Τετάρτη, 08 Ιουλίου 2015

Μπανάλ εθνικισμός και ψευτοδιλήμματα

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Αλέξανδρος Κατσίγιαννης Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Το "περήφανο Όχι" κυματίζει, τρις μέρε πριν το δημοψήφισμα, στην πρόσοψη του υπουργείου Οικονομικών. Το "περήφανο Όχι" κυματίζει, τρις μέρε πριν το δημοψήφισμα, στην πρόσοψη του υπουργείου Οικονομικών.

Αδυνατούμε να δούμε τα πράγματα γι’ αυτό που είναι. Δηλαδή μια κυβέρνηση που αποχώρησε εσπευσμένα από τις διαπραγματεύσεις για να σώσει την εσωκομματική της σταθερότητα, καθώς καμία συμφωνία δεν μπορούσε να περάσει στο κοινοβούλιο, ενώ η διαπραγματευτική της στρατηγική αποδείχθηκε λανθασμένη και άκαρπη. Από την άλλη, η αντιπολίτευση έχει χάσει, δικαίως, την εμπιστοσύνη του κόσμου...

Όταν ο Michael Billig άρθρωνε λόγο για «μπανάλ» εθνικισμό στην ομώνυμη μελέτη του (Banal Nationalism, 1995), εξηγούσε ότι ο επιθετικός προσδιορισμός δεν χρησιμοποιούνταν με την έννοια του «άκακου» ή του «αβλαβή». «Στην περίπτωση των δυτικών εθνών-κρατών, ο μπανάλ εθνικισμός μόνο αθώος δεν είναι: αναπαράγει θεσμούς/μηχανισμούς (institutions) οι οποίοι κατέχουν βαρύ πολεμικό εξοπλισμό» (σ. 7), ξεκαθαρίζει ο ίδιος. Αυτός ο αβλαβής εθνικισμός εντοπίζεται σε αθώες, φαινομενικά, λειτουργίες. Στα καθ’ ημάς κρύβεται, για να φέρω μερικά παραδείγματα, στην ελληνική σημαία που ανεμίζει πάνω από τους μαθητές που λένε την προσευχή τους κάθε πρωί στο προαύλιο, κρύβεται εκεί που ο τουριστικός διαφημιστικός λόγος επικαλείται τη μοναδικότητα και την ανωτερότητα του ελληνικού τόπου, ίσως και να κρύβεται στον πιο αφελή λαογραφισμό. Κοινώς, ο μπανάλ εθνικισμός είναι ένας λανθάνων εθνικισμός που υποβόσκει σε ανυποψίαστες ρητορικές και είναι υλικοποιημένος σε απροσδόκητους χώρους· ένας λανθάνων εθνικισμός, ο οποίος, κατά τον Billig, μπορεί να ενεργοποιηθεί αμέσως σε περιβάλλον κρίσης και μπορεί μάλιστα να καταφύγει στον πολεμικό εξοπλισμό, τον οποίον αναπαράγει και αναπαριστά. Ευτυχώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο, ωστόσο, σε επίπεδο ρητορικής, ένα βήμα πριν δηλαδή, έχουμε ξεπεράσει κάθε προσδοκία.

Εξηγούμαι. Πριν κάμποσες μέρες η ελληνική κυβέρνηση προκήρυξε το περιβόητο δημοψήφισμα, εγκαταλείποντας αιφνίδια την ηρωική διαπραγμάτευση, την οποία επικαλούνταν σθεναρά το πρώτο πεντάμηνο της διακυβέρνησής της. Τότε εντατικοποιήθηκε –είχε ξεκινήσει από πριν– και κανονικοποιήθηκε μια ηρωική ρητορική: διαβάσαμε και ακούσαμε εκατοντάδες φορές τις λέξεις/φράσεις: «εθνική ταπείνωση», «εθνική αξιοπρέπεια», «πατριωτισμός», «υποτέλεια», «δουλικότητα», «γερμανοτσολιάς» και άλλα παρόμοια. Η επιλογή του ΟΧΙ συνδέθηκε, ακόμα και από ξένους δημοσιογράφους, με το ηρωικό «όχι» του Μεταξά, ενώ δεν έλειψαν και οι αναλογίες με το 1821. Από την άλλη, σύσσωμη σχεδόν (με εξαίρεση το ΚΚΕ) η παλαιοκομματική αντιπολίτευση (ακόμα και το νεοφώτιστο ΠΟΤΑΜΙ) έκανε λόγο για την αναγκαιότητα της εθνικής ενότητας, χωρίς να λείπουν οι αναφορές στην περιβόητη «εθνική αξιοπρέπεια». Άλλωστε και στις εκατέρωθεν συγκεντρώσεις υποστηρικτών του ΝΑΙ και του ΟΧΙ υπερίσχυσαν, αν δεν κάνω λάθος, οι ελληνικές σημαίες από τις ευρωπαϊκές ή τα πλακάτ. Όταν μάλιστα ξέσπασαν τα πανηγύρια, με την θριαμβευτική νίκη του ΟΧΙ, στην πλατεία Συντάγματος πολλοί χόρευαν syrtaki (και όχι συρτάκι), υιοθετώντας έτσι την τουριστική τυπολογία, ενώ δάκρυζαν από εθνική υπερηφάνεια. Μια αναγκαιότητα του εθνικά πληγωμένου –γιατί άραγε;– θυμικού που ξεσπάει λίγο πριν την ολοκληρωτική καταστροφή. Το ίδιο βράδυ οι δηλώσεις της αντιπολίτευσης, εν μέσω ανακατατάξεων, καλούσαν για εθνική συσπείρωση (ο Στ. Θεοδωράκης έκανε λόγο για «πατριωτική ενότητα»), ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχε καλλιεργηθεί μια (φευ!) εμφυλιοπολεμική ρητορική.

Αδυνατώ να γράψω εντελώς νηφάλια και χρησιμοποιώ αδέξια τους επιθετικούς προσδιορισμούς και διάφορα σχόλια. Είναι αχρείαστα, διότι τα γεγονότα αρκούν γι’ αυτό που θέλω να πω. Στο εντονότερο κρισιακό περιβάλλον που γνώρισε η Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση, η εθνικιστική και πατριωτική ρητορική ξεπετάχτηκε και κανονικοποιήθηκε με ευκολία και δυστυχώς κυριάρχησε ανενόχλητη. Έτσι συσκοτίστηκαν αίτια, αφορμές και ενδεχόμενες ερμηνείες συνεπειών, οι οποίες ακόμα δεν έχουν ξεδιπλωθεί ολοκληρωμένες. Περιττό να αναφερθεί κανείς στον ιδεολογικό χάρτη των κοινοβουλευτικών υποστηρικτών του ΟΧΙ. Η απαραίτητη, γι’ αυτές τις καταστάσεις, νηφαλιότητα απορροφήθηκε από την καθησυχαστικά ασαφή, κι ωστόσο επικίνδυνη, επίκληση για «εθνική ενότητα». Αδυνατούμε να δούμε τα πράγματα γι’ αυτό που είναι. Δηλαδή μια κυβέρνηση που αποχώρησε εσπευσμένα από τις διαπραγματεύσεις για να σώσει την εσωκομματική της σταθερότητα, καθώς καμία συμφωνία δεν μπορούσε να περάσει στο κοινοβούλιο, ενώ η διαπραγματευτική της στρατηγική αποδείχθηκε λανθασμένη και άκαρπη. Από την άλλη, η αντιπολίτευση έχει χάσει, δικαίως, την εμπιστοσύνη του κόσμου, ενώ το ίδιο το θυμικό του κόσμου δηλητηριάζεται και ενεργοποιείται καταστροφικά από ακραίες ρητορικές που ανατροφοδοτούνται και αναπαράγονται εκατέρωθεν. Σίγουρα και χοντρικά το δίλημμα είναι «Ευρώπη –ποια Ευρώπη όμως;– ή απομόνωση». Ωστόσο, εάν θέλουμε να μιλάμε για Ευρώπη το πιο ασφαλές θα ήταν να σκεφτόμαστε υπερεθνικά (supra-national) και γιατί όχι περισσότερο ουμανιστικά. Είναι φανερό ότι ζούμε σε μια χώρα πηγμένη σε μπανάλ εθνικιστικά σύμβολα, τα οποία μπορούν να ενεργοποιήσουν τον χειρότερό μας εαυτό. Και το κάνουν. Ίσως λοιπόν θα είναι καλύτερα, για αρχή, να σκεφτούμε όχι ελληνικά ή αντι-γερμανικά, αλλά ουσιωδώς Ευρωπαϊκά· δηλαδή υπερεθνικά.

 

 

Αλέξανδρος Κατσιγιάννης. Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας                

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά