Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Αποτέφρωση vs ταφή

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
H σκηνή της κηδείας, στην ταινία του Τζουζέππε Τορνατόρε, Σινεμά ο Παράδεισος ( H σκηνή της κηδείας, στην ταινία του Τζουζέππε Τορνατόρε, Σινεμά ο Παράδεισος ( Cristaldifilm

Το θέμα είναι αχανές και τα εκατέρωθεν επιχειρήματα πολύ ισχυρά. Θεωρώ ωστόσο πως το δίλημμα μπορεί –με την αναπόφευκτη σχηματοποίηση– να αναχθεί στο ερώτημα της κοινωνικότητας του θανάτου. Εάν δηλαδή θεωρείς το θάνατο ένα πρωτίστως συλλογικό γεγονός που αφορά την κοινότητα ως σύνολο, έστω με εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Ή αν τον θεωρείς κυρίως ένα ατομικό βίωμα, μη μεταφράσιμο σε κωδικοποιημένες πρακτικές, τελετουργικά, σωματικά και λεκτικά ενεργήματα.

Η χριστιανική ταφή, όπως και τα ιερά Μυστήρια, είναι ένα κοινωνικό γεγονός. «Εκκλησία», ως γνωστόν, δεν είναι το κτίριο, το δομικό είδωλο, αλλά η κοινότητα των πιστών στην οποία εγκατοικεί ο Θεός. Οι τελετές δεν αφορούν μόνο τους αμέσως εμπλεκόμενους (τους νυμφευόμενους, το παιδί που βαφτίζεται, τους συγγενείς του θανόντος) αλλά το σύνολο της κοινότητας. Γι’ αυτό και λαμβάνουν δημόσιο πανηγυρικό χαρακτήρα, «χρείαν έχουσιν μαρτύρων». Κοινωνιολογικά, η «μαρτυρία» είναι η πεμπτουσία του γάμου, της βάπτισης, της κηδείας. Ιερότητα=κοινωνικότητα, αυτή είναι η διάσημη εξίσωση του Ντυρκέμ.

Οι υπέρμαχοι της χριστιανικής κηδείας θεωρούν πως η κοινωνική διαμεσολάβηση και η συμβολοποίηση του γεγονότος «θάνατος» συμβάλλουν στην καλύτερη διαχείριση του πένθους από τους οικείους. Η εξωτερίκευση και η αφηγηματοποίηση (ο πεθαμένος «διαβάζεται» από τον παπά) ως αναγκαία συνθήκη συμφιλίωσης με την απώλεια και υπέρβασής της. Πρόκειται για σημείο τομής της παραδοσιακής θεολογίας με νεότερες ψυχαναλυτικές ή ψυχαναλυτίζουσες προσεγγίσεις, καθώς και με μια μεταμοντέρνα φιλολογία περί «τραύματος» που πρέπει να αρθρωθεί/λεκτικοποιηθεί ξεφεύγοντας από την επικράτεια του αρρήτου.

Η θλίψη και τα υπόλοιπα αρνητικά συναισθήματα που παράγονται από την απώλεια του αγαπημένου προσώπου εκλαμβάνονται εδώ ως δεδομένα, και αυτό που απομένει είναι η αντιμετώπισή τους, η διαχείριση του προβλήματος. Εάν δεν το κάνεις, λένε, θα επιστρέψουν ως απωθημένα. Εάν δεν πενθήσεις, εάν δεν κλάψεις αρκετά, εάν δεν μοιραστείς την απώλεια με την κοινότητα μέσω καθιερωμένων επαναληπτικοτήτων, αυτή νομοτελειακά θα μεταστοιχειωθεί σε κάποιο άλλο είδος κάκωσης, σε άδηλο χρόνο και με άδηλο τρόπο.

Είναι όμως έτσι; Προηγείται η θλίψη ως αιτία και ακολουθούν ως αποτελέσματα ο θρήνος και το κλάμα και οι τελετουργικές παρεκτάσεις τους; Ή μήπως η αιτιακή σχέση είναι αντίστροφη, όπως υποστηρίζουν μεταξύ άλλων νευρολογικά και βιολογικά ευρήματα; Μήπως όσο πιο πολύ επιτελείς τις εμπειρικά παρατηρήσιμες λειτουργίες που παραδοσιακά αποδίδονται στη θλίψη, τόσο πιο πολύ αναπτύσσεις αυτή τη θλίψη; Πιο απλά, αν πιεστείς να γελάσεις, ίσως γελάσεις πραγματικά. Αν πιεστείς να κλάψεις και να θρηνήσεις εμφατικά τον οικείο σου (π.χ. γιατί έτσι επιβάλλει η κοινωνική νόρμα), ίσως νιώσεις «πραγματική» θλίψη και συντριβή σε βαθμό που αρχικά έλειπε.

Το πένθος, όπως κάθε συναίσθημα, έχει επιτελεστική διάσταση: όσο περισσότερο κάνεις performance τα καθιερωμένα εξωτερικά σημεία του (δημόσια τελετουργικά ταφής, μνημοσύνων κ.ο.κ.), τόσο περισσότερο καλλιεργείς την εσωτερική «πραγματική» του ύπαρξη. Ο δε τάφος είναι πριν από όλα σημείο, σήμα. Ο Κεραμεικός ήταν το Δημόσιον Σήμα της Αθήνας. Χωρίς αυτό το υλικό/χωρικό σημείο αναφοράς δεν υπάρχει μνημείον, δεν υπάρχει μνήμη. Χωρίς την τοπογραφία και την ηθοποιία του πένθους δεν υπάρχει πένθος. Ή, έστω, μετριάζεται.

Η παραπάνω συμπεριφοριστική άποψη έρχεται σε αντίθεση με ουσιοκρατικές ψυχολογίες του βάθους. Είσαι αυτό που κάνεις. Οι μανιάτισσες μοιρολογίστρες, ο αγαπημένος εθνογραφικός κοινός τόπος, θρηνούν πραγματικά τη στιγμή της επί πληρωμή εργασίας τους: μπαίνουν στο πετσί του ρόλου. Επιτελούν. Δεν κλαίνε μόνο «επειδή θυμούνται τα δικά τους», όπως θέλει ένας τετριμμένος textbook λαογραφισμός. Πενθούν και για τον άγνωστο πεθαμένο «εργοδότη» τους, επειδή αυτό κάνουν, χωρίς κάποια βαθύτερη αιτία.

Eπομένως, όταν δεν υπάρχουν απτά, ορατά υλικά κατάλοιπα του εκλιπόντος, η διαχείριση του (όποιου) πένθους γίνεται ευκολότερη. Εξ ου και το πλεονέκτημα της γραφειοκρατικής και διεκπεραιωτικής αποτέφρωσης, με την ελλειμματική κοινωνικότητα και την «ψυχρή» ιατρικοφάνεια. Δεν έχεις από κάπου να κρατηθείς, άρα ξεχνάς ευκολότερα και συνεχίζεις τη ζωή σου, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Η ίδια μινιμαλιστική και πρακτική στάση απέναντι στο θάνατο αποτυπώνεται στις απέριττες επιτύμβιες πλάκες προτεσταντικών ταφών (π.χ. το Συμμαχικό Νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου) σε αντίθεση με την πομπώδη αρχιτεκτονική ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών κοιμητηρίων, συχνά με διακοσμητικό φόρτο που ξεπερνά τα όρια της γραφικότητας και του κιτς.

Γιάννης Μαύρος

Γιάννης Μαύρος. Υποψήφιος διδάκτορας Φιλοσοφίας της Ιστορίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Δεν είναι ο Τσίπρας ο εχθρός Η Μάχη των Πόλεων

1 σχολιο

  • Εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο, αν και ακόμη και η καύση, σε άλλα πολιτισμικά πλαίσια βέβαια, μπορούμε να πούμε ότι επιτελείται ως δρώμενο.
    Εδώ, μικρό άρθρο του Δ. Λιαντίνη αρκετά ποιητικά δοσμένο αλλά με πραγματική ουσία. Εξετάζει το θέμα από άλλη άποψη.
    http://www.o-klooun.com/time-machine/dimitris-liantinis-aisthitiko-aitima-i-kaysi-ton-nekron

    Συνδεσμος σχολιου
    neekthegreek neekthegreek Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015 18:52

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά