Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Το ΕΣΥ καταρρέει την κρισιμότερη στιγμή

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Τα πρόσωπα της κατάρρευσης της δημόσιας υγείας στη χώρα: Ανδρέας Ξανθός, Παύλος Πολάκης, ο υουργός Υγείας δηλαδή και ο αναπληρωτής του. Τα πρόσωπα της κατάρρευσης της δημόσιας υγείας στη χώρα: Ανδρέας Ξανθός, Παύλος Πολάκης, ο υουργός Υγείας δηλαδή και ο αναπληρωτής του. Φωτογραφία Αρχείου

Τα τελευταία χρόνια, η φράση «κατάρρευση του ΕΣΥ» μαζί με τα «πιράνχας της υγείας» αποτελούν διάσημα κλισέ, σε βαθμό που προκαλούν αντιδράσεις παρόμοιες με εκείνες των κατοίκων στο παραμύθι με τον ψεύτη βοσκό, που όταν επιτέλους πήγε ο λύκος στο χωριό και έφαγε τις κότες όλων, κανένας δεν τον πίστευε. Κάπως έτσι συνηθίσαμε κι εμείς την αφήγηση της κατάρρευσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), με αποτέλεσμα, τώρα που όντως συμβαίνει, να τη διαπιστώνουμε μόνο ιδίοις όμμασι, όταν περνάμε τις πόρτες κάποιου νοσοκομείου.

Η κατάρρευση του ΕΣΥ είναι πλέον συνώνυμη της διάλυσης των νοσοκομείων, αφού ελάχιστες μη τριτοβάθμιες (νοσοκομειακές) δομές λειτουργούν ακόμη παρέχοντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας. Φυσικά, τα προβλήματα στην Υγεία δεν ξεκίνησαν την περίοδο της κρίσης. Η ελλιπής διαχείριση σε επίπεδο ανθρώπινων και υλικών πόρων, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και συντονισμού των υπηρεσιών υγείας, η άνιση και αναποτελεσματική κατανομή των υπηρεσιών, ο κατακερματισμός, η απουσία συστήματος παραπομπής και διαλογής (gatekeeping), οι ανισότητες στην πρόσβαση και το υψηλό κόστος της ιδιωτικής δαπάνης συνθέτουν το σκηνικό στο οποίο εισέβαλε η κρίση και έθεσε τους νέους όρους που συνοψίστηκαν σε δύο βασικές κατευθύνσεις: την αναμόρφωση/αναπροσανατολισμό του συστήματος υγείας και τη μείωση της δαπάνης για την υγεία.

Το κύριο κατόρθωμα των προηγούμενων κυβερνήσεων στα χρόνια της κρίσης ήταν η μείωση της κρατικής δαπάνης, κυρίως στον τομέα του φαρμάκου όπου έγιναν και σημαντικές προσπάθειες δημοσιονομικής πειθαρχίας, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί εξορθολογισμός. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για το φάρμακο; Ότι εξαντλήσαμε τα περιθώρια της λογιστικής και πλέον πρέπει να εφαρμόσουμε πολιτικές για μείωση της κατανάλωσης φαρμάκου. Δεν υπάρχει άλλο περιθώριο δημοσιονομικής πειθαρχίας, ήρθε η ώρα να αλλάξουν τα πράγματα στην πράξη. Φυσικά, για να μπορέσει να μειωθεί η κατανάλωση χρειάζεται σύστημα παρακολούθησης και ελέγχου, εκπαιδευμένοι και ενήμεροι ασθενείς, συνεργάσιμοι και καλά πληροφορημένοι ιατροί, πολυεπίπεδες παρεμβάσεις και αλλαγή του μοντέλου για τα χρόνια νοσήματα. Είναι δυνατό να συμβεί αυτό σε μια χώρα που κατέχει π.χ. μια από τις υψηλότερες θέσεις στη μη συνταγογραφούμενη κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ε.Ε και εμφανίζει υψηλή πολυφαρμακία; Είναι. Αλλά χρειάζεται σοβαρότητα, υπευθυνότητα και υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Η μείωση της κρατικής δαπάνης για την υγεία που προέβλεπαν τα μνημονιακά μέτρα και την οποία ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να επιτύχουμε στον βαθμό που απαιτείται, θεωρήθηκε από πολλούς ως η «ταφόπλακα» του ΕΣΥ. Η αλήθεια είναι όμως πως, η κρατική δαπάνη υγείας πριν από την κρίση ήταν από τις υψηλότερες διεθνώς, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε αντίστοιχης ποιότητας υπηρεσίες υγείας και θετικά αποτελέσματα για την υγεία του πληθυσμού. Πετούσαμε εκατομμύρια ευρώ στο καλάθι των αχρήστων, χωρίς να αναρωτηθούμε ποτέ για την αποτελεσματικότητα. Γιατί; Γιατί μπορούσαμε. Δεν ήταν μόνο τα «δανεικά» από την ΕΕ και τα ΕΣΠΑ. Μαζί με την κρατική αυξήθηκε και η ιδιωτική δαπάνη. Υπήρχαν δουλειές, χρήματα, οπότε οι ασθενείς προτιμούσαν σε αρκετά μεγάλο ποσοστό τον ιδιωτικό τομέα, αφού μπορούσαν άνετα να καλύψουν το κόστος. Πλέον με την αυξημένη ανεργία, την περικοπή των κοινωνικών επιδομάτων και τη μείωση των εισοδημάτων, ελάχιστοι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να αναζητούν υπηρεσίες υγείας στον ιδιωτικό τομέα. Ακόμη και αν έχουν δουλειά και διατηρούν την ασφαλιστική τους ικανότητα, το κόστος της συμμετοχής που καλούνται να πληρώσουν είναι δυσβάσταχτο, καθώς οι αποδοχές είναι μειωμένες και οι περισσότερες οικογένειες έχουν περισσότερα από ένα άνεργα μέλη. Έτσι, η ζήτηση για δημόσιες υπηρεσίες υγείας, αυξήθηκε και μάλιστα με παράδοξο τρόπο. Δεν είναι μόνο οι ασφαλισμένοι πολίτες που προτιμούν το ΕΣΥ, αλλά και οι ανασφάλιστοι, οι οποίοι γνωρίζουν ότι μια επίσκεψη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών οποιουδήποτε νοσοκομείου, μπορεί να τους εξασφαλίσει ιατρικές υπηρεσίες χωρίς κόστος. Έτσι, πολλοί ασθενείς που πάσχουν από χρόνιο νόσημα, συνωστίζονται στα ΤΕΠ, προκειμένου να κάνουν τακτικό ιατρικό έλεγχο επικαλούμενοι συμπτώματα που ελάχιστη έως καθόλου σχέση έχουν με αυτό που ονομάζεται «οξύ» περιστατικό, καθώς σε πολλές περιπτώσεις αυτή, είναι η μοναδική δυνατότητα πρόσβασης που έχουν στο σύστημα υγείας. Δεν είναι λίγες οι φορές ωστόσο, που ανασφάλιστοι ασθενείς με οξύ πρόβλημα, αρνούνται να κάνουν εξετάσεις και φεύγουν από το νοσοκομείο χωρίς να λάβουν τη φροντίδα που έχουν ανάγκη, εξαιτίας του κόστους. Ο ασθενής έχει την επιλογή να καταβάλλει άμεσα τα χρήματα που απαιτούνται, ή να υπογράψει μια υπεύθυνη δήλωση ότι θα τακτοποιήσει την οφειλή του εντός 10ημέρου. Σε αντίθετη περίπτωση, το χρέος μεταφέρεται στην εφορία και ο ασθενής χρωστά πλέον στο Δημόσιο. Σε κάθε περίπτωση, τα χρήματα πρέπει να βγουν από την τσέπη του.

Τα νοσοκομεία, αποτελούν μια πανάκριβη επένδυση για κάθε σύστημα υγείας, γι’ αυτό και στις περισσότερες χώρες η πρόσβαση σε αυτά είναι ελεγχόμενη, ενώ η πρόσβαση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας ΠΦΥ) καθολική. Στην Ελλάδα επενδύσαμε δυσανάλογα στα νοσοκομεία, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί περαιτέρω η κρατική δαπάνη και να μην είναι βιώσιμο το σύστημα, τώρα που το χρειαζόμαστε περισσότερο. Είναι αλήθεια πως και χωρίς το μνημόνιο δεν θα είχαμε τα χρήματα να συντηρούμε ένα τόσο ακριβό (υπενθυμίζω - χωρίς να είναι αντίστοιχης αποτελεσματικότητας) σύστημα υγείας. Όμως, είναι επίσης αλήθεια πως δε μπορείς να εξαφανίσεις μια δομή που είναι ζωτικής σημασίας για τους πολίτες, αν δεν φροντίσεις να καλυφθεί επαρκώς και έγκαιρα η ανάγκη για υπηρεσίες υγείας. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να κλείνουν νοσοκομεία σε αυτή τη συγκυρία χωρίς να έχει πρώτα εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με καθολική πρόσβαση (καθολική σημαίνει ότι όλοι οι πολίτες έχουν πρόσβαση στις δομές της ΠΦΥ ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι ασφαλιστική τους ικανότητα) . Βρισκόμαστε στην απίστευτη κατάσταση που τα νοσοκομεία δεν έχουν λάβει ούτε το ένα τρίτο της απαραίτητης κρατικής χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργία τους (προμήθεια υλικών, υπηρεσίες θέρμανσης, σίτισης, καθαριότητας, κλπ), ενώ ο ΕΟΠΥΥ, βρίσκεται στα όρια της πτώχευσης, με αποτέλεσμα η οικονομική αιμορραγία των νοσοκομείων να είναι πολλαπλή. Αν σε αυτή προστεθεί η έλλειψη προσωπικού και η κακή κατανομή του υπάρχοντος, καταλαβαίνουμε ότι δε μιλάμε πλέον για ΕΣΥ, αλλά για νοσοκομεία και υπηρεσίες υγείας που λειτουργούν στα όρια του ανεκτού για ευνομούμενο κράτος. Μάλιστα, αν αναλογιστούμε και πρόσφατες ενέργειες της τωρινής κυβέρνησης όπως είναι η αλλαγή των διοικητών των νοσοκομείων με κριτήρια που προκάλεσαν την παρέμβαση των εταίρων εξαιτίας της προφανούς αδιαφάνειας, καταλαβαίνουμε ότι ζούμε τη χειρότερη συγκυρία για το ΕΣΥ, την οποία καλούνται να διαχειριστούν οι –κατά τεκμήριο- πλέον ακατάλληλοι άνθρωποι σε επίπεδο κεντρικού πολιτικού σχεδιασμού. Η έλλειψη προσωπικού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι όταν υπάρχει μια νοσηλεύτρια διαθέσιμη για τριάντα ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία, οι παρενέργειες είναι πολύ πιο έντονες και η ποιότητα ζωής του ασθενούς πολύ χειρότερη, επειδή η θεραπεία χορηγείται πάρα πολύ γρήγορα, προκειμένου να μπορέσουν να εξυπηρετηθούν και οι υπόλοιποι. Το υπουργείο υγείας δεν προχωρά σε προσλήψεις. Το μόνο που κάνει με συνέπεια, είναι να παρέχει υποσχέσεις οι οποίες κοστίζουν σε ανθρώπινες ζωές. Οι κλειστές μονάδες εντατικής θεραπείας στοίχισαν ήδη τη ζωή 132 ανθρώπων, καθώς δεν υπήρχε το απαραίτητο προσωπικό. Εύχομαι ως τις αρχές Απριλίου που αναμένεται να ολοκληρωθεί η «έξαρση» της γρίπης για τη φετινή περίοδο, να μην υπάρξουν κι άλλοι.

Μια βασική παράμετρος του αντίκτυπου που έχει η κατάρρευση του ΕΣΥ στην υγεία του πληθυσμού, είναι ότι η μείωση της κρατικής δαπάνης για την υγεία, δε συνοδεύτηκε με αναπροσανατολισμό και μεταρρύθμιση του συστήματος, με αποτέλεσμα την μετακύλιση της δημόσιας δαπάνης σε ιδιωτική. Ουσιαστικά δηλαδή το κράτος, έμμεσα, πήρε την απόφαση να σταματήσει να καλύπτει μια σειρά παροχών υγείας με οριζόντιο τρόπο, αναγκάζοντας τους πολίτες να πληρώνουν οι ίδιοι για τις υπηρεσίες που λαμβάνουν. Αυτό σε συνδυασμό με την ανεργία και τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στο εισόδημα είχε διπλό αντίκτυπο στην υγεία: από τη μια αυξήθηκαν οι ανισότητες στην υγεία – οι φτωχότεροι έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποιο νόσημα και από την άλλη, αυτοί οι οποίοι χρειάζονται περισσότερο τις υπηρεσίες υγείας έχουν ελάχιστη ή και καθόλου πρόσβαση σε αυτές. Για παράδειγμα, το ποσοστό συμμετοχής των ασθενών στη φαρμακευτική δαπάνη σχεδόν τριπλασιάστηκε. Αυτό σημαίνει ότι, οι φτωχοί έχουν ακόμη πιο περιορισμένη πρόσβαση στο φάρμακο, ενώ μεγάλες ομάδες του πληθυσμού (κυρίως ηλικιωμένοι) «κόβουν» από άλλα βασικά έξοδα όπως φαγητό και ηλεκτρικό, για να αντέξουν τη μηνιαία επιβάρυνση για φάρμακα. Επιπλέον, έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα έδειξαν ότι υπάρχουν κοινά εμπόδια στην πρόσβαση στη θεραπεία, σε άτομα που πάσχουν από διαφορετικό νόσημα (π.χ. ηπατίτιδα C, ρευματοειδή αρθρίτιδα, καρκίνο). Έτσι, η μεγάλη απόσταση του ασθενούς από το νοσοκομείο (εξαιτίας του κόστους που συνεπάγεται), η μεγάλη αναμονή για ραντεβού και το κόστος, μειώνουν τις πιθανότητες να λάβει ο ασθενής τη θεραπεία του. Ειδικά στην περίπτωση των καρκινοπαθών καταλαβαίνουμε ότι η μειωμένη πρόσβαση στη θεραπεία, σημαίνει και κίνδυνο για την επιβίωση του ατόμου. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που οι ιατροί προσπαθούν να βρουν κάποια λύση για τους ασθενείς με καρκίνο λειτουργώντας πολλές φορές και εκτός του ρόλου τους, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι ο ασθενής θα μπορέσει να φτάσει στο νοσοκομείο και να λάβει την θεραπεία του.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση εκμεταλλευόμενη το μείζον ζήτημα των ανασφάλιστων πολιτών που δεν έχουν πρόσβαση στο ΕΣΥ, παρουσίασε ένα νομοσχέδιο, στο οποίο δεν κατοχυρώνεται με κανέναν τρόπο η δωρεάν πρόσβαση των ατόμων αυτών στο σύστημα υγείας, αντίθετα, αναφέρεται ότι θα υπάρξουν εισοδηματικά κριτήρια, χωρίς να διευκρινίζεται τίποτα περαιτέρω. Αν αναλογιστούμε ότι το ποσοστό των ανασφάλιστων πολιτών είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο νομίζουμε (αν προστεθούν σε αυτούς και οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ για παράδειγμα, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν την ασφαλιστική εισφορά κι έχουν χάσει την ασφαλιστική τους ικανότητα) καταλαβαίνουμε ότι με την εφαρμογή των εισοδηματικών κριτηρίων, θα αποκλεισθεί από το ΕΣΥ ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Αυτό, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των νοσοκομείων και τις αυξημένες προσφυγικές ροές από χώρες με χαμηλότερο επίπεδο υγείας, δείχνει ότι η κατάσταση της υγείας του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο. Αν ξεσπάσει κάποια επιδημία ή όποιο άλλο τυχαίο γεγονός που σχετίζεται με την υγεία, το ΕΣΥ δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί, ούτε στα στοιχειώδη. Η λιτότητα από μόνη της, ποτέ δε συνεπάγεται κατάρρευση του συστήματος υγείας. Όμως, η αδυναμία υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, η υποχρηματοδότηση, η αύξηση της ανεργίας και η ολοκληρωτική απουσία διοικητικής οργάνωσης και στρατηγικού σχεδιασμού, την εγγυάται.

Ειρήνη Αγαπηδάκη

Ψυχολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην προαγωγή και την αγωγή υγείας, υποψήφια διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά