Σάββατο, 02 Απριλίου 2016

Η Ευρώπη, η τζιχαντιστική τρομοκρατία, η ασφάλεια...

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
"Πού 'ν' ο μπαμπάς;". Το εξώφυλλο του Charlie Hebdo μετά τα τρομοκρατικά κτυπήματα στις Βρυξέλλες. "Πού 'ν' ο μπαμπάς;". Το εξώφυλλο του Charlie Hebdo μετά τα τρομοκρατικά κτυπήματα στις Βρυξέλλες. Charlie Hebdo

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα των πρόσφατων τρομοκρατικών ενεργειών στις Βρυξέλλες, είναι ότι τα νήματα των δικτύων των τζιχαντιστών απλώνονται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και χώρες.

Τα τελευταία δύο χρόνια, ήταν σαφές και προφανές, ακόμη και στον απλό αναγνώστη των εφημερίδων, πως η Ευρώπη αντιμετώπιζε ένα ολοένα αυξανόμενο κύμα έμπρακτης και αιμοσταγούς αμφισβήτησης των βασικών και θεμελιωδών αρχών, πάνω στο οποίο οικοδόμησε το κοινό της σπίτι.

Εύλογα προκύπτει το ερώτημα: τι έκαναν γι’ αυτό οι μυστικές υπηρεσίες των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανεξάρτητα από τις καλές προθέσεις πολλών στελεχών, εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, η απάντηση στο ερώτημα αυτό μάλλον είναι αποκαρδιωτική. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε πως, δεδομένων των συνθηκών συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών ασφαλείας, μάλλον δεν θα έπρεπε να περιμένουμε περισσότερα πράγματα.

Τα τελευταία γεγονότα στις Βρυξέλλες, σηματοδότησαν ένα νέο στάδιο στο πεδίο της τρομοκρατίας. Οι τζιχαντιστές στο Βέλγιο δεν πραγματοποίησαν απλά μια από καιρό σχεδιασμένη επίθεση, αλλά αντέδρασαν και αντεπιτέθηκαν μακελεύοντας το αεροδρόμιο και το μετρό της πόλης, ως αντίποινα για τη σύλληψη ηγετικού στελέχους του πυρήνα τους.

Εκείνο που θα πρέπει να μας προβληματίσει είναι η δήλωση του προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Ολλάντ: «είμαστε σε πόλεμο». Το μείζον εν προκειμένω είναι ότι πόλεμος σημαίνει ανταλλαγή χτυπημάτων. Χτυπημάτων τα οποία καμία πλευρά δεν μπορεί να αποφύγει και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι είτε να τα αποκρούσει είτε να αντεπιτεθεί. Εξ ίσου σημαντικό είναι να αντιληφθούμε πως πόλεμος σημαίνει ανατροπή του υφιστάμενου τρόπου ζωής και, φυσικά, ανατροπή των προτεραιοτήτων. Αυτό σημαίνει πως οι πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών θα πρέπει να συνηθίζουν στην ιδέα να αποστερηθούν της βολής και της ευκολίας που έχουν στην καθημερινότητά τους και, κυρίως, θα πρέπει να αποδεχτούν την επιταγή για μια άλλη ηθική κλίμακα αξιών που να συνάδει με την εμπόλεμη κατάσταση. Είναι, άραγε και σε ποιο βαθμό έτοιμοι οι ευρωπαίοι πολίτες να συζητήσουν και να αποδεχτούν κάτι τέτοιο; Στο ερώτημα αυτό η απάντηση θα δοθεί από τους ίδιους στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Εκείνο που είναι σαφές σήμερα είναι ότι η Ευρώπη, ως ένωση κρατών, δεν είναι έτοιμη να πολεμήσει, με τη συμβατική έννοια αυτού του όρου. Προς το παρόν, οι ελίτ και η κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών περιορίζονται στη διατύπωση ότι η «τρομοκρατία δεν θα περάσει», «ο φόβος δεν θα νικήσει», «δεν θα αλλάξουμε τρόπο ζωής» κ.λπ. Αυτό συμβαίνει γιατί κανείς δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη της σύγκρουσης στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών μεταξύ διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, μεταξύ μέτοικων και γηγενών κατοίκων.

Οι επικρίσεις που διατυπώνονται από τους εχθρούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: οι εξ ευωνύμων θεωρούν πως πρόκειται για αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής πολιτικής (παλιάς και νέας), οι εκ δεξιών για αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής (παλιάς και νέας). Και οι δύο όμως κάνουν λάθος. Το φαινόμενο της σύγχρονης ισλαμικής τρομοκρατίας, που αναδύεται ως ο υπ’ αριθμόν ένας εχθρός του δυτικού πολιτισμού, έχει παλιές ρίζες που χάνονται στο βάθος των αιώνων και μάλλον είναι αποτέλεσμα των ενδο-ισλαμικών δυναμικών κατανομής ισχύος που αναπτύχθηκαν το τελευταίο τέταρτο του αιώνα στην περιοχή της Μεσοποταμίας.

Οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών απέναντι στο φαινόμενο της τρομοκρατίας έχουν συστημικό χαρακτήρα, γιατί προβάλλουν την υπεράσπιση των αξιών και των αρχών του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος είναι ο μόνος στον σύγχρονο κόσμο που επιτρέπει να τον αμφισβητούν, χωρίς να υπάρχουν επιπτώσεις σε εκείνους που το κάνουν.

Η Ευρώπη, ως ήπειρος και ως πολιτισμός, δύο φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγκάστηκε να πολεμήσει για να υπερασπιστεί τις αξίες του αιώνα του Διαφωτισμού και τις αρχές της νεωτερικότητας. Το γεγονός αυτό ήταν καθοριστικό στο να προσπαθήσουν να υιοθετήσουν και να οικοδομήσουν ένα μοντέλο συνύπαρξης το οποίο θα αποκλείει τους πολέμους στο μέλλον. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 και συνεχίστηκε με επιτυχία μέχρι τη δεκαετία του 1990 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Έκτοτε, για ένα τέταρτο του αιώνα, η Ευρώπη, με παλινωδίες, καθυστερήσεις και αμφισβητήσεις, κατάφερε, σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει κοινά αποδεκτό σύστημα κατανομής της ισχύος, να διατηρήσει ξεχωριστό ρόλο, να επηρεάσει θετικά τη λύση πολλών τοπικών συγκρούσεων και, κυρίως, να αποτελέσει ένα μοντέλο συνύπαρξης των κρατών, γοητευτικό και σαγηνευτικό για ανθρώπους που προέρχονται από άλλους πολιτισμικούς οργανισμούς.

Συνεπώς, το επίκαιρο ερώτημα: είναι η Ευρώπη σε πόλεμο; Ή άλλως: είναι έτοιμη η Ευρώπη να πολεμήσει; Δεν είναι τίποτα άλλο από μια υπαρξιακού τύπου αμφισβήτηση του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η αμφισβήτηση αυτή είναι διττή: α) ο πόλεμος εκλαμβάνεται ως μια ξένη, αλλότρια πολιτική, μακράν της ευρωπαϊκής και β) ο πόλεμος ως εσωτερική ανατροπή της κοινωνίας έχει ανυπολόγιστο μέχρι στιγμής κόστος.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν; Μάλλον όχι. Το κέντρο, ως πολιτική δύναμη και εφαρμοσμένη πολιτική, θα δεχτεί αφόρητες πιέσεις και προφανώς θα συρρικνωθεί, τόσο εξ αιτίας του καθοδικού κύκλου της οικονομίας, όσο και λόγω της ανόδου της Ακροδεξιάς με τη γνωστή ρητορική της. Εκείνο που μένει να διευκρινιστεί είναι ο βαθμός συρρίκνωσής του.

Σημαντικές αλλαγές αναμένεται να γίνουν στο πανευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας. Το επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών ασφαλείας, είναι προφανές ότι δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και της ιδιομορφίες της εποχής. Το ευκταίο είναι η δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής υπηρεσίας ασφαλείας, στα πρότυπα των υπερατλανικών υπηρεσιών, όπως το FBI. Αυτό θα γίνει αργά ή γρήγορα, σε σχέση πάντα με τις αντιδράσεις που θα συναντήσει στο δρόμο της η υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Το σίγουρο είναι ότι η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως έχει.

Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και θα πρέπει να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: θα προσαρμοστεί στις αναδυόμενες συνθήκες, υπερασπιζόμενη τις αξίες και τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται το μεταπολεμικό, ευρωπαϊκό οικοδόμημα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια των πολιτών της ή θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη;

Η απάντηση θα μας δοθεί προσεχώς. 

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά