Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Τσάμηδες: κρατικοί μύθοι και τεκμηριωμένη πραγματικότητα

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
1915. Τσάμηδες στην κεντρική πλατεία της Παραμυθιάς.  1915. Τσάμηδες στην κεντρική πλατεία της Παραμυθιάς. Φωτογραφία Αρχείου

Τι ακριβώς συμβαίνει με το θέμα που ακούει στο εξωτικό όνομα "Τσαμικό ζήτημα". Και γιατί, κάθε τόσο, διεισδύει στη ζωή μας από τις χαραμάδες της επικαιρότητας. [ΤΒJ]

«‘Τσαμικό’ ζήτημα δεν υφίσταται» και «η επαναλαμβανόμενη ανακίνηση ενός ανυπάρκτου θέματος από τις επίσημες αλβανικές Αρχές κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί τις διμερείς μας σχέσεις» απαντούν κύκλοι του υπουργείου Εξωτερικών στον Αλβανό υπουργό Εξωτερικών Ντιτμίρ Μπουσάτι, ο οποίος σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη στον αλβανικό τηλεοπτικό σταθμό Top Channel έκανε αναφορά για ύπαρξη «τσαμικού» ζητήματος. «Κατά τη διάρκεια της κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα» όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές «οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν με τους φασίστες και ναζιστές κατακτητές και αποχώρησαν από την Ήπειρο πρωτοβούλως, ομαδικά και οριστικά, ακολουθώντας τις εχθρικές δυνάμεις»[1] πληροφορεί το ΑΠΕ στις 29 Μαΐου 2016.

«Η κυβέρνηση Βενιζέλου, επιθυμώντας την ηρεμία στον πληθυσμό της Τσαμουριάς, ψήφισε το 1930 και το 1931 ειδικούς νόμους για την «εύλογη» (ευνοϊκή) αποζημίωση των Τσάμηδων και την ταχύτερη διευθέτηση των περιουσιακών εκκρεμοτήτων. Αντιθέτως, η δικτατορία του Μεταξά υιοθέτησε το 1937 νόμο για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των υπολειπόμενων αλβανικών περιουσιών στο όνομα του αναδασμού της γης. Η καταβολή των σχετικών αποζημιώσεων καθυστέρησε υπερβολικά. Οι προηγούμενες επεμβάσεις στα περιουσιακά στοιχεία των Τσάμηδων οδήγησαν στον προοδευτικό εκτοπισμό τους από γη και σπίτια με αποτέλεσμα, αφενός τα τοπικά μίση , αφετέρου την αναζήτηση ξένου προστάτη στην υπό Ιταλική κατοχή (1939) «Μεγάλη Αλβανία» . Ήδη, πριν τον Οκτώβριο του 1940 χίλιοι πεντακόσιοι Τσάμηδες είχαν εκτοπισθεί στην Χίο, στην Κρήτη και σε άλλες απόμακρες περιοχές της χώρας . Η ρήξη με το κεντρικό ελληνικό κράτος συντελέστηκε ουσιαστικά πριν τον πόλεμο εξαιτίας των περιουσιακών στοιχείων των Τσάμηδων… Με έντονη παρουσία στο πλευρό των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών, οι Τσάμηδες βρέθηκαν υπό διωγμό μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας. Όσοι γλίτωσαν το φθινόπωρο του 1944 από αιματηρές πράξεις αντιποίνων, διέφυγαν στην Αλβανία… Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ελληνοαλβανικού Συμφώνου Φιλίας [της 21 Μαρτίου 1996], τα δύο κράτη «κατευθύνουν τις ενέργειές τους προς την χρησιμοποίηση των ειρηνικών μέσων που προβλέπει το διεθνές δίκαιο, ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών». Το δε άρθρο 15 του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι κάθε κράτος θα αντιμετωπίσει τη δυνατότητα για την άρση εντός του νομικού του πλαισίου, των εμποδίων που δυσχεραίνουν την απόλαυση των περιουσιών που έχουν οι υπήκοοι του ενός κράτους στην επικράτεια του άλλου. Με βάση τουλάχιστον τα προηγούμενα, μπορεί η Αλβανία να θελήσει να εγείρει το ζήτημα των αλβανικών περιουσιών ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Πέραν των ζητημάτων για την αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου , η νομολογία Interhandel  θέτει ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της προσφυγής ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου την προηγούμενη εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων από τους αλβανούς υπηκόους.» Αυτά έγραφε το 2006 στο «Περιουσίες Τσάμηδων & Αλβανών στην Ελλάδα - Άρση του εμπολέμου και διεθνής προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου» [2]ο Επίκουρος Καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Γιάννης Κτιστάκις.

Το 2013 ο ίδιος συμπλήρωνε στην Καθημερινή:[3]«Αδικαιολόγητα, μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδοθεί στους Αλβανούς ιδιοκτήτες τα ακίνητα αυτά, αν και τόσο ο αριθμός τους (περί τα 200 ακίνητα) όσο και η σημερινή τους αξία (κατά προσέγγιση, 13 εκατομμύρια ευρώ) δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Πολύ δε περισσότερο που με το Ελληνοαλβανικό Σύμφωνο Φιλίας του 1996 (Ν. 2568/1998) δεν μπορεί κανείς σοβαρά να ισχυριστεί ότι οι σχέσεις των κρατών παραμένουν εχθρικές. Στην παρούσα συγκυρία, που οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα βρίσκονται στο ναδίρ, η ελληνική διοίκηση μπορεί να δώσει μια λύση σε ένα ζήτημα που χρονίζει και μπορεί να προξενήσει, στο άμεσο μέλλον, μεγάλη ζημία στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Αλήθεια, φαντάζεται κανείς τον Έλληνα νομικό σύμβουλο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή τον Έλληνα διπλωμάτη στην Ε.Ε. να επιχειρηματολογεί περί της ισχύος του εμπολέμου με την Αλβανία για να δικαιολογήσει γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδοθεί τα ακίνητα αυτά στους ιδιοκτήτες τους; Αν εμπνευστεί η ελληνική διοίκηση από τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες και δεν θελήσει να αυτοσχεδιάσει, οι λύσεις είναι πολλές και απλές. Συγκρατώ σε αυτό το άρθρο την πιο σύμφωνη με τη σύγχρονη αντίληψη περί κράτους δικαίου. Να συσταθεί ένα ελληνικών συμφερόντων ίδρυμα στην Αλβανία, το οποίο θα έχει στόχο την εξαγορά των εν λόγω ακινήτων από τους Αλβανούς ιδιοκτήτες και τους κληρονόμους τους που επιθυμούν να τα πουλήσουν και τη μεταπώλησή τους σε τρίτους. Σημειώνεται ότι τα περίπου 200 μεσεγγυημένα ακίνητα των Αλβανών υπηκόων ενοικιάζονται μέχρι σήμερα (από το 1940!) σε ιδιώτες, με ευθύνη του προϊσταμένου της επιτόπιας ΔΟΥ, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές ενοικίου...».

Ο Γιάννης Κτιστάκης είναι επίσης ο δικηγόρος των Χειμαρριωτών Κωνσταντίνου Λάζαρη, Σοφίας Ράπου, Βαγγέλη Κολίλα, Άγγελου Κοκαβέση και Φρέντη Μπελέρη που περιμένουν στις 2 Ιουνίου 2016 την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην προσφυγή τους κατά της Αλβανίας για παραβίαση της ελευθερίας έκφρασής τους[4] με την καταδίκη τους από τα αλβανικά δικαστήρια για υποκίνηση εθνικού μίσους κατά τις αμφιλεγόμενες τοπικές εκλογές τον Οκτώβριο 2003.[5]


Παναγιώτης Δημητράς

Εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), μέλος της Γραμματείας της Ένωσης Ουμανιστών Ελλάδας (ΕΝΩ.ΟΥΜ.Ε.), μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Ευρωπαϊκής Ουμανιστικής Ομοσπονδίας και μέλος της Συνέλευσης Εκπροσώπων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT). Συγγραφέας του βιβλίου Αναζητώντας τα χαμένα δικαιώματα στην Ελλάδα. Η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής δημοκρατίας (2007).

4 σχολια

  • Σχεδόν εξαιρετικό ("σχεδόν" γιατί αγνοεί τη μελέτη του Γιάννη Κτιστάκη - βλπ κείμενό μου παραπάνω)
    _______________________________________________________________

    Μια ανεπιθύμητη μειονότητα
    http://www.efsyn.gr/arthro/mia-anepithymiti-meionotita

    Συντάκτης: Τάσος Κωστόπουλος
    Εφημερίδα των Συντακτών 26.06.2016

    «Διαπνεόμεθα υπό των καλλιτέρων και φιλικωτέρων διαθέσεων έναντι του Τουρκαλβανικού στοιχείου»

    Βασίλειος Καμάρας, διοικητής της 10ης μεραρχίας του ΕΔΕΣ
    (επιστολή «προς τους Τουρκαλβανούς περιοχής Φιλιατών», 3/7/1944)
    Oταν τον περασμένο Νοέμβριο επισημαίναμε σ’ ετούτη τη στήλη τα αδιέξοδα της άσκησης εξωτερικής πολιτικής διά της ιστορικής μνήμης, και δη μέσω της αναγωγής των αιματηρών εθνικών συγκρούσεων του παρελθόντος σε «γενοκτονίες», θυμίζαμε πως, εκτός από τη δική μας Βουλή και τους Ποντίους της, υπάρχουν και άλλα -γειτονικά- Κοινοβούλια που έχουν υποκύψει στον πειρασμό ν’ ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο.

    Η πρόσφατη ελληνοαλβανική «κρίση», γύρω από την υποτιθέμενη γενοκτονία των Τσάμηδων το 1944-45, ήρθε να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές –και να υπογραμμίσει την ανάγκη τήρησης αποστάσεων από κάθε εθνοπρεπή μυθοπλασία.

    Πριν από 22 ολόκληρα χρόνια, η αλβανική Βουλή καθιέρωσε νομοθετικά την 27η Ιουνίου, επέτειο της σφαγής των μουσουλμάνων της Παραμυθιάς από τον ΕΔΕΣ, σαν «ημέρα γενοκτονίας των Αλβανών της Τσαμουριάς από τους Ελληνες σοβινιστές» (30/6/1994).

    Είχε προηγηθεί η αντίστοιχη απόφαση του ελληνικού Κοινοβουλίου (24/2/1994), με την οποία η επέτειος της έναρξης του τουρκικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος (19 Μαΐου) αναγορεύτηκε σε «ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου».

    Οπως εδώ, έτσι κι εκεί μια μερίδα του πληθυσμού προσφυγικής καταγωγής συγκροτεί τα τελευταία χρόνια την ταυτότητά της με κεντρικό σημείο αναφοράς όσα τράβηξαν οι πρόγονοί της πριν από πολλές δεκαετίες, αποκομμένα συνήθως από τα συμφραζόμενα των τότε συρράξεων.

    Φιλόδοξοι πολιτικοί κερδοσκοπούν επίσης πολιτικά, βγάζοντας φτηνούς πανηγυρικούς που χαϊδεύουν τα αυτιά των «εθνικά ευαίσθητων» ψηφοφόρων.

    Τι συνέβη όμως στην πραγματικότητα με τους Τσάμηδες της ελληνικής επικράτειας;

    Ενόψει της μεθαυριανής επετείου, και της ενδεχόμενης αναζωπύρωσης του θέματος από τα εγχώρια ΜΜΕ, μια περιδιάβαση σ’ αυτή την ξεχασμένη υπόθεση είναι μάλλον χρήσιμη.

    «Απάνθρωπος στάσις»

    Τσάμισσα με τα παιδιά της στο Φιλιάτι (1913) Τσάμισσα με τα παιδιά της στο Φιλιάτι (1913) | F. BOISSONNAS
    Η ιστορία μας ξεκινά τη δεκαετία του 1920, όταν οι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας (ή Τσαμουριάς) εξαιρέθηκαν από την ελληνοτουρκική υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.

    Μολονότι η τελική απόφαση χρεώνεται στον Αρβανίτη δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο, επί των ημερών του οποίου αποκαταστάθηκαν οι ελληνοαλβανικές σχέσεις, στην πραγματικότητα η εξαίρεση των Τσάμηδων αποφασίστηκε νωρίτερα, για πολλαπλούς λόγους: απροθυμία της κεμαλικής Τουρκίας να τους δεχτεί, δικές τους αντιδράσεις αλλά και διπλωματικές απειλές της Αλβανίας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ζητούσε να επεκταθεί κι εκεί η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, με εκπατρισμό της ελληνικής μειονότητας.

    Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή πληθυσμού του 1928, οι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι της Ηπείρου ανέρχονταν σε 17.008.

    Οι ελληνικές υπηρεσιακές στατιστικές καταγράφουν μια σταδιακή μείωσή τους, από 36.306 το 1917 σε 21.800 το 1920, 20.319 το 1923 και 19.287 το 1932, ενώ μια αναλυτική απόρρητη καταμέτρηση του Αλβανού προξένου Ιωαννίνων (1936), που από την ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία θεωρείται κοντινότερη στην αλήθεια, τους ανεβάζει σε 23.048.

    Η αλβανική εθνικιστική προπαγάνδα πρόβαλλε φυσικά τερατώδη νούμερα, συγκαταλέγοντας στους «αλύτρωτους Αλβανούς» της Τσαμουριάς ακόμη και τον πολυάριθμο αλβανόφωνο χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής, που για ιστορικούς λόγους είχε ταυτιστεί με το ελληνικό έθνος.

    Για την αντιμετώπιση των Τσάμηδων από τις ελληνικές αρχές, αποκαλυπτική είναι μια πολυσέλιδη έκθεση (15/10/1930) του γενικού επιθεωρητή μειονοτήτων Κωνσταντίνου Στυλιανόπουλου, στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού Βενιζέλου, που εντοπίσαμε στο αρχείο του τελευταίου (φ.58).

    Ανώτατος κρατικός λειτουργός επιφορτισμένος με τη διαχείριση κάθε λογής μειονοτικών τριβών, προκειμένου ν’ αποφεύγονται διεθνείς επιπλοκές, ο Στυλιανόπουλος καταγράφει, έπειτα από επιτόπια έρευνα, ένα καθεστώς ασφυκτικής καταπίεσης:

    «Η απελευθέρωσις της Ηπείρου υπό της Ελλάδος επέφερε τελείαν ανατροπήν της καταστάσεως. Από κυρίαρχοι και σατραπίσκοι, [οι Τσάμηδες] εγένοντο αποτόμως ακτήμονες, άστεγοι και πένητες. Η περιουσία των περιήλθεν εις τους καλλιεργητάς εκ διαρπαγής και απαλλοτριώσεως. Εννοείται ότι η απότομος αύτη μεταβολή τούς έφερε εις δεινήν παραζάλην και τους περιήγαγε εις αθλιότητα και οικτράν δυστυχίαν, ώστε πολλοί εξ αυτών να στερούνται και αυτό το ψωμί. Τα πράγματα επιδείνωσεν έτι περισσότερον η άνευ προηγουμένης ερεύνης κατάληψις κτημάτων υπό της Εθνικής Τραπέζης και αι επιτάξεις διά προσφυγικάς ανάγκας. Εάν δε λάβωμεν υπ’ όψιν και την μεροληπτικήν και απάνθρωπον στάσιν των αρχών, συμπληρούμεν την εικόναν της απελπισίας εις ην ευρέθησαν οι Μουσουλμάνοι, αρκετοί των οποίων, κατόπιν ενεργειών μας, εζήτησαν να μεταβούν εις την Τουρκίαν» (σ.2).

    Η κατάσταση δεν άλλαξε μετά την οριστική εξαίρεση της μειονότητας από την υποχρεωτική ανταλλαγή:

    «Εις απάντησιν εις τας επανειλημμένας αιτήσεις και παρακλήσεις των ενεφανίζοντο διωγμοί και χειρότεραι δημεύσεις, μέχρι του σημείου να κηρυχθή [απαλλοτριωτέο] τσιφλίκιον η Παραμυθιά, έδρα Επάρχου και επί Τουρκοκρατίας υποδιοικητού, να απαλλοτριωθούν μικροϊδιοκτησίαι και αυλόκηποι και να μη αφεθή εις πολλούς ουδέ εν στρέμμα διά να καλλιεργήσουν και ζήσουν την οικογένειάν των, να μη πληρώνωνται εις αυτούς τακτικώς τα ορισθέντα μισθώματα, τινά των οποίων είναι κατώτερα και αυτών των απαιτουμένων διά την είσπραξίν των χαρτοσήμων, να εμποδισθούν κατ’ αρχάς και είτα να καταστούν λίαν δυσχερείς αι αγοραπωλησίαι, να εκτιμηθούν τα αγροκτήματα αυτών εις ευτελεστάτας τιμάς μέχρι και 3 δρχμ. το στρέμμα, να γίνωνται θύματα εκμεταλλευτών δικολάβων και τοκογλύφων και να φυλακίζωνται διά την πληρωμήν φόρων ενίοτε και αυτών των απαλλοτριωθέντων ή επιταχθέντων υφ’ ημών κτημάτων» (σ.2-3).

    Οσον αφορά τη Χωροφυλακή, διαβάζουμε, «δυστυχώς δεν είναι σπάνια τα επεισόδια δαρμού και αυθαιρεσιών» (σ.8), ενώ αποκαλυπτική για τον σεβασμό της θρησκευτικής ταυτότητας των Τσάμηδων υπήρξε η μετατροπή του μοναδικού Ιεροσπουδαστηρίου της περιοχής (στο Φιλιάτι) σε... στάβλο του ελληνικού στρατού –«όστις μάλιστα, ηπείλησε και την δημοσίαν υγείαν, διότι πολύ πλησίον του ευρίσκονται τα μοναδικά πηγάδια από τα οποία υδρεύεται η πόλις» (σ.11).

    Οι μουσουλμάνοι αγρότες πιέζονταν, τέλος, ν’ αποπληρώσουν τους φόρους τους μέσα στον Ιούλιο, προτού πουλήσουν τη σοδειά τους, με αποτέλεσμα να «γίνονται έρμαια τοκογλύφων και εκμεταλλευτών ή [να] φυλακίζονται» (σ.10).

    Παρόμοια εικόνα σκιαγραφείται και σε εμπιστευτική έκθεση του Γενικού Διοικητή Ηπείρου (19/1/1929) που περιλαμβάνεται στο ίδιο αρχείο (φ.108): «μονόπλευρος», «τραχεία και άνευ ελέους» εφαρμογή του αγροτικού νόμου σε βάρος της μειονότητας, «σιωπηρή» απαγόρευση ακόμη και «της διδασκαλίας του Κορανίου παρά των χοτζάδων εις πλείστα χωρία», άρνηση της διοίκησης να επιτρέψει την εκλογή κοινοτικών αρχόντων από τους μουσουλμάνους και διορισμός χριστιανών στη θέση τους, εκπαιδευτικός αποκλεισμός με το σκεπτικό «ότι δέον ο μουσουλμανικός πληθυσμός να παραμείνη εις το σκότος και την αμάθειαν»· πεποίθηση, τέλος, των αρχών πως «η καλλιτέρα λύσις του ζητήματος της Τσαμουργιάς θα ήτο η αναχώρησις του Μουσουλμανικού πληθυσμού».

    «Εννοείται, ότι υπό τοιαύτας απανθρώπους συνθήκας», διαπιστώνει έτσι ο Στυλιανόπουλος, «ουδέ λόγος δύναται να γίνη περί Μουσουλμάνων προσκειμένων προς την Ελλάδα ή επιθυμούντων το καλόν της, αλλά τουναντίον περί εδάφους γονίμου εις πάσαν ξενικήν προπαγάνδαν» (σ.3).

    Αλυτρωτισμός και εθνικοφροσύνη

    Σ’ αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε, μεταξύ 1923 και 1940, ο σταδιακός μετασχηματισμός της «τουρκαλβανικής» εθνοθρησκευτικής κοινότητας των Τσάμηδων σε εθνική αλβανική μειονότητα.

    «Η κυριωτέρα μέριμνα του αλβανικού πληθυσμού Τσαμουργιάς», αποφαίνεται το 1933 η Χωροφυλακή Ιωαννίνων, «είναι η πνευματική προσέγγισις μετά της Αλβανίας διά την διατήρησιν της αλβανικής γλώσσης και του εθνικού αλβανικού φρονήματος» (Κόντης 1997, τ.Δ΄, σ.185).

    Την εμφανέστερη πτυχή αυτής της στροφής αποτέλεσε η φοίτηση μαθητών από την Τσαμουριά σε κρατικά οικοτροφεία της Αλβανίας, όπως ακριβώς συνέβαινε και με τους «ομογενείς» οικοτρόφους του ελληνικού κράτους.

    Για τα Τίρανα, ο προσεταιρισμός των Τσάμηδων πρόσφερε ένα βολικό αντίβαρο στις παραδοσιακές ελληνικές διεκδικήσεις πάνω στη Βόρεια Ηπειρο.

    Μετά την κατάκτηση της Αλβανίας από τον Μουσολίνι (1939), η ιταλική φασιστική προπαγάνδα παρέλαβε τη σκυτάλη αυτού του αλυτρωτισμού –αναθερμαίνοντας, ταυτόχρονα, παλιότερους δεσμούς από τη «συμμαχική» ιταλική κατοχή της περιοχής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Η βραχύβια προσπάθεια του Βενιζέλου να εφαρμόσει μια ηπιότερη πολιτική, με στόχο την ενσωμάτωση της μειονότητας στην ελληνική κοινωνία, δεν πρόλαβε πάλι να καρποφορήσει.

    Η ελληνοαλβανική κρίση του 1934 για το Βορειοηπειρωτικό και η γενικότερη αυταρχική στροφή μετά το 1935 ενίσχυσαν, αντίθετα, τις προϋπάρχουσες διαχωριστικές γραμμές.

    Για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της «συμπαγούς αλαβανομουσουλμανικής μειονότητος» ιδρύθηκε μάλιστα επί Μεταξά αυτοτελής Νομός Θεσπρωτίας (Κόντης 1997, σ.286-7).

    Σύμφωνα με μεταγενέστερο απολογισμό της Πανηπειρωτικής Επιτροπής του ΕΑΜ (6/11/1944), η δικτατορία της 4ης Αυγούστου όξυνε ακόμη περισσότερο τις διαφορές: «Κάτι Πιτούληδες στην Ηγουμενίτσα, Κοτσώνηδες και Αθανασιάδηδες στην Παραμυθιά και το Φιλιάτι εκμεταλλεύτηκαν οικονομικά και έφεραν σε πλήρη διάσταση τα δυο στοιχεία».

    Η καταπίεση της μειονότητας δεν οφειλόταν μόνο σε ιδεοληψίες ή ανασφάλειες του ελληνικού εθνικισμού –που, όπως κάθε εθνικισμός της εποχής, εξακολουθούσε να ονειρεύεται μιαν «εθνικά καθαρή» επικράτεια.

    Οπως εύστοχα επισημαίνουν οι ιστορικοί Λάμπρος Μπαλτσιώτης και Γιώργος Μαργαρίτης, τα σχετικά μέτρα συνδιαμορφώθηκαν από μια μερίδα του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού που ταύτιζε την εθνική απελευθέρωση με την ιδιοποίηση των εύφορων μουσουλμανικών γεωκτησιών.

    Σχηματίστηκε έτσι ένα κύκλωμα που επέβαλλε τη σκλήρυνση της κρατικής πολιτικής και ψωμιζόταν απ’ αυτή, στο όνομα πάντα της εθνικής ασφάλειας.

    Οι αλλαγές δε της ίδιας περιόδου στην τοπική οικονομία (από τη διανομή κι εντατική καλλιέργεια της γης, που περιόρισε δραστικά τους βοσκότοπους, μέχρι την καταστολή της ληστείας, που εξάλειψε τις δυνατότητες εναλλακτικού βιοπορισμού των ορεσίβιων πληθυσμών) πολλαπλασίασαν αντικειμενικά αυτές τις πρακτικές.

    Στα μετόπισθεν του έπους

    Αλβανοί -ανιχνευτές του ιταλικού στρατού, κατά πάσα πιθανότητα Τσάμηδες. Φωτογραφία του αυστριακού Βίλιμπαλντ Κολέγκερ. Αλβανοί -ανιχνευτές του ιταλικού στρατού, κατά πάσα πιθανότητα Τσάμηδες. | Φωτογραφία του αυστριακού Βίλιμπαλντ Κολέγκερ.
    Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από τις τοπικές διακοινοτικές ισορροπίες.

    Ηδη πριν από την κήρυξή του, το μεταξικό καθεστώς εξόρισε για λόγους ασφαλείας έναν αριθμό «υπόπτων» μουσουλμάνων.

    Κατά τη βραχύβια ιταλική προέλαση, μέλη της μειονότητας που είχαν διαφύγει το προηγούμενο διάστημα στην Αλβανία επέστρεψαν στην περιοχή ως βοηθητικά τμήματα των εισβολέων, τακτοποιώντας παλιούς λογαριασμούς και πλιατσικολογώντας χριστιανικές περιουσίες.

    Την ανάκτηση της Θεσπρωτίας από τον ελληνικό στρατό, τον Νοέμβριο, ακολούθησαν σποραδικές εκτελέσεις και η εκτόπιση όλων των ανδρών της μειονότητας σε νησιά του Αιγαίου.

    Ακόμη οδυνηρότερες υπήρξαν οι παράπλευρες επιπτώσεις αυτών των κατασταλτικών μέτρων.

    Αποκαλυπτικά είναι εδώ τα απομνημονεύματα του ντόπιου δημοσιογράφου Γιάννη Σάρρα, γραμματέα του ΕΑΜ Ηγουμενίτσας στην Κατοχή:

    «Ακόμα και στα κρατητήρια των συγκεντρωμένων για εξορία μουσουλμάνων, ορισμένοι άρπαζαν με την ανοχή των φρουρών χωροφυλάκων όποιον ήθελαν και τον σκότωναν χωρίς διατυπώσεις και διαδικασίες. [...] Τα έκτροπα σε βάρος των μουσουλμάνων συνεχίστηκαν με διάφορες μορφές, από δημόσιους λειτουργούς και χριστιανούς κατοίκους, μόλις έφυγαν οι άντρες για εξορία. Με το πρόσχημα της δήθεν ανάκρισης ή της δήθεν παρουσίας για προσωπική υπόθεση καλούσαν στα γραφεία τους όμορφες χανούμισσες και τις βίαζαν. [...] Οι λεηλασίες σπιτιών, οι αρπαγές ζώων φανερές. Οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών πολλοί και επώνυμοι. Η βίαιη έκδοση μουσουλμανίδων από ορισμένα χωριά σε δημόσιους λειτουργούς, μεγάλη» (Σάρρας 2001, σ.52-3).

    Οφθαλμόν αντί οφθαλμού

    Επιζήσαντες της σφαγής κατέληξαν στα προσφυγικά στρατόπεδα της Αλβανίας. Επιζήσαντες της σφαγής κατέληξαν στα προσφυγικά στρατόπεδα της Αλβανίας. | UNRRA
    Η φορά του εκκρεμούς αντιστράφηκε με τη συνθηκολόγηση και την ιταλική κατοχή.

    Μέσα στο 1941 καταγράφονται συνολικά 22 φόνοι ντόπιων χριστιανών από μουσουλμάνους (Θ. Παπαμανώλης, «Κατακαϋμένη Ηπειρος», Αθήνα 1945, σ.42-3) κι ακόμη περισσότερα περιστατικά ληστειών ή κακοποιήσεων.

    Μια σειρά εμβληματικά φονικά κλιμάκωσαν την ένταση μέσα στο 1942. Στις 12/1 ο διοικητής Χωροφυλακής σκότωσε στο κέντρο της Παραμυθιάς δυο επιφανείς ντόπιους μουσουλμάνους, τον γιατρό Αχμέτ Κασίμ και τον κτηματία Τεφίκ Κεμάλ.

    «Εν διαστήματι ολίγων ημερών», ενημερώνει στα τέλη Φλεβάρη τους προϊσταμένους του ο διοικητής Θεσπρωτίας, την «παράφρονα» αυτή ενέργεια ακολούθησαν «πλείσται ληστείαι και φόνοι Μουσουλμάνων κατά Ελλήνων και τανάπαλιν», με αποκορύφωμα τη δολοφονία του ίδιου του νομάρχη, Γεωργίου Βασιλάκου, στην Ηγουμενίτσα (19/2).

    Ο νέος νομάρχης προσπάθησε ν’ αποκαταστήσει τις σχέσεις των δυο κοινοτήτων, απέτυχε όμως μπροστά στη συστηματική καλλιέργεια του «διαίρει και βασίλευε» από τις ιταλικές αρχές.

    Ο φόνος του προύχοντα Γιασίν Σαντίκ από τους Βασίλη Μπαλούμη και Λιάμη Σερίφη (6/12) και το τυφλό φονικό 11 χριστιανών την επομένη ολοκλήρωσαν τη ρήξη (Μαργαρίτης 2005, σ.155-61 & 173-97).

    Από τον Ιούλιο του 1942, η «ανταρσία» των Τσάμηδων απέναντι στην ελληνική δωσιλογική διοίκηση πήρε επίσης τη μορφή της συγκρότησης κράτους εν κράτει, μ’ επικεφαλής ένα «Συμβούλιο» (Këshilli), γνωστότερο με την παραφθορά «Ξίλια».

    Το τελευταίο εγκαταστάθηκε στην Παραμυθιά, είχε δική του εφορία και χωροφυλακή και, μολονότι δεν αναγνωρίστηκε τυπικά από τις κατοχικές αρχές, στην πράξη αποτέλεσε προνομιακό συνομιλητή και συνεργάτη τους.

    Η εμφάνιση των πρώτων ανταρτοομάδων του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ στην περιοχή θα προσδώσει σ’ αυτή τη συνεργασία τα χαρακτηριστικά του ένοπλου δωσιλογισμού.

    Η αξιοποίηση των πολιτοφυλακών της «Ξίλια» ως βοηθητικών σωμάτων εντασσόταν σε μια ευρύτερη στρατηγική του Αξονα, για εξοπλισμό των μειονοτήτων κατά των βαλκανικών αντιστασιακών κινημάτων, που σύμφωνα με βουλγαρικές πηγές αποφασίστηκε τον Φλεβάρη του 1943 στα Τίρανα από τους επικεφαλής της γερμανικής και ιταλικής αντικατασκοπίας (Георги Даскалов, «Участта на българите в Егейска Македония, 1936-1946», Σόφια 1999, σ.411).

    Οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας δεν ήταν άλλωστε η μόνη μειονότητα της Ηπείρου που, εν ονόματι του αλυτρωτισμού, πήρε τα όπλα στο πλευρό της Βέρμαχτ.

    Παρόμοια επιλογή έκανε κι ένα τμήμα της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, στην περιοχή της Χιμάρας, η ένοπλη «εθνικιστική» πολιτοφυλακή, το οποίο συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατά των εκεί παρτιζάνων (Κώστας Δέδες, «Δρυμάδες Χειμάρρας», Αθήνα 1978, σ.119-44).

    Το ακριβές μέγεθος των πολιτοφυλακών της «Ξίλια» δεν είναι γνωστό· πηγές της εποχής τους υπολογίζουν μεταξύ 700 και 3.000.

    Αποκορύφωμα της εγκληματικής δράσης τους υπήρξε το όργιο λεηλασιών, βιασμών και φόνων που διέπραξαν κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ στην εύφορη πεδιάδα του Φαναριού, το καλοκαίρι του 1943.

    Εξίσου καθοριστική για όσα ακολούθησαν αποδείχθηκε η εμπλοκή κάποιων Τσάμηδων στη διαλογή των 49 Ελλήνων προκρίτων της Παραμυθιάς που εκτέλεσαν οι Γερμανοί στις 29/9/1943, ως αντίποινα για την εξόντωση 10 στρατιωτών τους από τον ΕΔΕΣ.

    Οπως διαπιστώνει ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης στην αδημοσίευτη διατριβή του (σ.411-3), η εμπλοκή των επιμέρους μουσουλμανικών κοινοτήτων σ’ αυτή τη δωσίλογη δραστηριότητα υπήρξε συνάρτηση λιγότερο του αλβανικού «φρονήματός» τους και περισσότερο ενός κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού, που σε προηγούμενες φάσεις δεν είχε πρόβλημα να συμπορευτεί με άλλους εθνικισμούς.

    Στο Φιλιάτι, τη μόνη περιοχή της Θεσπρωτίας όπου καταγράφονται τάσεις αλβανικής «εθνικής αφύπνισης» ήδη από το 1901, και όπου μια μερίδα της μειονοτικής ελίτ εκδήλωνε πριν τον πόλεμο προοδευτικές ή σοσιαλίζουσες τάσεις, η δράση της «Ξίλια» υπήρξε αρκετά περιθωριακή.

    Οι περισσότεροι σύμβουλοί της (25 σε σύνολο 35) προήλθαν απεναντίας από το Μαργαρίτι, το κατεξοχήν «οθωμανικό» κέντρο της Τσαμουριάς, η μουσουλμανική νεολαία του οποίου -σε αντίθεση με το Φιλιάτι- μετείχε επίσης μαζικά στην ΕΟΝ επί Μεταξά.

    Στους αντίποδες του δωσιλογισμού, μια μικρή μερίδα Τσάμηδων πήρε μέρος στην Αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε εδώ η στρατηγική του ΚΚΕ για εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με ταυτόχρονη αναγνώριση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, προκειμένου αυτές ν’ αποσπαστούν από την επιρροή του Αξονα· κυρίως όμως η ύπαρξη προπολεμικών δεσμών με προοδευτικούς προκρίτους, όπως ο Μουσά Ντέμη από το Φιλιάτι.

    Περίπου είκοσι Τσάμηδες εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ μετά την εμφάνιση της πρώτης ανταρτοομάδας του, την άνοιξη του 1943· το φθινόπωρο του 1944, πάλι, το τάγμα 4/15 του ΕΛΑΣ αποτελούνταν από (πολύ περισσότερους) χριστιανούς και μουσουλμάνους.

    Δεκάδες άλλοι μετείχαν στη μικτή ανταρτοομάδα «Τσαμουριά» (μετέπειτα «Τάγμα Θωμάς Λούλιας») του αλβανικού ΕΑΜ, μαζί με Ελληνες Βορειοηπειρώτες.

    Η εθνοκάθαρση του 1944

    Τσάμηδες πρόσφυγες στην Αλβανία Τσάμηδες επιζήσαντες της σφαγής, στην Αλβανία | UNRRA
    Το κλείσιμο του κύκλου ήρθε το καλοκαίρι του 1944, όταν ο ΕΔΕΣ διέκοψε την πολύμηνη άτυπη εκεχειρία του με τους Γερμανούς και, με βρετανική εντολή και καθοδήγηση, εξαπέλυσε την τελική επίθεσή του για την απελευθέρωση των παραλίων.

    Η νικηφόρα αυτή προέλαση συνοδεύτηκε από μάχες με τη Βέρμαχτ και την πολιτοφυλακή της «Ξίλια», αλλά κι από ομαδικές σφαγές αμάχων «Τουρκαλβανών», κάθε φύλου και ηλικίας, σε μια σειρά χωριά και αστικά κέντρα.

    Η μεγαλύτερη αιματοχυσία σημειώθηκε στην Παραμυθιά (27/6), το Μαργαρίτι (11/8), το Φιλιάτι και τα περίχωρά του (23-29/9), δευτερευόντως δε στην Πάργα (29/6).

    Οι πηγές του ΕΔΕΣ και οι μετέπειτα εθνικά ορθές αφηγήσεις είναι φυσικά συνήθως λακωνικές σ’ αυτό το σημείο.

    Για το μακελειό της Παραμυθιάς, ο Βασίλης Κραψίτης περιορίζεται λ.χ. στην ασαφή διαπίστωση πως «όλα μεταβλήθηκαν σε χάος και οδυρμό, ήτοι η κατάσταση ξέφυγε από τα χέρια των αρχηγών των μονάδων του ΕΔΕΣ» (σ.131-2)· η αντίθεση με την αναλυτική περιγραφή βιαιοπραγιών των Τσάμηδων στις προηγούμενες σελίδες είναι εξαιρετικά εύγλωττη, όπως και η άποψή του πως οι τελευταίοι με τη συμπεριφορά τους «έβγαλαν τους εαυτούς τους από την κοινωνία των ανθρώπων» (σ.69).

    Η εκκαθάριση συνοδεύτηκε από μαζικούς βιασμούς και λεηλασίες.

    «Οι αντάρτες επιδόθηκαν σ’ ένα όργιο αντεκδικήσεων, λεηλασιών κι εσκεμμένης καταστροφής των πάντων», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε έκθεση του Βρετανού ταγματάρχη Ουάλας (1/8/1944).

    «Η όμορφη κωμόπολη Μαργαρίτι κάηκε ολοκληρωτικά. Ο μητροπολίτης Παραμυθιάς συμμετείχε στο ψάξιμο των σπιτιών για λάφυρα· βγαίνοντας από ένα σπίτι, ωστόσο, ανακάλυψε ότι το ήδη βαρυφορτωμένο μουλάρι του το είχαν ξαλαφρώσει κάτι αντάρτες».

    Η χαριτωμένη αυτή λεπτομέρεια είναι φυσικά ανώδυνη, σε σχέση με τις περιγραφές βιασμών μετά φόνου που περιγράφονται αλλού.

    Την εικόνα ολοκληρώνουν οι αναμνήσεις του ιερολοχίτη Σωτήρη Τσαμπηρά, για τα απροστάτευτα «χανουμάκια» που έμειναν πίσω και, μη έχοντας άλλον πόρο διαβίωσης, «ασκούσαν ένα παμπάλαιο επάγγελμα».


    Κατεστραμμένα υποστατικά Τσάμηδων και ό,τι απέμεινε από το τζαμί στο Μαργαρίτι, φωτογραφημένα την άνοιξη του 2002. Κατεστραμμένα υποστατικά Τσάμηδων και ό,τι απέμεινε από το τζαμί στο Μαργαρίτι, φωτογραφημένα την άνοιξη του 2002. | Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
    Πόσα ήταν τα θύματα; Στην έκθεσή της προς τον ΟΗΕ το 1947, η «Αντιφασιστική Επιτροπή Τσάμηδων Προσφύγων» υποστήριξε ότι 2.877 άτομα, το ένα όγδοο δηλαδή της μειονότητας, εξοντώθηκαν από τον ΕΔΕΣ εκείνες τις μέρες.

    Μια σοβαρότερη καταμέτρηση χωριό-χωριό, από τον Αλβανό ερευνητή Ιμπραήμ Χότζα, κατέγραψε περίπου 1.100 φόνους αμάχων, εκτός από τους σκοτωμένους σε μάχη πολιτοφύλακες ή τους (εκατοντάδες) πρόσφυγες που υπέκυψαν το επόμενο διάστημα από τις κακουχίες.

    Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζεται συνήθως, τα θύματα δεν περιορίστηκαν σε όσους βαρύνονταν με εγκλήματα ή συνεργασία με τον κατακτητή· οι πιο εκτεθειμένοι Τσάμηδες είχαν άλλωστε φροντίσει ν’ απομακρυνθούν έγκαιρα, υπό την προστασία της Βέρμαχτ.

    Φρικτό τέλος βρήκαν και πολλοί ειρηνικοί μουσουλμάνοι που διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με χριστιανούς κι έμειναν πίσω θεωρώντας ότι δεν κινδύνευαν (Σάρρας 2001, σ.147-8).

    Αποτέλεσμα του μακελειού, όπως ακριβώς επιδίωκαν οι ηγέτες του ΕΔΕΣ και οι Βρετανοί καθοδηγητές τους, ήταν η ομαδική φυγή της εναπομείνασας μειονότητας στην Αλβανία.

    Το 1946 θα καταγραφούν εκεί 14.530 πρόσφυγες, σε 8 διαφορετικές πόλεις (Kretsi 2002, σ.184).

    Ο Ζέρβας στην Παραμυθιά, δυο μήνες μετά τη σφαγή (5/9/1944) Ο Ζέρβας στην Παραμυθιά, δυο μήνες μετά τη σφαγή (5/9/1944) | ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ Ν. ΖΕΡΒΑ (Αθήνα 2013)
    Αποκαλυπτικό γι’ αυτή τη στόχευση είναι ένα μεταγενέστερο υπηρεσιακό «σημείωμα περί Τσάμηδων» του Κρις Γουντχάουζ (16/10/1945):

    «Ο Ζέρβας, με ενθάρρυνση της Συμμαχικής Αποστολής που τελούσε υπό τις διαταγές μου, τους έδιωξε από τα σπίτια τους το 1944 προκειμένου να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις κατά του εχθρού. [...] Οι Τσάμηδες άξιζαν ό,τι έπαθαν, οι μέθοδοι όμως του Ζέρβα ήταν κομματάκι άσχημες ή οι υφιστάμενοί του βγήκαν εκτός ελέγχου. Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν μια πληθυσμιακή μεταβολή, με την απομάκρυνση μιας ανεπιθύμητης μειονότητας από το ελληνικό έδαφος. Ισως θα ήταν καλύτερα ν’ αφεθούν τα πράγματα έτσι» (Μαντά 2004, σ.312).

    Πολύ προσεκτικός στην καταγραφή τέτοιων ζητημάτων, ο ίδιος ο Ζέρβας δεν έκρυβε πάντως την αμφιθυμία του για τον ερασιτεχνισμό των υφισταμένων του:

    «Οι ανόητοι οι δικοί μας κατέστρεψαν τας καλυτέρας οικοδομάς», σημειώνει χαρακτηριστικά στις 4/9/1944, περνώντας από το άρτι απελευθερωμένο Μαργαρίτι («Ημερολόγιο στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα», Αθήνα 2013, σ.591).

    Η τελευταία σφαγή -«αδικαιολόγητη», κατά τον Γουντχάουζ- πραγματοποιήθηκε από τον ΕΔΕΣ στις 12/3/1945 στο Φιλιάτι, με θύματα δεκάδες μουσουλμάνους που είχαν επαναπατριστεί στο μεσοδιάστημα, μετά την κατάληψη της Ηπείρου από τον ΕΛΑΣ.

    Δυο μήνες αργότερα (23/5), το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Ιωαννίνων καταδίκασε ερήμην ομαδικά 1.930 Τσάμηδες, κλείνοντας οριστικά τον δρόμο του επαναπατρισμού τους.

    Τέσσερα πόδια και ουρά

    Οσοι Τσάμηδες επέζησαν από τη σφαγή, κατέληξαν στα προσφυγικά στρατόπεδα της Αλβανίας. Οσοι Τσάμηδες επέζησαν από τη σφαγή, κατέληξαν στα προσφυγικά στρατόπεδα της Αλβανίας. | UNRRA
    Η συστηματική αυτή εθνοκάθαρση (κι όχι, φυσικά, «γενοκτονία») έθεσε τέλος στην παρουσία των Τσάμηδων στην Ελλάδα.

    Το 1947 η Χωροφυλακή μετρούσε 120 όλους κι όλους εναπομείναντες –79 γυναίκες, 34 παιδιά και μόλις 7 άνδρες (Μαργαρίτης 2005, σ.170).

    Απέμειναν κάποια ίχνη στο τοπίο της περιοχής, ένας κοινοβουλευτικός διαπληκτισμός για το ποιοι έπρεπε να ωφεληθούν από τις εγκαταλειμμένες μουσουλμανικές περιουσίες, κυρίως όμως η θεωρητική νομιμοποίηση όσων προηγήθηκαν.

    Συνήθως με επίκληση των «τουρκαλβανικών θηριωδιών», ενίοτε όμως και με πιο ευφάνταστους τρόπους –όπως στο «ιστορικό» μεταπολεμικό πόνημα ενός ταγματάρχη της χωροφυλακής, εγκεκριμένο από το Υπουργείο Εσωτερικών:

    «Αλβανοί... Η ιστορία δεν κατώρθωσε μέχρι σήμερα να ξεκαθαρίση ούτε την προέλευσί τους, ούτε την πρώτη τους εμφάνισι. Δεν είναι καν βέβαιο αν το σχήμα τους αρχικώς και η φωνή τους ήσαν ανθρώπινα. Η βιολογία δεν διαφωτίζει το ζήτημα... Δεν αποκλείεται τα πόδια τους να ήσαν κάποτε τέσσερα, το πρόσωπό τους ν’ απέληγε σε ρύγχος και η συνεννόησις μεταξύ τους να γινόταν με γρυλλισμούς! Κάποια ιδιότροπη συγκατάβασις της φύσεως ίσως τους μετεμόρφωσε. Τους εστύλωσε εις τα δυο μόνο πόδια και τους έδωκε το σημερινό σχήμα τους. Δεν τους άλλαξε όμως και τα ένστικτα. Η ψυχή τους ανήκει ακόμη στο προγονικό κτήνος» (Βασίλειος Λάγιος, «Αλβανοί κι αλβανική προπαγάνδα, 1939-1944», Αθήναι 1951, σ.19).


    Διαβάστε

    ► Γιώργος Μαργαρίτης, Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες. Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας. Τσάμηδες - Εβραίοι (εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005).

    Συνοπτική εξιστόρηση της ταραγμένης σχέσης των Τσάμηδων με το ελληνικό κράτος, του φαύλου κύκλου των βιαιοτήτων της δεκαετίας του ’40 και της τελικής λύσης του «προβλήματος» από τον ΕΔΕΣ, βασισμένη κυρίως σε ντοκουμέντα της τοπικής διοίκησης.

    ► Λάμπρος Μπαλτσιώτης, «Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες από την είσοδό τους στο ελληνικό κράτος μέχρι την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (1913-1940). Η ιστορία μιας κοινότητας από το millet στο έθνος» (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2009).

    Εξαιρετική περιγραφή της μεσοπολεμικής αντιμετώπισης των Τσάμηδων από το ελληνικό κράτος και πρωτότυπες επισημάνσεις για τον σταδιακό εξεθνισμό της μειονότητας.

    ► Ελευθερία Μαντά, Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου, 1923-2000 (εκδ. ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 2004).

    Μετριοπαθέστερη -και αναλυτικότερη- εξιστόρηση, με προέκταση μέχρι τις μέρες μας.

    ► Georgia Kretsi, «The ‘‘Secret’’ Past of the Greek-Albanian Borderlands», περ. Ethnologia Balcanica, 6 (2002), σ.171-95.

    Πρωτοπόρα σκιαγράφηση του ζητήματος, από μια πολλά υποσχόμενη αλλά πρόωρα χαμένη κοινωνική ανθρωπολόγο.

    ► Βασίλης Κραψίτης, Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας (Αθήνα 1986).

    Κλασική εθνικόφρων εξιστόρηση. Εμφαση στις βιαιοπραγίες των Τσάμηδων, εξευγενισμός και ρητή δικαιολόγηση της εθνοκάθαρσής τους.

    ► Γιάννης Σάρρας, Μνήμες της τραγικής περιόδου 1936-1945 (Αθήνα 2001, εκδ. Στ. Βασιλόπουλος).

    Απομνημονεύματα του γραμματέα του ΕΑΜ Ηγουμενίτσας, με πληροφορίες που συνήθως αποσιωπούνται από τις εθνικά ορθές αφηγήσεις για τις διακοινοτικές συγκρούσεις της περιόδου.

    ► Βασίλειος Κόντης (επιμ.), Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις. τ. ΙΙΙ (1922-1929) και IV (1930-1940) (Αθήνα 1997, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας).

    Συλλογή εγγράφων από το αρχείο του ΥΠΕΞ για τις ελληνοαλβανικές μειονοτικές τριβές του Μεσοπολέμου, ορισμένα από τα οποία αφορούν τους Τσάμηδες.

    Συνδεσμος σχολιου
    Panayote Dimitras Panayote Dimitras Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016 14:31
  • Οταν και ο Stavros Tzimas δεν τολμα να γραψει ολα τα γεγονοτα...

    http://www.kathimerini.gr/863478/article/epikairothta/politikh/ta-tirana-to-gyrisan-kai-pali-sto-tsamiko

    Συνδεσμος σχολιου
    Panayote Dimitras Panayote Dimitras Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016 14:13
  • Αθανασόπουλος Αλ. Άγγελος (Το Βήμα 5-6-2016)
    http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=805302

    «Αλβανικά καψώνια» στα σχέδια Κοτζιά
    Το υπουργείο Εξωτερικών προωθεί λύση-πακέτο, οι Αλβανοί θέτουν ζήτημα συνόρων και Τσάμηδων
    Το ταξίδι του κ. Ν. Κοτζιά στα Τίρανα προετοιμάστηκε υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας από το στενό επιτελείο του

    Θέμα Τσάμηδων αλλά και συνόρων με την Ελλάδα, τόσο χερσαίων όσο και θαλασσίων, φαίνεται ότι βάζει στο τραπέζι η κυβέρνηση Ράμα στην Αλβανία πριν από τη διήμερη επίσκεψη (6-7 Ιουνίου) του Νίκου Κοτζιά στα Τίρανα. Το ταξίδι του έλληνα υπουργού Εξωτερικών, το οποίο προετοιμάστηκε υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας από το στενό επιτελείο του, φέρεται να έχει συνδεθεί με μια «πρόταση-πακέτο» προς την αλβανική πλευρά για σειρά ζητημάτων στις διμερείς σχέσεις. Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει και τροποποιήσεις στο Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας, Καλής Γειτονίας και Ασφαλείας που υπεγράφη το 1996 στα Τίρανα, ενώ ο μείζων στόχος της Αθήνας είναι ξεκάθαρος: η απεμπλοκή της Συμφωνίας για την Οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών του 2009.

    Η ιδέα για μια λύση-πακέτο δεν είναι καινούργια. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε προτείνει αυτή την ιδέα στον αλβανό πρωθυπουργό Εντι Ράμα κατά την επίσκεψή του στα Τίρανα την άνοιξη του 2014 επί ελληνικής προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ. Η ιδέα συμπυκνωνόταν στην προσθήκη ενός προοιμίου στη Συμφωνία του 2009 που θα κάλυπτε και τις αλβανικές ανησυχίες σε άλλα διμερή θέματα. Ο κ. Ράμα υπήρξε αρνητικός και η ιδέα δεν προχώρησε.

    Εμπειροι αναλυτές των ελληνοαλβανικών σχέσεων εκτιμούν, μιλώντας στο «Βήμα» υπό ανωνυμία λόγω της ευαισθησίας του θέματος, ότι η στάση του Εντι Ράμα προέρχεται από ένα αίσθημα ανωτερότητας που έχει καλλιεργηθεί στην αλβανική πολιτική ελίτ λόγω της κρίσης που διέρχεται η Ελλάδα. Η στάση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι τα Τίρανα έχουν γίνει συνομιλητές τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών (ο κ. Ράμα επισκέφθηκε μόλις τον περασμένο Απρίλιο την Ουάσιγκτον όπου συναντήθηκε με τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Τζο Μπάιντεν) όσο και της Γερμανίας. Αυτές οι δύο παράμετροι, επιμένουν οι ίδιες πηγές, πρέπει να αναλυθούν και υπό το πρίσμα του αλβανικού εθνικισμού.

    Ο κ. Κοτζιάς έχει καλλιεργήσει μέσω κύκλων του υψηλές προσδοκίες για την επίσκεψη, στο πλαίσιο της οποίας πέραν του ομολόγου του Ντίτμιρ Μπουσάτι αναμένεται να συναντηθεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Μπουζάρ Νισάνι και τον πρόεδρο του Δημοκρατικού Κόμματος Λουιζίμ Μπάσα. Κατά ορισμένους, ο κ. Κοτζιάς έχει στο μυαλό του την ιδέα να ρίξει στο τραπέζι και το «χαρτί» της αναγνώρισης του Κοσόβου, αν και ο ανταγωνισμός Τιράνων - Πρίστινας ίσως να περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών. Ωστόσο την τελευταία εβδομάδα συνέβησαν δύο περιστατικά που εκ πρώτης όψεως συνηγορούν στο ότι οι αρχικές φιλοδοξίες ίσως να μην ευοδωθούν.

    Ο κ. Μπουσάτι σε τηλεοπτική συνέντευξή του ήγειρε θέμα Τσάμηδων, το οποίο και ευθέως συνέδεσε με την άρση του εμπολέμου από ελληνικής πλευράς. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, προφανώς για να μη ρίξει «λάδι στη φωτιά», απάντησε μέσω κύκλων ότι «τσαμικό ζήτημα δεν υφίσταται» και απέφυγε την έκδοση επίσημης ανακοίνωσης. Μόλις την περασμένη Τετάρτη όμως ο αλβανός υπουργός Εσωτερικών Σαϊμίρ Ταχίρι ενημέρωσε τη Νομική Επιτροπή της Βουλής ότι ομάδα εργασίας που συστάθηκε από τον κ. Ράμα προχωρεί στην τελική φάση του καθορισμού των ακριβών συντεταγμένων των θαλασσίων και χερσαίων συνόρων της χώρας - επομένως και με την Ελλάδα.

    Προσφυγή
    Πέραν των προαναφερθέντων, θα πρέπει να επισημανθεί άλλη μία εξέλιξη που δεν έχει δει επαρκώς το φως της δημοσιότητας. Σύμφωνα με άριστα διασταυρωμένες πληροφορίες, η αλβανική κυβέρνηση ενεθάρρυνε παρασκηνιακά τσαμική οργάνωση (πρόκειται για το Democratic Foundation Chameria II με έδρα τη Χάγη) να καταθέσει αίτημα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την αναγνώριση «γενοκτονίας» σε βάρος των Τσάμηδων. Σύμφωνα με ανάλυση που έγινε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών, το Δικαστήριο θα κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία επί του θέματος. Ωστόσο η κίνηση αυτή, η οποία φαίνεται να έχει τη στήριξη ισχυρών διεθνών νομικών γραφείων, δείχνει σαφώς τις προθέσεις που υπάρχουν.

    Το σύμφωνο φιλίας
    Η ιδέα που φαίνεται ότι διακινείται στο υπουργείο Εξωτερικών σχετίζεται με την ανανέωση ή την επικαιροποίηση του Συμφώνου Φιλίας του 1996. Το Σύμφωνο αυτό, που ξεκίνησε να ισχύει από τον Μάρτιο του 1998, δεσμεύει την Ελλάδα και την Αλβανία για 20 χρόνια, δηλαδή ως το 2018. Η ισχύς του ανανεώνεται αυτομάτως για μια νέα περίοδο πέντε ετών, εκτός αν μία από τις δύο χώρες το καταγγείλει τουλάχιστον ένα έτος προτού λήξει η αντίστοιχη περίοδος.

    Η Αθήνα προχώρησε αρχικά στην κατάρτιση ενός Προσχεδίου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στο Σύμφωνο. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες το άτυπο αυτό έγγραφο, το οποίο βρίσκεται εν γνώσει του «Βήματος», προωθήθηκε στην αλβανική πλευρά για παρατηρήσεις. Το κρίσιμο σημείο για να προχωρήσει ένα «δούναι και λαβείν» μεταξύ των δύο χωρών είναι η ισορροπία που θα βρεθεί σε σχέση με τις βασικές τους επιδιώξεις. Η Αθήνα θέτει ως βασική προτεραιότητα την απεμπλοκή της Συμφωνίας για τις Θαλάσσιες Ζώνες. Από την πλευρά τους, τα Τίρανα έχουν αναγάγει σε μείζον θέμα την επίσημη άρση του εμπολέμου, καθώς από αυτήν απορρέουν μια σειρά άλλα ζητήματα, όπως π.χ. η διευθέτηση των υπό μεσεγγύηση περιουσιών.

    Είναι χαρακτηριστικό ότι στο άρθρο 1 του Προσχεδίου του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Τα Μέρη αναλαμβάνουν να σεβαστούν πλήρως τη θαλάσσια οριοθετική γραμμή που συμφωνήθηκε στις 27 Απριλίου 2009 και υπεγράφη από τους υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδος και Αλβανίας, μέχρι και την επικύρωση της Συμφωνίας από τις δύο πλευρές. Συμφωνούν επίσης να αναλάβουν από κοινού το έργο της πλήρους οριοθέτησης των πυραμίδων κατά μήκος των κοινών χερσαίων συνόρων και να συνεχίσουν την περιοδική τους συντήρηση». Η Αθήνα εκτιμά ότι και οι δύο πλευρές θα είναι ικανοποιημένες από αυτή τη διατύπωση, αλλά όσα είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας στην Αλβανία για τις συντεταγμένες των συνόρων εγείρουν ερωτήματα.

    Η πρόταση
    Η ελληνική πλευρά έχει υποβάλει «πρόταση-πακέτο» για σειρά ζητημάτων στις διμερείς σχέσεις. Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει και τροποποιήσεις στο Σύμφωνο Φιλίας, Συνεργασίας, Καλής Γειτονίας και Ασφαλείας που υπεγράφη το 1996 στα Τίρανα, ενώ ο μείζων στόχος της Αθήνας είναι ξεκάθαρος: η απεμπλοκή της Συμφωνίας για την Οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών του 2009.



    Ο καθορισμός του τριεθνούς και η στάση της Ιταλίας
    Οι θαλάσσιες ζώνες, το εμπόλεμο και οι μεσεγγυήσεις
    Η υπόθεση των θαλασσίων ζωνών μοιάζει να έχει τελματώσει. Οι Αλβανοί ζητούν αλλαγές - ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην επήρεια των Διαποντίων Νήσων - ενώ έχουν διερευνήσει την πιθανότητα προσφυγής σε διεθνή δικαστήρια ή σε διαιτησία. Κατά ορισμένους, μια πιθανή οδός απεμπλοκής θα ήταν η εισαγωγή της Ιταλίας στο παιχνίδι για τον καθορισμό του τριεθνούς (το σημείο όπου ενώνονται οι θαλάσσιες ζώνες των τριών χωρών).

    Καθώς όμως η Ρώμη έχει παγώσει και την υπογραφή της διμερούς συμφωνίας με την Ελλάδα για τις θαλάσσιες ζώνες, οι ελπίδες για μια τέτοια εξέλιξη φαντάζουν μικρές.

    Η αλβανική πλευρά τηρεί επίσης σκληρή στάση στο ζήτημα του εμπολέμου. Εχει ξεκαθαρίσει ότι δεν την καλύπτει η κυβερνητική απόφαση του 1987 και θέλει επίσημη άρση - με νόμο. Ουσιαστικά τα Τίρανα ζητούν από την Αθήνα να δεσμευθεί ότι θα προχωρήσουν οι απαραίτητες διαδικασίες για να αρθούν και οι συνέπειες του εμπολέμου.

    Μείζον ζήτημα στο σημείο αυτό είναι η ρύθμιση των περιουσιών αλβανών πολιτών που ετέθησαν υπό μεσεγγύηση με την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και θα έπρεπε μετά το τέλος του να επιστραφούν.

    Τον Ιούνιο του 1999, σε απάντηση ρηματικής διακοίνωσης των Αλβανών, το υπουργείο Εξωτερικών απάντησε με δική του ότι η κυβερνητική απόφαση για την άρση του εμπολέμου δεν αίρει παράλληλα την ισχύ των νόμων για τις περιουσίες υπό μεσεγγύηση και τις περιουσίες των Τσάμηδων.

    Σε αυτή τη ρηματική διακοίνωση στηρίζουν τη σχετική επιχειρηματολογία τους οι Αλβανοί ως σήμερα.

    Συνδεσμος σχολιου
    Panayote Dimitras Panayote Dimitras Κυριακή, 05 Ιουνίου 2016 11:25
  • Η προσφυγή των Χειμαρριωτών απορρίφθηκε από το ΕΔΔΑ λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων αφού στα αλβανικά δικαστήρια οι προσφεύγοντες δεν επικαλέστηκαν παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης που επικαλέστηκαν στο ΕΔΔΑ

    Complaint about criminal proceedings against members
    of Greek-speaking minority in Albania (Chimara): inadmissible for failure to exhaust domestic remedies

    http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-163672

    Συνδεσμος σχολιου
    Panayote Dimitras Panayote Dimitras Πέμπτη, 02 Ιουνίου 2016 10:16

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά