Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Ξέρει τι θέλει ο Αλέξης Τσίπρας;

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
O Αλέξης Τσίπρας το περασμένο καλοκαίρι, όταν ανακοίνωσε την επιβολή capital controls. O Αλέξης Τσίπρας το περασμένο καλοκαίρι, όταν ανακοίνωσε την επιβολή capital controls. Φωτογραφία Αρχείου

Όλα τα σενάρια για το «τι θέλει πραγματικά ο Τσίπρας» πάσχουν, κατά τη γνώμη μου, στο βαθμό που βασίζονται σε δύο σιωπηρές παραδοχές: 1) ότι ο Τσίπρας θέλει κάτι συγκεκριμένο για το μέλλον και, 2) ότι ξέρει αυτό το οποίο θέλει.

Το πρόβλημα και στις δύο παραπάνω υποθέσεις είναι στον ορισμό της λέξης «θέλω». Και οι δύο εννοούν τη λέξη με τον τρόπο που αυτή υπάρχει στις διδακτικές ιστορίες τις οποίες ακούγαμε μικροί και στο (συχνά διδακτικό) Χόλλυγουντ: θέλω, σημαίνει: έχω έναν πολύ συγκεκριμένο απώτατο στόχο να πετύχω, για τον οποίο εργάζομαι με σχέδιο, θέληση, επιμονή και ικανότητα. Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό, ας πούμε, ο Λεωνίδας Καβάκος ήθελε μικρός να γίνει μεγάλος βιολιστής – και έγινε· ο Γκάντι ήθελε να πετύχει την ανεξαρτησία της Ινδίας, και την πέτυχε· ή, σε κάτι πιο πεζό, κάποιος θέλει να αδυνατίσει, κάνει δίαιτα και τα καταφέρνει. Με αυτή την έννοια, μάλιστα, οι δυο υποθέσεις της αρχικής παραγράφου γίνονται όψεις μιας και μοναδικής, αφού αν θέλεις με αυτό τον τρόπο, το να ξέρεις τι θέλεις (2) είναι άμεση συνέπεια του να θέλεις (1). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η γνώση δεν σε αφήνει να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, όπως δεν τον κορόιδεψε, για παράδειγμα, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης. Ο Λαφαζάνης ήθελε από μικρός τον «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας» (έτσι το λένε στην ντοπιολαλιά του διανοητικού τόπου όπου ζει), την προσπάθησε μια ζωή, την πλησίασε (νόμιζε) με την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, την είδε να ξεφεύγει, και παραιτήθηκε. Ήταν και είναι συνεπής στο «θέλω» του. Το «θέλω» του είναι αυτού του καθαρού τύπου, και δεν άλλαξε.

Όμως υπάρχει και μία άλλη έννοια του «θέλω», που πιστεύω ότι είναι κοντύτερα στην περίπτωση Τσίπρα. Είναι αυτή που ταυτίζεται με κάτι πιο πρωτόγονο, που είναι ουσιαστικά η εκδήλωση ενός ενστίκτου, μια εσωτερική δύναμη, που σπρώχνει τον άνθρωπο ο οποίος τη νιώθει προς μια γενική κατεύθυνση—αλλά όχι προς έναν συγκεκριμένο τελικό, απώτερο στόχο. Έτσι είναι, για παράδειγμα, το «θέλω» ενός ανθρώπου που έχει πρόβλημα με το φαγητό. Το σκέφτεται συνέχεια. Τρώει όσο και όπου βρει. Αυτός μπορεί να έχει κατά στιγμές σχέδιο («πάω στο ψυγείο», «πάω στο εστιατόριο», «πάω να βρω μια ακόμη σοκολάτα»), αλλά δεν ταυτίζεται με έναν γενικότερο στόχο. Μπορεί να υπάρχει στόχος λεπτού, ώρας, ημέρας ή μήνα («πάμε διακοπές εκεί όπου έχει ωραία εστιατόρια»), αλλά δεν μπορεί να γίνει στόχος ζωής. Τι θα ήταν ένα τέτοιος στόχος; «Θέλω να φάω τόσο ώστε...» Ώστε τι; Οποιαδήποτε συμπλήρωση των αποσιωπητικών θα ήταν αστεία, ή μάλλον θλιβερή.

Αυτού του τύπου το «θέλω» είναι νομίζω κοντύτερα στου Τσίπρα, και κατά τούτο πιάνει κάτι ο χαρακτηρισμός «βουλιμικοί της εξουσίας», που χρησιμοποιούν μερικοί για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ο Τσίπρας δεν είναι αυτό ακριβώς. Το «θέλω» του είναι σίγουρα βουλιμικού τύπου (δηλαδή παμφάγο και ακόρεστο), αλλά δεν είναι σκέτος εξουσιομανής. Πιστεύω ότι τον έχουμε δει πια αρκετά για να φανεί ότι κάτω από τη δημόσια όψη του ψευτόμαγκα βρίσκεται ο ανασφαλής άνθρωπος, ο άνθρωπος που πασχίζει πάση θυσία «να είναι κάποιος», μέσω μιας συγκεκριμένης διαδικασίας. Τη διαδικασία αυτή την έχει επιλέξει παιδιόθεν: να έχει εξουσία, αλλά εξουσία ειδικού τύπου, την εξουσία του διαφωνούντος. Ώς τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, η επιθυμία του είχε βρει ιδανική θέση: ήταν και παραήταν κάποιος, στα μάτια του (και όχι μόνο) γιατί είχε ακριβώς την εξουσία που ήθελε, την εξουσία του διαφωνούντος, που ολοένα γινόταν μεγαλύτερη στα χρόνια της κρίσης, μια και η διαφωνία του είχε τεράστια αποτελέσματα – έριχνε κυβερνήσεις. Και βέβαια ήθελε κι άλλη, κι άλλη εξουσία, μιας και το θέλω του ήταν βουλιμικού τύπου.

Φτάνοντας όμως να πάρει την εξουσία, παγιδεύτηκε. Πάλι, τους πρώτους μήνες της εξουσίας, έκανε το διαφορετικό, το αλλιώτικο: Πούτιν, Ιράν, Βαρουφάκηδες, απειλές στην Ευρώπη, ζοριλίκια στη διαπραγμάτευση. Το αποκορύφωμα ήταν το στήσιμο του δημοψηφίσματος-μαϊμού, μιας βαθιά αντιδημοκρατικής ενέργειας, που ήθελε απύθμενο θράσος να τη βάλεις σε πράξη και τεράστιες δόσεις αμοραλισμού και έλλειψης ντροπής να γράψεις στα παλιά σου τα παπούτσια το αποτέλεσμα. Τα διαθέτει και τα δύο, γιατί είναι και τα δύο αποτελέσματα, παρενέργειες, δηλαδή μορφές τυφλότητος απέναντι στο πρέπον και το σωστό σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, που τις δημιουργεί η ίδια δύναμη η οποία οδηγεί το βουλιμικό του «θέλω»: η δύναμη της ανασφάλειας. Ένα τέτοιο «θέλω», όμως, με τέτοια κίνητρα, ούτε έχει απώτερο στόχο ούτε μπορεί να επιβιώσει σε περιβάλλον παρατεταμένης κανονικότητας. Μετά το δημοψήφισμα, ο Τσίπρας λοιπόν συνεχίζει, όσο μπορεί, τα ίδια. Ψευτο-ζοριλίκια στη διαπραγμάτευση, δήθεν δυσκολίες, ταξιδάκια στον Ολάντ να τον προειδοποιήσει, τάχα, «μη με πιέζετε γιατί θα παραιτηθώ» (και χάσει η Βενετιά βελόνι) κι άλλα τέτοια. Βέβαια, προσπαθεί καμιά φορά να πάρει δόσεις επιβεβαίωσης και από στόχους πιο καθωσπρέπει, στόχους συμφωνίας και όχι διαφωνίας, Ομπάμα, πάπες, κ.λπ. Αλλά γι αυτόν η διαφωνία είναι πάντα σημαντικότερη. Αυτή είναι το μεράκι του, τα άλλα είναι υποκατάστατα.

Στο βαθμό που αυτή η ανάλυση ισχύει –πιστεύω ότι είναι πιθανό να πιάνει κάτι από την αλήθεια–κάθε πρόβλεψη που μας λέει ότι «ο Τσίπρας θέλει το χ, και άρα θα κάνει το ψ για να το πετύχει» είναι άστοχη. Δεν ξέρουμε τι θέλει γιατί δεν ξέρει ο ίδιος τι θέλει, ή μάλλον αυτό που θέλει είναι τόσο ασαφές, τόσο άμορφο, που συχνότατα δεν μπορεί να το συγκεκριμενοποιεί ως σχέδιο για το μέλλον, και κυρίως ως σχέδιο επ’ ωφελεία του. Η ίδια η έννοια αυτής της ωφέλειας χάνεται σιγά σιγά. Θέλει συνεχώς πράγματα για το άμεσο μέλλον, πράγματα που αλλάζουν, πράγματα που αν υλοποιηθούν μπορεί να τον καταστρέψουν – αλλά δεν ξέρει πραγματικά τι θέλει, ποιος είναι δηλαδή ο συγκροτημένος, θετικός, απώτατος στόχος. Και χωρίς αυτή τη γνώση, που είναι ασυμβίβαστη με τη μορφή της επιθυμίας του, κινείται σε ένα συνεχές αδιέξοδο, όπου τον σπρώχνει ο χαρακτήρας του.

Η τραγωδία είναι ότι σε αυτό ακριβώς το αδιέξοδο έχει παρασύρει και τη χώρα. Αλλά η χώρα δεν είναι ο Τσίπρας. Μπορούμε και πρέπει να αναζητήσουμε διεξόδους.

Απόστολος Δοξιάδης

Συγγραφέας, σκηνοθέτης, μαθηματικός. Βιβλία του: Βίος παράλληλος (1985), Μακαβέττας (1988), Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ (1992) που μεταφρασμένο από τον ίδιο στα αγγλικά έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλλερ, Τα τρία ανθρωπάκια (1997) και το graphic-novel Logicomix, με τη συνεργασία του Χρίστου Παπαδημητρίου, σχέδιο του Αλέκου Παπαδάτου και χρώμα από την Αννί Ντι Ντοννά (2008). Μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά το νέο του μυθιστόρημα Three little pigs.

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Είτε έτσι είτε αλλιώς... Ο Τσίπρας είναι ένα παιδί

2 σχολια

  • Κρατάω κι εγώ την τελευταία πρόταση: «Μπορούμε και πρέπει να αναζητήσουμε διεξόδους.» Μπορούμε, πρέπει, ... θέλουμε όμως; Κι αν θέλουμε τι ακριβώς; Διαφορετικά αυτού του τύπου τα «μπορούμε και πρέπει» είναι νομίζω κοντύτερα στου Τσίπρα τα «θέλω»...

    Συνδεσμος σχολιου
    Αργύρης Πυροσκάλας Αργύρης Πυροσκάλας Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016 19:18
  • Εξαιρετική κι εύστοχη η ανάλυση σας!!!
    Κρατώ την τελευταία σας φράση σαν ελπίδα εξόδου από την τραγωδία που ζούμε... Για το "μπορούμε" χρειάζεται
    ξεσηκωμός ....τι τους αφήνουμε να νέμονται την χώρα ,τη ζωή όλων μας;;;

    Συνδεσμος σχολιου
    Μαρια Καταποδη Μαρια Καταποδη Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016 12:32

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά