Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Εξίσωση προς τα πάνω, όχι προς τα κάτω

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Μαρία Δόγια Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Ο υπουργός Παιδείας, καθηγητής Αριστείδης Μπαλτάς. Εισηγητής στην κυβέρνηση της έννοιας του εξισωτισμού. Ο υπουργός Παιδείας, καθηγητής Αριστείδης Μπαλτάς. Εισηγητής στην κυβέρνηση της έννοιας του εξισωτισμού.

Ο αντιευρωπαϊσμός που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία και πολιτική θεωρεί τους «Ευρωπαίους» ως υπαίτιους για όλα τα δεινά της χώρας μας και αντιτάσσει την « εθνική κυριαρχία» ενάντια στη σύμπλευσή μας με μια σειρά κοινών πολιτικών και κανόνων. Επιπροσθέτως, υποβοηθούμενος από τη μέχρι τώρα αναποτελεσματική αντιμετώπιση των οικονομικών ανισοτήτων που διογκώθηκαν στα χρόνια της κρίσης, παραγνωρίζει αφ’ ενός τη συμβολή της Ευρώπης σε μια σειρά κεκτημένων τα οποία θεωρούνται πλέον αυτονόητα, αφ’ ετέρου αγνοεί τις προοπτικές που δυνάμει συνοδεύουν τη συμμετοχή μας σε μια κοινή προσπάθεια που κύριο στόχο της αποτελεί η ειρηνική συνύπαρξη, η πρόοδος και η ευημερία. Δηλαδή, επί της ουσίας, η «εξίσωση» των συμβαλλόμενων κοινωνιών «προς τα πάνω».

 

Στην τελευταία τάξη του Γενικού Λυκείου Σοφάδων από το οποίο αποφοίτησα είχαμε την τύχη να διδασκόμαστε από ένα φιλόλογο «παλαιάς κοπής» με κλασική παιδεία κι άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας. Τούτες τις μέρες, με όλα όσα συμβαίνουν στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, ανατρέχω στην προτροπή που συνήθιζε να μας απευθύνει. «Εξίσωση προς τα πάνω και ουχί προς τα κάτω», μας έλεγε, και συμπλήρωνε ότι οφείλουμε συνεχώς να υπερβάλλουμε εαυτούς, να προοδεύουμε και να εξελισσόμαστε. Η προτροπή αυτή τότε μου φαινόταν απαράδεκτη και καταδικαστέα καθώς θεωρούσα ότι εμπεριέχει ελιτισμό στον οποίο όφειλα να αντισταθώ, προτάσσοντας ως αντεπιχείρημα την έννοια της ισότητας. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι η αντίδρασή μου εκείνη βασιζόταν σε μια λανθασμένη αντίληψη περί ισότητας, αλλά ταυτόχρονα και σε μια παρερμηνεία της προόδου όπως την περιέγραφε ο καθηγητής μου, την οποία εκλάμβανα ως υπαίτια για την ύπαρξη κοινωνικών ανισοτήτων. Έβαζα στην ουσία αρνητικό πρόσημο σε μια διαδικασία ατομικής και κοινωνικής εξέλιξης η οποία αφ’ ενός προϋποθέτει σοβαρή εργασία, αφ’ ετέρου είναι επίπονη καθώς τις περισσότερες φορές συνεπάγεται τη ρήξη με βεβαιότητες, αλλά και ιδεολογικές επιλογές.

Σκεπτόμενη λοιπόν αυτή τη ρήση σήμερα, αναλογίζομαι ότι με τη σειρά μας καλούμαστε τώρα ως κοινωνία να πάρουμε μια πολύ σημαντική απόφαση που θα σηματοδοτήσει το μέλλον μας. Η απόφαση αυτή έχει να κάνει με την πορεία που θα επιλέξουμε και πιο συγκεκριμένα, αν είμαστε διατεθειμένοι να πετάξουμε τα βαρίδια του παρελθόντος και να γίνουμε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία ή αν θα εξακολουθούμε να πορευόμαστε με εκείνες τις βεβαιότητες που εγκλωβίζουν κράτος και πολίτες σε νοοτροπίες του παρελθόντος. Γι' αυτό, εν προκειμένω, το πραγματικό δίλημμα που τίθεται την περίοδο αυτή δεν εστιάζει στα δημοσιονομικά μέτρα που θα κληθούμε να πάρουμε για να ξεπεράσουμε την κρίση, αλλά στις μεταρρυθμίσεις στις οποίες το κράτος πρέπει να προχωρήσει και στις καλές πρακτικές που οφείλουμε να υιοθετήσουμε για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες που θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη και στη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα σε πολίτες και κράτος. Υπό αυτή την έννοια, το θέμα εδώ είναι η απρόσκοπτη ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, η οποία όμως όπως φαίνεται συναντά με τη σειρά της αντιστάσεις που πηγάζουν από μια συγκεκριμένη εδραιωμένη στην ελληνική κοινωνία κοινωνική και πολιτική κουλτούρα, αλλά και σε ένα γενικευμένο κλίμα αντιευρωπαϊσμού.

Η κουλτούρα στην οποία αναφέρομαι δεν είναι κάτι νέο, καθώς διαμορφωνόταν αργά και σταθερά ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των χρόνων που η οικονομική κρίση δεν ήταν ορατή, όταν τη σταδιακή άνοδο του βιοτικού μας επιπέδου ακολούθησε η περίοδος της επίπλαστης ευημερίας. Βασικά χαρακτηριστικά της είναι η μη ανοχή στο διαφορετικό και ο φανατισμός, όπως αυτά εκφράστηκαν στον δημόσιο λόγο μέσα από τη ρητορική επίκλησης του συναισθήματος και του θυμικού. Στο πλαίσιο ενός συντηρητισμού που δεν ξεπεράστηκε ποτέ από την ελληνική κοινωνία ούτε αμφισβητήθηκε αποτελεσματικά από την ελληνική πολιτική, η ρητορική αυτή έθετε ως υπέρτατο στόχο τη διαφύλαξη των παραδοσιακών αξιών πάνω στις οποίες συγκροτείται η επικρατούσα εκδοχή της ελληνικής ταυτότητας, δηλαδή το εθνικό και το θρησκευτικό στοιχείο. Εκφάνσεις της κουλτούρας αυτής σε κοινωνικό επίπεδο ήταν οι συγκεντρώσεις για το Μακεδονικό, για τις ταυτότητες, αλλά και για την απόσυρση έργων τέχνης και παραστάσεων που προκαλούσαν το θρησκευτικό αίσθημα, οι οποίες στην ουσία αποτελούσαν ένα ιδιόμορφο συνονθύλευμα ιδεολογιών που έβρισκαν σημείο επαφής στα εθνικά ζητήματα που ένωναν σε συμβολικό επίπεδο το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών.

Η έλευση της οικονομικής κρίσης ανέδειξε σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο συμπεριφορές που επικροτούσαν και ενθάρρυναν τη βία και τη συλλήβδην απαξίωση ενός πολιτικού συστήματος που ήδη, σε καθοριστικό βαθμό, είχε «εξισωθεί προς τα κάτω». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι αγανακτισμένοι της πλατείας Συντάγματος, οι οποίοι μούντζωναν το ελληνικό Κοινοβούλιο, χαρακτήριζαν το υπάρχον καθεστώς «χούντα» και απαιτούσαν κρεμάλες και λαϊκά δικαστήρια. Άλλοι πάλι, τραμπούκιζαν λεκτικά πολιτικούς σε δημόσια θέα, καταφεύγοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στη χειροδικία. Οι στρεβλώσεις και οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος έγιναν αντικείμενο μικροπολιτικής προπαγάνδας για να φανατίσουν τους πολίτες και να δικαιολογήσουν την αποδοχή της βίας ως φαινόμενο της καθημερινότητας. Η ρητορική αυτή αποδείχτηκε «δίκοπο μαχαίρι», καθώς είχε τελικά αποτέλεσμα την παρείσφρηση ακραίων ιδεολογημάτων στο πολιτικό προσκήνιο.

Η κουλτούρα αυτή, όπως εξελίχθηκε στα χρόνια της κρίσης, οδήγησε στην αντικατάσταση του διαλόγου με τη δυσανεξία και την αποστροφή στη διαφορετική άποψη, έχοντας ως αποτέλεσμα το διαχωρισμό των πολιτών σε προδότες και μη ανάλογα με τη στάση τους απέναντι σε συγκεκριμένες πολιτικές διαχείρισης της κρίσης από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Παράλληλα, όσοι υιοθέτησαν αυτό το είδος της δημόσιας αντιπαράθεσης επιδόθηκαν πλέον στη στοχοποίηση δημόσιων προσώπων προερχόμενων από διάφορους χώρους, ακόμη και σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον συμπολιτών τους, με σαφή πρόθεση φίμωσης εκείνων οι οποίοι, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυρίως, εξέφραζαν μιαν άλλη άποψη. Οι πολιτικές διαφορές άρχισαν να μετατρέπονται σε διαφορές επί του προσωπικού, οδηγώντας σε προσβολές, κακόβουλα σχόλια και διάθεση κανιβαλισμού από εκείνους που παρουσίαζαν τους εαυτούς τους είτε ως «υπερασπιστές της Δημοκρατίας» είτε ως «υπερπατριώτες που μάχονται για τη σωτηρία του έθνους» και διατείνονταν ότι κατέχουν τη μία και μοναδική αλήθεια. Οι συμπεριφορές αυτές απέκτησαν ειδική σημασία και συμβολισμό και η απενοχοποίησή τους στη συνείδηση του κόσμου ολοκληρώθηκε όταν αυτές υιοθετήθηκαν από πρόσωπα με πολιτειακά αξιώματα.

Η πολεμική ρητορική που κυριάρχησε στον δημόσιο λόγο κατά την περίοδο της κρίσης, ακόμη κι από πολιτικούς χώρους ορμώμενους από εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικές αφετηρίες, δεν περιορίστηκε στην καταδίκη και απαξίωση του εγχώριου πολιτικού συστήματος, αλλά έθεσε υπό αμφισβήτηση την αναγκαιότητα της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως συνθήκη προόδου και ευημερίας. Στην ακραία έκφρασή του, ο ευρωσκεπτικισμός φαίνεται να μετουσιώνεται σε αντιευρωπαϊσμό. Ο αντιευρωπαϊσμός που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία και πολιτική θεωρεί τους «Ευρωπαίους» ως υπαίτιους για όλα τα δεινά της χώρας μας και αντιτάσσει την « εθνική κυριαρχία» ενάντια στη σύμπλευσή μας με μια σειρά κοινών πολιτικών και κανόνων. Επιπροσθέτως, υποβοηθούμενος από τη μέχρι τώρα αναποτελεσματική αντιμετώπιση των οικονομικών ανισοτήτων που διογκώθηκαν στα χρόνια της κρίσης, παραγνωρίζει αφ’ ενός τη συμβολή της Ευρώπης σε μια σειρά κεκτημένων τα οποία θεωρούνται πλέον αυτονόητα, αφ’ ετέρου αγνοεί τις προοπτικές που δυνάμει συνοδεύουν τη συμμετοχή μας σε μια κοινή προσπάθεια που κύριο στόχο της αποτελεί η ειρηνική συνύπαρξη, η πρόοδος και η ευημερία. Δηλαδή, επί της ουσίας, η «εξίσωση» των συμβαλλόμενων κοινωνιών «προς τα πάνω».

Επιστρέφοντας λοιπόν στο σημείο εκκίνησης των παραπάνω σκέψεων, δηλαδή στην προτροπή του καθηγητή μου για «εξίσωση προς τα πάνω και ουχί προς τα κάτω», διακρίνω ότι υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες –τηρουμένων των αναλογιών– μεταξύ της στρεβλής ερμηνείας που είχα αποδώσει ως μαθήτρια στα λόγια αυτά και του πώς όλα αυτά τα χρόνια, από τη μεταπολίτευση κι έπειτα, η ελληνική κοινωνία αντιλήφθηκε κι έκανε πράξη την ισότητα και την πρόοδο, με αποτέλεσμα τις δυσλειτουργίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε σήμερα σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Προφανώς το πρόβλημα εδώ δεν είναι εννοιολογικό, δεν έγκειται δηλαδή στο πως θα ορίσουμε τις έννοιες αυτές, αλλά σε τι πλαίσιο τελικά θα επιλέξουμε να εργαστούμε και ποιές αξίες θα ενστερνιστούμε. Αν λοιπόν θέλουμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας πραγματικής «εξίσωσης προς τα πάνω», οφείλουμε να αποκαταστήσουμε τις παρερμηνείες και τις στρεβλώσεις που μας οδήγησαν μέχρι εδώ. Πρωτίστως όμως οφείλουμε να συμφωνήσουμε σε ορισμένα προαπαιτούμενα που θα διασφαλίσουν την πρόοδο και την εξέλιξη της κοινωνίας μας, όπως είναι η παραμονή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και η αναγκαιότητα εναρμόνισής της με τους κανόνες και της αξίες της ενωμένης Ευρώπης. Και ίσως τότε, εκείνο το αρνητικό πρόσημο να γίνει επιτέλους θετικό.

 

Μαρία Δόγια. Κοινωνιολόγος.

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά