Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας από τη μητέρα της Νάντιας

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Λουκάς Ρινόπουλος Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου. Γελοιογραφία του Χρήστου Παπανίκου. Χρήστος Παπανίκος

H ελαφρότητα (;) με την οποία διαχειρίστηκε τη διαπραγμάτευση ο ΣΥΡΙΖΑ με οδηγεί στα εξής δύο εναλλακτικά συμπεράσματα: α) είτε η ηγετική ομάδα του όλο αυτό το διάστημα επέδειξε ασύγγνωστη πολιτική αφέλεια, με τα γνωστά αποτελέσματα, είτε β) στην ουσία έχει κρυφή ατζέντα, την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, και απλώς προετοιμάζει, βήμα-βήμα, τον λαό. Το δεύτερο δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι...

 

«Όποιος χαλάει κανέναν δεν βοηθάει»

                                                      Σερβικό γνωμικό

 

Τη Νάντια Βαλαβάνη τη συνάντησα στα αμφιθέατρα της ΑΣΟΕΕ μετά τη λεγόμενη μεταπολίτευση. Μου έδωσε την εντύπωση μιας πεπεισμένης κομμουνίστριας, αλλά διέκρινα και ένα ήθος, ίσως το μόνο που έχει μείνει σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δεν γνωρίζω τι την οδήγησε να εγκαταλείψει το ΚΚΕ, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι απόψεις της ουσιαστικά δεν άλλαξαν.

Έτσι, τα όσα δήλωσε σχετικά με τη μητέρα της είμαι έτοιμος να τα δεχτώ, όμως μου προκαλούν εντύπωση, κάτι με το οποίο θα ήθελα να ξεκινήσω την απόπειρά μου να εξηγήσω αυτά τα «περίεργα» που συμβαίνουν στις μέρες μας. Προφανώς, παρά τη μητρική αγάπη και εκτίμηση, που ιδιαίτερα στην Κρήτη έχει ιδιαίτερη ένταση, η Νάντια και το κόμμα της δεν έπεισαν τη μητέρα της για τη σοβαρότητα της διαπραγματευτικής στρατηγικής τους, η οποία, κατά τη γνώμη μου, λογικά σκεπτόμενη και, παρά την προχωρημένη ηλικία της, αναλογίστηκε τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι καταθέσεις της και έσπευσε έγκαιρα να τις αποσύρει.

Το ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, είναι προφανές. Αν η Νάντια και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσαν να πείσουν τη μητέρα της, πώς ήταν δυνατόν να μην άδειαζαν οι τράπεζες, όσα χρήματα και αν μας προμήθευε η ΕΚΤ; Ας δούμε, όμως, για μία ακόμη φορά, πώς φτάσαμε στο σημείο ακόμη και οι συγγενείς των υπουργών της κυβέρνησης να τρομοκρατούνται από τη διαπραγματευτική στρατηγική της. Θα επιχειρήσω να καταγράψω κάποια κοινά αποδεκτά γεγονότα και πραγματικότητες.

1. Το 2010 η τότε κυβέρνηση δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει το τεράστιο δημοσιοικονομικό και εμπορικό της έλλειμμα μέσω δανεισμού και βρέθηκε προ του εξής διλήμματος: α) να προχωρήσει σε χρεοκοπία ή β) να ζητήσει τη βοήθεια (όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις) του ΔΝΤ (και της Ευρωζώνης). Τρίτη λύση δεν υπήρχε (αυτό είναι σημαντικό, διότι όλη η αντιπαράθεση μεταξύ φιλο- και αντι-μνημονιακών από εκεί αρχίζει).

2. Στην πρώτη περίπτωση οι συνέπειες θα ήταν ανυπολόγιστες, διότι η χώρα αφ’ ενός δεν διαθέτει δικό της νόμισμα και αφ’ ετέρου το κύριο ποσό των οφειλών της είναι σε ιδιώτες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε περίπτωση χρεοκοπίας, και επιπλέον η οικονομία στηρίζεται σε υπέρμετρα ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να σημειώσουμε ότι την εποχή εκείνη ακόμη και ο Γιάνης τόνιζε την ανάγκη ύπαρξης ισοσκελισμένων προϋπολογισμών πριν να οδηγηθούμε σε στάση πληρωμών.

3. Η εξ ανάγκης, το τονίζω, υιοθέτηση της δεύτερης λύσης ήταν, εξ ορισμού, προβληματική, διότι η συνταγή του ΔΝΤ μέχρι τότε δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ σε πλούσια χώρα (30ή διεθνώς) και διότι η βοήθεια που θα προσέφεραν οι χώρες του ευρώ θα έπρεπε να εγκριθεί από τα κράτη-μέλη (κυβερνήσεις και Κοινοβούλια, σε κάποιες χώρες). Έτσι, για να εγκριθεί η χρηματοδότηση θα έπρεπε να έχει άμεσα και αποδεκτά αποτελέσματα.

4. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε λύσεις λιτότητας και μέτρα τα οποία συχνά δεν ελάμβαναν υπ’ όψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Είναι όμως επίσης βέβαιο ότι οι διάφορες κυβερνήσεις αγνόησαν τη σημαντική ανάγκη μεταρρυθμίσεων και διαρκώς τις ανέβαλαν, καταφεύγοντας συνήθως σε οριζόντια μέτρα. Όπως είναι αλήθεια ότι καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν παρουσίασε ποτέ ένα δικό της σχέδιο εξόδου από την κρίση, ένα σχέδιο που θα στηριζόταν σε κάποιες αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης ή που θα διέθετε κάποια, έστω, ψήγματα εναλλακτικής οικονομικής αποτελεσματικότητας σε σχέση με τις προτάσεις των εταίρων και δανειστών.

5. Το αποτέλεσμα του συνδυασμού λαθών εκ μέρους των εταίρων και δανειστών, αλλά, κυρίως, το τονίζω, της αδυναμίας ή αδιαφορίας των εκάστοτε κυβερνήσεων, καθώς και των λοιπών κοινωνικών και πολιτικών εταίρων (κόμματα, συνδικάτα – στην ουσία ΔΕΚΟ και ΑΔΕΔΥ) να αντιμετωπίσουν τις δραματικές περιστάσεις στις οποίες είχε περιέλθει η χώρα οδήγησαν στη μερική διάλυση της οικονομίας, αφήνοντας στο δρόμο εκατομμύρια άνεργους και προκαλώντας, ίσως και το χειρότερο, μια κοινωνική ρήξη, το μέγεθος της οποίας μόνο οι ερευνητές του μέλλοντος (κοινωνιολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, ψυχολόγοι κ.λπ.) θα μπορέσουν να αποτιμήσουν.

6.  Κουτσά στραβά κάποια από τα προβλήματα, κύριως τα οικονομικά, είχαν αρχίσει να αντιμετωπίζονται μέχρι το καλοκαίρι του 2014, όταν η κυβέρνηση Σαμαρά, εξαντλημένη και αβοήθητη, σήκωσε ψηλά τα χέρια και ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε, με ένα πολύ σαθρό –τα ίδια τα γεγονότα το επιβεβαίωσαν– αφήγημα να αποκαταστήσει τις αδικίες και τα λάθη.

Στο σημείο αυτό θα παραθέσω κάποιες σκέψεις σχετικά με τις γενικότερες τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και για τους έξι μήνες διακυβέρνησής του, αποφεύγοντας να σχολιάσω αχαρακτήριστες μεμονωμένες στάσεις και πρακτικές, άλλωστε γι’ αυτές έχει γίνει υπερβολικά μεγάλη συζήτηση, με σκοπό να «απολογηθώ» για την απολύτως αρνητική στάση μου απέναντι στην «πρώτη φορά Αριστερά».

1. Σε σχέση με τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψη του πρώτου και δεύτερου μνημονίου οφείλουμε να επικροτήσουμε τη στάση του ΓΑΠ (παρά τις μετέπειτα παλινωδίες του, αλλά και τις τεράστιες μέχρι τότε ευθύνες του κόμματός του για την οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η χώρα), που έσπευσε να προχωρήσει σε συμφωνία βοήθειας και να δώσει παράταση ζωής στη χώρα. Φαντάζεστε τι θα είχε συμβεί αν είχε επιδείξει τις χαοτικές διαδικασίες διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ; Επίσης, και την κυβέρνηση Παπαδήμου, για την απομείωση του χρέους. Και οι δύο περιπτώσεις αποτελούν ιδιαίτερα υπεύθυνες στάσεις που, δυστυχώς, πολλοί από εμάς  σύντομα τις λησμονήσαμε.

2. Πώς είναι δυνατόν να πάρει κανείς, ιδιαίτερα ένας διανοούμενος, όπως για παράδειγμα ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, στα σοβαρά μια Αριστερά η οποία άκριτα, χωρίς σοβαρά επιχειρήματα, δηλώνει ότι «θα σκίσει τα μνημόνια», ότι θα κάνει τις αγορές να «χορεύουν» κ.λπ.; Ποιο ήταν και παραμένει, ακόμη και τώρα, το ουσιαστικό πρόταγμά της; Έτσι δεν προκαλεί έκπληξη ο τρόμος του Κωνσταντίνου Τσουκαλά (σε τηλεοπτική του συνέντευξη την ώρα που ο Τσίπρας διαπραγματευόταν) για τις καταστροφικές συνέπειες της εξόδου από το ευρώ, όμως προκαλεί έκπληξη η διαπίστωσή του πως αυτό, τουλάχιστον, θα κάνει καλό στην Ευρώπη (ομολογώ ότι εκείνη τη στιγμή ήταν το μόνο που δεν με απασχολούσε).

3. Από την εποχή της λεγόμενης μεταπολίτευσης κύριο πρόταγμα της Αριστεράς από την οποία προήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο εκδημοκρατισμός του κράτους, των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, η διεύρυνση της δημοκρατίας. Τι έκανε για όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ στους έξι μήνες που κυβερνά; Για παράδειγμα, με τι κριτήρια διόρισε στελέχη σε όλες τις δημόσιες διευθυντικές θέσεις; Αυτή δεν είναι κυβερνώσα αλλά κρατικίστικη, μη δημοκρατική Αριστερά. Επίσης τι κάνει, για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ για να βοηθήσει τις χιλιάδες μεταναστών που εισρέουν στη χώρα; Μας ικανοποιεί ότι τους αφήνει να «λιάζονται»; Αυτή είναι ανάλγητη, πώς αλλιώς να την ονομάσω, Αριστερά.

4. Μια Αριστερά που επιθυμεί να κυβερνήσει δημοκρατικά, εντός της Ευρωζώνης, πρέπει να διαμορφώνει και εφαρμόζει ένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων και δημοκρατικών-εκσυγχρονιστικών πολιτικών, με στόχο τη δικαιότερη κατανομή των βαρών και των εισοδημάτων, και την αύξηση του πλούτου, διότι, δυστυχώς, δημοκρατία και φτώχεια είναι έννοιες ασύμβατες, και όχι να «μπλοφάρει» α-νόητα με λογικές του τύπου «υπάρχουν κι άλλοι να μας βοηθήσουν» (αρνούμαι να φανταστώ την πιθανότητα να ισχύουν όσα ανέφερε πρόσφατα η εφημ. Το Βήμα).

5. Μια πατριωτική και όχι πολιτικάντικη Αριστερά πρέπει να προστατεύει τα συμφέροντα του λαού, ιδιαίτερα των φτωχών, και όχι να οδηγεί τις κεφαλαιοποιημένες κρατικές –δηλαδή του λαού– τράπεζες σε αφανισμό, πρέπει να διασφαλίζει τις αποταμιεύσεις του λαού και όχι να οδηγεί στο εξευτελισμό των προηγούμενων εβδομάδων.

6. Πιστεύω ότι αυτούς τους έξι μήνες ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύτηκε με μια φτηνή δημαγωγική και, κυρίως, λαϊκίστικη λογική. Το αποκορύφωμα αυτής της στάσης ήταν οι α-νοησίες περί εκβιασμών και πραξικοπήματος. Ένα πραξικόπημα προετοιμάζεται και όφειλαν να το γνωρίζουν, όσο για τους εκβιασμούς –αν δεν τους γνώριζαν από τις διαπραγματεύσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων– γιατί δεν επέστρεψαν έγκαιρα προκειμένου να ενημερώσουν τον ελληνικό λαό και να του ζητήσουν τη γνώμη του μέσω δημοψηφίσματος, με μοναδικό έντιμο ερώτημα: «Θέλετε παραμονή στο ευρώ ή επιστροφή στο εθνικό νόμισμα;» Τόσο απλά και ειλικρινά.

Συμπερασματικά, η ελαφρότητα (;) με την οποία διαχειρίστηκε τη διαπραγμάτευση ο ΣΥΡΙΖΑ με οδηγεί στα εξής δύο εναλλακτικά συμπεράσματα: α) είτε η ηγετική ομάδα του όλο αυτό το διάστημα επέδειξε ασύγγνωστη πολιτική αφέλεια, με τα γνωστά αποτελέσματα, είτε β) στην ουσία έχει κρυφή ατζέντα, την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, και απλώς προετοιμάζει, βήμα-βήμα, τον λαό. Το δεύτερο δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι, όμως θέλω να θυμίσω σε όσους υποστηρίζουν μια τέτοια λύση ότι συνέπεια αυτού δεν θα είναι απλώς, εκτός των (πολλών) άλλων, η απομάκρυνση από την Ευρωζώνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσον αφορά το πρώτο, πιστεύω ότι, δυστυχώς, είναι σχεδόν αδύνατο ο ΣΥΡΙΖΑ να επιτύχει να μεταστρέψει την αφέλεια σε σοβαρότητα.

Θα τελειώσω με την ευχή το μάθημα της μητέρας της Νάντιας (μας το είχε πει χρόνια πριν και ο Κέυνς, τον οποίο όψιμα κάποιοι επικαλούνται κατά το δοκούν) να το μάθουν, έστω και τώρα, αυτοί που μας κυβερνούν, και παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο του σέρβου συγγραφέα Σλ. Σέλενιτς, Πατέρες και Προπάτορες (εκδ. Καστανιώτη, σ. 173), που αναφέρεται στη χώρα του, το οποίο πιστεύω ότι είναι πολύ επίκαιρο και διδακτικό και για εμάς:

Η πολιτική δεν είναι αιτία, είναι αποτέλεσμα των σημερινών ικανοτήτων του έθνους μας, ή των ανικανοτήτων του, της πολιτικής μας ανωριμότητας και των υπολειμμάτων της ανατολίτικης νοοτροπίας μας, που εμποδίζουν την πρόοδο σ’ έναν αιώνα μάλιστα όπου ο ανταγωνισμός στην Ευρώπη σαρώνει όλα τα ρεκόρ.

 

 

Λουκάς Ρινόπουλος. Εκδότης, πρώην Πρόεδρος Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου, ΣΕΒΑ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά