Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Η εξέγερση κατά των ελίτ: το νέο λαϊκιστικό κύμα

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες συνεντεύξεις web only
H Mαρίν Λεπέν, σε παλαιότερη εκδήλωση, τραγουδά τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας. Οι εχθροί της Ευρώπης, που διεκδικούν την επιστροφή στο έθνος, κερδίζουν έδαφος στις λαϊκές τάξεις ως δυνάμεις που αποστρέφονται τις ελίτ. H Mαρίν Λεπέν, σε παλαιότερη εκδήλωση, τραγουδά τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας. Οι εχθροί της Ευρώπης, που διεκδικούν την επιστροφή στο έθνος, κερδίζουν έδαφος στις λαϊκές τάξεις ως δυνάμεις που αποστρέφονται τις ελίτ. N.d. Frayssinet

Μία επίκαιρη συνέντευξη του καθηγητή Pierre-André Taguieff για το σημερινό φαινόμενο του λαϊκισμού σε Ευρώπη και ΗΠΑ*.

Η συνέντευξη του φιλόσοφου και ιστορικού των ιδεών Πιέρ-Αντρέ Ταγκυέφ δόθηκε στον  Alexis Franco και δημοσιεύθηκε στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα Atlantico (12/6/2016). Αναδημοσιεύουμε μία ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή της, με την προσωπική παραχώρηση του Π.-Α. Ταγκυέφ. Μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

Η ανάπτυξη του εχθρικού λόγου κατά των ελίτ και του συστήματος συναντά ιδιαίτερη απήχηση στους δυτικούς πληθυσμούς: είτε πρόκειται για τις Ηνωμένες-Πολιτείες με τον Ντόναλντ Τραμπ, είτε για τη Γαλλία με τη Μαρίν Λεπέν, ακόμα και στους οπαδούς ενός Brexit. Γιατί οδηγηθήκαμε σε ένα τέτοιο πρωτοφανές επίπεδο αντίθεσης μεταξύ του λαού και των ελίτ; Κατά τη γνώμη σας, ποια παραδείγματα την απεικονίζουν καλύτερα;

Πρέπει να είμαστε σαφείς επ’ αυτού του περίπλοκου θέματος, εκκινώντας από το να διακρίνουμε την εξέγερση των «αποκάτω» (της νέας «πλέμπας») κατά των ιθυνουσών ελίτ (των ελίτ της πολιτικής εξουσίας αλλά και των ελίτ του πλούτου), την αμφισβήτηση των κατεστημένων ελίτ από τις ανερχόμενες ελίτ και τη συνολική απόρριψη του «συστήματος», που κρίνεται αμπαρωμένο, από μία διαταξική μάζα που μπορούμε να ονομάσουμε «ο λαός». Και στις τρεις περιπτώσεις, η δυσπιστία αποτελεί το κυρίαρχο πάθος των εξεγερμένων ή των διαμαρτυρομένων, πράγμα που επιταχύνει την απώλεια νοήματος της διαίρεσης Δεξιά/Αριστερά, προς μεγάλη απελπισία των επαγγελματιών δημοσκόπων οι οποίοι, ανέμπνευστοι και κοντόφθαλμοι προφήτες, δεν γνωρίζουν να μιλάνε παρά τη δημοσκοπική γλώσσα. Η απουσία όμως εμπιστοσύνης αγγίζει και τις σχέσεις μεταξύ των κοινών πολιτών. Στις σημερινές κατακερματισμένες κοινωνίες, ακόμα και η εμπιστοσύνη, προϋπόθεση κάθε κοινωνικής ζωής, έγινε αντικείμενο σφετερισμού από τον κοινοτισμό. 

Σήμερα, η αντι-ελίτ πολιτική προσφορά απαντά άμεσα και με αποτελεσματικότητα στην κοινωνική ζήτηση, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αυτή η αντι-ελίτ ή αντι-συστημική προσφορά συναντάται τόσο στην Αριστερά όσο και στη Δεξιά και, ασφαλώς, στα άκρα. Όσο διαφορετικοί και αν είναι μεταξύ τους, οι νέοι ηγέτες είναι όλοι τους διαμαρτυρόμενοι και παραβατικοί. Η διαμαρτυρία τους είναι αυτή της παραβίασης, της πρόκλησης και της υπερβολής, που θεμελιώνεται στην ανατροπή των κωδίκων της γλώσσας και της συμπεριφοράς: γι’ αυτούς, το στοίχημα είναι να καταγράφουν μία ισχυρή απόκλιση από τον κατεστημένο, τον κοινότοπο πολιτικό μέσο όρο. Μπορούν, επομένως, να παραπονούνται ότι αποτελούν αντικείμενο διαβολοποίησης από τους αντιπάλους τους, φροντίζοντας ταυτοχρόνως να προφυλάσσονται από μία υπερβολικά επιτυχημένη αποδαιμονοποίηση, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν την έλξη τους. Αυτή είναι η προϋπόθεση της γοητείας που ασκούν. Ως προς αυτό διακρίνονται από τους εκπαιδευμένους και συνηθισμένους ηγέτες που αναζητούν να περιβληθούν με σεβασμό, πράγμα που τους καθιστά ανούσιους.

Παρά τη φθορά του όρου, λόγω της πολυχρησίας του από τη δεκαετία του 1990, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τους νέους αντι-συστημικούς ηγέτες λαϊκιστές.[1] Αν επικεντρωθούμε στη στάση των ηγετών, ο λαϊκισμός μπορεί να ορισθεί ως πολιτικό ύφος, συμβατό με οποιοδήποτε ιδεολογικό περιεχόμενο, που προϋποθέτει την άμεση κλήτευση του λαού, την απόρριψη των μεσολαβήσεων και την κριτική προς τις κατεστημένες ελίτ. Σε αυτά προστίθεται η υπόσχεση μιας αλλαγής, ρητορική χειρονομία που οι λαϊκιστές ηγέτες συμμερίζονται με όλους τους σύγχρονους πολιτικούς ηγέτες. Διακρίνονται ωστόσο από αυτούς τους τελευταίους ως προς το ότι είναι εφοδιασμένοι με χαρισματική εξουσία, πράγμα που εξηγεί γιατί γίνονται αντικείμενο θαυμασμού ή μίσους με τόση ένταση. Στο εξής, ο λαϊκισμός της προσφοράς αντιστοιχείται με τον λαϊκισμό της ζήτησης. Στις ευρωπαϊκές χώρες, ο λαϊκισμός προϋποθέτει με διαφόρους τρόπους μία απόρριψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανάγεται σε απωθητικό μοντέλο της δικτατορίας των απο-εδαφικοποιημένων ελίτ, συγκροτώντας για τους «μικρούς» μία κάστα γραφειοκρατών/τεχνοκρατών ή ανήθικων χρηματιστών.

Στη συνέχεια, πρέπει να διακρίνουμε την παθολογία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που θεωρείται ότι σφετερίζεται τη θέληση των πολιτών και τους απαγορεύει να λάβουν το λόγο, τη δυσφορία μέσα στο κράτος-έθνος, που αμφισβητείται και αποδυναμώνεται τόσο από τις παγκοσμιστικές δυνάμεις όσο και από τις ταυτοτικές ή κοινοτικές υπο-εθνικές δυνάμεις (οι οποίες μπορούν ταυτοχρόνως να είναι και διεθνικές, όπως ο ισλαμισμός σε όλες του τις μορφές). Αυτό που χαρακτηρίζει την παρούσα κατάσταση, είναι το γεγονός ότι η εξέγερση κατά του σφετερισμού της δημοκρατίας τείνει να ταυτίζεται με το σχέδιο να αναγεννηθεί και να ξανανοηματοδοτηθεί η εθνική κυριαρχία. Η ουτοπία του μεταεθνικού κοσμοπολιτισμού, στην οποία στοιχήθηκαν οι εγκαθιδρυμένες δυτικές ελίτ στο σύνολό τους, συγκρούεται στο εξής με μία ισχυρή λαϊκή αμφισβήτηση, καθώς και με μία ασυμβίβαστη κριτική που προέρχεται από αναδυόμενες ελίτ. Αψευδής μάρτυς περί αυτού, το ευρω-φοβικό κύμα. Πρόκειται για αυτό που σε ένα από τα πρόσφατα βιβλία μου ονόμασα «η ρεβάνς του εθνικισμού», από εδώ ξεκινά η ρεβάνς των ξεχασμένων, απαρνημένων ή περιφρονημένων εθνών, ταξινομημένων ως ανίσχυρων από τους αλαζόνες της ευτυχούς παγκοσμιοποίησης. [2]

Οι δεσμοί μεταξύ της σύγχρονης δημοκρατίας και του έθνους αναδείχθηκαν στην πληρότητά τους από τον Ραϊμόν Αρόν:


Το έθνος έχει ως αρχή και σκοπό την συμμετοχή όλων των κυβερνωμένων στο κράτος. […] Το να απαρνούμαστε το σύγχρονο έθνος, ισοδυναμεί με το να απορρίπτουμε τη μεταβίβαση στην πολιτική της αιώνιας διεκδίκησης για την ισότητα.[3]

 

Πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στο έθνος ως κοινότητα πολιτών και την κοινωνία των καστών. Αυτό που σήμερα αποκαλείται «λαϊκισμός», συχνά με συγκεχυμένο και πολεμικό τρόπο, είναι κυρίως, με τη θετική έννοια του όρου, η υπενθύμιση τoυ αιτήματος για ισότητα μεταξύ των πολιτών [4] και του αιτήματος της αρχής της ομοιότητας μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, που παλιότερα είχε υπογραμμίσει ο Τζον Στιούαρτ Μιλ. [5] 

Αυτή τη διπλή υπενθύμιση συναντάμε, με διαφορετικές τροπικότητες και δημαγωγικές προφορές (ο «κακός» λαϊκισμός), στον Ντόναλντ Τραμπ και στον Μπέρνι Σάντερς στις Ηνωμένες Πολιτείες, [6] στη Μαρίν Λεπέν ή τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν στη Γαλλία, στη Βιρτζίνια Ράτσι στην Ιταλία. Η αντι-ελίτ στάση εικονίζεται στην Ισπανία από τους αριστεριστές του Podemos, στη Μεγάλη Βρετανία από τους οπαδούς του «Brexit» και στην Αυστρία από το FPÖ που ενσαρκώνει ο Νόρμπερτ Χόφερ. Σε όλες τις περιπτώσεις, η αντίθεση ανάμεσα στον λαό και στις ελίτ (που υποτίθεται ότι είναι οι ευνοημένες του «συστήματος») τείνει να υποκαταστήσει τις παλιές διαιρέσεις και, μεταφραζόμενη μέσω της άμεσης κλήτευσης στον λαό, αναστατώνει το θεσμικό πολιτικό πεδίο: τα παλιά κόμματα διχάζονται, αποδυναμώνονται και απειλούνται με εξαφάνιση, αν δεν προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα. Επιπλέον, πρέπει να συμφωνήσουμε για το τι σημαίνει η εν λόγω προσαρμογή: μπορεί να βαίνει από μία απλή αναπαλαίωση υπό την καθοδήγηση ενός επιδέξιου σκηνοθέτη μέχρι την τέλεια ανασυγκρότηση που προϋποθέτει ιδρώτα και δάκρυα, αν όχι και αίμα.

Η επικράτηση της αντίθεσης μεταξύ του λαού και των ελίτ θολώνει το συμβατικό ιδεολογικό πεδίο. Αντιδραστικοί, συντηρητικοί, μεταρρυθμιστές, επαναστάτες: στο εξής, οι τέσσερις μεγάλοι πολιτικο-φιλοσοφικοί προσανατολισμοί επικαλύπτονται, διασταυρώνονται, σε ορισμένες περιπτώσεις ταυτίζονται, όπως μαρτυρά η κοινοτοποίηση ορισμένων οξύμωρων («προοδευτικός συντηρητικός», «σοσιαλιστής φιλελεύθερος» κλπ.). Η απόρριψη της αποδομητικής παγκοσμιοποίησης και των απονομιμοποιημένων ελίτ συσπειρώνει τους χθεσινούς αντιπάλους. Ωστόσο, αυτό το συγκυριακό κοινό μέτωπο δεν ισοδυναμεί με πολιτικό πρόταγμα.

 

Υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής για τις ελίτ που καταγγέλλονται παντού στη Δύση, τόσο στο πεδίο των χρησιμοποιούμενων μεθόδων όσο και σε αυτό της ιδεολογίας που αυτές μετέρχονται; Αν οι ελίτ πρέπει να αμφισβητήσουν τους εαυτούς τους, τι πρέπει να αλλάξουν ώστε να ξαναβρούν την εμπιστοσύνη του λαού;

Για τους εχθρούς τους, αυτό που έχουν κοινό είναι η συμπαιγνία. Η κατηγορία, ως τέτοια, δεν είναι καθόλου παραληρηματική, μπορεί να θεμελιώνεται σε σταθερά επιχειρήματα, και να προσκομίζει εμπειρικές αποδείξεις, αλλά μπορεί και να εκτρέπεται προς την περισσότερο ή λιγότερο παρανοϊκή υποψία και να παίρνει τη μορφή συνωμοσιολογικής αντίληψης («συνεννοούνται για να μας εξαπατήσουν», «να μας μαδήσουν», κ.λπ.). Η κατηγορία της συμπαιγνίας προϋποθέτει την ιδέα μιας ορισμένης συνενοχής μεταξύ των ιθυνουσών ελίτ, οι οποίες μοιράζονται την εξουσία και τον πλούτο. Ξαναβρίσκουμε την αντίληψη ενός «συστήματος» με μία ορατή σκηνή (όπου παίζεται το θέαμα των ανταγωνιστικών πολιτικών ομάδων) και τα παρασκήνια (όπου συνάπτονται οι συμφωνίες και εξυφαίνονται οι συνωμοσίες). [7] Με δυο λόγια, οι ελίτ ψεύδονται και το «σύστημα» εκ φύσεως εξαπατά: αυτό είναι το πρώτο πολεμικό επιχείρημα. 

Στην συνέχεια, οι ελίτ καταγγέλλονται γιατί γίνονται αντιληπτές, συχνά ορθώς, ως ανήκουσες θεμελιακά σε μία διεθνική κοινότητα. Στην ιεράρχηση των κύκλων του συνανήκειν που τους προσιδιάζει (ή που τους αποδίδεται), η εθνική ένταξη είναι δευτερεύουσα. Ως προς αυτό είναι που παραβιάζουν μία από τις καταστατικές αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας, η οποία προϋποθέτει το πλαίσιο του κράτους-έθνους. Έτσι εμφανίζονται ως περισσότερο ή λιγότερο ξένες στις κοινότητες των πολιτών που είναι τα έθνη εφοδιασμένα με κρατική στέγη. Η εθνική κυριαρχία και η ιστορικο-πολιτισμική ταυτότητα του έθνους τούς φαίνεται ότι ανάγεται σε αξιοθρήνητες επιβιώσεις ενός ξεπερασμένου παρελθόντος. Οι «παγκοσμιστικές ελίτ» έγιναν ταυτόχρονα ξένες και εχθρικές στις εθνικές εντάξεις. Γι’ αυτό μπορούν να στοχοποιούνται με μία ειδική μορφή ξενοφοβίας: το κόμμα των ελίτ γίνεται το κόμμα του εξωτερικού. Ή, ακόμα, το κόμμα των προδοτών και των λιποτακτών της πατρίδας.
Οι κατεστημένες ελίτ κατηγορούνται επίσης ότι είναι τυφλές, συγκαταβατικές ή ανίσχυρες ενώπιον των νέων απειλών που βαραίνουν πάνω στα έθνη: από τη μία πλευρά, μια μαζική και ανεξέλεγκτη μετανάστευση και, από την άλλη πλευρά, κάτι που προσομοιάζει ως μία νέα μουσουλμανική κατάκτηση, θεωρητικοποιημένη από τις διάφορες ισλαμιστικές κινήσεις (από τους «ευσεβιστές» σαλαφιστές μέχρι τους τζιχαντιστές). [8] Αυτοί οι δύο λόγοι, που οδηγούν στο φόβο και στην άμυνα, προσλαμβάνουν ευρύτερη σημασία, ακόμα και τραγικό νόημα, μέσα στα συμφραζόμενα της κρίσης του κράτους-πρόνοιας και τις αποτυχίες ή τα διαστροφικά αποτελέσματα μιας πολιτικής θεμελιωμένης στα ανθρώπινα δικαιώματα. Και στα δύο αυτά μέτωπα, μία αυστηρά «ουμανιστική» πολιτική είναι αδύνατη, είναι ψευδο-πολιτική, ή, ακριβέστερα, διέπεται από το απολιτικό, γιατί παραγνωρίζει το θεμελιώδες γεγονός, που υπογράμμισε ο φιλόσοφος-κοινωνιολόγος Julien Freund, σύμφωνα με το οποίο δεν είμαστε εμείς που ορίζουμε τον εχθρό, είναι ο εχθρός που μας υποδεικνύει, παρά τις «γονυκλισίες μας, τους τεμενάδες και άλλες διαμαρτυρίες για καλοπροαίρετη κατανόηση». [9]

Τέλος, οι ελίτ κατηγορούνται ότι είναι διεφθαρμένες, ή ότι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στη διαφθορά. Η αδυναμία του πολιτικού στοιχείου συσχετίζεται με τη διαφθορά των ελίτ που βρίσκονται στην εξουσία, οι οποίες υποτίθεται βρίσκονται σε συμπαιγνία με αυτές του πλούτου. Και εδώ ακόμα, τα παρατηρήσιμα γεγονότα είναι αμείλικτα και τροφοδοτούν τη δυσπιστία. Εξ ου και η επιστροφή του παλιού επιχειρήματος ότι η εξουσία ωθεί στην κατάχρηση της εξουσίας. Πράγμα που δικαιολογεί τις κλήσεις για μορφές ενισχυμένων θεσμικών ρυθμίσεων. Αλλά οι αντι-συστημικοί διαμαρτυρόμενοι ενδιαφέρονται πάνω από όλα να ξαναβάλουν σε πορεία ένα έθνος που απέτυχε στο χείλος της παγκοσμιοποίησης, να λυτρώσουν ένα μπερδεμένο και παράλυτο εθνικό σώμα. Το αν είναι ικανοί, αυτό είναι μια εντελώς άλλη ιστορία.

Θα ήταν τόσο μάταιο όσο και γελοίο να ζητείται από τις ελίτ να είναι αλάθητες και εντελώς ενάρετες: ποιος θα τολμούσε να απαιτήσει από τις λαϊκές τάξεις να είναι παραδειγματικές στη συμπεριφορά τους; Ούτε βέβαια το θέμα είναι οι ελίτ να ευχαριστούν το λαό με κάθε αντίτιμο, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θα ξέπεφταν στην πιο ελεεινή δημαγωγία. Ας σκεφθούμε το θλιβερό παράδειγμα αυτών των κάθε είδους δημαγωγών οι οποίοι αναζητούν σήμερα τη δημοτικότητα παίζοντας το χαρτί του ποδοσφαίρου, νέο όπιο των λαών, [10] κυρίως του γαλλικού λαού. Από την στιγμή που η πολιτική λειτουργία απο-ιεροποιήθηκε, οι πολιτικοί ηγέτες, κάτι μεταξύ μάνατζερ και ηθοποιών, αναζητούν την αναγνώριση πέρα από τις κάλπες, μέσα στη συγχώνευσή τους με τη μάζα των οπαδών. Ένας τρόπος για να πουν στον απλό κόσμο ότι «είμαι σαν και εσάς». Αλλά δεν είναι, μόνο τους ηλίθιους πείθουν.

Μόνο ένα πράγμα θα έβλεπα ότι μπορούν να κάνουν οι ελίτ προκειμένου να χάσουν την απωθητική φιγούρα τους: να φανούν ικανές να λειτουργούν εντός ορίων στην άσκηση της εξουσίας τους. Το να τους ζητάμε αυτό, είναι ήδη αρκετό.

 

Πόσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει αυτό; Ποια θα μπορούσε να είναι η κατάληξη για τη Γαλλία;

Νομίζω ότι η αμφισβήτηση των ελίτ εκφράζει το βαθύ αίσθημα δυσαρέσκειας της πλειονότητας των πολιτών στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται στους ιθύνοντές τους. Οι τελευταίοι, δεξιοί ή αριστεροί, εκλαμβάνονται πολύ συχνά ως δημαγωγοί, ας πούμε περισσότερο ή λιγότερο επιδέξιοι ρήτορες και απατεώνες, που δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το κοινό καλό. Για την ώρα, αυτή η αρνητική αντίληψη για την εγκαθιδρυμένη (φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική) δημοκρατία γίνεται στο όνομα των δημοκρατικών ιδεωδών, που κρίνονται ότι δεν πραγματοποιούνται, προδίδονται, ή διαφθείρονται. Πρόκειται για την οδό της άμεσης δημοκρατίας, που πολλαπλασιάζει τις δημοψηφισματικές διαδικασίες, ή την οδό του λαϊκισμού, ενός «καλού» λαϊκισμού, νοούμενου ως καθαρής μορφής διακυβέρνησης του λαού από τον εαυτό του, χωρίς μεσολαβήσεις. Μπορεί όμως και να τροφοδοτεί μία απόρριψη της δημοκρατίας ως τύπο καθεστώτος και την αναζήτηση τρόπων εναλλακτικής διακυβέρνησης, όπου, για παράδειγμα, η εξουσιαστική αρχή θα υπερισχύει όλων των υπολοίπων. Γνωρίζουμε ότι η Ιστορία μάς παρέχει το θέαμα της εναλλαγής των ακυβέρνητων δημοκρατιών και των αυταρχικών καθεστώτων που θυσιάζουν τις ατομικές ελευθερίες.

Ενώπιον του δυναμισμού των κινημάτων διαμαρτυρίας και ταυτότητας στις δυτικές δημοκρατίες, η μικρή φαντασία των «κανονικών» πολιτικών δεν προτείνει παρά ένα σκουριασμένο όπλο: τη στρατηγική της «υγειονομικής ζώνης» [11] (στη γαλλική παραλλαγή: του «ρεπουμπλικανικού μετώπου»), νέα γραμμή Μαζινό καταδικασμένη να ραγίσει, να λυγίσει, να ανατραπεί. [12] Όσοι φαντάζονται ότι ενώπιον της «λαϊκιστικής απειλής» μπορούν να φιμώνουν ή να συγκρατούν τον αντίπαλο με νομικά τεχνάσματα, αναγνωρίζουν άθελά τους ότι ο δυναμισμός βρίσκεται στο απέναντι στρατόπεδο. Παίρνοντας αμυντική στάση και αμπαρώνοντας το «σύστημα», επαληθεύεται η κατηγορία σύμφωνα με την οποία το «σύστημα» είναι αμπαρωμένο.
Αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι ο φιλελεύθερος ατομικισμός, ο πολυκοινοτιστικός κατακερματισμός και ο δημοκρατικός εξισωτισμός συγκλίνουν ώστε να καθιστούν τις σημερινές κοινωνίες ακυβέρνητες. Μπορούμε ασφαλώς να ελπίζουμε ότι πρόκειται για πρόσκαιρες δυσλειτουργίες, που συνδέονται με την κατάσταση της κρίσης. Το αίσθημα ωστόσο ενός απειλητικού κοσμο-χάους είναι παρόν. Μπροστά στις κάθε είδους δρώσες μειονότητες, η πολιτική εξουσία έχει δεμένα τα χέρια. Κήρυκες και λογοκριτές επαγρυπνούν και καταγγέλλουν στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ενός εργαλειακού αντιρατσισμού. Σε αυτές τις δημοκρατικές κοινωνίες, όπου η γραφειοκρατική διεύθυνση και η «ουμανιστική» ηθικολογία συμβαδίζουν με την αναποτελεσματικότητα, τον κυνισμό και την αγριότητα, η αυξανόμενη δυσαρέσκεια τροφοδοτεί τη διαρκή αμφισβήτηση. Πράγμα το οποίο είναι ανεκτό, αν οι συγκρούσεις παραμένουν σε τελετουργικό επίπεδο και δεν διολισθαίνουν στον εμφύλιο πόλεμο. Είναι ευθύνη των ελίτ να τον προλάβουν, αλλά αυτό προϋποθέτει ευφυή κατανόηση των καταστάσεων, ικανότητα απόφασης, εντιμότητα και κουράγιο. Αυτό δεν είναι αντικείμενο «μαθήματος» της ΕΝΑ [σημ.: Ανώτατη Σχολή Δημόσια Διοίκησης, απόφοιτοι της οποίας στελεχώνουν ανώτατες θέσεις της γαλλικής διοίκησης, αλλά και αποτελούν μέρος της πολιτικής ελίτ]. Γι’ αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε καμία πρόβλεψη. Η πίστη σε ένα λαμπερό μέλλον ανήκει στην προϊστορία της σύγχρονης εποχής.

 

[1] P.-A. Taguieff, L’Illusion populiste. Essai sur les démagogies de l’âge démocratique [2002], νέα αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση, Παρίσι, Flammarion, coll. Champs, 2007.

[2] P.-A. Taguieff, La Revanche du nationalisme. Néopopulistes et xénophobes à l’assaut de l’Europe, Παρίσι, PUF, 2015.

[3] Raymond Aron, Paix et guerre entre les nations, Παρίσι, Calmann-Lévy, 1962, σ. 299.

[4]Βλέπε Dominique Schnapper, La Communauté des citoyens. Sur l’idée moderne de nation, Παρίσι, Gallimard, 1994.

[5] Για τη δημοκρατική απαίτηση ομοιότητας, βλ. John Stuart Mill, Le Gouvernement représentatif [1861], γαλλ. μετ. Dupont White, Παρίσι, Guillaumin, 1862∙και τις αναλύσεις του Bernard Manin, Principes du gouvernement représentatif, Παρίσι, Calmann-Lévy, 1995, σ. 144 επ., 191 επ.

[6] Christopher Caldwell, « Pourquoi Donald Trump peut gagner les élections » (γαλλ. μετ. Gilles Berton), Le Monde, 24/5/2016, σ. 20. 

[7]Βλέπε P.-A. Taguieff, Court Traité de complotologie, suivi de Le «Complot judéo-maçonnique : fabrication d’un mythe apocalyptique moderne, Παρίσι, Mille et une nuits, 2013.

[8] Scott Atran, L’État islamique est une révolution, Paris, Les Liens qui Libèrent, 2016∙ Rachid Benzine, «L’État islamique est loin d’être vaincu», Le Monde,  9/6/2016, σ. 23.

[9] Julien Freund, Politique et impolitique, Παρίσι, Sirey, 1987, σ. 22.

[10] Βλέπε Jean-Marie Brohm, La Tyrannie sportive. Théorie critique d’un opium du peuple, Παρίσι, Beauchesne, 2006.

[11] Βλέπε για παράδειγμα το θλιβερών κοινοτοπιών άρθρο (όλα τα τρέχοντα κλισέ είναι συγκεντρωμένα εδώ) του αμερικανού πολιτικού επιστήμονα Jan-Werner Müller, «Face au populisme, le cordon sanitaire doit tenir» (γαλ. μετ. Juliette Kopecka), Le Monde, 25/5/2016, σ. 22.

[12] P.-A. Taguieff, «Combattre le Front national : argumentation et action politique», στο P.-A. Taguieff & Michèle Tribalat, Face au Front national. Arguments pour une contre-offensive, Παρίσι, La Découverte, 1998, σ. 116-118.Τουιδίου, Du diable en politique. Réflexions sur l’antilepénisme ordinaire, Παρίσι, CNRS Éditions, 2014, σ. 127-131.

Pierre-André Taguieff

Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS, διδάσκει στο ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του:Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006),Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντι-σημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά