Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2015

Ημέρες εθνικής αμνησίας

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Αντύπας Καρίπογλου Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Καρτ ποστάλ του 1908, σουβενίρ από την Τραπεζούντα. Καρτ ποστάλ του 1908, σουβενίρ από την Τραπεζούντα. Ιδιωτικό αρχείο

 Η σχεδόν ομόθυμη και κατηγορηματική έντονη αντίδραση κομμάτων, δημοσιογράφων και, γενικώς, όσων εκφράζονται δημοσίως κατά του υπουργού Παιδείας, Νίκου Φίλη, μετά τη δήλωσή του στην τηλεοπτική εκπομπή «ενικός» ότι η σφαγή των Ποντίων (ένα εκ των επεισοδίων της Μικρασιατικής Καταστροφής) δεν είναι γενοκτονία, κάνει εκ νέου επίκαιρο το κείμενο του Αντύπα Καρίπογλου που αναδημοσιεύουμε παρακάτω από το περιοδικό Ο Πολίτης, τχ. 102, Ιούλιος-Αύγουστος 2002, με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα του. Το κείμενο ήταν μια από τις ελάχιστες ψύχραιμες τοποθετήσεις της εποχής στη σύντομη συζήτηση που έγινε με αφορμή το νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα, μονομερώς και μόνη στον κόσμο, μετονόμαζε αυτό που αποκαλούσαμε Μικρασιατική Καταστροφή σε γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος (φυσικά, το νομοσχέδιο έγινε νόμος). Ο ελληνικός εθνικισμός, ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία συνεχίζουν να κάνουν παιχνίδι και σήμερα, στο πεδίο του εθνολαϊκισμού, το οποίο έστρωσε για τα καλά και ο Νίκος  Φίλης – η παρούσα καταστροφή που ζούμε πώς θα ονομαστεί άραγε από τους εθνικιστές και λαϊκιστές του ζοφερού μέλλοντός μας; [ΤΒJ]    

 

Την ίδια στιγμή που γίνεται όλο και πιο εμφανές το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει εξ αιτίας της πολιτικής μας απέναντι στο ακατονόμαστο κράτος βορείως τον συνόρων μας, οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι του πατριωτισμού και πρωταγωνιστές του γιαλαντζή μακεδονικού αγώνα βρήκαν νέο πεδίο δόξης λαμπρό για να προβάλουν τις "εθνικώς υγιείς" θέσεις τους. Νέα μειοδοσία λοιπόν η αντίδραση κατά της νομοθετικής μετονομασίας της Μικρασιατικής Καταστροφής σε "γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος". Για σχεδόν ογδόντα χρόνια, η τραγική τύχη του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας είχε καταχωρηθεί στη μνήμη όλων μας ως καταστροφή. Κανείς δεν διανοήθηκε να αμφισβητήσει τα όσα τερατώδη προηγήθηκαν και ακολούθησαν την έξοδο εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, κανείς δεν σκέφθηκε να παραγράψει τις τουρκικές θηριωδίες, τους φόνους, τους βιασμούς, τις διώξεις. Κανείς όμως δεν είχε σκεφθεί επίσης να διαγράψει τις δικές μας ευθύνες για την τραγωδία. Η λέξη καταστροφή άλλωστε, λέξη που δεν επιβλήθηκε από καμιά "επίσημη" ιστοριογραφία, ούτε βέβαια καθιερώθηκε με νόμο, δείχνει ακριβώς αυτό: ότι για τα όσα υπέστησαν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, υπάρχουν ένοχοι εγκλημάτων και στις δυο πλευρές του Αιγαίου. Σήμερα κάποιοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, αντικαθιστώντας την λέξη που το συλλογικό υποσυνείδητο επέλεξε ως καταλληλότερη, με έναν νομικό καθαρά όρο που υποδηλώνει σαφώς ότι για τον ξεριζωμό του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας ευθύνονται αποκλειστικά οι βάρβαροι, οι εχθροί, οι άλλοι. Πάντα οι άλλοι.

Α. Το έγκλημα της γενοκτονίας

Ο όρος γενοκτονία είναι ένας όρος αμιγώς νομικός. Δεν θα τον βρείτε σε κανένα λεξικό, καμιάς γλώσσας, πριν από το 1944-48. Η λέξη δεν υπήρχε καν. Επινοήθηκε για να περιγράψει την φρίκη του ολοκαυτώματος από τους ναζί, για να τυποποιήσει ένα συγκεκριμένο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η τυποποίηση αυτή είναι εξαιρετικά αυστηρή και περιορισμένη. Σύμφωνα με την από 9/12/1948 Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, που κυρώθηκε από την χώρα μας με το ν.δ. 3091/1954[1], γενοκτονία είναι: α) ο φόνος των μελών μιας εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, β) η σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητάς τους, γ) η από πρόθεση υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβίωσης οι οποίες μπορούν να επιφέρουν την πλήρη ή μερική σωματική καταστροφή της, δ) η λήψη μέτρων που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους αυτής της ομάδας και ε) η αναγκαστική μεταφορά παιδιών μιας τέτοιας ομάδας σε άλλη, όταν και μόνο όταν οι πράξεις αυτές έχουν ως πρόθεση την μερική ή ολική καταστροφή της ομάδας αυτής[2].

Το σημείο αυτό αξίζει να εξηγηθεί, διότι πολλοί (και νομικοί) υποπίπτουν στο σφάλμα να θεωρούν ότι κάποια από τις παραπάνω περιοριστικά αναφερόμενες πράξεις αποτελεί γενοκτονία αν γίνεται από πρόθεση. Η Σύμβαση δεν ορίζει έτσι. Δεν αρκεί ο φόνος π.χ. των μελών μιας ομάδας να γίνει από πρόθεση. Η πρόθεση πρέπει να είναι η εξόντωση της ομάδας.[3] Η γενοκτονία είναι έγκλημα που χαρακτηρίζεται από τον σκοπό του.[4] Για να γίνει κατανοητή η διαφορά στον μη νομικό θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα: Αν κάποιος δολοφονήσει κάποιον για να τον κληρονομήσει, ασφαλώς διαπράττει ανθρωποκτονία από πρόθεση. Σκοπός του όμως δεν είναι απλώς να δολοφονήσει, σκοπός του είναι να κληρονομήσει. Το αντίστοιχο της γενοκτονίας θα ήταν μια δολοφονία που γίνεται αποκλειστικά για να δολοφονηθεί ο άλλος, επειδή είναι αυτός που είναι. Αυτή είναι η ιδιαίτερη απαξία της γενοκτονίας[5], η οποία δίκαια χαρακτηρίστηκε ως το κατεξοχήν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας[6]. Από την Σύμβαση προκύπτει σαφώς ότι η υποκειμενική ποινική ευθύνη για το έγκλημα της γενοκτονίας ανήκει σε άτομα [7] και όχι σε κράτη.[8] Ένοχος γενοκτονίας δεν μπορεί να είναι το κράτος, αλλά τα φυσικά πρόσωπα, έστω και αν αυτά ενεργούσαν με την ιδιότητα του κρατικού οργάνου.

 

Β. Οι διωγμοί των Ελλήνων της Μικράς Ασίας

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στο διάστημα 1914 - 1922 (στο οποίο αναφέρεται ο ν. 2645/1998), οι Έλληνες κάτοικοι της Μικράς Ασίας υπέστησαν διωγμούς και ότι οι πράξεις εναντίον τους (φόνοι, εκτοπίσεις υπό συνθήκες που οδήγησαν πολλές φορές σε φυσική εξόντωση των εκτοπιζομένων) εμπίπτουν στις περιπτώσεις α και γ του άρθρου 2 της Σύμβασης για την Πρόληψη και την Καταστολή της Γενοκτονίας. Όπως όμως εκτέθηκε παραπάνω, για να χαρακτηριστούν οι διωγμοί αυτοί "γενοκτονία" πρέπει να αποδειχθεί ότι έγιναν με σκοπό την εξόντωση των μελών της εθνικής ομάδας των Ελλήνων και όχι για άλλους λόγους. Αν τα κίνητρα ήταν άλλα, τότε έχουμε βεβαίως εγκλήματα, αλλά όχι γενοκτονία. Η βιβλιογραφία (διεθνής και ελληνική) που αναφέρεται στην περίοδο είναι τεράστια, ενώ και το σύνολο των πηγών είναι δημοσιευμένο. Επιλέγω όμως να αναφερθώ μόνο σε κείμενα υπεράνω πάσης υποψίας, έτσι ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα την οποία κατά κόρον χρησιμοποιούν οι "υγιώς σκεπτόμενοι" συμπατριώτες μας, δηλαδή της συκοφάντησης οποιουδήποτε δεν συμφωνεί με την "επίσημη" ιστορία ως ανθέλληνα και πράκτορα, ακόμη και όταν αυτός παρουσιάζει τεκμηριωμένες θέσεις. Στην αποδεκτή λοιπόν (και ουσιαστικά "κρατική") Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[9]υπάρχει εκτενής αναφορά στους διωγμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Το χρονικό σημείο έναρξης των διωγμών τοποθετείται τον Μάιο του 1914, οπότε εκκενώθηκε η περιοχή απέναντι από τα επίμαχα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, προκειμένου να εγκατασταθούν Τούρκοι πρόσφυγες από τα εδάφη που έχασε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στους Βαλκανικούς Πολέμους, αλλά και για στρατιωτικούς λόγους. Η εκκένωση έγινε με την επιμονή και την καθοδήγηση του Γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς, ο οποίος από το 1913 είχε αναλάβει στρατιωτικός διοικητής της περιοχής, στα πλαίσια της συμμαχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα, πριν από τις μαζικές εκτοπίσεις είχε αναληφθεί ενορχηστρωμένη εκστρατεία ώστε το ελληνικό στοιχείο των περιοχών αυτών να εξαναγκαστεί σε εκούσια μετανάστευση. Χαρακτηριστικό είναι ότι αστικοί πληθυσμοί (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη) δεν διώχθηκαν, ενώ συμφωνήθηκε κατ΄ αρχήν με την Ελληνική Κυβέρνηση μερική ανταλλαγή πληθυσμών και συστήθηκε Μικτή Ελληνοτουρκική Επιτροπή για την ρύθμιση του θέματος των περιουσιών. Οι διωγμοί επεκτάθηκαν μετά την συμμαχική εκστρατεία στα Δαρδανέλια. Τους διωγμούς αυτούς οι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους αποδίδουν σε προσπάθεια αλλοίωσης της εθνολογικής σύστασης του Μικρασιατικού πληθυσμού, παρά σε αντίποινα (και βεβαίως καθόλου σε πρόθεση εξόντωσης της εθνικής ομάδας), ενώ τους συνδέουν με την διπλωματική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει κυρίως η Μεγάλη Βρετανία υποσχόμενη μικρασιατικά εδάφη στην Ελλάδα προκειμένου να βγει στον πόλεμο στο πλευρό της Entente. Στον Πόντο, όπου Ρωσικά στρατεύματα απειλούσαν Οθωμανικά εδάφη, οι διωγμοί υπήρξαν ιδιαίτερα βίαιοι. Όλα αυτά τα στοιχεία συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι σκοπός των διωγμών αυτών συνολικά δεν υπήρξε η φυσική ή βιολογική εξόντωση της ομάδας, αλλά η επίλυση του μειονοτικού προβλήματος και η πρόληψη της δημιουργίας ενός εσωτερικού μετώπου την στιγμή κατά την οποία το έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κινδύνευε από πολλές πλευρές. Στην διάρκεια της περιόδου αυτής (1914-1918) συνέβησαν πολλές επιβεβαιωμένες σφαγές και θάνατοι χιλιάδων ανθρώπων λόγω των συνθηκών στις οποίες υποβλήθηκαν κατά τις μετακινήσεις τους, ενώ επίσης σημειώθηκαν πολλές πράξεις αντεκδίκησης εις βάρος των Ελλήνων, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελληνοτουρκική σύγκρουση ήταν πολύ πρόσφατη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέφευγαν πρόσφυγες των Βαλκανικών Πολέμων. Εγκλήματα γενοκτονίας όμως μόνο κάποιες από αυτές τις πράξεις (και τούτο μόνο υπό παραδοχές ακόμη αναπόδεικτες, αλλά τουλάχιστον πιθανές) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, όπως αυτές των μαζικών εξοριών των ανδρών από 16-40 ετών στον Πόντο με την ταυτόχρονη εκτόπιση όλων των γυναικόπαιδων υπό συνθήκες που οδηγούσαν πράγματι και αποσκοπούσαν πιθανώς στην φυσική αλλά και βιολογική εξόντωση της ομάδας. Ότι οι διωγμοί απέβλεπαν στην αντιμετώπιση μειονοτικών προβλημάτων παρά σε κάτι άλλο επιβεβαιώνεται και από τον (επίσης υπεράνω πάσης υποψίας επί εσχάτη προδοσία) Σπ. Μαρκεζίνη,[10] ο οποίος σωστά αποδίδει μεγάλη σημασία στην επιρροή που είχε το δόγμα των εθνοτήτων και η αυτοδιάθεση στην διαμόρφωση της πολιτικής των Τούρκων, αφού εν όψει και των διακηρύξεων κυρίως του Αμερικανού Προέδρου Ουίλσον, η φυσική παρουσία εθνικών ομάδων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεμελίωνε εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της.

Μετά την περίοδο αυτή και την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων, επακολούθησε η κατοχή τμήματος της Μικράς Ασίας από τον Ελληνικό Στρατό. Στην ελληνική ιστοριογραφία συστηματικά αποσιωπάται η επονείδιστη δράση του την περίοδο αυτή. Και όμως οι πηγές είναι αδιάψευστες. Με την απόβαση των Ελλήνων στρατιωτών σημειώθηκαν έκτροπα εις βάρος αιχμαλώτων πολέμων και άμαχου τουρκικού πληθυσμού, τέτοιας έκτασης που ανάγκασαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο να παρέμβει με επείγον τηλεγράφημά του της 23.6/6.7.1919 προς τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Στο τηλεγράφημα αυτό χαρακτηρίζει ατίμωση του Ελληνικού Στρατού τα έκτροπα, ζητά την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων (τελικά εκτελέστηκαν εύζωνοι και πολίτες από στρατοδικείο που επιλήφθηκε) και προειδοποιεί ότι η συμπεριφορά του στρατού κατοχής (sic) θέτει σε κίνδυνο όλα τα κέρδη που με τόσο κόπο επιτεύχθηκαν. Λίγες μόνο εβδομάδες μετά την κατάληψη της Σμύρνης, η δράση του στρατού μας προκάλεσε την σύσταση Διασυμμαχικής Ανακριτικής Επιτροπής, η οποία κατέληξε σε εις βάρος μας πόρισμα.[11]

Ιδιαίτερα όμως μετά την ανάληψη του τυχοδιωκτικού επιθετικού πολέμου στα ενδότερα της Μικράς Ασίας, τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε ο Ελληνικός Στρατός κορυφώθηκαν. Για να προλάβω τους αφρούς που θα βγάλουν ορισμένοι και μόνο στο άκουσμα τέτοιας κατηγορίας εναντίον του ενδόξου ελληνικού στρατού, παραπέμπω κατευθείαν στην επίσημη πολεμική ιστορία της Ελλάδας:[12] Ο αντιστράτηγος Σπυρίδωνος, σε έκθεσή του δηλώνει ότι η συμπεριφορά των Ελλήνων στρατιωτών ήταν τέτοιας "αποκρουστικότητας" ώστε αδυνατεί να περιγράψει τις σκηνές και εκτιμά ότι στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού περιελήφθησαν "όντα ανθρώπινα στερούμενα ανθρώπινης συνειδήσεως).[13] Ο αντιστράτηγος Μπουλαλάς αναφέρει ότι οι στρατιώτες μας υποχωρούσαν «λεηλατούντες και πυρπολούντες χωρία, μη φεισθέντες δε ούτε της ιστορικής πόλεως Φιλαδελφείας»,[14] ενώ ο τότε συνταγματάρχης Παναγάκος μαρτυρά ότι οι στρατιώτες «πυρπολούντες οικίας, ανέμενον εις την εξώθυρα τους ενοίκους και αφ΄ ου τους ελήστευον, τους εφόνευον άνευ οίκτου».[15] Βιασμούς, λεηλασίες, βασανιστήρια, απάνθρωπους φόνους και συστηματικές πυρπολήσεις και δηώσεις δεκάδων τούρκικων χωριών από ελληνικής πλευράς βεβαιώνουν Έλληνες στρατιώτες, που μιλούν για "θυσία εις τον Θεόν Μολώχ", "αποθηρίωση" και "αποχαλίνωση κτηνωδών ενστίκτων". [16] Όταν ο  Ελληνικός Στρατός  αποχώρησε ποικιλότροπα ατιμασμένος από τη μικρά Ασία, «αφήνοντας στον ντόπιο πληθυσμό αναμνήσεις σκληρής κατοχής»,[17] παρέδωσε ταυτόχρονα το ελληνικό στοιχείο της Μικράς Ασίας στην εκδικητική μανία των Τούρκων. Πολλοί θα πουν ότι η θηριωδία που επακολούθησε ήταν πολλαπλάσια και μπορεί κανείς να συμφωνήσει χωρίς πρόβλημα γι΄ αυτό. Όποια όμως και όση και αν ήταν αυτή η θηριωδία, δεν μπορεί να εξηγηθεί αν θέλουμε να αγνοούμε τα όσα προηγήθηκαν.

Το οριστικό τέλος της παρουσίας του Ελληνισμού στην Μικρά Ασία ήλθε με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Μέτρο απάνθρωπο, τραγωδία, είναι όμως αστείο να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την θεμελίωση του εγκλήματος της γενοκτονίας. Ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, στο μέτρο που έγινε με τις ρυθμίσεις του Πρωτοκόλλου για την Υποχρεωτική Ανταλλαγή Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών, δεν είναι δυνατόν να εντάσσεται σε παρόμοιο προβληματισμό.

Αυτά έχοντας υπόψη οι ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Σταύρος Ανεστίδης, Ματούλα Κουρουπού και Ιωάννα Πετροπούλου δήλωσαν για το επίμαχο θέμα ότι τιμώντας την μνήμη των θυμάτων της Μικρασιατικής καταστροφής δεν θεωρούν ότι μπορεί να γίνει χρήση του όρου "γενοκτονία" σε επιστημονικό επίπεδο.[18] Με βάση αυτά τα ιστορικά δεδομένα διακεκριμένοι επιστήμονες, όπως ο Αλέξης Ηρακλείδης[19] και ο καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου του πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνης Μπρεδήμας[20] τάσσονται κατά της χρήσης του όρου γενοκτονία από τον ν. 2645/1998. Αυτά γνωρίζοντας οι ίδιοι οι πρόσφυγες μιλούν επί τόσες δεκαετίες για καταστροφή. Γιατί ο όρος καταστροφή ανταποκρίνεται πληρέστερα και με ακρίβεια στην τραγωδία του μικρασιατικού ελληνισμού. Κατορθώνει να περιγράψει τις ευθύνες των Τούρκων, χωρίς να παραγνωρίζει τις δικές μας.

Γ. Ο ν. 2645/1998

Εύλογα θα ισχυριζόταν κάποιος ότι όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν παρά μια επιστημονική (νομική και ιστορική) κρίση, ότι ο γράφων δεν κατέχει την εξ αποκαλύψεως αλήθεια και ότι μια άλλη προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίθετα συμπεράσματα. Ασφαλώς και αυτό είναι σωστό. Η ελευθερία της έκφρασης γνώμης και της επιστημονικής έρευνας προστατεύεται από τα άρθρα 14 και 16 του Συντάγματος και ο γράφων δεν διανοήθηκε ότι πρέπει να απαγορευθεί η αντίθετη άποψη. Άλλοι απαιτούν νομοθετική κατοχύρωση των απόψεών τους. Ποτέ δεν υποστηρίχθηκε από τους αντιδρώντες στον ν. 2645/1998 ότι ερευνητές, συγγραφείς ή ο οποιοσδήποτε πολίτης απαγορεύεται να χρησιμοποιεί τον όρο γενοκτονία. Αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι η ιστορία δεν μπορεί να οριστεί με νόμο και κυρίως ότι ο συγκεκριμένος νόμος προκαλεί προβλήματα και ακρωτηριάζει την εθνική μνήμη, την οποία δήθεν υπηρετεί, διότι:

Εγκλήματα γενοκτονίας πριν από το 1948 είναι όπως προεκτάθηκε αδύνατο να αποτελέσουν αντικείμενο ποινικής διαδικασίας. Γι΄ αυτό οι Αρμένιοι (τους οποίους επικαλούνται συστηματικά οι υποστηρικτές της νομοθετικής αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας) επιδίδονται σε μια τεράστια εκστρατεία προκειμένου να αναγνωριστεί ιστορικά ότι υπήρξαν θύματα εγκλήματος που έχει τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας. Στα κοινοβούλια ή σε άλλα όργανα που καταφεύγουν με το αίτημα αυτό, αναπτύσσονται επιχειρήματα, παρουσιάζονται στοιχεία και τα όργανα αυτά, λειτουργώντας ως οιονεί δικαστήρια, προβαίνουν (ή όχι) στην αναγνώριση του εγκλήματος. Στην περίπτωση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας καμιά τέτοια διαδικασία δεν ακολουθήθηκε. Η Βουλή δεν εξέτασε με αντικειμενικότητα και προσοχή το σύνολο των δεδομένων, ώστε η κρίση της (συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μ΄ αυτή) να είναι σεβαστή. Αντίθετα, παρασυρόμενη από συγκεκριμένη μερίδα πολιτικών, θεώρησε ως δεδομένο αυτό που είναι το ζητούμενο.

Από το παράδειγμα όμως των Αρμενίων δεν διδαχθήκαμε τίποτε ούτε επί της ουσίας. Οι Αρμένιοι, αντιλαμβανόμενοι ότι μια τέτοια αναγνώριση δεν έχει καμιά αξία αν την εξαγγείλουν οι ίδιοι, απευθύνονται σε τρίτους. Τότε μόνο η αναγνώριση έχει ηθική αξία και εχέγγυα αντικειμενικότητας. Πριν λοιπόν νομοθετήσει η Ελληνική Βουλή, έπρεπε να αναλογιστεί αν θα πειστούν και οι τρίτοι και αν είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε μια τέτοια διεθνή εκστρατεία. Και στοιχειώδης πολιτική σωφροσύνη επέβαλε να σκεφθούμε αν, ακόμη και αν εμείς είμαστε πεπεισμένοι ότι υπήρξε πράγματι γενοκτονία, υπάρχουν οι προϋποθέσεις και τα στοιχεία για να αναγνωριστεί από τους τρίτους. Αυτό δεν έγινε και ο κίνδυνος είναι προφανής: Να αρνηθούν οι πάντες να αναγνωρίσουν γενοκτονία. Να παραγραφούν εμμέσως τα εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, επειδή εμείς οι ίδιοι τους δώσαμε μη αποδεκτό από τους τρίτους χαρακτηρισμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι καταγγέλλοντες την "εθνική υποχώρηση" θεωρούν ότι η μη χρήση του όρου γενοκτονία αμφισβητεί τις θυσίες των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.[21] Δηλαδή, αν δεν ήταν γενοκτονία, δεν ήταν τίποτε. Και αν επομένως δεν επιβληθεί ο όρος "γενοκτονία", τότε δεν υπάρχουν εγκλήματα. Αντιλαμβάνονται άραγε τι διακυβεύουν οι υπερασπιστές του δόγματος "γενοκτονία ή τίποτε"; (Μάλλον δεν τους νοιάζει και θα κάνουν ότι κάνουν κάθε φορά που θέτουν μαξιμαλιστικούς στόχους του τύπου "όλα ή τίποτε". Μόλις εισπράξουμε το τίποτε, θα σφυρίξουν αδιάφορα και θα πάνε γι΄ άλλα, πιο "πατριωτικά".)

Η ενέργεια αυτή, προερχόμενη όχι από ιδιώτη, μη κυβερνητική οργάνωση, ερευνητικό ίδρυμα κλπ. αλλά από την ίδια την Βουλή, επηρεάζει άμεσα την εξωτερική πολιτική της χώρας. Πολλοί κατηγορούν για ραγιαδισμό την άποψη αυτή, διότι δήθεν όσοι ζητάμε να ληφθεί υπόψη η εξωτερική μας πολιτική και ιδιαίτερα η σημερινή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων υποκύπτουμε στις πιέσεις της Τουρκίας, εκφράζουμε την ελληνική ενδοτικότητα και τηρούμε στάση εθνικής αναξιοπρέπειας. Δικαίωμά τους αναφαίρετο να ασκούν κριτική και να χρησιμοποιούν ακόμη και βαρύτατους και οξείς χαρακτηρισμούς. Ας αναλογιστούν όμως αν οι ίδιοι είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια απόρριψη της διεθνούς κοινότητας, αν θεωρούν επωφελές για τα εθνικά συμφέροντα το άνοιγμα αυτήν την στιγμή ενός διαλόγου ο οποίος μόνο αποτέλεσμα θα έχει την παγίωση της άποψης στους τρίτους ότι Ελλάδα και Τουρκία χωρίζονται από αγεφύρωτο μίσος που έχει τις ρίζες του στα εκατέρωθεν εγκλήματα. Ας δεχθούν επιτέλους ότι και όσοι δεν συμφωνούν μαζί τους, αλλά αντίθετα προσβλέπουν σε μια βελτίωση των σχέσεών μας με την Τουρκία προκειμένου να ζήσουμε ειρηνικά, να χρησιμοποιήσουμε τους τεράστιους πόρους που σήμερα χρησιμοποιούνται για εξοπλισμούς για άλλους πιο χρήσιμους σκοπούς και να μην επαναληφθούν ποτέ γεγονότα όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, έχουν δικαίωμα να διακηρύσσουν την άποψή τους. Και αντί "ελλείψει επιχειρημάτων" να μιλούν συνεχώς για μειοδότες, ας θυμηθούν τα καλά που είδε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας από τους εθνικούς πλειοδότες της Κόκκινης Μηλιάς, οι οποίοι τελικά εκτελέστηκαν στο Γουδί ως προδότες (άδικα, ενώ ήταν απλώς ανίκανοι) κατόπιν της λαϊκής οργής.

Δ. Η εθνική αμνησία

Όμως, ούτε το νομικό, ούτε το πολιτικό ζήτημα είναι το σοβαρότερο στην διαμάχη για τον όρο γενοκτονία. Αυτό που κατά την γνώμη μου είναι το σοβαρότερο είναι η όλο και περισσότερο διαδιδόμενη άποψη ότι η ιστορία και η εθνική αυτογνωσία είναι ζήτημα νομοθεσίας και όχι ελευθερίας της συνείδησης και της έρευνας. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής, δεν αναζητούν την αλήθεια ερευνώντας, μελετώντας και προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν αντικειμενικότεροι. Επιχειρούν να ορίσουν την αλήθεια με νόμο και να καταστήσουν έτσι παράνομους όσους δεν συμφωνούν μαζί τους. Ζητούν δήθεν να μην ξεχάσουμε. Όταν όμως ορίζει κανείς με νόμο τι πρέπει να θυμόμαστε, πόσο βοηθά την αυτογνωσία μας; Πόσο τιμάται η μνήμη των θυμάτων της τραγωδίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού όταν περιορίζουμε τις ευθύνες στους αντιπάλους και παραγράφουμε έτσι τις ευθύνες της δικής μας πλευράς; Η μνήμη, η ιστορία και εν τέλει η αυτογνωσία είναι απαραίτητη για να μπορεί κανείς να κατανοήσει το παρελθόν του, να συνειδητοποιήσει το παρόν του και να διεκδικήσει έτσι καλύτερο μέλλον. Η θυσία του ελληνισμού της Μικράς Ασίας θα έχει νόημα, αν μας διδάξει για τα τραγικά μας λάθη. Η απαίτηση για την αναγνώριση των εγκλημάτων που έγιναν εις βάρος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων θα είναι ηθικά δικαιωμένη μόνον όταν αναγνωρίσουμε ότι και εμείς διαπράξαμε εγκλήματα.

Η επιλογή του όρου γενοκτονία, ακριβώς επειδή η γενοκτονία συμβολίζει το απόλυτο κακό, έχει ως στόχο να μεταθέσει το σύνολο των ευθυνών για την Μικρασιατική Καταστροφή στους Τούρκους. Προωθείται από τους εκφραστές μιας εθνικιστικής και λαϊκίστικης ιδεολογίας και δεν αποβλέπει στην αποκατάσταση της αλήθειας, αλλά στην απαγόρευση κάθε συζήτησης για τα σφάλματα μας, ακριβώς γιατί μια τέτοια συζήτηση θα καταδείξει ότι αυτή η συγκεκριμένη ιδεολογία ευθύνεται για πολλά δράματα στον τόπο αυτό.

Αν επιλέξουμε την καθιέρωση με νόμο μιας κολοβής αλήθειας, μιας αλήθειας που καλλιεργεί την πεποίθηση ότι εμείς για τίποτε δεν φταίμε και ότι αντίθετα οι άλλοι ευθύνονται για τα πάντα, οι άλλοι είναι τα κτήνη, οι βάρβαροι, τότε ακρωτηριάζουμε την εθνική μνήμη και θέτουμε τις προϋποθέσεις για νέες καταστροφές. Δικαιώνουμε τους υπαίτιους της τραγωδίας και τους εξουσιοδοτούμε να μας οδηγήσουν και σε άλλες. Και αντί να τιμήσουμε τη μνήμη των θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής, στερούμε από την θυσία τους κάθε νόημα.

Η εμμονή στον νομοθετικό καθορισμό του περιεχομένου της "εθνικής μνήμης" θα επιβεβαιώσει απλώς ότι ζούμε σε ημέρες εθνικής αμνησίας. Και όσοι παρανόμως πλέον θα ζητούν να θυμόμαστε, θα διώκονται για "διασπορά ψευδών ειδήσεων".

[1] ΦΕΚ Α΄ 250.

[2] άρθρο 2 της Σύμβασης.

[3] E. Zoller: La definition des crimes contre l' humanite, Journal du Droit International, 1993 p. 549.

[4] ιδ. Lemkin: Le crime de genocide, Revue du Droit International (Sottile) 1946.

[5] οπότε και για πρώτη φορά παρουσιάζεται ο όρος "έγκλημα κατά της ανθρωπότητας" στην κοινή Αγγλορωσσική Διακήρυξη της 28/3/1915.

[6] ιδ. H. Fein: Genocide Watch, New Haven, 1992.

[7] άρθρα 4-6 της Σύμβασης.

[8] ιδ. εκτενώς Π. Παπαδάτος: Το έγκλημα της γενοκτονίας, Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών, τ. ΚΓ΄ 1956, σσ. 133-140, 345-350.

[9] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΕ΄.

[10] Σπύρος Μαρκεζίνης: Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ. Δ΄.

[11] ιδ. Documents on British Foreign Policy (1919-1939), First ser., vol. II, pp. 237-258, London, F.O.

[12] Ιστορία του Γενικού Επιτελείου Στρατού: Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν 1919-1922, τ. Η΄, έκδοση ΓΕΣ.

[13] ό.π., σ. 253.

[14] ό.π., σ. 355.

[15] ο.π., σ. 697.

[16] ιδ. ενδεικτικά: Ν.Βασιλικός: Ημερολόγιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1992 και Χ. Πληζιώτης: Αναμνήσεις του μετώπου 1920-1921, εκδ. Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1991.

[17] Β. Θεοδωρόπουλος: Οι Τούρκοι και Εμείς, εκδ. Φυτράκη, Αθήνα.

[18] Η Αυγή, 18/2/2001.

[19] Τα Νέα, 8/3/2001.

[20] "Ήταν η μικρασιατική καταστροφή γενοκτονία;", Η Αυγή, 18/2/2001.

[21] ιδ. ενδεικτικά: Ελευθεροτυπία, 8-10/3/2001, Ελεύθερος Τύπος 8/3/2001.

[22] ιδ. παραπάνω. Αφηρημένα και γενικά μπορεί κάποιος να μιλήσει για γενοκτονία π.χ. από τους Τούρκους ή από τους Γερμανούς. Στο πλαίσιο όμως της Σύμβασης δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη σε Κράτος.

 

 

 

Αντύπας Καρίπογλου. Νομικός, πρώην πρόεδρος της Δράσης.

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά