Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Ασφαλιστική μεταρρύθμιση: από το ατομικιστικό στο κοινωνικό μοντέλο

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου, δημοσιευμένη στην εφημερίδα του Αγρινίου Αναγγελία. Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου, δημοσιευμένη στην εφημερίδα του Αγρινίου Αναγγελία. Χρήστος Παπανίκος / Αναγγελία

Το παράδοξο στη χώρα μας είναι ότι πολιτικοί και κοινωνικοί αρμόδιοι της ασφαλιστικής αρχιτεκτονικής που αυτοπροσδιορίζονται με κοινωνικό πρόσημο, υιοθετούν και προωθούν λύσεις του ατομικιστικού μοντέλου. Μια προσέγγιση του ασφαλιστικού από τον Χαράλαμπο Φύτρο CFA, FHAS.[1]

Κοινωνικο-τεχνική περιπλοκή

 

[…] η τελική προθεσμιακή ισοτιμία που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το επίπεδο των προβεβλημένων τιμών, δεν εξετάστηκε στην αξιολόγηση. Η ρύθμιση της τελικής προθεσμιακής ισοτιμίας, το αναμενόμενο μακροπρόθεσμο επίπεδο των μελλοντικών επιτοκιακών τιμών, απαιτεί δημοκρατική νομιμοποίηση καθώς αντιπροσωπεύει ένα συλλογικό στοίχημα των μακροπρόθεσμων οικονομικών.

 

Αν εξαιρέσει κανείς την αναφορά στη "δημοκρατική νομιμοποίηση", διαβάζοντας το ανωτέρω θα στοιχημάτιζε ότι προέρχεται από τα πρακτικά κάποιου συνεδρίου τεχνικής/χρηματοοικονομικής φύσης. Δεν είναι όμως. Αποτελεί ένα μόνο σχόλιο, τυχαία σταχυολογημένο μεταξύ πολυπληθών ίδιου περιεχομένου, από έναν νέας γενιάς ευρωβουλευτή μιας μικρής κοινοβουλευτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[2], στο πλαίσιο διαβουλεύσεων του νέου τρόπου λειτουργίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι εδώ το μέρος για να αποκωδικοποιήσουμε τα λεγόμενά του. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να καταδείξουμε το ύφος ενός νέου και σύγχρονου τρόπου παραγωγής και άσκησης πολιτικής: η δημοκρατική νομιμοποίηση απαιτείται και διεκδικείται για μία τεχνική (δηλ. μη ανθρώπινη) οντότητα, την "τελική προθεσμιακή ισοτιμία". Η ίδια η δημοκρατία φαίνεται να διασώζεται ή  να παραβιάζεται γύρω από τον τρόπο υπολογισμού μίας τεχνικο-οικονομικής οντότητας. Πολιτική (κοινωνία) και τεχνική συμπλέκονται πλέον αδιάρρηκτα.

Το ασφαλιστικό έχει μία τέτοια βαθιά πολιτικο/κοινωνικο-τεχνική διάσταση. Ακόμα κι αν κατασκευάσουμε έναν κινητήρα ισχυρής κοινωνικής ισχύoς, μία απλή τεχνική αστοχία στα μπουλόνια που συγκρατούν τους τροχούς του ασφαλιστικού μας οχήματος αρκεί για να εκτροχιάσει γενιές και να διασκορπίσει συσσωρευμένους με μόχθο κοινωνικούς και οικονομικούς πόρους -- μία κατασπατάληση σαν αυτή που βιώνουμε σήμερα.

Η βαθιά κοινωνικο-τεχνική περιπλοκή για την οποία κάνουμε λόγο αναδεικνύεται στο παιχνίδι μεταξύ της διανεμητικής δομής της κοινωνικής ασφάλισης και τις αναδιανεμητικές της τάσεις. Πιο συγκεκριμένα, η διανεμητική λειτουργία του συστήματος θεωρείται ευρέως ότι προάγει την αλληλεγγύη των γενεών. Αυτό μέχρι ένα βαθμό είναι σωστό, αλλά από ένα σημείο και πέρα μοιάζει αμφίβολο.

Πράγματι την προάγει, επί τη βάσει του γεγονότος ότι κάθε γενεά χρηματοδοτεί τις συνταξιοδοτικές παροχές της προηγούμενης. Παράλληλα, σε ένα τέτοιο διανεμητικό σύστημα είναι εύλογο να σχεδιαστούν κοινωνικού τύπου αναδιανομές: να περιοριστούν για παράδειγμα υψηλές συνταξιοδοτικές παροχές, ώστε να ενισχυθούν χαμηλότερες, με στόχο την καλύτερη συνολική προστασία που παρέχει το σύστημα έναντι του κινδύνου της φτώχειας της τρίτης ηλικίας (και μέχρι βεβαίως το λεπτό εκείνο σημείο που δεν αποθαρρύνεται παράλληλα η εργασία). Έτσι για παράδειγμα, ένας ασφαλισμένος που βάσει των διαχρονικών εισφορών του στο σύστημα εισέφερε συνολικά 100 μονάδες μπορεί να καταλήξει να παίρνει σύνταξη συνολικής αξίας 90 μονάδων, ώστε άλλος ασφαλισμένος που διαχρονικά εισέφερε 50 μονάδες να καταλήξει να παίρνει σύνταξη 60 μονάδων. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο μαζί λαμβάνουν αθροιστικά 150 (=90+60) μονάδες σύνταξη, η οποία βρίσκεται σε αναλογιστική ισορροπία με το ύψος των εισφορών τους (=100+50). Αν όμως ο πρώτος καταλήξει να παίρνει σύνταξη συνολικής αξίας 105 μονάδων και ο δεύτερος 60 μονάδων, τότε και οι δύο θα λαμβάνουν αθροιστικά 165 μονάδες συνολική αξία σύνταξης, ήτοι 15 μονάδες περισσότερες από εκείνες που εισέφεραν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Το έλλειμμα των 15 αυτών μονάδων χρηματοδοτείται συνήθως με ένα τρόπο: από τις νεώτερες γενιές που θα εισέλθουν στο σύστημα. Προφανώς, κάποια στιγμή οι νεώτερες γενιές θα αναγκαστούν να μειώσουν τις δικές τους συνταξιοδοτικές παροχές κατά 15 μονάδες ώστε να αποκατασταθεί η αρχική αναλογιστική ισορροπία. Αυτού του τύπου η αναδιανομή (το να στέλνεις δηλαδή τον λογαριασμό στους επίγονους), είναι αμφίβολο αν μπορεί να ονομαστεί αλληλεγγύη των γενών.  Στην πράξη βεβαίως, όλα τα διανεμητικά συστήματα βαραίνουν τις επόμενες γενιές με ένα τέτοιο "κληρονομημένο κόστος" (legacycost). Το ίδιο συμβαίνει και με το διανεμητικό σύστημα της χώρας μας. Από χρηματοοικονομικής σκοπιάς, κάθε επόμενη γενεά θα πρέπει τουλάχιστον να πληρώνει τον τόκο αυτού του κληρονομημένου κόστους ώστε να διατηρείται σε διαχειρίσιμα επίπεδα και να μην αυξάνεται. Οποιοδήποτε νέο σημείο ασφαλιστικής ισορροπίας οφείλει όμως να σχεδιάσει και την απόσβεση του κόστους αυτού (όχι μόνο την πληρωμή των τόκων του). Κάθε τέτοιο πρόγραμμα απόσβεσης απλώς επεκτείνει κι εύληπτα αποτυπώνει την ούτως ή άλλως διαρρηγμένη (λόγω της ύπαρξης του κληρονομημένου κόστους) έννοια της αλληλεγγύης των γενεών.

Στο συγκεκριμένο παιχνίδι διανομής-αναδιανομής της κοινωνικής ασφάλισης, έχουμε να κάνουμε με το ίδιο αλλά αντίστροφο φαινόμενο: ενώ στην αρχή σχολιάσαμε πώς ο τεχνικο-οικονομικός σχεδιασμός μιας τεχνικής παραμέτρου δύναται να προαγάγει το κοινωνικό, να διασώσει τη δημοκρατία, εδώ παρατηρούμε πώς ένας κατεξοχήν κοινωνικά ευαισθητοποιημένος αναδιανεμητικός σχεδιασμός (που υποτίθεται απευθείας ενισχύει το κοινωνικό), καταπιέζοντας και βιάζοντας τις τεχνικές παραμέτρους, τελικά καταλήγει να αποδομεί και να διαρρηγνύει την κοινωνική συνέχεια της διαγενεακής αλληλεγγύης. Καθίσταται επομένως φανερό πως σε μία σύγχρονη δικτυωμένη οικονομία, οι τεχνικές παράμετροι και οι υποστηρικτικές υλικο-τεχνικές υποδομές υλοποίησης δεν παραμένουν αμιγώς "τεχνικές", αλλά αποκτούν έντονη κοινωνικο-πολιτική διάσταση (δεν πρόκειται δηλαδή για απλές τεχνικές ασκήσεις παραμετρικής βελτιστοποίησης). Είναι λοιπόν απλοϊκό αυτό που θεωρείται από πολλούς, ότι δηλαδή η πολιτική είναι δυστυχώς αναγκασμένη κυρίως σε δυσχερείς οικονομικά  περιόδους, να αντιμετωπίζει "ρεαλιστικά" προβλήματα όπως τίθενται από τις τεχνικο-οικονομικές (π.χ. αναλογιστικές) και "αντικειμενικά" μετρήσιμες αναγκαιότητες εις βάρος π.χ. της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τουναντίον, η ίδια η τεχνική μέτρηση, η υλικο-τεχνική υποστήριξη, ο σχεδιασμός και οι τεχνικο-οικονομικές παράμετροι καθεαυτές καθίστανται "κοινωνικο-πολιτικές", διανοίγοντας καινοτόμες δυνατότητες διάσωσης και ανάδειξης αυτού που (μπορεί να) εννοείται ως ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Υπό αυτή την οπτική, παρατηρείται το ενδεχομένως αντιφατικό για τους ανυποψίαστους φαινόμενο της αποκατάστασης του κοινωνικο-πολιτικού (που υποτίθεται μονοπωλεί το προνόμιο της μέριμνας της διατήρησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) εν μέσω της εποχής της κυριαρχίας των υλικο-τεχνικών/οικονομικών υπολογισμών (που υποτίθεται επαπειλούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια)[3].

Το βασικό πρόβλημα του υφιστάμενου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης της χώρας είναι ότι κοινωνικοποιεί τον κίνδυνο (που δεν είναι άλλος από την ανεπάρκεια των πόρων να χρηματοδοτήσουν τις ανειλημμένες υποχρεώσεις) δίχως να είναι ξεκάθαρο πώς και από ποιες ασφαλισμένες ομάδες πηγάζουν τα ανεπιθύμητα ελλείμματα. Ο θεωρητικός των παιγνίων John Nash μας έχει εξηγήσει εδώ και δεκαετίες πως τέτοια "ασαφή" (κοινωνικά) συμβόλαια τελικά εκτραχύνονται σε ανταγωνιστικά παίγνια με κέρδη ή απώλειες μεταξύ των παικτών (Nash, 1951). Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις (και όπως δυστυχώς συνειδητοποιήθηκε τα τελευταία έτη, κατά κόρον στη χώρα μας) οι παροχές του συστήματος μεταλλάσσονται σε πολιτικές υποσχέσεις και οι αντίστοιχες εισφορές ως φόροι για την υλοποίηση των πολιτικών υποσχετικών που έχουν εκδοθεί από τους πολιτικούς ταγούς σε ασφαλισμένες ομάδες. Μία τέτοια κατάληξη δεν περιορίζεται στο ασφαλιστικό και μόνο, αλλά έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της εργασίας και την αύξηση της ανεργίας (στο βαθμό που οι επιχειρήσεις αδυνατούν να περνούν το υψηλότερο αυτό κόστος εργασίας στις τιμές των τελικών τους προϊόντων), όπως ακόμα και τη μείωση της εργασιακής (εκ μέρους του εργαζόμενου) προσπάθειας.

Ο σχεδιασμός μίας εύλογης ασφαλιστικής αποκατάστασης απαιτεί τη συνειδητοποίηση της κοινωνικο-τεχνικής περιπλοκής της σύγχρονης πραγματικότητας. Το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας αγνοεί ότι (πλέον) δεν υφίσταται ένας αποκαθαρμένος πολιτικο-κοινωνικός πόλος, που μονοπωλεί την ικανότητα (αντί)στασης έναντι αμιγώς τεχνικών/οικονομικών απαιτήσεων. Αγνοεί ότι η τυφλή κοινωνικοποίηση των ασφαλιστικών κινδύνων μπορεί να λάβει χώρα μόνο βιάζοντας τις τεχνικο-οικονομικές παραμέτρους τους, καταλύοντας με αυτόν τον τρόπο τη δημοκρατική απαίτηση να λάβουν μέρος και αυτές στο τραπέζι των διαβουλεύσεων και να εισακουστούν. Από τη σκοπιά αυτή, η λύση δεν μοιάζει να είναι "ακόμα ριζικότερη κοινωνικοποίηση", αλλά περισσότερη "τεχνικοποίηση" για την αποκατάσταση της κοινωνικο-τεχνικής ασφαλιστικής πραγματικότητας. Η συστηματική αποκάθαρση του κοινωνικού (στο όνομα υποτίθεται της διαφύλαξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) απλά καταλήγει στην ολική αποσάθρωσή του (αφού το κοινωνικό μόνο ως κοινωνικο-τεχνικο υβρίδιο δύναται να σταθεί) -- όπως ακριβώς αποσαθρώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια του προσώπου όταν του αφαιρέσεις την υλικο-τεχνική περιβολή του, όταν δηλαδή το απογυμνώσεις από τα ρούχα του, τα παπούτσια του, τα κοσμήματα που το στολίζουν, το ρολόι που φορά, εν ολίγοις, από τα τέχνεργα της ένδυσής του. Τέτοια απογύμνωση ούτε στους νεκρούς μας δεν επιφυλάσσουμε: αντιθέτως, οι συλλογικές ταφικές μας πρακτικές απαιτούν την περιποίηση και καλλιεπή ένδυση του κεκοιμισμένου σώματος, την μέριμνα δηλαδή της υλικο-τεχνικής περιβολής του, για τη διάσωση ακριβώς της αξιοπρέπειας του τεθνεώτος προσώπου κατά τη μετάβασή του στον άλλον κόσμο.

Η επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση όπως αυτή εκφράζεται από το προσχέδιο νόμου που ήρθε στη δημοσιότητα κι επί του οποίου οι διαβουλεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, φαίνεται ότι αδυνατεί να υπονομεύσει την επικρατούσα πεπατημένη. Οι τεχνικές παράμετροι που προβλέπονται (ύψος νέας Εθνικής Σύνταξης, υπολογισμός ανταποδοτικής σύνταξης, νέο σχήμα εισφορών αυτοαπασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών κλπ.) δεν αντιμετωπίζονται παρά ως ουδέτερα εργαλεία που με κάποιον αυτόματο τρόπο, απευθείας και αντικειμενικά, αντανακλούν και διασφαλίζουν την "κοινωνική ασφάλεια και αξιοπρεπή διαβίωση, με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών." Για όποιον προσπεράσει τις διακηρύξεις, δεν είναι σαφές γιατί και πώς το επιτυγχάνουν. Παραμένουν ασύνδετες και ασυσχέτιστες, αδυνατώντας να ενταχθούν σε ένα πειστικό δημοκρατικό αφήγημα που καθιστά σαφές ποιες γενιές και σε ποιο βαθμό συμμετείχαν στη συσσώρευση, και με ποιο τρόπο και ποια κίνητρα καλούνται πλέον να συμμετάσχουν στην απόσβεση του κληρονομημένου κόστους και στο χτίσιμο των νέων παροχών. Συντηρείται εν ολίγοις μια αδυναμία να υπογραφεί ένα νέο διαγενεακό κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο να λαμβάνει υπόψη ότι η παρούσα γενιά των ενεργών παραμένει διπλά αποκλεισμένη: και από μία τρέχουσα οικονομική πραγματικότητα που παράγει ευκαιρίες και πλούτο, αλλά και από μία βιώσιμη ασφαλιστική βιομηχανία ικανή να εκδίδει αξιόπιστες μελλοντικές υποσχετικές (όταν οι προηγούμενες γενιές είχαν πρόσβαση και στις δύο, ή τουλάχιστον στη μία από τις δύο).

Για να εξηγηθούμε: το πρόβλημα της επιχειρούμενης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης δεν είναι απλώς ότι "οι αριθμοί δεν βγαίνουν" να πουν τη δική τους ιστορία.  Ας υποτεθεί ότι βγαίνουν -- ή, ακόμα περισσότερο, ας πιστέψουμε ότι βγαίνουν. Μήπως τότε δεν επιτυγχάνεται η επιθυμητή κοινωνικο-τεχνική ασφαλιστική πραγματικότητα για την οποία κάνουμε λόγο; Υπό μία (επιδερμική) άποψη, προφανώς και ναι. Τότε γιατί να θεωρείται "κακή" και όχι "καλή" (ειδικά αν εξασφαλίσει την έγκριση των θεσμών) η συγκεκριμένη επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση; Θεωρούμε ότι κάθε κρίση που θα απέδιδε οποιαδήποτε από τις δύο αυτές ταμπέλες θα ήταν (ιδιαιτέρως τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της χώρας) απλοϊκή. Ο λόγος είναι ότι οποιαδήποτε τέτοια κρίση, όσο κι αν στηρίζεται σε εύλογα επιχειρήματα, θα αγνοούσε την κοινωνικο-τεχνική υφή της σύγχρονης πραγματικότητας.

Με βάση την περιπλοκή αυτή, είναι αδύνατο να υποστηρίξουμε ότι π.χ. οι επιλογές της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης είναι τελικά "καλύτερες" για εμάς, για τη συλλογική δηλαδή ασφαλιστική μας υπόσταση, αφού η συγκεκριμένη αυτή υπόσταση δεν είναι κάτι εξωτερικό ή ανεξάρτητο των συγκεκριμένων αυτών επιλογών, αλλά διαμορφώνεται και αναδύεται σε σχέση με αυτές. Ένα σύστημα ασφάλισης δεν παραμένει ουδέτερο, αναμένοντας την "καλή" ή "κακή" χρήση του από τον "τίμιο" ή "πονηρό" ασφαλισμένο. Αντίθετα, η συλλογική υπόσταση του ασφαλισμένου σώματος διαμορφώνεται, αποκτά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, κοινωνικές συμπεριφορές και οικονομικούς στόχους, εν ολίγοις αποκτά ταυτότητα (και παράγει πολιτισμό θα προσθέταμε) μέσα από τη χρήση της υλικο-τεχνικής υποδομής του. Εξού και η κοινωνικο-τεχνική περιπλοκή στην οποία αναφερόμαστε. Αντί λοιπόν του διλήμματος "αυτές τις ασφαλιστικές επιλογές ή κάποιες άλλες", θα ήταν προτιμότερο να διευρύνουμε το ερώτημα και να επιχειρήσουμε εν συντομία να σκιαγραφήσουμε δύο διαφορετικούς στρατηγικούς ασφαλιστικούς σχηματισμούς εντός των οποίων και οι επιλογές της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης αλλά και άλλες (και όχι είτε αυτές είτε άλλες) θα μπορούσαν να έχουν θέση, σε διαφορετικό όμως βαθμό κι αναλογίες.

 

Δύο στρατηγικές ασφαλιστικής μεταρρύθμισης

Ο πρώτος σχηματισμός, τον οποίο θα ονομάσουμε "ατομικιστικό", αναζητά ένα πλαίσιο ασφάλισης το οποίο θα εξοπλίζει το κάθε ασφαλισμένο άτομο/μέλος με όλα εκείνα τα απαραίτητα εφόδια τα οποία θα του επιτρέψουν να επιβιώσει ασφαλιστικά  σε κάθε κατάσταση (και με αξιοπρέπεια). Ένας τέτοιος σχηματισμός εστιάζει στο άτομο, στο ασφαλισμένο μέλος, και οι ασφαλιστικές παρεμβάσεις που λαμβάνουν χώρα αποσκοπούν να αλλάξουν, ισχυροποιήσουν, θωρακίσουν το συγκεκριμένο μέλος ως άτομο ώστε να βρεθεί σε θέση να δράσει και ν' ανταπεξέλθει έναντι του αφιλόξενου εξωτερικού περιβάλλοντος. Επιχειρεί να του δώσει πρόσβαση σε όλους τους πόρους και εφόδια που (η οπτική αυτή σιωπηρά αποδέχεται ότι) στερείται εξ ορισμού.

Ο δεύτερος σχηματισμός τον οποίο θα ονομάσουμε "κοινωνικό", εστιάζει όχι στο άτομο του οποίου τις δεδομένες ανεπάρκειες επιχειρεί να αποκαταστήσει, αλλά στο περιβάλλον του. Αντί να αποδέχεται την ύπαρξη ενός κοινού ανθρωπολογικού τύπου που τελεί σε έλλειψη πόρων κι εφοδίων, απογυμνωμένο έναντι των περιβαλλοντικών απειλών, αναγνωρίζει τις ελλείψεις και δυσκολίες αλλά επιχειρεί να τροποποιήσει έτσι το ασφαλιστικό περιβάλλον ώστε το άτομο, ανεξαρτήτως από πού έρχεται και σε ποια περίοδο της ασφαλιστικής του ζωής βρίσκεται, να μπορεί να ενταχθεί στο ασφαλιστικό περιβάλλον αρμονικά. Ενώ στην πρώτη περίπτωση το άτομο εξοπλίζεται για να τα βάλει με τις ασφαλιστικές κακοτοπιές του κοινωνικο-οικονομικού περιβάλλοντος εντός του οποίου βρίσκεται, στη δεύτερη είναι το ασφαλιστικό περιβάλλον που επιχειρείται να τροποποιηθεί ώστε να καταστεί φιλόξενο, ώστε να μπορέσει να προσελκύσει το άτομο να δράσει, διανοίγοντάς του καινοτόμες, ελκυστικές δυνατότητες.

Στο πρώτο μοντέλο, το ασφαλισμένο άτομο εντάσσεται εντός ενός συστήματος και μίας υλικοτεχνικής δομής η οποία επεκτείνει και μεγεθύνει τις (εκ φύσεως) περιορισμένες ικανότητες του. Η επέκταση αυτή όμως δεν έρχεται χωρίς το ανάλογο τίμημα: η υλικοτεχνική δομή και οι κανόνες της μεγέθυνσης θεμελιώνονται επί τη βάσει συγκεκριμένων πιθανών σεναρίων, τα οποία παρότι επιτρέπουν στο άτομο να κινηθεί και να δράσει ασφαλιστικά, το περιορίζουν και το πειθαρχούν ώστε να δράσει με τον τρόπο που έχει ήδη εγγραφεί (προβλεφθεί) κι επιτρέπεται στις συγκεκριμένες ασφαλιστικο-προσθετικές δυνατότητες[4]. Αντίθετα, οι οντότητες και δομές που εμπλέκονται στο δεύτερο μοντέλο είναι περισσότερες, πιο διαφοροποιημένες, πιο ευέλικτες, πιο αυτόνομες και λιγότερο περιοριστικές/πειθαρχικές, στο βαθμό που ζητούν από το ασφαλισμένο άτομο να αλληλεπιδράσει μαζί τους ώστε να χτίσει τη δική του ασφαλιστική ταυτότητα αναλόγως των δικών του αναγκών ή εμπνεύσεων -- εν ολίγοις, από την "πειθαρχικοποίηση" (κανονικοποίηση) στην αλληλεπίδραση. Στο ατομικιστικό μοντέλο η επιταγή μοιάζει να είναι "γίνε σαν τους άλλους!", όταν στο κοινωνικό μοιάζει να είναι "γίνε ο εαυτός σου!"[5].

Έχοντας τις δύο αυτές στρατηγικές κατά νου, ο άξονας των διλημμάτων μετατοπίζεται: το θέμα δεν είναι αν οι επιλογές της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης είναι "καλύτερες" σε σχέση με κάποιες άλλες, αλλά αν και κατά πόσο αυτές οι επιλογές μαζί με άλλες επιστρατευτούν στην υπηρεσία της ατομικιστικής ή κοινωνικής στρατηγικής.

Για παράδειγμα, ένα διπλο-πυλωνικό σύστημα ασφάλισης εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης όπως προτείνεται από το προσχέδιο Νόμου της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης[6], με πρωταγωνιστή την υποχρεωτική ασφάλιση ως αυτή οργανώνεται και παρέχεται από το κράτος, εισάγοντας ενιαίους κανόνες μέσω ενός ενιαίου φορέα ασφάλισης, σταθεροποιεί τις προσδοκίες και προικίζει το κάθε ασφαλισμένο μέλος με ένα προδιαγεγραμμένο δίχτυ ασφαλιστικής προστασίας ως αντάλλαγμα αντίστοιχα προκαθορισμένων ασφαλιστικών εισφορών. Οι κανόνες ενός τέτοιου συστήματος εγγράφουν και προβλέπουν το εύρος των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του κάθε ασφαλισμένου μέλους,  το ύψος δηλαδή των εισφορών του, τη διαδικασία ωρίμανσης των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, το συσσωρευμένο ποσό της συνταξιοδοτικής του παροχής κλπ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα τέτοιο ενιαίο σύστημα ασφάλισης που ανήκει στην κατηγορία της ατομικιστικής στρατηγικής, πειθαρχεί όλα τα ασφαλισμένα μέλη και προικίζει το κάθε ένα ξεχωριστά με σημαντική ασφαλιστική ισχύ, έστω κι αν απομυζά ασύμμετρους πόρους (μέσω όχι μόνο της διατήρησης, αλλά και της σχεδιαζόμενης σημαντικότατης αύξησης εισφορών) για τη διατήρηση δύο υπερτροφικών, κρατικά οργανωμένων πυλώνων ασφάλισης. Η υπόθεση όμως του γράφοντος είναι ότι το ατομικιστικό αυτό μοντέλο ασφάλισης που μόλις περιγράψαμε, αδυνατεί να εναρμονιστεί με τις ιδιαιτερότητες μιας δικτυωμένης οικονομίας που απαιτεί ευέλικτες συνέργειες και αλληλεπιδράσεις με ετερογενείς φορείς και οντότητες, με οικονομίες που οργανώνονται γύρω από την έννοια της καινοτομίας και της διαφοροποίησης. Γράφουμε διαφοροποίηση και όχι εξειδίκευση διότι η ανάπτυξη, όπως σημειώνει ο Α.Δοξιάδης, "είναι μια διαδικασία διαφοροποίησης, όχι εξειδίκευσης." (Δοξιάδης, 2013:284). Είναι προφανές ότι ένα διπλο-πυλωνικό σύστημα ασφάλισης σαν αυτό της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης, δεν εμποδίζει την εξειδίκευση -- στην πραγματικότητα, το ίδιο αυτό μόρφωμα ασφάλισης δεν αποτελεί παρά ένα προϊόν υψηλής εξειδίκευσης. Εμποδίζει όμως τη διαφοροποίηση. Που είναι ακριβώς το ζητούμενο ενός μοντέλου κοινωνικής ασφαλιστικής στρατηγικής.

Η λογική εδώ θα ήταν να εισαχθούν περισσότεροι παίκτες, να γεμίσει το ασφαλιστικό τοπίο και να χρωματιστεί από περισσότερες ασφαλιστικές οντότητες, με χαλαρές συσχετίσεις μεταξύ τους. Το συνολικό σύστημα ασφάλισης να μην εξαντλείται επομένως στους κρατικά παρεχόμενους πρώτο και δεύτερο πυλώνα της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης, αλλά να συνοδευτεί από έναν τρίτο και τέταρτο που θα εποπτεύονται κρατικά και θα λειτουργούν κεφαλαιοποιητικά. Ένας τρίτος πυλώνας μέσω Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης θα στόχευε στην ενίσχυση της αποταμίευσης (με προφανείς επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη) ενώ ένας τέταρτος μέσω των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, στη διαχείριση των κινδύνων. Για να συμβεί όμως αυτό, ο δεύτερος πυλώνας της ανταποδοτικής σύνταξης οφείλει να περιορίσει τις εισφοροδοτικές του ανάγκες ώστε να δοθεί εισφοροδοτικός χώρος για την ανάπτυξη των υπολοίπων. Οφείλει από ασύμμετρος (υπερτροφικός) να καταστεί συμμετρικός (ισορροπημένος). Με την υιοθέτηση ενός πολύ-πυλωνικού, κοινωνικού μοντέλου ασφάλισης, στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου προστίθεται επομένως το ζήτημα του προσδιορισμού μιας βέλτιστης κατανομής των εισφορών σε κάθε έναν από τους πυλώνες (ζήτημα που απλώς δεν υφίσταται στην επιχειρούμενη μεταρρύθμιση)[7]. Η ίδια δε η λογική της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης θα μπορούσε μέχρι και να αντιστραφεί: αντί να ψάχνουμε αγωνιωδώς για ένα βέλτιστο ασφαλιστικό σχήμα ενός, δύο, τριών ή τεσσάρων πυλώνων που θα χωρέσει με ή χωρίς διαφοροποιήσεις διάφορες επαγγελματικές ομάδες (μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες), θα ήταν δυνατό να προσαρμόσουμε πολύ-πυλωνικά σχήματα με διαφοροποιημένη έμφαση στον κάθε πυλώνα κατευθείαν πάνω σε κάθε μία από τις σημαντικές αυτές ομάδες[8].

Μία στρατηγική κοινωνικής ασφαλιστικής μεταρρύθμισης δεν οργανώνεται γύρω από ένα σύνολο ιδεατών και αιθέριων αρχών[9] επί των οποίων όλοι συμφωνούν και ταυτόχρονα διαφωνούν ως προς την υλοποίηση. Οι δικοί της στόχοι είναι πιο γήινοι, ίσως και πιο ταπεινοί. Προτείνει τη δημιουργία κοινωνικο-τεχνικών ασφαλιστικών δομών και φορέων που είναι ευέλικτοι, προσαρμόσιμοι αλλά και ανθεκτικοί,  με στόχο την κλήση του ασφαλισμένου μέλους προς αλληλεπίδραση, κι επομένως τη δημιουργία μίας ασφαλιστικής ταυτότητας που υποστηρίζει τις ιδιαιτερότητες της επαγγελματικής και προσωπικής του ζωής. Τα εργαλεία για τη σύσταση τέτοιων δομών είναι πολλά και γνωστά -- και δεν είναι τόσο διαφορετικά από τα υλικά  μιας στρατηγικής ατομικιστικής ασφαλιστικής μεταρρύθμισης[10]. Η εισαγωγή μικρών αλλά σημαντικών παραλλαγών εντός των μεγάλων και δοκιμασμένων σχημάτων ασφάλισης, η εισαγωγή λεπτών διαφοροποιήσεων (κι όχι εξαιρέσεων, το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του καταρρέοντος ασφαλιστικού συστήματος της χώρας) που εντέλει πυκνώνουν την ασφαλιστική πραγματικότητα, και η δημιουργία συνθηκών αλληλεπίδρασης με το ασφαλιστικό περιβάλλον, απευθύνεται σε ασφαλισμένα μέλη των οποίων η ταυτότητα παραμένει ανοικτή και πλαστική (συμβατή επομένως με μία δικτυωμένη κοινωνία που παράγει καινοτόμες δυνατότητες αυτοπροσδιορισμού), μία ταυτότητα που δεν έχει καθοριστεί κι εξαντληθεί εκ των προτέρων (όπως στο ατομικιστικό μοντέλο). Το κοινωνικό μοντέλο δεν βιάζεται να οριοθετήσει για λογαριασμό των άλλων. Αποδέχεται ότι δεν τα ξέρει όλα και γι'αυτό καλεί σε σύμπραξη το ασφαλισμένο μέλος.

Σημειώσαμε προηγουμένως ότι τα ασφαλιστικά/χρηματοοικονομικά εργαλεία δεν λείπουν (κατά τη γνώμη μας, ούτε επίσης οι άνθρωποι, η γνώση και η διάθεση). Δεν πρόκειται επομένως για μία βαθιά τεχνικο-οικονομική πρόκληση που επιτακτικά απαιτεί να ανακαλύψουμε την ασφαλιστική αειφορία. Πρόκειται αντιθέτως, για πρόβλημα κατασκευαστικό: πώς θα κατασκευαστεί το ασφαλιστικό μας σπίτι; Ένας ενιαίος χώρος μπορεί κάλλιστα να είναι το σπίτι μας, αν με αυτό εννοούμε ότι μας παρέχει στέγη. Όλοι όμως ζητάμε το σπίτι μας να έχει διαφοροποιημένους χώρους, κουζίνα, σαλόνι, υπνοδωμάτια, κ.o.κ.[11]. Ένας τέτοιος διαφοροποιημένος χώρος καλείται σπίτι, όχι μία στέγη με τέσσερις τοίχους (που κατά τ'άλλα, μπορεί να μας προστατεύει υπερεπαρκώς από τα "κακά" στοιχεία της φύσης). Το μοντέλο επομένως που φαίνεται ότι υιοθετείται από αρχιτέκτονες και μηχανικούς κατασκευής σπιτιών, είναι το κοινωνικό. Το παράδοξο στη χώρα μας είναι πως πολιτικοί και κοινωνικοί αρμόδιοι της ασφαλιστικής αρχιτεκτονικής που αυτοπροσδιορίζονται με κοινωνικό πρόσημο, υιοθετούν και προωθούν λύσεις του ατομικιστικού μοντέλου.


Αναφορές

Δοξιάδης, Αρίστος, 2013: "Το Αόρατο Ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία", Αθήνα: Ίκαρος.

Bodie, Zvi, 2003: "Thoughts on the Future: Life-Cycle Investing in Theory and Practice", Financial Analysts Journal, vol.59, no.1 (January/February):24-29.

Callon, Michel, 2008: "Economic Markets and the Rise of Interactive Agencements: From Prosthetic Agencies to Habilitated Agencies", Pinch & Swedberg (eds.), "Living in a material world", Cambridge: The MIT Press.

Goetzmann, William N., 2008: "More Social Security, Not Less" Journal of Portfolio Management, vol.35, no.1: 115-123.

Latour, Bruno, 2005: "Reassembling the Social", Oxford: Oxford University Press.

Merton, Robert C., 2014: "The Crisis in Retirement Planning", Harvard Business Review, nol.92, no.7-8 (July-August 2014):43-50

Modigliani Franco and Arun Muralidhar, 2004: “Rethinking Pension Reform”, Cambridge: CambridgeUniversity Press.

Nash, John, 1951: "Noncooperative Games", Annals of Mathematics, vol.54, no.2:286-295.

Thaler, Richard, and Shlomo Benartzi, 2004: "Save More Tomorrow: Using Behavioral Economics to Increase Employee Saving." Journal of Political Economy, vol.112, no.1 (Part 2, February):S164-S187.

Warshawsky, Mark J., 2007: "The Life Care Annuity", in The Future of Life-Cycle Saving and Investing, edited by Zvi Bodie, Dennis McLeavey and Laurence B. Siegel (Charlottesville, VA: Research Foundation of CFA Institute, 2007):103-106.

 


[1]Ο Χαράλαμπος Φύτρος είναι αναλογιστής, πλήρες μέλος της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος (FHAS) και χρηματοοικονομικός αναλυτής CFA charterholder. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Lancaster, στο τμήμα Οργάνωσης, Εργασίας και Τεχνολογίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

[2]Sven Giegold, μέλος της Ομάδας των Πρασίνων/ Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία (6,66% αντιπροσώπευση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με βάση τα αποτελέσματα των Ευροεκλογών 2014). Βλ. http://www.sven-giegold.de/2013/grune-position-zum-langfristige-garantien-bericht-von-eiopa/

[3]Για μία τέτοια θεώρηση βλ. Latour, 2005.

[4]Όπως για παράδειγμα συμβαίνει με ένα αναπηρικό καρότσι: επεκτείνει μεν τις μεταφορικές ικανότητες του ατόμου με ειδικές ανάγκες κινητικότητας, όμως με συγκεκριμένο/περιοριστικό τρόπο, π.χ. κύλιση μπρος-πίσω, δεξιά-αριστερά, αλλά α-δυνατότητα αναπήδησης, κολύμβησης κλπ. Με άλλα λόγια, στο σχεδιασμό του αναπηρικού αμαξιδίου εγγράφεται η δυνατότητα ανακύλισης, όχι όμως και της αναπήδησης.  

[5]Η παροχή ενός αναπηρικού αμαξιδίου σε άτομα με ειδικές ανάγκες κινητικότητας ανήκει εμβληματικά στην κατηγορία του ατομικιστικού μοντέλου. Ο εφοδιασμός του αμαξιδίου αποσκοπεί στο να ενισχύσει τη χαμένη ικανότητα μετακίνησης του συγκεκριμένου ατόμου, να του δώσει δηλαδή τη δυνατότητα να κινηθεί συγκροτημένα και πειθαρχημένα όπως όλοι οι άλλοι ("γίνε σαν τους άλλους") για να μπορέσει έτσι να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που θέτει το περιβάλλον του. Αντίθετα, το κοινωνικό μοντέλο διερευνά τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε το περιβάλλον να δομηθεί ώστε να γίνει φιλικό προς ένα άτομο με προβλήματα κινητικότητας. Για παράδειγμα, η πρώτη σκέψη θα ήταν να μειωθούν αυτές ακριβώς οι ανάγκες μετακίνησης. Η υλοποίηση ενός προγράμματος μείωσης των αναγκών μετακίνησης προφανώς περιλαμβάνει ένα τεράστιο εύρος διαφοροποιημένων και αυτόνομων δράσεων, από την ανάπτυξη για παράδειγμα της ηλεκτρονικής δικτύωσης κι επικοινωνίας μέχρι νομοθετικές προβλέψεις για εργασία από το σπίτι. Είναι προφανές ότι η ένταξη ενός ατόμου με προβλήματα κινητικότητας σ'ένα τέτοιο φιλικό περιβάλλον του επιτρέπει, αναλόγως της αλληλεπίδρασής του, να χτίσει και κατοχυρώσει τη δική του ταυτότητα ("γίνε ο εαυτός σου!"): διότι για παράδειγμα, είναι μια δικτυωμένη κοινωνία, ένα δικτυωμένο περιβάλλον που του επιτρέπει χωρίς φυσική παρουσία να φοιτήσει και να αποφοιτήσει από ένα πανεπιστήμιο, να διεκδικήσει εργασία σε μία επιχείρηση ή να ιδρύσει τη δική του επιχείρηση, και όχι η απλή διάθεση και χρήση ενός αναπηρικού αμαξιδίου. Για τη διασύνδεση του ατομικιστικού και κοινωνικού μοντέλου με στρατηγικές αποκατάστασης ατόμων με ειδικές ανάγκες, βλ. Callon, 2008, απ' όπου αντλείται η σχετική ανάλυση.

[6] Πρώτος πυλώνας: η εθνική σύνταξη των 384 ευρώ που βαρύνει απευθείας τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς να χρηματοοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές. Δεύτερος πυλώνας: η ανταποδοτική σύνταξη που υπολογίζεται βάσει των αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές. Ο δεύτερος αυτός πυλώνας λειτουργεί διανεμητικά (δηλαδή οι τρέχουσες εισφορές των ενεργών ασφαλισμένων χρησιμοποιούνται για την χρηματοδότηση των συνταξιούχων) αλλά και αναδιανεμητικά (χαμηλοσυνταξιούχοι ενισχύονται από υψηλοσυνταξιούχους, ή χειρότερα, η τωρινή γενιά των συνταξιούχων ενισχύεται από τη μελλοντική). Ο πρώτος πυλώνας στοχεύει στην οικονομική/κοινωνική σταθεροποίηση ενώ ο δεύτερος στη διανομή/αναδιανομή.

[7]Μια κατανομή που ουδόλως χρειάζεται να προσδιοριστεί στατικά, αλλά να ορίζεται δυναμικά (εντός συγκεκριμένων ορίων) από το ασφαλισμένο μέλος (εξού και η διάνοιξη δυνατοτήτων αλληλεπίδρασης μέλους-συστήματος/ασφαλιστικού περιβάλλοντος).

[8]Ένα ενδιαφέρον ερώτημα για τον δημόσιο διάλογο θα ήταν επομένως αυτό ακριβώς: πόσο παραπάνω (ή λιγότερο) ελκυστικός εμφανίζεται κάθε ένας πυλώνας ασφάλισης (μηδενικός, πρώτος, δεύτερος και τρίτος) σε κάθε μία από τις τρεις επαγγελματικές ομάδες των μισθωτών, ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών; Για παράδειγμα, πόσο ενδεχομένως παραπάνω θα αύξανε τις εισφορές, και συνακόλουθα σε πόση επιπλέον αποκάλυψη εισοδήματος θα οδηγούσε ένας ενισχυμένος τρίτος πυλώνας Επαγγελματικής Ασφάλισης των ελεύθερων επαγγελματιών;

[9]"Οι κοινωνικές παροχές της Πολιτείας χορηγούνται στο πλαίσιο  Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας, με σκοπό την εξασφάλιση κοινωνικής ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης, με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών." Άρθρο 1, Κεφάλαιο Α΄, Προσχέδιο Νόμου "Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης", διαθέσιμο online, πρόσβαση 08/12/2016.

[10] Ενδεικτικά αναφέρουμε: οχήματα Προκαθορισμένων Παροχών και Εικονικών Λογαριασμών Καθορισμένων Εισφορών αναδιανεμητικής λειτουργίας (δεύτερος πυλώνας), οχήματα Προκαθορισμένων Παροχών και Καθορισμένων Εισφορών κεφαλαιακής λειτουργίας (τρίτος πυλώνας), πώληση εγγυημένων προσόδων σε αναλογιστικά δίκαιες τιμές από το κράτος, επαγγελματικά ταμεία ή ασφαλιστικές εταιρίες (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πυλώνας) (Goetzmann, 2008), αργίες/δυναμικότητα εισφορών (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πυλώνας), αυτόματες εγγραφές (τρίτος και τέταρτος πυλώνας), αυτόματες αυξήσεις εισφορών συνδεδεμένες με αποδοχές (τρίτος και τέταρτος πυλώνας) (ThalerandBenartzi, 2004), χρήση κύκλου-ζωής επενδυτικών επιλογών (τρίτος και τέταρτος πυλώνας) (Bodie, 2003) , στρατηγικές συσσώρευσης εγγυημένων προσόδων και όχι περιουσιακών στοιχείων (τρίτος και τέταρτος πυλώνας) (Merton, 2014), "πακετοποίηση" ραντών μακροζωίας και περίθαλψης κατ'οίκον (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πυλώνας) (Warshawsky, 2007), δυναμικές φορολογικές απαλλαγές συνδεδεμένες με εισόδημα και εισφορές (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πυλώνας), δημιουργία επαγγελματιών συμβούλων ασφάλισης, προώθηση ανεξάρτητων επαγγελματικών συνεργειών διαχείρισης Ταμείων (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πυλώνας), στρατηγικές "ανταλλαγής" επενδυτικών αποδόσεων κεντρικής κυβέρνησης-Ταμείων (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πυλώνας) (Modigliani κ.ά., 2004), κίνητρα επαναπροώθησης στην αγορά εργασίας κλπ. Ο μυημένος επί των θεμάτων εύκολα θα διακρίνει πως οι ανωτέρω αναφορές λειτουργούν με δύο τρόπους: επιτρέπουν αφενός την ανάπτυξη αυτόνομων δράσεων εντός κάθε πυλώνα, επιτρέπουν όμως και την υιοθέτηση πρακτικών από τον ένα στον άλλο -- για παράδειγμα, η αυτόματη διαδικασία εγγραφών σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης τρίτου πυλώνα δεν είναι παρά μία τροποποιημένη πρακτική της υποχρεωτικότητας της ασφάλισης του δεύτερου πυλώνα. Κι ανάποδα: στρατηγικές ανταλλαγής επενδυτικών αποδόσεων κεντρικής κυβέρνησης - Ταμείων δεν αποτελεί παρά μία τροποποιημένη εκδοχή πρακτικών διαχείρισης κινδύνου του τέταρτου πυλώνα με εφαρμογή στον δεύτερο και τρίτο.

[11]Ακόμα και η έννοια του "ενιαίου" σε ένα σπίτι (όπως ο "ενιαίος χώρος" καθιστικού-κουζίνας) εντάσσεται ως παραλλαγή ενός ήδη διαφοροποιημένου χώρου. Λειτουργεί δηλαδή διαφοροποιητικά, κι όχι ισοπεδωτικά.

Χαράλαμπος Φύτρος

Aναλογιστής, πλήρες μέλος της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος (FHAS) και χρηματοοικονομικός αναλυτής CFA charterholder. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Lancaster, στο τμήμα Οργάνωσης, Εργασίας και Τεχνολογίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά