Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

21η Απριλίου 1967

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Σημαία με τον φοίνικα και συνθήματα του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Σημαία με τον φοίνικα και συνθήματα του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Αρχείο The Books' Journal

Εάν μακροπρόθεσμα η χούντα έφερε τη λαίλαπα της «Αλλαγής», σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο επίπεδο μάλλον ευεργέτησε τη Δεξιά. Οι πραγματικότητες και οι μύθοι πίσω από ένα μείζον επεισόδιο της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας.

Η κυρίαρχη πρόσληψη της 21ης Απριλίου στον κεντροδεξιό χώρο, συγκεκριμένα ως προς τις επιπτώσεις της επτάχρονης στρατιωτικής διακυβέρνησης στον μεταδικτατορικό πολιτικό και ιδεολογικό στίβο, εμφανίζεται σε γενικές γραμμές ως εξής. Η χούντα ήταν καταστροφική διότι με τον υπερδεξιό ριζοσπαστισμό και τις μοραλιστικές της ακρότητες προκάλεσε τη μετακίνηση του εκκρεμούς στην αντίθετη πλευρά του φάσματος, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην εμπέδωση της αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας μετά το 1974. Οι συνταγματάρχες, δρώντας ως εντολοδόχοι και αυτόκλητοι σωτήρες της εθνικοφροσύνης, πέτυχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το σκοπό τους, καταστρέφοντας αυτό που υποτίθεται ότι θα διαφύλασσαν. Απαξίωσαν συνολικά την εθνικοφροσύνη ως εθνικού βεληνεκούς αφήγημα, που αντικαταστάθηκε από το εαμογενές εθνικολαϊκό αφήγημα της μεταπολίτευσης.[1]

Στην ίδια συνάφεια οι ρίζες του πασοκικού παροχολογικού λαϊκισμού της δεκαετίας του 1980, που συνοδεύτηκε από ανοδική κοινωνική κινητικότητα μικρομεσαίων στρωμάτων, ανιχνεύονται στην περίοδο της επταετίας. Η μικροαστική ή αγροτική προέλευση και κοινωνικές αναφορές των μεσόβαθμων αξιωματικών που στελέχωσαν τις κυβερνήσεις του πραξικοπήματος σηματοδοτούν, ως ένα βαθμό, μια ρήξη με το μεγαλοαστικό κατεστημένο της προαπριλιανής περιόδου, που ζηλότυπα απέκλειε τις διόδους των δυσαρεστημένων σωματοφυλάκων του προς τους εξώστες της εξουσίας την οποία εκείνοι προστάτευαν δια των όπλων. Παρόμοιο σχήμα ανατροπής μιας καθαγιασμένης από το χρόνο κοινωνικής τάξης πραγμάτων –πάντα κατά την κρατούσα κεντροδεξιά ορθοδοξία– εντοπίζεται στην περίπτωση του πρώιμου ΠΑΣΟΚ, με την συνηγορία του υπέρ των «μη προνομιούχων» και την εκφορά ενός λαϊκιστικού λόγου κολακείας προς στοχευμένες κοινωνικές ομάδες (π.χ. το παπανδρεϊκό σύνθημα «περήφανα νιάτα, τιμημένα γερατειά» και η παπαδοπουλική απεύθυνση στους αγρότες «Είσθε το καθαρό μυαλό και η ψυχή του έθνους!»). Αυτός ο λόγος περί λαϊκιστικής διαδοχής και συνέχειας των δύο καθεστώτων ευτύχησε να βρει ένα πρώτης τάξεως ζωντανό παράδειγμα στο πρόσωπο του πρώην βουλευτή της Χρυσής Αυγής (σχηματισμού που εν μέρει διεκδικεί την ιδεολογικοπολιτική κληρονομιά της 21ης Απριλίου) Στάθη Μπούκουρα που απολογούμενος τον Ιανουάριο του 2014 αποκάλυψε τις πασοκικές πολιτικές ρίζες του, δίνοντας λαβή στις γνώριμες δημοσιολογικές κοινοτοπίες περί της «κοινοτοπίας του κακού».

Η 21ηΑπριλίου ήταν λοιπόν, κατά την μεταπολιτευτική κεντροδεξιά αφήγηση, επιζήμια και ναρκοθετική στο βαθμό που παρήγαγε μια υπεραντίδραση της κοινής γνώμης προς όφελος της αριστεράς, η οποία επιτηδείως οικοδόμησε την μεταδικτατορική ηγεμονία της εξαργυρώνοντας πραγματικούς και φανταστικούς τίτλους αντίστασης στο τυραννικό καθεστώς. Καταπιέζοντας με την ισχύ των όπλων τις πάσης φύσεως προσδοκίες ευρέων κοινωνικών στρωμάτων, προκάλεσε με την κατάρρευσή της μια ελευθεριακή έκρηξη, την γιγάντωση και θεσμοποίηση μιας κινηματικής κουλτούρας αντιστασιασμού και διεκδικητισμού με σοβαρές διαλυτικές επιπτώσεις στην παραγωγική δομή και τα δημόσια οικονομικά.

Η εικόνα αυτή αναμφίβολα ανταποκρίνεται κατά μεγάλο μέρος στην πραγματικότητα. Βασίζεται όμως στην –λιγότερο ή περισσότερο υπόρρητη– αισιόδοξη προϋπόθεση ότι η 21η Απριλίου ήταν εξ ολοκλήρου ένα ιστορικό ατύχημα, μια ανορθογραφία που θα μπορούσε με λίγη καλή θέληση και συνεννόηση του τότε πολιτικού κόσμου να είχε αποφευχθεί. Η δομική διάσταση στην οποία επιμένει η νεομαρξιστική βιβλιογραφία –η δικτατορία ως αναγκαίος όρος στη διαδικασία κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και αναβαθμός στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων[2]–παραγνωρίζεται ή υποβαθμίζεται και το πραξικόπημα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ατομικό καπρίτσιο μιας δράκας γραφικών και φίλαρχων αξιωματικών με περιορισμένες παραστάσεις που αγωνιούσαν για την κατοχύρωση και προαγωγή στενών συντεχνιακών συμφερόντων τους. Η βολονταριστική αυτή οπτική αναπαράγει κατά κάποιο τρόπο, με την ασφάλεια που προσφέρει η απόσταση, την κακή εκτίμηση και αφέλεια της ηγετικής ομάδας της Ε.Ρ.Ε. περί τον Κανελλόπουλο στις παραμονές του πραξικοπήματος, ότι το αποτέλεσμα της εκλογικής μάχης (προγραμματισμένης να διεξαχθεί στις 28 Μαΐου 1967) είναι ανοικτό και δεν αποκλείεται η επικράτηση των συντηρητικών δυνάμεων, στη βάση της υποτιθέμενης κάθετης πτώσης της δημοτικότητας του Γεωργίου Παπανδρέου. Ακόμη όμως και σε περίπτωση ήττας της συντηρητικής παράταξης και επικράτησης της Ένωσης Κέντρου –υποστηρίζει η ίδια κεντροδεξιά προσέγγιση– δεν θα ετίθετο ζήτημα ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών τομών ή μεταβολής του ατλαντικού γεωστρατηγικού προσανατολισμού της χώρας. Ακόμη και αν, όπως όλα έδειχναν, ο Ανδρέας Παπανδρέου διαδεχόταν στην ηγεσία του κόμματος, άρα και στην πρωθυπουργία, τον υπέργηρο πατέρα του, η μεγάλη εικόνα δεν θα μεταβαλλόταν αισθητά. Κρίνοντας αναδρομικά, με βάση την εμπειρία του ’81, θεωρούν πως ο Ανδρέας δεν θα διακινδύνευε την διεθνή θέση και ασφάλεια της χώρας, ούτε θα επιχειρούσε να κινηθεί προς εξωθεσμικές και εκτροπικές οδούς, επιτιθέμενος ευθέως στη μοναρχία με τη συνεργασία της αριστεράς. Οι εμπρηστικές δηλώσεις του περί όρκισης της κυβέρνησης στην πλατεία Συντάγματος από το λαό, με αγνόηση του βασιλέα, κρίνονται εκ των υστέρων ως δημαγωγικοί βερμπαλισμοί άμεσης κατανάλωσης, προεκλογικά πυροτεχνήματα συνήθη στην ελληνική εκλογική κουλτούρα, όπου σχεδόν κάθε αναμέτρηση αντιμετωπίζεται με δραματικό τρόπο από τους εμπλεκόμενους ως «οι σημαντικότερες εκλογές στην ελληνική ιστορία».

Τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Η επικράτηση της Ένωσης Κέντρου διαγραφόταν ως απολύτως βέβαιη και μάλιστα με συντριπτικά δημοψηφισματικά ποσοστά. Η πολιτική αστάθεια, συνεχής από τις αρχές της δεκαετίας και συνοδευόμενη από ανησυχητική οικονομική υποχώρηση, ο βαθιά διχαστικός λόγος των «ανένδοτων» και οι ανοίκειες επιθέσεις εναντίον του Στέμματος, οι πρωτοφανείς ποσοτικά και ποιοτικά απεργίες και μαζικές συγκεντρώσεις που διοργάνωνε το defacto «λαϊκό μέτωπο» του Κέντρου και της ΕΔΑ, εκδηλώσεις που θέτουν νέα μέτρα και σηματοδοτούν ένα νέο ύφος πολιτικής χειραγώγησης, oι ύποπτες διασυνδέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου με την κομμουνιστική αριστερά και η πιθανολογούμενη εμπλοκή του σε συνωμοτικές κινήσεις ελέγχου του στρατεύματος· όλα τα κομμάτια του παζλ ήταν εκεί για όποιον ήταν προδιατεθειμένος, στο δεδομένο κλίμα της εποχής, να αναγνωρίσει τους οιωνούς μιας επικείμενης καθεστωτικής μεταβολής και τους κινδύνους κοινωνικής ανατροπής. Δεν θα μάθουμε ποτέ φυσικά τι από όλα αυτά θα συνέβαινε εάν δεν μεσολαβούσε το πραξικόπημα. Σημασία έχει ωστόσο η θεώρησή τους μέσα από το ιδεολογικό αντιληπτικό πρίσμα των συντηρητικών δυνάμεων και ιδίως του σώματος των νομιμοφρόνων αξιωματικών, που θα αποτελούσαν και τα πρώτα θύματα της μεταβολής, στην εξαιρετικά πιθανή αναδιάρθρωση των Ενόπλων Δυνάμεων από το δίδυμο των νικητών Παπανδρέου.

Ακόμη και αν η προγραμματισμένη εναρκτήρια προεκλογική συγκέντρωση της Ένωσης Κέντρου στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή των Βαΐων, 23 Απριλίου 1967 –ημερομηνία που δεν προέκυψε κατά τύχη αλλά επιλέχθηκε με σκοπό να αξιοποιηθεί πολιτικά το θρησκευτικό σημαίνον και ο συνειρμός του αντιβασιλικού μάρτυρα Παπανδρέου με τον Χριστό των Παθών– δεν απέληγε στο λουτρό αίματος και αναρχίας που «προέβλεψαν» εκ των υστέρων οι συνταγματάρχες για να δικαιολογήσουν την πράξη τους, ήταν εμπεδωμένος σε μεγάλα τμήματα της δεξιάς εκλογικής βάσης ο φόβος ότι ξεκινούσε μια περιπέτεια που θα είχε ως τελική κατάληξη την εγκαθίδρυση ενός αριστερού καθεστώτος κάποιας μορφής. Για αυτές τις αστικές μερίδες και την στρατιωτική τους αιχμή δεν υπήρχε η πολυτέλεια διακινδύνευσης μιας τέτοιας έκβασης, προς χάριν αφηρημένων συνταγματικών αρχών. Είναι χαρακτηριστικές οι φήμες που κυκλοφορούσαν στη νοσηρή εκείνη ατμόσφαιρα: διαδιδόταν ότι οι οπαδοί του Παπανδρέου είχαν ετοιμάσει στον ηγέτη τους μεσσιανική υποδοχή, ανεβάζοντάς τον σε λευκό γαϊδουράκι που θα βάδιζε σε δρόμο στολισμένο με βάγια· μέσα στο πλήθος κομμουνιστές μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς θα τον δολοφονούσαν, ακραία πράξη προβοκάτσιας που θα αποδιδόταν σε πράκτορες της αντίδρασης. Η λαϊκή οργή θα ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί και η θυσία του άμωμου Αμνού θα έθετε σε κίνηση το μηχανισμό της (επ)ανάστασης.

Η Δεξιά αυτοκατανοήθηκε μεταπολιτευτικά ως το κατεξοχήν πολιτικό θύμα –όχι δηλαδή σε επίπεδο ατομικών διώξεων– της δικτατορίας, η οποία καπηλεύτηκε τον πατριωτικό λόγο της εθνικοφροσύνης και τον «έκαψε» σημαδεύοντάς τον ανεξίτηλα με την κατάργηση των δημοκρατικών ελευθεριών. Μετά την πλημμυρίδα ακολούθησε η άμπωτη και η απαξίωση του συντηρητικού αφηγήματος άφησε το πεδίο στην ιδεολογική μονοκρατορία της Αριστεράς. Ο λόγος της αυτοθυματοποίησης είναι ωστόσο η μισή αλήθεια. Εάν μακροπρόθεσμα η χούντα έφερε τη λαίλαπα της «Αλλαγής», σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο επίπεδο μάλλον ευεργέτησε τη Δεξιά. Απέτρεψε καταρχάς την εγγραφή μιας ταπεινωτικής ήττας στο εκλογικό της μητρώο· η μάχη δεν δόθηκε ποτέ, επομένως τυπικά δεν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι. Δεξιές αντιστασιακές δάφνες κερδήθηκαν ήδη από τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, με τη σύλληψη του πρωθυπουργού και άλλων σημαινόντων στελεχών της Ε.Ρ.Ε. Τον Ιούλιο του 1974 η ίδια η χούντα παρέδωσε οικειοθελώς την εξουσία στον Καραμανλή, ο οποίος ορκίστηκε ενώπιον του χουντικού Γκιζίκη, ωστόσο αυτή η νομότυπη διαδοχή ιδεολογικοποιήθηκε και καταγράφηκε ως οιονεί επαναστατική ρήξη. Η μεταπολεμική Δεξιά, εξιλεωμένη από τον επτάχρονο αποκλεισμό της από την εξουσία, είχε την ευκαιρία να αναβαπτισθεί ιδεολογικά και να αποκηρύξει ακραία στοιχεία της, εξαλείφοντας σε ένα βαθμό το προπατορικό αμάρτημα του Δεκέμβρη του ’44, όταν αναγκάστηκε να συμμαχήσει με το διάβολο για να αποκρούσει την κομμουνιστική απειλή.[3] Κάλυψε έτσι, μερικώς έστω, ένα κενό νομιμοποίησης που την ταλαιπώρησε για σχεδόν δύο δεκαετίες. Έχοντας δουλέψει απρόσκοπτα για τη μεταμόρφωσή της στον πολιτικά κενό χρόνο της επταετίας, η Δεξιά αναδύθηκε με τη μορφή του κεντροδεξιού νεοκαραμανλισμού, ενός πλειοψηφικού (τότε) ρεύματος που διατηρεί ακόμη και σήμερα, 42 χρόνια μετά την εμφάνισή του, διακριτό πολιτικό εκτόπισμα και επιρροή. Ο ίδιος ο Καραμανλής, από διχαστικό σύμβολο των άγριων αγώνων του ’60, έγινε μια εθναρχική υπερπολιτική μορφή που ίδρυσε και αρχήγευσε ενός κόμματος στο προφίλ της σεβάσμιας ευρωπαϊκής χριστιανοδημοκρατίας.

Εάν ο Καραμανλής ήταν η ισχυρή βούληση του μεταπολιτευτικού εγχειρήματος, που ενέπνεε δέος στους αντιπάλους και αίσθηση ασφάλειας στους οπαδούς, η ηθική αυθεντία πίσω από την αναβάπτιση της συντηρητικής παράταξης ανήκει δικαιωματικά στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Μέλος (μαζί με τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και τον Κωνσταντίνο Τσάτσο) της τρισυπόστατης διάνοιας από την οποία εκπορεύτηκε μεταπολεμικά η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, ο αντιδικτατορικός Κανελλόπουλος συνέβαλε όσο κανείς άλλος σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ηθικό πλεονέκτημα της Δεξιάς». Η ειρωνεία του Στυλιανού Παττακού, ότι η «Επανάστασις» έδωσε την ευκαιρία στον ιδιωτεύοντα κ. Κανελλόπουλο να αριστεύσει διανοητικώς, συγγράφοντας τη μνημειώδη Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, συνοψίζει με παροιμιακό τρόπο την περίπλοκη διαλεκτική μεταξύ των αξιωματικών του Απριλίου και μιας πολιτικοπνευματικής ελίτ που δεν λέρωσε τα χέρια της στην αντικομμουνιστική μάχη (όπως αυτή κατανοήθηκε, ορθά ή λανθασμένα, στη συγκυρία του 1967) αλλά έδρεψε τους καρπούς της ύστερα από επτά χρόνια αναχωρητισμού, από θέση ηθικής υπεροχής. Το 1974 η Δεξιά μπορούσε να ισχυριστεί ότι χτυπήθηκε πισώπλατα και προδοτικά από τους μηχανισμούς ασφαλείας του κράτους, ενόσω μάλιστα η ίδια ήταν κυβέρνηση. Οι πρώτες ελεύθερες εκλογές ανέδειξαν τη Νέα Δημοκρατία κυβέρνηση με ποσοστό 55%· ήταν μια καθ’ όλα θριαμβευτική αναγέννηση, αντικειμενικά λίαν αμφίβολη με τα δεδομένα του Απριλίου του ’67. Ένα ποτήρι μπορεί να το δει κανείς με δυο τρόπους ταυτόχρονα: και μισοάδειο και μισογεμάτο.

 


[1] Στάθης Καλύβας, «Ένα έθνος, τέσσερις ιστορικές αφηγήσεις», Η Καθημερινή, 11-05-2014.

[2] Βλ. μεταξύ άλλων Φίλιππος Νικολόπουλος, Πολιτική ανάπτυξη και κοινωνικές δομές στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-1974, τόμ. Α’, Παπαζήσης, Αθήνα 2003, σελ. 233.

[3] Νικόλαος Γ. Πειρουνάκης, «Η άνοδος και η πτώση της ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς», Το Βήμα, 26-9-2015.

Γιάννης Μαύρος

Γιάννης Μαύρος. Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας της Ιστορίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Μια συκοφαντία Γιώργο, τι πας να κάνεις;

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά