Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Ρέκβιεμ για μια υποτιθέμενη «Αριστερά» που ήθελε και δεν ήθελε να «αυτοκτονήσει»

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Αναστάσιος Κουκής Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στο Κοινοβούλιο αντιδικούν με συναδέλφους τους της ΝΔ. Είναι στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι όμως αριστεροί;; Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στο Κοινοβούλιο αντιδικούν με συναδέλφους τους της ΝΔ. Είναι στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι όμως αριστεροί;;

Σκέψεις με αφορμή τις τελευταίες καταστροφικές αναβιώσεις μιας «λούμπεν» Aριστεράς του Ευρωπαϊκού Νότου στον σύγχρονο μετα-μοντέρνο κόσμο

H κυβέρνηση της σημερινής Ελλάδας (ΣΥΡΙΖΑ), όπως αυτή λειτουργεί ήδη από τον Ιανουάριο του 2015, αποτελεί κατά τη δική μου θεώρηση και σύμφωνα με το έργο του Kαρλ Μαρξ και των θεωρητικών του μαρξισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού, μια «λούμπεν» (“lumpen”) Αριστερά – για να χρησιμοποιήσουμε έναν νεολογισμό κατ’ αναλογία προς την έννοια του «λούμπεν προλεταριάτου» (Lumpenproletariat), δηλαδή των εξαθλιωμένων κοινωνικών τάξεων που βρίσκονται πιο κάτω ακόμα και από την εργατική τάξη, όπως τόνισε ο Mαρξ. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αυτού του είδους η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι αναπόδραστα συνυφασμένη και συνεργαζόμενη με πολλά δεξιά (ΑΝΕΛ) στοιχεία και ενίοτε να έχει και την υποστήριξη ακροδεξιών στοιχείων (Χρυσή Αυγή), τα οποία εν τούτοις ενδέχεται κατ’ ευφημισμόν να αποδειχθούν, τελικά, πολύ πιο “συνεπή” από εκείνη ως προς τη δική τους στάση και κατεύθυνση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η κυβέρνηση, για τη συντριπτική νίκη της στο τελευταίο δημοψήφισμα που διοργάνωσε στις 5 Ιουλίου 2015, νίκη την οποία, όπως δείχνουν τα σχετικά στατιστικά στοιχεία, οφείλεται κατά μείζονα λόγο στην ψήφο ανέργων, φοιτητών, νοικοκυρών και φυλακισμένων και ελάχιστα σε εκείνη των παραγωγικών τάξεων του μεσαίου κοινωνικού-οικονομικού χώρου, δέχθηκε μόνο τα συγχαρητήρια εκ μέρους της Mαρίν Λε Πεν, του Φιντέλ Κάστρο και του Νικολάς Μαδούρο. Επρόκειτο, άλλωστε, για ένα δημοψήφισμα το οποίο, με έναν άδηλο αλλά βαθιά ύπουλο τρόπο, ενείχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας σημειολογίας δημοψηφίσματος ανάλογης με εκείνη που, όπως γνωρίζουμε, κατά πάγια τακτική χρησιμοποιούν είτε οι φασιστικές είτε οι λαϊκές δικτατορίες. Τούτο ήταν βέβαια δύσκολο να το διακρίνει κανείς, διότι, ευνοήθηκε και καλύφθηκε τόσο από τα απενεργοποιημένα ανακλαστικά των πολιτών ύστερα από χρόνια παρατεταμένης λιτότητας και μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο οι κλασικές-αστικές δημοκρατικές αξίες βαίνουν ολοένα και προς μεγαλύτερη παρακμή σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και –κυρίως– από την πολυδιάσπαση των σχέσεων και συμπεριφορών, τη ναρκισσιστική αυταρέσκεια, τον «λαμπερό» (glamorous) «τρόπο ζωής» (lifestyle), και την ικανοποίηση με το λίγο και το επιμέρους τα οποία έχει επιβάλει ως πρωτοποριακές αξίες η μεταμοντέρνα εποχή. Το να εκφωνεί κανένας δημαγωγικούς λόγους σε «αριστερή» βάση και μετά να τραβά φωτογραφίες selfies με εκπροσώπους μιας σκληροπυρηνικής Δεξιάς με την οποία συνεργάζεται είναι σίγουρα μια «λούμπεν» συμπεριφορά που μόνο στο πλαίσιο του μετα-μοντέρνου πολιτισμού μπορούμε να την διανοηθούμε και γι’ αυτό, αλίμονο, «καθαγιάζεται» από τον τελευταίο.

Ποια είναι τα βαθύτερα ιστορικά αίτια που οδήγησαν στην εμφάνιση αυτού του είδους αριστερότροπων αστερισμών με δεξιά στοιχεία στον σημερινό μεταμοντέρνο κόσμο του μεταβιομηχανικού πολιτισμού; Ένα ανάλογο πολιτικό μόρφωμα με τον ΣΥΡΙΖΑ, οι PODEMOS, λειτουργεί στην Ισπανία αλλά δεν έχει καταστεί, τουλάχιστον ακόμα, μια καθεστωτική «Αριστερά» (και εξ άλλου κρατιέται, προς το παρόν τουλάχιστο, μακριά από κάθε συμμαχία με δεξιές παρατάξεις). Η θεμελιώδης υπόθεση που από μια πρώτη προσέγγιση φαίνεται να απαντά στο ερώτημα αυτό, το οποίο διερευνούμε ήδη συστηματικά σε άλλο ειδικό άρθρο, μπορεί συνοπτικά μόνο να αναφερθεί εδώ: Αυτού του είδους οι «αριστεροί» πολιτικοί σχηματισμοί εκφράζουν το ανεστραμμένο μορφοείδωλο του ίδιου του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού τον οποίο και εξυπηρετούν με το να λειτουργούν ως «πυκνωτές» που ανακυκλώνουν με ψευδαισθητικό τρόπο τις ελπίδες των κατώτερων στρωμάτων του λαού τα οποία, στο πλαίσιο των μεταμοντέρνων οικονομιών, εξαθλιώνονται και των οποίων οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή θεωρούνται από μεταμοντέρνας πλευράς (η οποία στηρίζεται πλέον σε μετα-ιδεολογικές θεωρίες περί του τέλους των ιδεολογιών) απλώς «ιδεολογικά σκουπίδια».

Από την άποψη αυτή οι παραπάνω παρεφθαρμένες μορφές αριστερότροπης πολιτικής διεκδίκησης επιφέρουν μια ανεπανόρθωτη βλάβη στην ιδέα της Αριστεράς (και όχι στην αντικειμενική ύπαρξή της υπό τη μορφή κοινωνικού-πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος, διότι η τελευταία έχει προς το παρόν παρέλθει), ιδέα που από την ίδια τη ληξιαρχική πράξη γέννησής της ενέχει υψηλή ηθική βαρύτητα, η οποία και φαίνεται να χάνεται όταν ακόμα και η οργανωμένη Αριστερά, πολύ περισσότερο αν αυτή είναι μια «λούμπεν» Αριστερά, μεταβάλλεται σε καθεστωτική Αριστερά. Η καθεστωτική «Αριστερά» γνώρισε, ως γνωστόν, τη μεγαλύτερη και παταγώδη αποτυχία της, –η οποία συχνά συνυφάνθηκε με τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας–, υπό τη μορφή του υπαρκτού σοσιαλισμού, γεγονός που αποτέλεσε και τη θεμελιώδη αποτυχία των επιστημονικών προβλέψεων του Mαρξ. O Mαρξ, εάν το ήξερε, θα μπορούσε τελικά να αποδεχθεί ότι οι προγνώσεις του δεν επαληθεύτηκαν επιστημονικά. Ο «επιστημονικός σοσιαλισμός» εφαρμόσθηκε κυρίως σε μια φεουδαρχική λίγο-πολύ χώρα της εποχής όπως η Ρωσία και επεκτάθηκε σε ανάλογες χώρες, αντί να πραγματοποιηθεί σε μια εξελιγμένη βιομηχανική χώρα, όπως επί παραδείγματι η Γερμανία και η Αγγλία, ως αποτέλεσμα μιας αναμενόμενης υπερβολικής βιομηχανικής ανάπτυξης, όπως υπολόγιζαν ο Mαρξ από κοινού με τον Φρήντριχ Ένγκελς. Το επιστημονικό λάθος ήταν ότι με αυτόν τον τρόπο «υπερπηδήθηκε» ένα ολόκληρο ιστορικό στάδιο. Όμως αυτή είναι η φύση των επιστημονικών προγνώσεων: όχι μόνο να επαληθεύονται αλλά κυρίως και να διαψεύδονται.

Μόνο που ο ίδιος ο Mαρξ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να δεχθεί ότι το έργο του θα κινδύνευε να διαψευσθεί από την ύπαρξη και λειτουργία μιας «λούμπεν» Αριστεράς. Και εδώ που τα λέμε, το μαρξιστικό έργο δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να διαψευσθεί, απλώς γιατί ο Mαρξ, ως τέκνο του Διαφωτισμού και της επιστημονικής σκέψης, σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση να συγκροτήσει οποιαδήποτε επιστημονική υπόθεση και βέβαια να επιχειρήσει μια πρόβλεψη για μια τόσο «ανορθολογική» κατασκευή όπως μια «λούμπεν» Αριστερά. Κατά τον Mαρξ αλλά και για όσους σκέφτονται στη βάση του ειδικού ηθικού βάρους που έχει η ιδέα της Αριστεράς, τα «λούμπεν» κοινωνικά στρώματα ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, οι εργαζόμενοι των 400-700 ευρώ, έχουν ανάγκη από πολύ ιδιαίτερη μέριμνα, έτσι ώστε να μπορέσουν βαθμιαία να αναχθούν σε ανάλογο επίπεδο που θα τους επιτρέπει την «πολυτέλεια» να σκέπτονται (και ασφαλώς, ως συνέπεια αυτού, να αμφισβητούν) και όχι να ωθούνται ακόμα προς τα κάτω από κοινωνική-οικονομική και μορφωτική άποψη.Κι αυτό δεν μπορεί να το προσφέρει –το αντίθετο– ούτε ο μεταβιομηχανικός καπιταλισμός, ο οποίος δουλεύει στην κατεύθυνση του ολοένα και μεγαλύτερου ανοίγματος του χάσματος μεταξύ πολύ πλουσίων και πολύ φτωχών αποσαθρώνοντας ουσιαστικά τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις ούτε, κατά μια τραγική αντινομία, και τα σύγχρονα «λούμπεν» αριστερά (στην ουσία αριστερο-δεξιά) πολιτικά μορφώματα. Τα τελευταία, χωρίς να διαθέτουν καμία ισχυρή θεωρητική πυξίδα αλλά χρησιμοποιώντας ως «ρητορικό» ως επί το πλείστον όπλο μόνο την υποτιθέμενη προάσπιση των πλέον αδύναμων απλώς εκτονώνουν τους κραδασμούς που δημιουργούνται στην βάση των εξαθλιωμένων κοινωνικών τάξεων ανακυκλώνοντας την μιζέρια τους προς όφελος του μετα-καπιταλισμού στον οποίο συσσωρεύεται το χρήμα.

Σήμερα  που γράφονται αυτές οι γραμμές (13 Ιουλίου 2015) δεν μπορούμε ακόμα να ξέρουμε αν η παρούσα ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει να ματαιοπονεί προσπαθώντας να διαπλεύσει τους σκοπέλουςκαι τα άγνωστα νερά του σύγχρονου μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, πράγμα το οποίο εκ των πραγμάτων αυτή αναγκάζεται να κάνει με αναπόφευκτα αυτο-καταστροφικό τρόπο, εάν ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν, ή αν σκοπεύει να παραιτηθεί. Τα τελευταία νέα που έχουμε, ύστερα από δραματικές «διαπραγματεύσεις» της με την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση για πολλές ημέρες, είναι ότι η «αριστερή» κυβέρνηση της Ελλάδας, υπό την απειλή ενός grexit που την τελευταία στιγμή ήγειρε η Ευρώπη, αναγκάσθηκε ταπεινωμένη να συνθηκολογήσει και να αποδεχθεί ένα τρίτο Μνημόνιο (μετά από τα προηγούμενα δύο που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια στην χώρα), το οποίο είναι δέκα φορές βαρύτερο από τα προηγούμενα Μνημόνια τα οποία προσυπέγραφαν «δεξιές» ή «σοσιαλιστικές» κυβερνήσεις. Το Μνημόνιο αυτό, εκτός του ότι με τα συντριπτικά βαριά δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπει οδηγεί πλέον στην παντελή εξαθλίωση του «λούμπεν» προλεταριάτου και τα ταυτόχρονα στην βαθμιαία «προλεταριοποίηση»  των εργαζομένων του μεσαίου οικονομικού χώρου, ενεχυριάζει σχεδόν τη μισή δημόσια περιουσία ως εγγύηση για αποπληρωμή του εθνικού ελληνικού χρέους στο μέλλον.  Πραγματικά τέτοιου είδους αυτοκαταστροφικά μέτρα και δεσμεύσεις, τα οποία είναι η καλύτερη «τροφή» για τα δόντια της λαίλαπας του μετα-καπιταλισμού, μόνο μια «λούμπεν» Αριστερά θα μπορούσε να τα λάβει. Και το μόνο μέσο που διέθετε γι’ αυτό ήτανένας κλασικός, εξίσου «λούμπεν» τακτικισμός: Να ξεκινήσει από θέση «αδυνάμου» (δανειολήπτης)  μια οξεία αμφισβήτηση και πολεμική με καταιγιστικές και θολές εξυβριστικές συμπεριφορές εναντίον του «ισχυρού» (Ευρώπη, δανειστής), γνωρίζοντας από πριν ότι στο τέλος θα υποκύψει στις απαιτήσεις των δανειστών, αλλά χωρίς να φταίει, τουλάχιστον εντελώς. Μέσω της κατάλληλης προπαγάνδας στο φαντασιακό του λαού ως κυρίως φταίχτης θα καταγραφόταν σε μεγάλο βαθμό (μεγάλο όσο για να συντηρήσει σε ζωή και εξουσία την κυβέρνηση για ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα) ο ίδιος ο δανειστής. Από ψυχαναλυτικής πλευράς πρόκειται βέβαια για το φαινόμενο της προβλητικής ταύτισης όπως το ανέλυσε η MelanieKlein, στο πλαίσιο του οποίου το επιτιθέμενο υποκείμενο προβάλλει το φταίξιμο στο αντικείμενο της επίθεσης  καλώντας έτσι το τελευταίο να ταυτισθεί με το περιεχόμενο της προβολής.

Μολοντούτο, εφ’ όσον η κυβέρνηση φαίνεται να έχει επιλέξει την τάση για μία αυτοκαταστροφή, τούτο μπορεί τουλάχιστον να σημαίνει ότι αυτή διαθέτει ίσως (ακόμα) μια ηθική συνείδηση. Μπορούμε έτσι να υποθέσουμε, ως ύστατη παρηγοριά, ότι είναι ίσως αυτή η συνείδηση που την αναγκάζει να στρέφει εναντίον του εαυτού της και εναντίον του λαού τις ανυπέρβλητες ματαιώσεις που δέχεται από τις παγκόσμιες μεταμοντέρνες οικονομίες με το να αποδιαρθρώνει και τους τελευταίους εναπομείναντες πυλώνες της ελεύθερης οικονομικής παραγωγής στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπως η ελληνική στην οποία η οικονομική παραγωγή, και βέβαια αντίστοιχα το πολιτικό-κρατικό πλαίσιο που την υποβαστάζει, βρίσκονται ακόμα υπό ανάπτυξη μεταξύ προ-αστικών (πελατειακών) και αστικών αξιών και παραμέτρων. Αλλά βέβαια δεν ξέρουμε επίσης εάν η «αριστερή» αυτή κυβέρνηση έχει καν συναίσθηση του τι ακριβώς ήρθε να εκφράσει στην παγκόσμια ιστορική σκηνή. Θα χρειαστεί όμως με κάποιον τρόπο να το αποκωδικοποιήσει, παρ’ όλο που δεν είναι απαραίτητο οποιαδήποτε αποκωδικοποίηση να ακολουθεί γραμμές της ανάλυσης που προηγήθηκε. Μια τέτοια αποκωδικοποίηση είναι άκρως επιβεβλημένη, ακόμα και αν αυτή επιβάλλει την ίδια την παραίτηση μιας κυβέρνησης. Όπως θα έλεγε και ο «δάσκαλός» μου Αλμπέρ Καμύ, μια παραίτηση από κάτι ανέλπιδο είναι απαραίτητη όταν αυτή διανοίγει μια νέα δίοδο σε κάτι πραγματικά ελπιδοφόρο, και σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερη από μια «αυτοκτονία». Αλλά και από ψυχαναλυτικής πλευράς θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, όταν υφίσταται κανένας διαρκείς και ανεπανόρθωτες ματαιώσεις, αναγκάζεται να κινητοποιεί ολοένα και περισσότερο ψυχωτικές άμυνες (σχίσεις, διχασμούς, προβολές και προβλητικές ταυτίσεις, απόλυτο έλεγχο της σκέψης και των κινήσεων του άλλου, απάρνηση της πραγματικότητας και ψευδαισθητικό ιδεασμό κλπ.), όπως τις περιέγραψε κατά μείζονα λόγο η MelanieKlein, οι οποίες αρχικά, για να εκτονωθούν, στρέφονται προς τους άλλους, βαθμιαία όμως, από την ίδια τη φύση τους, επανέρχονται στον αποδέκτη και τον οδηγούν σε ψυχικό, κοινωνικό και ηθικό κατακερματισμό. Η «Αριστερά» του υπαρκτού σοσιαλισμού υπέστη αυτό το πράγμα σε ανυπέρβλητο βαθμό και οδηγήθηκε εκεί που όλοι γνωρίζουμε. Ίσως μάλιστα μια «λούμπεν» Αριστερά να κινδυνεύει περισσότερο από κάτι τέτοιο, γιατί, αν ταυτίζεται με τον εξαθλιωμένο (τον οποίο, όπως θα έλεγε και ο Ζακ Λακάν, πιο πολύ θα πρέπει να φαντάζεται ως εξαθλιωμένο παρά γνωρίζει πραγματικά ως τέτοιο), δεν έχει και τίποτα να χάσει με την αυτοκαταστροφή της .Εξάλλου, η αυτοκαταστροφή αυτή ενέχεται ήδη ως ενδογενής και, ώς ένα βαθμό, αυτοεπιδιωκόμενη διαδικασία στην ίδια τη ληξιαρχικής πράξη γέννησης της «λούμπεν» Αριστεράς. Η  «Αριστερά» αυτού του είδους αυτοκαταστρέφεται, αποδομώντας και τα τελευταία υπολέίμματα της Αριστεράς ως ιδέας, με το να μεταστρέφεται πολύ γρήγορα –και χωρίς καμιά ντροπή και, πολύ περισσότερο, ενοχή–, αμέσως μετά τον «συμβιβασμό» της με τις δυνάμεις του μετα-καπιταλισμού (για τον οποίο «συμβιβασμό» δεν φταίει η ίδια αλλά ο αδυσώπητος χαρακτήρας των εν λόγω δυνάμεων) σε ένα νέο κεντροδεξιό πολιτικό μόρφωμα το οποίο υποτίθεται ότι καλείται τώρα να εκφράσει τα δικαιώματα των μεσαίων τάξεων, τις οποίες βέβαια έχει ήδη καταστρέψει. Γι’ αυτό και είναι πάντα μέσα από τέτοιους  φαινομενικά περίπλοκους αλλά κατά βάση αφελείς πολιτικούς ελιγμούς που όχι μόνο η «λούμπεν» αλλά και κάθε καθεστωτική «αριστερά» μάχεται με νύχια και με δόντια να μην εγκαταλείψει την πολιτική της εξουσία.  Όπως θα ΄λεγε και ο Φρόυντ, το Υπερεγώ της «αριστερής» συνείδησης, έχοντας αναλώσει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του σε ενέργειες όπως οι παραπάνω, παρουσιάζεται σίγουρα τόσο συρρικνωμένο ώστε είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατο να εγείρει το απαιτούμενο ηθικό ανάστημα στις απαιτούμενες περιστάσεις (εάν μάλιστα δεν χρησιμοποιεί ακόμα και την έννοια του αναστήματος αυτού για πολιτικούς μαξιμαλισμούς).

Όπως και να είναι, φαίνεται ότι η Ααριστερή σκέψη, τουλάχιστον όπως την προδιέγραψε ο Mαρξ, κλείνει τον κύκλο της εντελώς μοιραία, μέσα από «λούμπεν» μορφώματα στην ιδέα των οποίων ο ίδιος o Mαρξ θα ανατρίχιαζε, μόνο και μόνο γιατί η εξαθλίωσή τους οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε ολοένα και χαμηλότερη κοινωνική συνείδηση και αυτοσυνείδηση, με αποτέλεσμα να γίνονται εύκολα αντικείμενο ιδεολογικής εξαπάτησης βλάπτοντας τελικά την ιδέα της ίδιας της Αριστεράς. Ότι στο τέλος του κύκλου αυτού περιλαμβάνεται κατά μείζονα λόγο και η εμφάνιση μιας «λούμπεν» Αριστεράς και μιας σχετικής κυβέρνησης σε ένα κράτος που κυριαρχούν σταθερά και αμετάβλητα από πολλές δεκαετίες προ-καπιταλιστικές μορφές παραγωγής και σχέσεων πολιτικής συμπεριφοράς εντάσσεται σίγουρα στην κατεύθυνση της σκέψης του Mαρξ ως προς τα αρνητικά «λούμπεν» παρεπόμενα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, μολονότι αυτό είναι κάτι που ο ίδιος απευχόταν, και ασφαλώς συνιστά μια ακόμη αποτυχία της σκέψης αυτής. Τούτο είναι βέβαια, πέραν των άλλων, λυπηρό, καθ’ ότιη Αριστερά θα άξιζε σίγουρα μιας καλύτερης μοίρας, και, ποιος ξέρει, μπορεί να έχει στο μέλλον μια καλύτερη μοίρα. Διότι η φύση της Αριστεράς είναι να είναι μια ιδέα, ένας τρόπος σκέπτεσθαι, που λάμπει διαρκώς διαστέλλοντας την ανθρώπινη ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η τραγωδία έγκειται στο γεγονός ότι η ιδέα αυτή, όταν γίνεται πολιτικό καθεστώς, μετατρέπεται, αυτόματα θα λέγαμε, στην καλύτερη των περιπτώσεων σε μαξιμαλισμό της συμφοράς. Και δεν έχουμε βρει ακόμα τον τρόπο με τον οποίο στην προκειμένη περίπτωση ιδέα και πράξη μπορούν να εναρμονισθούν, ίσως και να μην τον βρούμε ποτέ.

Το πιο σίγουρο όμως είναι –κι αυτό συνιστά όντως πραγματική ελπίδα– ότι στον πυρήνα της αριστερής σκέψης παραμένει αμετάβλητη η θεμελιώδης αρχή του Διαφωτισμού, την οποία ο ίδιος ο Mαρξ τόνιζε, προσυπέγραφε και άφηνε να καθοδηγηθεί από αυτήν, σύμφωνα με την οποία τίποτα δεν μπορεί να είναι υπεράνω της κριτικής σκέψης. Κάτι που οποιασδήποτε μορφής καθεστωτική «Αριστερά», όπως φαίνεται από τα μέχρι σήμερα ιστορικά παραδείγματα –τουλάχιστον τα παλαιότερα, γιατί για τα νεώτερα δεν έχουμε ακόμα επαρκή δείγματα– έχει διαγράψει από το λεξιλόγιο της και από το φάσμα του τρόπου με τον οποίο αυτή αντιλαμβάνεται και αξιολογεί τον κόσμο. Η φράση μιας δραστικότατης αφυπνιστικής παρότρυνσης (motto) όπως την εξέφρασε ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του Διαφωτισμού, o Immanuel Kant, εξακολουθεί να παραμένει όσο ποτέ επίκαιρη: “Sapere aude!” (“Να έχεις την τόλμη να χρησιμοποιείς το δική σου σκέψη!”) ή, σε μια πιο απλή γλώσσα, «ξύπνα, φίλε, βγες επιτέλους από το λήθαργό σου».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bourdin, J.-Cl. (2013). Marx et le lumpenprolétariat, Actuel Marx, 2 (54) : 39-55.

Camus, A. (1951). L’ home révolté. Paris: Gallimard

Freud, S. (1923b). The Ego and the Id. S.E., 19: 1-66. London: Hogarth.

Freud, S. (1924e). The loss of reality in neurosis and psychosis. S.E.,19:181-187. London: Hogarth

Κant, Imm. (1784). Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung? Berlinische Monatsschrift, 4: 481-494.

Klein, M. (1946). Notes on Some Schizoid Mechanisms. In: M. Klein, Envy and Gratitude and other Works 1946-1963 (2nd edn) (pp. 1-24). London: Vintage, 1997.

Lacan, J. (1994). Le Seminaire. Livre IV. La relation d’objet. Paris: Seuil.

Lacan, J. (1998). Le Séminaire. Livre V. Les formations de l’inconscient.Paris: Seuil.

Marx, K.& Engels, Fr. (1848). Manifest der Kommunistischen Partei. MEW,  Bd.4, 6.Aufl., s.459-493. Berlin: Dietz Verlag, 1977.

Marx, K. (1851/1852). Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte. MEW, Bd.8, 7. Aufl., s. 111-207. Berlin: Dietz Verlag, 1982.

Thoburn, N. (2002). Difference in Marx: the lumpenproletariat and the proletarian unnamable. EconomyandSociety, 31 (3): 434-460

.


*        Tο κείμενο αυτό αφιερώνεται ως ελάχιστος φόρος τιμής σε όλους τους διανοουμένους και τους ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους  του προηγούμενου αιώνα που είτε φιμώθηκαν είτε διώχθηκαν και θανατώθηκαν από τα καθεστώτα οποιασδήποτε ολοκληρωτικής Αριστεράς.

 

 

 


Αναστάσιος Κουκής. Διδάκτωρ φιλοσοφίας, είναι θεωρητικός, συγγραφέας, ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής και μουσικός.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά