Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

«Θάνου εναντίον Τσακυράκη» - Το πάγωμα του δημόσιου διαλόγου

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Ξενοφών Κοντιάδης - Αλκμήνη Φωτιάδου Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης. Ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης. Κωνσταντίνα Θεοχαροπούλου

Η υπόθεση «Θάνου εναντίον Τσακυράκη», από άποψη συνταγματικής θεωρίας, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα απλή. Αντικείμενό της αποτελούν αξιολογικές κρίσεις για μια δημόσια πράξη ενός προσώπου που κατέχει δημόσιο αξίωμα.

Αποτελεί  χαρακτηριστικό παράδειγμα κρίσεων που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης, χωρίς να υπάρχει καμία εμφανής βάση στην οποία να μπορεί να θεμελιωθεί κάποια στάθμιση μεταξύ της ελευθερίας του λόγου αφ’ ενός και της τιμής και υπόληψης αφ’ ετέρου. Οι χαρακτηρισμοί παραμένουν στο πλαίσιο της ευπρέπειας και εμπίπτουν στο πεδίο της ανεκτής κριτικής που κατοχυρώνεται στην προστασία της ελευθερίας του δημόσιου διαλόγου.  Σε μια έννομη τάξη που προβλέπει τη συνταγματική προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και έχουν διαπλαστεί οι αντίστοιχοι, έστω και ελλιπώς επεξεργασμένοι νομολογιακοί κανόνες, μια τέτοια μήνυση δεν θα είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει.

Οι ιδιότητες των διαδίκων είναι ουσιώδεις για την υπόθεση. Ο μηνυόμενος, ως καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, με την επίμαχη ανάρτηση δεν ασκεί μόνο το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, αλλά και την ακαδημαϊκή του ελευθερία. Η κριτική του δημόσιου λόγου των ανώτατων δικαστών, καθώς και του τρόπου με τον οποίο ασκούν ή υπερβαίνουν τα καθήκοντά τους, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελευθερίας αυτής. Η επίμαχη επιστολή  εξέρχεται των δικαστικών καθηκόντων και αποτελεί επίκαιρη δημόσια παρέμβαση σε κρίσιμο πολιτικό ζήτημα, η οποία έλαβε αυξημένη δημοσιότητα ακριβώς λόγω της ιδιότητας της συντάκτριας και των παραληπτών της. Εξ άλλου το γεγονός ότι ο Σταύρος Τσακυράκης είναι γνωστός για τη συμβολή του στη θεωρία και την πράξη της ελευθερίας του λόγου προσδίδει ένα ιδιότυπο συμβολικό βάρος στην υπόθεση.

Η συμβολική διάσταση της άσκησης της μήνυσης από την Πρόεδρο ενός από τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας είναι ακόμη κρισιμότερη. Ταυτόχρονα, η ιδιότητα της μηνύτριας προκαλεί ορισμένες ερμηνευτικές απορίες. Είναι νοητό η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου να μη γνωρίζει το συνταγματικό πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας, καθώς και τη διάκριση μεταξύ αξιολογικής κρίσης και γεγονότος την οποία παγίως ακολουθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Είναι νοητό να αγνοεί το κανονιστικό περιεχόμενο της ελευθερίας της έκφρασης όπως αυτό έχει εξειδικευθεί νομολογιακά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων ως προς την κριτική που είναι θεμιτό να ασκείται σε δικαστές; Τρεις εκδοχές φαίνονται πιθανές: η μηνύτρια είτε δεν γνωρίζει τις σχετικές επιταγές του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, είτε αδιαφορεί για αυτές, είτε υπέβαλε μια «ακτιβιστική μήνυση» ώστε να συρρικνωθεί το πεδίο ελευθερίας του λόγου, εξαιρώντας τους δικαστές από κάθε κριτική της δημόσιας δράσης τους.

Μια προσεκτική ανάλυση της ελληνικής νομολογίας για την ελευθερία της έκφρασης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχεί το ενδεχόμενο απρόβλεπτων κρίσεων, καθώς απουσιάζουν νομολογιακοί κανόνες και κριτήρια που να ανταποκρίνονται στα πολύπλοκα ζητήματα που τίθενται. Δεν έχουν, δηλαδή, διαμορφωθεί κατευθυντήριοι άξονες, τους οποίους ο δικαστής να ακολουθεί ή από τους οποίους  να αποκλίνει με βάση τα πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώσει την εκάστοτε στάθμιση στην οποία προβαίνει. Αυτό έχει οδηγήσει συχνά στην καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το θολό τοπίο της σχετικής  ελληνικής νομολογίας θα μπορούσε να αφήσει κάποια περιθώρια επιχειρηματολογίας στη μηνύτρια ακόμη και στη συγκεκριμένη υπόθεση, η οποία δεν παρουσιάζει καμία πολυπλοκότητα.

Οι αξιολογικές κρίσεις που στη μήνυση εκλαμβάνονται ως προσβλητικές, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως παράδειγμα για την πανεπιστημιακή διδασκαλία της «ανεκτής» κριτικής, την οποία υποχρεούται να ανέχεται κάθε πρόσωπο που αποφασίζει να εκτεθεί στη δημόσια σφαίρα, ακριβώς προκειμένου να υφίσταται αυτή η σφαίρα δημοσίου διαλόγου.

Από άποψη συνταγματικής ερμηνείας, αν υπάρξει μια καταδικαστική απόφαση θα προκληθεί «πάγωμα του δημοσίου διαλόγου». Ο όρος «πάγωμα» (chilling effect) αναφέρεται στην επίδραση που ασκεί στην ελεύθερη έκφραση μια επαπειλούμενη μεταγενέστερη κύρωση, όπως μια ποινική καταδίκη ή οι υπέρμετρες αποζημιώσεις για συκοφαντική δυσφήμιση. Αυτό το πάγωμα οδηγεί στην αυτολογοκρισία μέσω του φόβου και στην αποθάρρυνση της άσκησης κριτικής. Αν πίσω από αυτή τη μήνυση λανθάνει μια τέτοια στοχοθεσία, τότε το επίμαχο ζήτημα λαμβάνει απρόβλεπτες διαστάσεις.

Η πρόσφατη διάταξη με βάση την οποία η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου μπορεί να προβεί σε πειθαρχική δίωξη δικαστών δημιουργεί μια επιπρόσθετη παραδοξότητα στην υπόθεση αυτή. Κάθε δικαστής που θα κληθεί να την εκδικάσει τελεί σε ιδιαίτερες σχέσεις καθήκοντος ή εξάρτησης με έναν από τους διαδίκους. Θα ήταν άρα ενδεχομένως υποστηρίξιμο ακόμη και ότι συντρέχει λόγος εξαίρεσης για όλους τους δικαστές;  

Η επίμαχη υπόθεση ελευθερίας της έκφρασης δεν είναι σημαντική εξ αιτίας του νομικού ζητήματος που θέτει, η απάντηση στο οποίο είναι από συνταγματική σκοπιά αυτονόητη, αλλά λόγω της ιδιότητας των διαδίκων. Η ίδια η υποβολή μήνυσης με το περιεχόμενο αυτό από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ακριβώς εξ αιτίας του αξιώματός της, επιτελεί το πάγωμα του ελεύθερου διαλόγου. Κάθε κριτική και κάθε επιστημονικός σχολιασμός της υπόθεσης αυτής τείνει να καταστεί εν δυνάμει μηνύσιμος. 

 

 

Ξενοφών Κοντιάδης. Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

Αλκμήνη Φωτιάδου. Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά