Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

«Δεν ξέρουν τι κάνουν»

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
5 Ιουλίου 2015. Μέλη και οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζουν στο Σύνταγμα τη νίκη του ΟΧΙ. 5 Ιουλίου 2015. Μέλη και οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζουν στο Σύνταγμα τη νίκη του ΟΧΙ. Φωτογραφία Αρχείου

«Δεν ξέρουν τι κάνουν». Είναι ο πιο συνηθισμένος ίσως αφορισμός του μενουμευρωπαϊκού μπλοκ για την κυβέρνηση. Η μομφή της ανικανότητας, της σύγχυσης, της ανυπαρξίας στρατηγικού σχεδιασμού. Η διαπίστωση ότι ενεργούν σπασμωδικά, «εική και ως έτυχε», ως νευρόσπαστα που αφήνονται να παρασυρθούν από τα γεγονότα με μοναδικό γνώμονα την παραμονή τους στην εξουσία.

Τα παραπάνω ενέχουν οπωσδήποτε ποσότητα αλήθειας. Λειτουργούν παρηγορητικά και αυτοβεβαιωτικά για όσους τα αναπαράγουν αλλά δεν παύουν να συλλαμβάνουν –έστω με τρόπο στρεβλό και ατελή– μια όψη του προβλήματος. Αυτό που φαίνεται να διαφεύγει από τους επικριτές είναι ότι η ανικανότητα, η απουσία σχεδιασμού, τα μειωμένα ανακλαστικά και η αναβλητικότητα που χαρακτηρίζουν την κυβέρνηση είναι σε κάποιο βαθμό επιλογή. Επιλέγουν να είναι «ανίκανοι», επιλέγουν να μην είναι παρεμβατικοί και να αφήνουν τα πράγματα να σαπίζουν πριν τελικά επιληφθούν, επιλέγουν να πηγαίνουν με το ρεύμα της ασταθούς λαϊκής αύρας. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με έναν μηχανισμό χειραγώγησης που ποντάρει στην κόπωση των πολιτών για να αναπαραχθεί. Ο λαϊκισμός είναι πολλά παραπάνω από τεχνολογία εξουσίας· έχει και μια ουσιαστική πλευρά που συχνά παραγνωρίζεται από τους αντιπάλους του.

Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις αμφισβητούν στην πράξη την αντίληψη ότι η διακυβέρνηση είναι προνόμιο κάποιων προικισμένων ελίτ, που διαβλέπουν τις ανάγκες του λαού και μεριμνούν πριν από αυτόν για αυτόν. Απορρίπτουν ένα μοντέλο εξουσίας που οι ίδιες θεωρούν στην ουσία αριστοκρατικό και πατερναλιστικό, παρά την φιλελευθεροδημοκρατική πρόσοψή του. Για τους λαϊκιστές δεν υπάρχουν επαΐοντες παιδαγωγοί που γνωρίζουν καλύτερα από το λαό το συμφέρον του. Οι λαϊκιστές δεν διαμορφώνουν τις εξελίξεις αλλά μάλλον συντονίζονται με αυτές. Δεν καθοδηγούν πρωτοβούλως το λαϊκό αίσθημα αλλά μάλλον αφήνονται να καθοδηγηθούν από αυτό. Δεν επεμβαίνουν στα γεγονότα αλλά ακολουθούν τους παλιρροϊκούς ρυθμούς τους.

Η περίπτωση του αυτοσχέδιου προσφυγικού καταυλισμού της Ειδομένης –και γενικότερα η διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος– προσφέρει την εμπειρική επαλήθευση των παραπάνω με σχεδόν ιδεοτυπική καθαρότητα. Η κυβέρνηση επί μακρόν συνέπλευσε με τις διαθέσεις της κοινής γνώμης, αφήνοντας ανοικτά τα σύνορα στις μεταναστευτικές ροές και τηρώντας αυστηρά μη κατασταλτική πολιτική. Κατάφερε, σε αυτό τουλάχιστον το σκέλος, να διαφοροποιηθεί αισθητά από την προκάτοχό της και να τιμήσει τη λαϊκή εντολή που απέρριψε τον «αυταρχισμό» των σαμαροβενιζέλων. Το προσφυγικό κυριάρχησε για ένα διάστημα στην επικαιρότητα και οι πρόσφυγες έγιναν μόδα και lifestyle, πράγμα που αποτυπώθηκε στο περιβόητο εξώφυλλο του DownTown με τους σωσιβιοφορούντες σελέμπριτις. Η χώρα έζησε μια σύντομη παράκρουση ακτιβισμού και κινηματικής αλληλεγγύης. Βίωσε παράφορα συναισθήματα αλτρουισμού και φιλαλληλίας. Η σκοτεινή όψη αυτής της συλλογικής έκστασης ήταν η χιτλεροποίηση όσων τόλμησαν να εκφράσουν σκεπτικισμό και να αρθρώσουν μια διαφορετική φωνή. Όπως ήταν φυσικό κάποια στιγμή αυτή η ένταση κόπασε. Η κοινή γνώμη κουράστηκε και άλλες εξελίξεις περιέσπασαν την προσοχή της. Τότε ήρθε η στιγμή για την εντολή εκκένωσης από την αστυνομία του καταυλισμού της Ειδομένης, η οποία και πραγματοποιήθηκε χωρίς ιδιαίτερα παρατράγουδα. Μπορεί η σιδηροδρομική γραμμή να έμεινε επί δίμηνο κλειστή και να διαταράχθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές της χώρας με το εξωτερικό, όμως εντέλει ο λαός αυτό φάνηκε να επιθυμεί. Η επιχείρηση εκκένωσης περατώθηκε χωρίς προβλήματα, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα συνέβαινε το ίδιο εάν είχε γίνει νωρίτερα· η κυβέρνηση φαίνεται να επέλεξε το «σωστό» timing.

Παραδείγματα λαϊκιστικής διακυβέρνησης, που άγεται και φέρεται από τις διαθέσεις του πλήθους, μπορεί να βρει κανείς αρκετά στην πρόσφατη νεοελληνική ιστορία. Ένα από αυτά είναι η σύντομη περίοδος μεσουρανήματος της Ενώσεως Κέντρου το 1963-1964, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του Κυπριακού ζητήματος. Αντίθετα με τις συντηρητικές κυβερνήσεις της προηγούμενης δεκαετίας, η κυβέρνηση Παπανδρέου ενθαρρύνει και συνδαυλίζει τις λαϊκές εκδηλώσεις και κινητοποιήσεις για την Κύπρο, ιδίως της νεολαίας που τότε εισέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο ως αυτόνομος πολιτικός δρων. Η δυναμική που θα δημιουργηθεί θα παρασύρει και την ίδια σε αποφάσεις που θα αποδειχθούν εθνικώς ανωφελείς. Η μαξιμαλιστική ρητορεία, που αποθεώνει την ιδέα και το συναίσθημα εις βάρος του πολιτικού ρεαλισμού, αυτοπυρακτώνεται και εγκλωβίζει επιτελεστικά τους φορείς της σε αυτοκαταστροφικές τροχιές. Η aurapopularisκαι ο φόβος της «προδοσίας» συνέβαλαν τα μέγιστα στην τελική απόρριψη των διαμεσολαβητικών προσπαθειών των Αμερικανών προς επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, το οποίο κληροδοτήθηκε στην δικτατορική κυβέρνηση με τη γνωστή τραγική κατάληξη.

Τι είχε όμως τελικά σημασία; Όπως αυτάρεσκα δήλωσε τον Απρίλιο του 1964 ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, με την ανάδειξη της κυβέρνησής του «πλήρης ψυχική επικοινωνία» αποκαταστάθηκε μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου. Όπου «Κύπρος» θα μπορούσε με ασφάλεια να τεθεί «Λαός». Ο ίδιος «λαός» που επί χρόνια υιοθετούσε τις πιο ακραίες εθνικιστικές και μισαλλόδοξες θέσεις που απέκλειαν κάθε πιθανότητα έντιμου συμβιβασμού. Που επέλεξε το ολοκαύτωμα από την προσπάθεια συνεννόησης και συνδιαλλαγής. Η κυβέρνηση δεν τόλμησε να εναντιωθεί στην κυρίαρχη βούλησή του. Δεν τόλμησε ή δεν θέλησε· στο τέλος της μέρας δεν έχει καμιά διαφορά. Στην πολιτική βιοσοφία του λαϊκισμού, εάν ο λαός επιθυμεί εντέλει να αυτοκαταστραφεί, η επιθυμία του θα γίνει σεβαστή· ο λαός δεν είναι μικρό παιδί αιωνίως επιτροπευόμενο, όπως φρονούν οι αντιδραστικοί παραδοσιοκράτες. Η πατερναλιστική αποτροπή της αυτοκτονίας του Λαού μπορεί να δικαιολογηθεί από τους κυβερνώντες μόνο με επίκληση των συμφερόντων του Έθνους, μιας οντότητας ανώτερης τάξης και διακριτής από το Λαό, στην οποία εκτός από τους ζώντες περιλαμβάνονται οι κεκοιμημένοι και οι αγέννητοι. Όμως το Έθνος, ως αυταρχικό ιδεολόγημα της αντίδρασης, έχει πλέον εξοβελιστεί από το πολιτικό λεξιλόγιο και στο βαθμό που επιβιώνει αποτελεί απλό συνώνυμο του Λαού. Δεν υπάρχει κάποια ανώτερη βούληση από αυτήν του τελευταίου, που θα του επιβάλει δια της βίας την «ορθή» απόφαση να μην αυτοχειριαστεί. Στην πράξη, επειδή οι βουλές του Λαού είναι αντιφατικές και δυσεξιχνίαστες, η λαϊκιστική κυβέρνηση (που παίρνει την τελική απόφαση) οφείλει τουλάχιστον να του δώσει χώρο έκφρασης και ψυχικής εκτόνωσης: αυτό συνέβη με το τελετουργικό, άνευ «πραγματικού» αντικειμένου, δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, όπου ο λαός ταυτίστηκε με τον εαυτό του αυτάρεσκα, σχεδόν αυτοερωτικά.

Γιάννης Μαύρος

Γιάννης Μαύρος. Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας της Ιστορίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά