Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Μετατόπιση ΙΙ: από την «ανθρωπιστική κρίση» στο προσφυγικό ζήτημα

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Πρόσφυγες φτάνουν στη Μυτιλήνη. Πρόσφυγες φτάνουν στη Μυτιλήνη. Φωτογραφία Αρχείου

Η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά και επικοινωνιακά στο προσφυγικό πρόβλημα, απευθυνόμενη όπως πάντα στο δικό της εσωτερικό ακροατήριο, τον κύριο και συνήθως μοναδικό ορίζοντα των ενεργειών της. Στο μεταξύ, τι γίνεται με το θόρυβο περί ανθρωπιστικής κρίσης που εφεραν τα μνημόνια; Σταμάτησαν απεγνωσμένοι να αυτοκτονούν, παιδιά να λιποθυμούν από την πείνα; Τι έγινε το κοινό που αγανακτούσε με αυτού του τύπου τις ερωτήσεις; Πού βρίσκεται σήμερα ο δείκτης της συγκίνησης και πού ο δείκτης της μνησικακίας; [ΤΒJ]

Σε προηγούμενη παρέμβασή μας περιγράψαμε, με αφορμή την εξαιρετικά (έως σκανδαλωδώς) ευνοϊκή για τον ΣΥΡΙΖΑ δημοσκόπηση της εταιρείας Bridging Europe, τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιεί ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του κυβερνώντος κόμματος ως παυσίπονο ενόψει μιας ιδιαίτερα δυσάρεστης και οδυνηρής συνθήκης: της εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει το τρίτο μνημόνιο, το λεγόμενο και «αριστερό μνημόνιο». Δείξαμε ότι τα τοξικά συναισθήματα και ιδέες που παράγει αυτή η τριβή με την πραγματικότητα μετατοπίζονται από τον κύριο υπαίτιο για την αρνητική τροπή των εξελίξεων (δηλαδή την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ) σε ένα παντοδύναμο και πρακτικά απρόσβλητο υποκείμενο (την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό τη μορφή των γνωστών «θεσμών») και δευτερευόντως την εγχώρια αντιπολίτευση και το μισητό μέτωπο του ΜένουμεΕυρώπη. Αυτή η οιονεί πέμπτη φάλαγγα των «θεσμών» δεν είναι βέβαια καθόλου πανίσχυρη όπως οι πάτρωνές της, έχει ωστόσο το προσόν να είναι ανεύθυνη, υπό την έννοια ότι δεν ασκεί εξουσία, σε αντίθεση με την υπεύθυνη κυβέρνηση. Μπορούν επομένως να βάλλουν κατά βούληση εναντίον της, χωρίς αυτή να είναι σε θέση να «ανταποκριθεί» στις αιτιάσεις τους· ένας βολικός σάκος του μποξ προς εκτόνωση και αναζωογονητική επαναστατική γυμναστική.  

Στο παρόν θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε μια δεύτερη εκδοχή του ίδιου ψυχολογικού μηχανισμού μετατόπισης (displacement), που λειτουργεί παράλληλα με τον προηγούμενο και επικοινωνεί μαζί του σε πολλά επίπεδα: την μετατόπιση από το αφήγημα της «ανθρωπιστικής κρίσης», κυρίαρχο όσο ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν στην αντιπολίτευση, στο νέο αφήγημα του προσφυγομεταναστευτικού ζητήματος, όπως αυτό εξετάζεται μεροληπτικά μέσα από τις παραμορφωτικές ιδεολογικές διόπτρες τους.

Η «ανθρωπιστική κρίση» ήταν ίσως το βασικότερο επικοινωνιακό όπλο του ΣΥΡΙΖΑ στην πορεία του προς την κατάκτηση της εξουσίας. Ένας καταιγισμός ειδήσεων από τα φίλια προς αυτόν ΜΜΕ έδιναν την εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής, μιας Ελλάδας στα πρόθυρα του λιμού, με απελπισμένους πολίτες που βάζουν τέλος στη ζωή τους κατά δεκάδες κάθε μέρα. Αυτή η σχολαστική φιλοτέχνηση μιας δυστοπικής πραγματικότητας για σκοπούς προπαγανδιστικούς άφησε έξεις, συμπεριφορικούς αυτοματισμούς, σωματικοποιημένες συνήθειες. Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι μόνο) έμαθαν να διαβάζουν την πραγματικότητα με έναν συγκεκριμένο τρόπο, να ψάχνουν παντού και να ξετρυπώνουν κρούσματα αθλιότητας και στέρησης που χρεώνονταν στα εθνοκτόνα μνημόνια. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν στην αντιπολίτευση δεν υπήρχε πρόβλημα: η διάγνωση (αθλιότητα) συνοδευόταν αυτοστιγμεί από την πρόταση θεραπείας: άμεση εκδίωξη των σαμαροβενιζέλων και εγκατάσταση μιας φιλολαϊκής αριστερής κυβέρνησης με πρώτο μέλημα την «αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης».

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβέρνηση το πράγμα περιπλέχθηκε. Δεν ήταν πλέον τόσο απλό να μιλά κανείς για «ανθρωπιστική κρίση» με την ίδια ζέση όσο και προηγουμένως. Η Αριστερά ήταν πλέον κυβέρνηση και, αξιωματικώς κατέχουσα το ηθικό πλεονέκτημα, υποτίθεται πως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο. Ακόμη όμως και τίποτε να μην έκανε σε πρακτικό επίπεδο, αρκούσε που συνέπασχε και συγκινείτο βαθιά από το δράμα των πενήτων, έστω κι αν ήταν ανήμπορη να τους βοηθήσει. Αίφνης η «ανθρωπιστική κρίση» έγινε σχεδόν αόρατη, εξαφανίστηκε από τα πρωτοσέλιδα των φιλοκυβερνητικών εφημερίδων και αποσιωπήθηκε στο δημόσιο λόγο. Θέτω συστηματικά τον όρο «κρίση» εντός εισαγωγικών, όχι για να υποτιμήσω ή να αμφισβητήσω τις απολύτως πραγματικές κακουχίες που υφίσταται μέρος των συμπολιτών μας, αλλά για να εστιάσω στο γεγονός της σχηματοποίησης, της αφηγηματικής πλαισίωσης, της συνθηματοποίησης και της επιβολής μιας ιδεολογικά μονόχρωμης νοηματοδότησης σε επιλεγμένες ψηφίδες μιας πολυσύνθετης και αντιφατικής πραγματικότητας.

Αυτή η απότομη μετάβαση από ένα καθεστώς λόγου σε ένα άλλο, όπου η «ανθρωπιστική κρίση» απεσύρθη από την κυκλοφορία έχοντας εκπληρώσει το σκοπό της, βιώθηκε τραυματικά από πολλούς ψηφοφόρους της αριστεράς, που δεν είδαν σε αυτή ένα στυγνό πολιτικό στρατήγημα. Ή τουλάχιστον δεν είδαν μόνο αυτό. Πολλοί ήθελαν να μιλήσουν για τη συνεχιζόμενη εξαθλίωση, όμως το λεξιλόγιο και τα εκφραστικά μέσα είχαν περιοριστεί δραματικά. Μπορείς πάντα να εντοπίσεις κρούσματα ακραίας δυστυχίας και να εκφράσεις τον αποτροπιασμό σου, όμως το «δια ταύτα» δεν προκύπτει τόσο αβίαστα όσο και πριν. Δεν υπάρχει κάποιος πρόχειρος διαθέσιμος ένοχος αφότου οι προηγούμενοι κυβερνήτες εκδιώχθηκαν. Τώρα είναι η Αριστερά στο τιμόνι, αυτή που είχε κάνει σημαία της την αντιμετώπιση της κρίσης. Πώς είναι δυνατόν να την εγκαλείς ότι γύρισε την πλάτη στους αναξιοπαθούντες; Ακόμα κι αν το πράξεις θα είναι με βαριά καρδιά, σχεδόν μια χειρονομία αυτοακύρωσης, ηθικά και ψυχολογικά στενάχωρη. Πρέπει λοιπόν να βρεθεί κάποια διέξοδος, κάποιο υποκατάστατο για να πληρωθεί το κενό που άφησε η αλλαγή της ατζέντας και η ανακολουθία του κυβερνητικού λόγου. Ένας τόπος όπου θα μετατεθεί το αίσθημα ανθρωπιστικής μέριμνας και συγχρόνως η αγανάκτηση εναντίον εκείνων που έκαναν δυνατή, με την εγκληματική συμπεριφορά τους, την άνθηση αυτού του αλτρουιστικού αισθήματος.

Κάπως έτσι η προσφυγική κρίση, φαινόμενο διεθνές, αντικατέστησε την περιοριζόμενη εντός των ελληνικών συνόρων «ανθρωπιστική». Οι αυξημένες προσφυγομεταναστευτικές ροές από την αρχή του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα αυξημένους θανάτους από πνιγμό στα θαλάσσια περάσματα των ελληνοτουρκικών συνόρων. Η οδύνη και ο αποτροπιασμός από τις εικόνες των νεκρών βρεφών ζητούν κανάλι εκτόνωσης· κάποιος πρέπει να φορτωθεί το φταίξιμο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως νόμιμη εκλεγμένη κυβέρνηση, φέρει εξ αντικειμένου την ευθύνη, ακριβώς όπως θα την έφερε οποιαδήποτε άλλη ελληνική κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος. Φέρει όμως επιπροσθέτως και καθαρά υποκειμενική ευθύνη, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, αφού αυτός ήταν που καινοτόμησε με την πολιτική των «ανοικτών συνόρων».

Διευκρινίζω ότι εδώ δεν εξετάζω το μέγεθος της συμβολής του ΣΥΡΙΖΑ στη διόγκωση του προβλήματος σε σχέση με άλλους παράγοντες όπως π.χ. τις εξελίξεις του συριακού εμφυλίου κλπ. Οι ευθύνες των «ανοικτών συνόρων» μπορεί να είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες· αυτό είναι κάτι που μένει να δειχθεί. Το σημαντικό είναι η αλλαγή της ατζέντας και η κατασκευή ενός νέου παντοδύναμου εχθρού – για την ακρίβεια επανακατασκευή του ίδιου: το προσφυγικό πρόβλημα χρεώνεται εξολοκλήρου στην ανάλγητη εγωιστική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (του «ευρωκρατικού» κατεστημένου όπως συχνά λέγεται με χολερική διάθεση), ενώ τα σκάγια παίρνουν και τον προσφιλή ομοαίματο σάκο του μποξ, τους ΜένουμεΕυρώπη, που είχαν το θράσος να απαιτήσουν την παραμονή της χώρας στο θεσμικό κάτεργο που λέγεται Ε.Ε.

Οι εγχώριες ανθρωπιστικές τραγωδίες (ο φαρμακοποιός που αυτοκτόνησε στο Σύνταγμα, τα παιδιά που δηλητηριάστηκαν από το μαγκάλι, ο μαθητής που σκοτώθηκε προσπαθώντας να ξεφύγει από τον ελεγκτή του τρόλεϊ) αντικαθίστανται στα πρωτοσέλιδα και τις συζητήσεις με εικόνες και περιστατικά από το δράμα των προσφύγων, με το πάντα παρόν υπονοούμενο (ή όχι και τόσο υπονοούμενο) ότι για αυτά ευθύνεται η κοντόθωρη και φιλοτομαρική Ευρώπη. Τέλος, οι ελληνικές αρχές που είναι κατά τόπον αρμόδιες για τα περάσματα των προσφύγων (κυρίως Λιμενικό-Ακτοφυλακή) αντιμετωπίζονται τώρα με θετικό τρόπο και προβάλλεται το διασωστικό τους έργο, παρά τα συχνά περιστατικά μαζικών θανάτων. Αυτό συμβαίνει διότι πολιτικός προϊστάμενός τους είναι η θεολογικώς αλάθητη κυβέρνηση της Αριστεράς, σε αντίθεση με το προηγούμενο λαομίσητο καθεστώς που εισέπραττε στο ακέραιο την επικοινωνιακή φθορά από τις τραγωδίες του Αιγαίου.

Τι συμπέρασμα βγαίνει από όλα αυτά; Ότι βαίνουμε προς μετωπική σύγκρουση με την Ευρώπη; Μάλλον υπερβολικό. Η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά και επικοινωνιακά στο προσφυγικό πρόβλημα, απευθυνόμενη όπως πάντα στο δικό της εσωτερικό ακροατήριο, τον κύριο και συνήθως μοναδικό ορίζοντα των ενεργειών της. Το ακροατήριο ακολουθεί σε γενικές γραμμές, προσπαθώντας να διαχειριστεί αισθήματα ενοχής, να παροχετεύσει εντάσεις, να εκτονώσει φορτία επιθετικότητας και μνησικακίας που κάποιοι μεθοδικά επί χρόνια σώρευσαν.  

  

Γιάννης Μαύρος

Γιάννης Μαύρος. Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας της Ιστορίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά