα όρια της συνταγματικής ανοχής». Το Σύνταγμα όμως είναι σαφές: πουθενά δεν αναφέρει ότι απαγορεύονται οι συναθροίσεις αν ζητούν την παραίτηση της κυβέρνησης, παρά μόνο «αν εξαιτίας τoυς επίκειται σoβαρός κίνδυνoς για τη δημόσια ασφάλεια, σε oρισμένη δε περιoχή, αν απειλείται σoβαρή διατάραξη της κoινωνικooικoνoμικής ζωής». Είναι σαφές ότι κανένας από τους δυο αυτούς λόγους δεν συντρέχει για να απαγορευθεί αυτή η διαδήλωση.

Εγώ προσωπικά είμαι γενικά επιφυλακτικός με τις διαδηλώσεις. Τις έχω ζήσει στη διαπασών στα νιάτα μου τη δεκαετία του 1980 και θεωρώ ότι δεν προσφέρουν πολλά πράγματα στην πολιτική διαδικασία μιας αστικής φιλελεύθερης Δημοκρατίας. Οι διαδηλώσεις βασικά λειτουργούν ως εκτόνωση μιας λαϊκής πρωτογονικής πολιτικά αντίδρασης. Ως τέτοιες μπορούν βέβαια να λειτουργήσουν ως έκφραση “λαϊκής πολιτικής πρωτοβουλίας” που μπορούν να ενισχύσουν μια υπάρχουσα πολιτικά τάση στην κοινωνία. Πέραν τούτου όμως είναι πολύ δύσκολο να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο σοβαρών πολιτικών πρωτοβουλιών και ακόμη δυσκολότερο να εκφράσουν έναν συνεκτικό πολιτικό λόγο που θα έχει συνέχεια και πρακτική πολιτική έκφραση. Αυτό τουλάχιστον μας έχει δείξει η πολιτική Ιστορία.

Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη πολιτική πρωτοβουλία είναι οι αντιδράσεις που προκάλεσε στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Από πολύ νωρίς, η στρατηγική αντιμετώπισης αυτής της αντικυβερνητικής διαδήλωσης επικεντρώθηκε σε δυο επίπεδα:

- στην πολιτική αποδόμηση της πρωτοβουλίας ως μιας κομματικά υποκινούμενης πρωτοβουλίας που αντλεί έμπνευση από τα λατινοαμερικανικά “αντεπαναστατικά” κινήματα της “κατσαρόλας”, όπως έγινε στη Χιλή του Πινοσέτ, αλλά και πρόσφατα στη Βενεζουέλα (όπου βέβαια δεν υπάρχει κανένα κίνημα κατσαρόλας διότι οι άνθρωποι μάχονται για να βρουν ένα κομμάτι ψωμί για να επιβιώσουν), και

- στην προσπάθεια σπίλωσης της προσωπικότητας των διαδηλωτών: “ακροδεξιοί”, “σάρα και μάρα”, “κολλαγόνα” (από την εμπορική δραστηριότητα ενός εκ των διοργανωτών), κ.ά.

Την προσπάθεια πολιτικής αποδόμησης θα μπορούσε κανείς να την κατανοήσει μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτό όμως που έχει τεράστια σημασία για την ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η προσπάθεια σπίλωσης της προσωπικότητας των διοργανωτών της διαδήλωσης.

Κεντρικά μέσα ενημέρωσης του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ και στελέχη της κυβέρνησης ανέλαβαν ακριβώς αυτό το έργο. Τα άρθρα που αναρτήθηκαν είχαν τίτλους όπως “Η σάρα και η μάρα των «παραιτηθείτε»”, “Κολλαγόνα, ανεγκέφαλοι «συγγραφείς», κοινώς υβρεολόγοι και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις”, κ.ά. Αποκορύφωμα αυτής της στρατηγικής ήταν οι δηλώσεις την Τρίτη της κυβερνητικής εκπροσώπου Όλγας Γεροβασίλη, η οποία δήλωσε ότι “το κίνημα «παραιτηθείτε» κινείται εχθρικά στη χώρα αυτή τη στιγμή”.

Ιστορική συνέχεια μιας φασίζουσας νοοτροπίας

Αυτές οι εκφράσεις μπορεί να εκπλήσσουν κάποιους, διότι θα διερωτώνται: «είναι πραγματικά μέλη της Χρυσής Αυγής ή άλλων ακροδεξιών οργανώσεων οι διαδηλωτές, όταν δηλώνουν ξεκάθαρα ότι διαδηλώνουν για να εκσυγχρονιστεί η Ελλάδα σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα με παραγωγική οικονομία, κοινωνική ευημερία, λειτουργικό και αξιοκρατικό κράτος σε πνεύμα ομόνοιας και εθνικής συστράτευσης;»

Η απάντηση είναι προφανής. Φυσικά και δεν είναι ακροδεξιοί οι διαδηλωτές. Μπορεί κανείς να τους ασκήσει κριτική για επικέντρωση στη συνθηματολογία, για έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής πρότασης, για έλλειψη εναλλακτικής πρότασης μετά το «παραιτηθείτε», αλλά είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για ακροδεξιούς. Πρόκειται για πολίτες, οι οποίοι παρορμητικά διαδηλώνουν κατά μιας κυβέρνησης που βλάπτει καθημερινά  τη χώρα σε καίριο βαθμό. Είτε αυτό πρόκειται για την υπερφορολόγηση, είτε πρόκειται για την υποβάθμιση της δημόσιας υγείας, είτε πρόκειται για την εξαθλίωση της διεθνούς θέσης της χώρας, είτε πρόκειται για τα ζητήματα της Δικαιοσύνης, είτε πρόκειται για την Παιδεία, είτε πρόκειται για τον Πολιτισμό. Η κυβέρνηση αυτή καταστρέφει τη χώρα κάθε μέρα που περνά.

Και ποια είναι η απάντηση των κυβερνητικών μέσων ενημέρωσης και των στελεχών της; Ύβρεις και σπίλωση προσωπικοτήτων.

Δεν αποτελεί όμως έκπληξη αυτή η στρατηγική. Βρίσκεται σε ευθεία συνέχεια με την ιστορική πρακτική του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, ακόμη και πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο. Την αρχή έκαναν με τους αρχειομαρξιστές και τους τροτσκιστές από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, ακολούθησαν οι εκτελέσεις των διαφωνούντων από την ΟΠΛΑ στην Κατοχή και οι δολοφονίες των προοδευτικών Κεντρώων όπως ο Γιάννης Τσιγάντες και ο Δημήτρης Ψαρρός από ένοπλες ομάδες του Άρη Βελουχιώτη (που τόσο θαυμάζει ο κλαψιάρης υπουργός της κυβέρνησης, Σπίρτζης). Και μετά τον εμφύλιο όμως οι άνθρωποι που διαπνέονται από τη λογική της ταξικής πάλης ακολούθησαν την ίδια στρατηγική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αντιμετώπιση του ιστορικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, τον οποίο δεν είχε κανένα πρόβλημα η ζαχαριαδική ηγεσία να καταγγείλει ως “πράκτορα” και “χαφιέ”. Ο ίδιος ο Πλουμπίδης που υπέστη αυτόν το διασυρμό, τον τεκμηρίωσε και δικαιολόγησε απόλυτα σε επιστολή λίγο πριν από τον θανάτό του: «Καθένας που στρέφεται ενάντια στην ηγεσία, στρέφεται ενάντια στο κόμμα και κάνει τη δουλειά της Ασφάλειας. Όποιος μιλάει ενάντια στην ηγεσία του κόμματος, ή είναι χαφιές ή άρχισε να γλιστράει και θα γίνει χαφιές στα σίγουρα».

Αυτή η ζαχαριαδική αντίληψη της πολιτικής διαπνέει και τη σημερινή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Καθένας που στρέφεται κατά της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ είναι “χαφιές” και “πράκτορας”. Αυτά ακριβώς έλεγαν και το 2015 κατά τη διάρκεια της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα, τα ίδια εξακολουθούν να πράττουν και σήμερα. Προγραφές αντιπάλων με κάθε μέσο. Συμπτωματικά (και ίσως όχι), την ίδια πρακτική ακολούθησαν και τα δικτατορικά καθεστώτα της 4ης Αυγούστου και της 21ης Απριλίου: κάθε πολίτης που διαδηλώνει κατά της κυβερνήσεως είναι “εχθρός του κράτους”. Διότι είναι βασικό στοιχείο κάθε απολυταρχικού καθεστώτος η ταύτιση της κυβερνήσεως με το κράτος.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μια διαδήλωση, που διαπνέεται μόνο από συνθήματα που συνεπαίρνουν κάποιες μάζες, κινείται στο πλαίσιο του Συντάγματος, αλλά αν τέτοιες διαδηλώσεις μπορούν να προστατεύσουν τη Δημοκρατία από τους ζαχαριαδικούς που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Η απάντηση θα δοθεί όταν οι πολιτικές συνθήκες απαιτήσουν ταυτόχρονα και την ενεργή άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 11, αλλά και τη δημοκρατική υποχρέωση της προάσπισης του άρθρου 120 του Συντάγματος.

Γιάννης Κουτσομύτης

Σκηνοθέτης-παραγωγός. Από το 2010 αρθρογραφεί για την ευρωπαϊκή κρίση και το ευρώ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά