Δευτέρα, 07 Μαρτίου 2016

Ελέω Παπαγγελόπουλου εορτάζοντες

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
H σελίδα 4 του Βήματος, με το δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Δ. Παπαγγελόπουλος, εκβιάζει την εισαγγελέα Γεωργία Τσατάνη. H σελίδα 4 του Βήματος, με το δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Δ. Παπαγγελόπουλος, εκβιάζει την εισαγγελέα Γεωργία Τσατάνη. Αρχείο The Books' Journal

 Όταν είδα το προκλητικό στο δημοκρατικό μάτι πρωτοσέλιδο του Κυριακάτικου Βήματος, «Υπουργός εκβιάζει Εισαγγελέα», σκέφτηκα ότι θα κυλήσει ευχάριστα άλλο ένα εαρινό μεσημέρι. Ένα μεσημέρι με καφέ  και ιστορίες εκβιασμών, απειλών και εκατέρωθεν κατηγοριών όπου οι πρωταγωνιστές, σαν άλλοι ήρωες φιλμ νουάρ, θα μας μεταφέρουν μέσα από τις αφηγήσεις τους την ατμόσφαιρα των σκοτεινών γραφείων τους, πίσω από κλειστές, ψηλές σιδερένιες πόρτες υπουργείων και δικαστηρίων.

 

Η διαφορά με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα –πέρα από την πασιφανή ότι η δυστυχώς αυτά συμβαίνουν στην δική μας απτή πραγματικότητα- είναι ότι όλη αυτήν την δολοπλοκία δεν θα την διαδεχθεί η λύτρωση της λύσεως του μυστηρίου. Ο υπουργός σκέφτηκα θα τα αρνηθεί όλα, η εισαγγελέας θα πει τα αντίθετα, ο λόγος της απέναντι στο δικό του. Το πινγκ πονγκ των αρνήσεων θα λήξει όπως πάντα με την αμφιβολία ότι μπορεί να συνέβη αλλά μπορεί και όχι. Η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία εξηγεί όλα τα πολιτικά σκάνδαλα της Ελλάδας, περιγράφεται και αυτή από μια γάτα, διασημότερη και αυτής των Ιμαλαϊων, την Γάτα του Σρέντιγκερ. Πρόκειται για ένα πολύ γνωστό νοητικό θεωρητικό πείραμα, όπου ο Αυστριακός φυσικός εξηγεί τα παράδοξα της Κβαντομηχανικής. Αναρωτιέται αν μια γάτα μπορεί να είναι ταυτόχρονα ζωντανή και νεκρή. Έτσι μάλλον θα μείνουμε και εμείς με την απορία αν η Δικαιοσύνη μπορεί να είναι ζωντανή και νεκρή την ίδια ακριβώς εποχή, την εποχή της θολής Δημοκρατίας, μονολόγησα ξεκινώντας την ανάγνωση της ιστορίας.   

Όμως εξεπλάγην, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα τα πετυχημένα αστυνομικά μυθιστορήματα. Ο κ. Παπαγγελόπουλος παραδέχθηκε, με φανερό ομολογουμένως εκνευρισμό, ότι έγινε όντως συνάντηση με πρωτοβουλία της κας Τσατάνη. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι δεν μπήκε στην ουσία της υπόθεσης αλλά της ζήτησε να επιστρέψει την δικογραφία στον Εισαγγελέα Διαφθοράς, εκφράζοντας μόνο την νομική του γνώμη επί του θέματος. Η αντίδραση αυτή τολμώ να πω –με τον φόβο μηνύσεων να παραμονεύει- μου προκάλεσε αμηχανία για την αφέλειά της. Αφέλεια που δεν μπορώ με βεβαιότητα να πω αν την είχε ο υπουργός και κατά την δικαστική του σταδιοδρομία ή αν την απέκτησε με την υπουργοποίησή του στην Κυβέρνηση, κατά τη γνωστή προτροπή «όταν είσαι στην Ρώμη πράττε όπως οι Ρωμαίοι».

Ο αναπληρωτής υπουργός δικαιοσύνης έχει άραγε αρμοδιότητα και εξουσία να παρέχει απλόχερα νομικές συμβουλές σε δικαστές και εισαγγελείς; Η αρμοδιότητα του δικαστικού οργάνου είναι ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα που ουδόλως θίγει την ουσία της υπόθεσης; Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Συντάγματος μας «κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του, το Δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος», ενώ αντίστοιχες εγγυήσεις παρέχει και το άρθρο 10 Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το ποιος δικαστής είναι αρμόδιος να δικάσει μια υπόθεση είναι αναμφίβολα ζήτημα ουσίας. Οι δικαστές, κατά τη ρητή συνταγματική επιταγή, ορίζονται από το νόμο. Δεν είναι διαιτητές για να ορίζονται από παράγοντες, υπουργούς, προέδρους και επιτροπές. Ο Φυσικός ή αλλιώς ο Νόμιμος Δικαστής είναι μια κατάκτηση της Δημοκρατίας μας. Ο νόμος προσδιορίζει εκ των προτέρων ποιος δικαστής θα επιληφθεί συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων. Οι πολιτικοί δεν είναι εφαρμοστές του νόμου, τον νόμο εφαρμόζουν οι ίδιοι οι δικαστές. Αν σφάλλουν στην κρίση τους, υπάρχουν άλλοι δικαστές για να θεραπεύσουν το σφάλμα κατά τις προβλεπόμενες –δικανικές πάντα- διαδικασίες. Το σίγουρο είναι ότι στην αρμοδιότητα του υπουργού δεν εντάσσεται και η αρμοδιότητα να κρίνει αν τα δικαστικά όργανα αποφασίζουν ορθά ή λαθεμένα. Η κυβέρνηση μιας δημοκρατικής χώρας δεν μπορεί να έχει την αντίληψη λαϊκής αγοράς που όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει. Αν δεν συγκροτείται το ΕΣΡ, να το αντικαθιστά ο υπουργός τύπου, αν ο Πρετεντέρης δεν έχει σοσιαλίζουσα έμπνευση, να γράφει τα άρθρα του κάποιος επίτροπος της Κυβέρνησης, αν δεν δικάζει αρεστώς μια εισαγγελέας να την καθοδηγεί ο υπουργός δικαιοσύνης. Η  συγκέντρωση όλων εξουσιών στο ίδιο όργανο πλήττει την ελευθερία του τύπου, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνη, την ίδια την διάκριση των εξουσιών με αποτέλεσμα να παραβιάζεται κάθε λέξη του Συντάγματος μας.  

Κάποιος πιο καλοπροαίρετος εμού, με πιο βραδυκίνητα δημοκρατικά αντανακλαστικά, ενδεχομένως να αντέτεινε πως ο υπουργός απλώς συνεβούλεσε την εισαγγελέα, δεν της υπαγόρευσε και τι να πράξει. Όμως η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (8/1998) είναι ξεκάθαρη: «δημόσιο εγκώμιο ή επίκριση συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης  μπορεί να εκληφθεί ως απόπειρα εκβιασμού και ενέχει εξ αντικειμένου επέμβαση στην “προσωπική ανεξαρτησία” των δικαστικών, ιδίως όταν αφορά υπόθεση εκκρεμή». Ο λόγος είναι για να προστατεύεται το αδιάβλητο της δικαστικής κρίσης (είτε εφαρμόζονται κανόνες δικονομίας είτε ουσιαστικού δικαίου) από εξωδικαστικές παρεμβάσεις πολιτικών προσώπων που απειλούν να ετεροκαθορίσουν την κρίση της. Αφού κατά την απόφαση του Αρείου Πάγου είναι ελεγκτέες οι δημόσιες επικρίσεις, φαντάζομαι θα είναι πολύ περισσότερο προβληματικές οι κατ’ ιδίαν –πρόσωπο με πρόσωπο- επικρίσεις, συμβουλές και προτροπές.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι μια σημαντική κατάκτηση των σύγχρονων δημοκρατιών. Στις πρώτες κοινωνίες, ο ελέω Θεού άρχων, συγκέντρωνε στο πρόσωπό του νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική λειτουργία. Για παράδειγμα, όταν ο Σαμουήλ κυβερνούσε το λαό του Ισραήλ περί τα 1000 π.Χ, απέδιδε ταυτόχρονα και δικαιοσύνη στους τόπους που βασίλευε. Ύστερα κύλησε ο καιρός και η ιστορία και σπουδαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης, ο Λοκ και κυρίως ο Μοντεσκιέ, με το μνημειώδες έργο του Το Πνεύμα των Νόμων, το 1748, καλλιέργησαν θεωρητικά την ιδέα της διάκρισης των εξουσιών ως συστατικό θεμέλιο της Δημοκρατίας. Με τα λόγια του μεγάλου Γάλλου Διαφωτιστή ««δεν υπάρχει ελευθερία αν η δικαστική εξουσία δεν είναι χωρισμένη από τη νομοθετική και την εκτελεστική». Δικαστική ανεξαρτησία υπάρχει σε μια χώρα όταν οι δικαστές διατηρούν απόλυτη αυτοτέλεια κρίσης, έχοντας πλήρη ελευθερία κινήσεως,  υποκείμενοι μόνο στο νόμο και στην φωνή της συνείδησής τους. Ο αείμνηστος καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας, Χαράλαμπος Φραγκίστας, έγραφε για τους δικαστές, εν έτει 1940, ότι  «ουδεμίαν ουδαμόθεν υποχρεούμενοι να δεχθώσιν οδηγίαν». Ανακαλύπτοντας ξανά την πυρίτιδα του κράτους δικαίου, είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε τα λόγια του μεγάλου αυτού νομικού.

Το Σύνταγμα μας περιέχει σειρά διατάξεων που στοχεύουν να διασφαλίσουν ως κόρη οφθαλμού την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από επεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Διατάξεις που κατοχυρώνουν όχι μόνο τη λειτουργική αλλά και την προσωπική ανεξαρτησία του δικαστή. Διαμορφώνεται δηλαδή ένα θεσμικό πλαίσιο που εξασφαλίζει ότι οι δικαστές θα διορίζονται, θα εξελίσσονται υπηρεσιακά και θα αμείβονται χωρίς να εξαρτώνται από αποφάσεις της κυβέρνησης που θα τιμωρούσαν ή θα επιβράβευαν υπηρεσιακά τους δικαστές για το έργο τους. Η άποψη μου, ως ταπεινού συλλειτουργού της Δικαιοσύνης, είναι ότι οι Έλληνες δικαστές στέκονται στο ύψος τους, χωρίς να υποκύπτουν στην εξουσιαστική λαιμαργία των εκάστοτε κυβερνώντων. Ο κλυδωνισμός ωστόσο στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν μπορεί παρά να ακουσθεί ως κώδων κινδύνου: Δεν διήλθαμε από την εποχή της ελέω Θεού Δικαιοσύνης για να καταλήξουμε να εορτάζουν οι δικαστές μας Χριστούγεννα ελέω του υπουργού Δικαιοσύνης. Το διακύβευμα είναι μεγάλο για να το παραβλέψουμε και να το εγκαταλείψουμε ως αν να επρόκειτο για ένα μυθιστόρημα που βαρεθήκαμε να ξεφυλλίζουμε, αναζητώντας ματαίως τον δράστη.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά