Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Γέρασε!

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Γιάννης Γερ. Ζαπάντης Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
19 Σεπτεμβρίου, παραμονή εκλογών. Ο Αλέξης Τσίπρας με την εξαφανισμένη έως πρότινος Ρένα Δούρου συναντούν νέους στου Ψυρρή, για να πείσουν ότι έχουν διείσδυση στο συγκεκριμένο ηλικιακό τμήμα του εκλογικού σώματος. Όσο κι αν επικαλείται το νέο, όμως, ο νέος πρωθυπουργός αποδείχθηκε αντάξιος διάδοχος ενός αδέξιου, δυσκίνητου και, κυρίως, υστερόβουλου πολιτικού προσωπικού που μόνο μέλημά του είναι πώς θα επωφεληθεί το ίδιο. 19 Σεπτεμβρίου, παραμονή εκλογών. Ο Αλέξης Τσίπρας με την εξαφανισμένη έως πρότινος Ρένα Δούρου συναντούν νέους στου Ψυρρή, για να πείσουν ότι έχουν διείσδυση στο συγκεκριμένο ηλικιακό τμήμα του εκλογικού σώματος. Όσο κι αν επικαλείται το νέο, όμως, ο νέος πρωθυπουργός αποδείχθηκε αντάξιος διάδοχος ενός αδέξιου, δυσκίνητου και, κυρίως, υστερόβουλου πολιτικού προσωπικού που μόνο μέλημά του είναι πώς θα επωφεληθεί το ίδιο.

Ο Αλέξης Τσίπρας επέδειξε μηδαμινά αντισώματα στις βαριές και ανίατες ασθένειες των «φθαρμένων» παλιών πολιτικών. Ανέφικτες υποσχέσεις, κομματικός διχασμός, επαγγελματικά βολέματα συντρόφων, παλινωδίες, οπισθοχωρήσεις, πολιτική ασυνεννοησία, ταξίδια με κότερα, ακυρώσεις – αναβολές εξαγγελιών, ψευδείς ανακοινώσεις, αποπομπές συνεργατών. Σε τι λοιπόν διαφέρει απο το λεγόμενο παλιό; Σε ποια σημεία επιβεβαιώνεται το προβάδισμα ηθικής;

Ήταν Μάρτιος του 2015 και στο Μέγαρο Μαξίμου ο Αλέξης Τσίπρας σχολιάζει με τους συνεργάτες του τα αποτελέσματα δημοσκόπησης που τον φέρνουν με δημοτικότητα κοντά στο 70%. Στις επίμονες ερωτήσεις του τότε πρωθυπουργού για τους λόγους της υψηλής του δημοτικότητας η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Το εκλογικό σώμα αποστρέφεται τα παλιά κόμματα του πολιτικού συστήματος, ελπίζοντας σε κάτι νέο, διαφορετικό απο τις φθαρμένες ηγεσίες του παρελθόντος. Η ελληνική κοινωνία επέρριπτε τις ευθύνες σε συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα για την κρίση και την παρακμή του βιοτικού της επιπέδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, και προσωπικά ο τέως πρωθυπουργός, απολάμβανε τη λαϊκή ασυλία φαντάζοντας ως ιδανική λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας.

Όταν στις αρχές Ιουλίου ο τέως πρωθυπουργός συμβουλευόταν τους συνεργάτες του για το θέμα των εκλογών, οι παραινέσεις όλων ήταν να προσφύγει αμέσως στις κάλπες. Ήταν βέβαιο πως και ο ίδιος χρειαζόταν ένα ψυχολογικό restart που θα επιβεβαίωνε τη δυναμική του στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Η δημοτικότητα του Τσίπρα εξακολουθούσε να κινείται σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα, μεταξύ 55 και 60%, αν ανατρέξει κανείς στα γεγονότα που λάμβαναν χώρα. Η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν απολύτως βέβαιη πως εύκολα ή δύσκολα θα ήλεγχε το παιχνίδι. Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανιζόταν άφθαρτος, αμόλυντος και άσπιλος. Η στρατηγική που θα ακολουθούνταν, δεδομένη. Σε πρώτο πλάνο ο λαϊκός ηγέτης της Αριστεράς  που διαπραγματεύεται, είναι αποφασιστικός και διαφέρει απο τους αντιπάλους του, τους εκφραστές του «παλαιού» πολιτικού συστήματος.

Σε μία ρεαλιστική επαναπροσέγγιση του θέματος και στην ερώτηση αν ο ΣΥΡΙΖΑ

είχε δυνατότητα επιλογής κάποιας άλλης στρατηγικής, η απάντηση είναι ΟΧΙ. Επτά

μήνες μιας ατελέσφορης διαδικασίας διπραγματεύσεων με τους εταίρους δανειστές,

οδήγησαν τελικώς σε μία αποτυχημένη συμφωνία. Ήταν μια διακυβέρνηση με τεράστιες αδυναμίες και λάθη. Με έλλειψη ικανών στελεχών να διαχειριστούν βασικά προβλήματα της καθημερινότητας, όπως το μεταναστευτικό. Με παντελή απουσία λύσεων σε ανίατες ασθένειες του πολιτικού και κοινωνικού βίου (διαφθορά, φοροδιαφυγή, κομματικό κράτος). Με βεβαρημένους οικονομικούς δείκτες σε όλα τα επίπεδα και με δυσβάσταχτες ανατροπές εις βάρος της αγοράς και του κοινωνικού συνόλου (τραπεζική αργία). Τέλος, με απουσία σοβαρού πολιτικού λάθους απο την πλευρά της αντιπολίτευσης, η ύπαρξη κάποιας σοβαρής εναλλακτικής δυνατότητας στον τομέα της στρατηγικής επικοινωνίας ήταν παντελώς αδύνατη.

Παρ’ όλα αυτά, στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε η πεποίθηση πως, τελικώς, το άλογο κούρσας Τσίπρας θα επικρατούσε των αντιπάλων του, στηριζόμενη στην απαξίωση εκ μέρους  των πολιτών ότι είναι οι πολιτικοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτή τη κατάσταση. Φαίνεται όμως πως δεν είχαν υπολογίσει πολλές παραμέτρους που επιδρούν και διαμορφώνουν την κοινή γνώμη κατά την «εκλογίκευση» της εκλογική διαδικασίας.

Η προεκλογική περίοδος λειτουργεί καταλυτικά στην επαναξιολόγηση απο την πλευρά της κοινωνίας των δεδομένων που διαμορφώνονται στη πολιτική ζωή του τόπου, όπως για παράδειγμα το κίνητρο των εκλογών. Οι πολίτες γνωρίζουν τον επιβαρυντικό χαρακτήρα της εκλογικής διαδικασίας στην οικονομία. Όπως επίσης γνωρίζουν πως το πραγματικό κίνητρο του τέως πρωθυπουργού δεν ήταν η αποπομπή των διαφωνούντων, αλλά ο φόβος της φθοράς και των επερχόμενων πολιτικών εξελίξεων, ως αποτέλεσμα των δυσβάσταχτων οικονομικών μέτρων, που προβλέπει το νέο μνημόνιο.

Η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα και η απουσία ελπίδας για το μέλλον λειτουργούν στο υποσυνείδητο του εκλογικού σώματος. Ανέκαθεν, όμως, η κοινή γνώμη δεν αναγνώριζε υπαίτιους και υπεύθυνους κατά την περίοδο που συνέβαιναν δυσάρεστα γεγονότα στην ιστορία του τόπου. Οι πολίτες κρύβονται όταν συμβαίνουν αυτά, εντός των τειχών του μικρόκοσμού τους, με βασικό μέλημα να διαχειριστούν το πρόβλημα για λογαριασμό των δικών τους προσώπων, της οικογένειάς τους. Δεν έχουν την πολυτέλεια να στραφούν εναντίων αυτών που ευθύνονται για τη δυστυχία τους. Η κοινή γνώμη χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα ωρίμανσης που ακολουθεί αυτό της διαχείρησης και προσαρμογής στο πρόβλημα. Όταν όμως η ωρίμανση επιτευχθεί τότε οι εξελίξεις γίνονται απρόβλεπτες.

Έχουν περάσει ήδη δύο μήνες απο την έναρξη της τραπεζικής αργίας και τα ολέθρια αποτελέσματα είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της πολιτικής και των επιλογών Τσίπρα. Και πραγματικά δεν χρειάζεται καμία αντίπολίτευση και κανένας πολιτικός αντίπαλος του Αλέξη Τσίπρα για να τα αποδείξει. Οι αριθμοί δεν λοιδορούνται, δεν διαψεύδονται και δεν παραπλανούν. Είναι εδώ, επηρεάζουν τη ζωή μας και θα μένουν πάντα καταγεγραμμένοι για να θυμίζουν τις επιπτώσεις απο την επιπόλαιη και ασόβαρη διαχείρηση της «σκληρής διαπραγμάτευσης» και της τελικά, όπως αποδείχθηκε, «ανέντιμης συμφωνίας».

Συνεπώς θεωρείται παιδική αφέλεια να πιστεύει κάποιος πως η κοινωνία παραπλανάται, ξεχνά ή χειραγωγείται μέσα απο αιφνιδιαστικές διαδικασίες. Πόσο μάλλον όταν τίθεται μπροστά σε διλήμματα για τα οποία δεν τηρείται κανενός είδους αυταπόδεικτο επιχείρημα. Στο δίλημμα παλιό ή νέο που θέτει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στον ελληνικό λαό –και μάλιστα με βίαιο τρόπο– οι πολίτες μάλλον –όπως έδειχναν όλες οι δημοσκοπήσεις της προεκλογικής περιόδου– αισθάνονται αμήχανα.  Κι αυτό γιατί ακόμα και οι πιο φανατικοί υποστηρικτές τού «πρώτη φορά Αριστερά» δεν αισθάνονται σίγουροι για την απάντηση. Δυστυχώς, τα φίλτρα λογικής δεν ευνοούν την τοποθέτηση τέτοιου είδους διλημμάτων σε μία επιβαρημένη και ταλαιπωρημένη απο τα επτά έτη της κρίσης ελληνική κοινωνία.

Ο  ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας μπορούσαν να ισχυριστούν πως αποτελούν κάτι νέο και διαφορετικό στα πολιτικά πράγματα της χώρας μέχρι τις προηγούμενες εκλογές του Ιανουαρίου. Πριν κυβερνήσουν και αναλάβουν τα ηνία της χώρας. Μέχρι εκεί. Έκτοτε, και την περίοδο των επτά μηνών που ακολούθησε, η πολιτική γήρανση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν τάχιστη. Η αφομοίωσή του απο το παρωχημένο πολιτικό σύστημα κρίνεται μονοσήμαντη καθώς οι διαφορές του με το λεγόμενο «παλιό» αποτελούν πλέον και αποκλειστικά θέμα προεκλογικών τσιτάτων και ουχί αντικείμενο ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης και κατεύθυνσης.

Ο Αλέξης Τσίπρας επέδειξε μηδαμινά αντισώματα στις βαριές και ανίατες ασθένειες των «φθαρμένων» παλιών πολιτικών. Ανέφικτες υποσχέσεις, κομματικός διχασμός, επαγγελματικά βολέματα συντρόφων, παλινωδίες, οπισθοχωρήσεις, πολιτική ασυνεννοησία, ταξίδια με κότερα, ακυρώσεις – αναβολές εξαγγελιών, ψευδείς ανακοινώσεις, αποπομπές συνεργατών. Σε τι λοιπόν διαφέρει απο το λεγόμενο παλιό; Σε ποια σημεία επιβεβαιώνεται το προβάδισμα ηθικής; Μήπως στην τεχνική της ειλικρινούς έκφρασης των πολιτικών του λαθών; Μα ούτε και αυτό αποτελεί στοιχείο διαφοράς, καθώς όλοι θυμόμαστε τους παλιούς πολιτικούς ηγέτες της χώρας να απολογούνται  μονίμως στον δύστυχο ελληνικο λαό με την alltimeclassicέκφραση «κάναμε βεβαίως... και λάθη».

Το βέβαιο είναι πως τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και ο Τσίπρας έπαιξαν και έχασαν. Γύρισαν πλάτη στην πραγματικότητα και κρύφθηκαν πίσω απο τις ιδεοληψίες και τα κόμπλεξ της αντιπολιτευόμενης Αριστεράς. Απέφυγαν να προσαρμοστούν στις δύσκολες  συνθήκες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και υπερέβαλαν χωρίς συναίσθηση των πραγματικών δυναμεών τους ούτε διέθεταν γνλωση για τα μέσα που είχαν στη διάθεση τους. Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα στα πολιτικά πράγματα της χώρας θα δείξει αν θα αποφευχθεί η κομματική και προσωπική παρακμή. Ο τόπος έχει ανάγκη ευρύτερων συναινέσεων και πολιτικών συνεργασιών. Όσο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να απομακρύνεται απο αυτό το γεγονός, τόσο πιο κοντά βρίσκεται στις περιθωριακές λογικές και την επιστροφή στα πάλαι ποτέ αξέχαστα θρίλερ των εκλογικών βραδιών, για την είσοδό του στην ελληνική Βουλή.  

 

Γιάννης Γερ. Ζαπάντης. Επικοινωνιολόγος, με ειδίκευση στη στρατηγική πολιτικής επικοινωνίας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά