Σάββατο, 04 Ιουλίου 2015

H αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ κι οι συγχύσεις περί δημοψηφίσματος

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Γιώργος Οικονόμου Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου, που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου, που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή Δημήτρης Χαντζόπουλος / Καθημερινή

 Πριν είναι πολύ αργά είναι φρόνιμο η κοινωνία να αντιδράσει στη προδιαγεγραμμένη καταστρεπτική πορεία, να δείξει εγρήγορση, να απαιτήσει πληροφόρηση και συμμετοχή, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, διοικητική αναδιάρθρωση, να αποκτήσει άλλο όραμα για το μέλλον, πρόταγμα κοινωνικό, πολιτικό, δημοκρατικό - όχι κομματικό, πελατειακό, λαϊκίστικο, εθνικιστικό και κρατικοδίαιτων κομματικών και συνδικαλιστικών αργόσχολων. Να μην αναθέτει πια σε επίδοξους σωτήρες και μαθητευόμενους μάγους το μέλλον της, διότι αποδείχθηκαν και θα αποδειχθούν όλοι ανίκανοι ή απατεώνες. 

Η αιφνιδιαστική προκήρυξη «δημοψηφίσματος» από την κυβέρνηση Αριστεράς-Ακροδεξιάς φανερώνει κατ’ αρχήν την αποτυχία και την ανικανότητά της, τις οποίες προσπαθεί να μεταβιβάσει με εκβιαστικό τρόπο στην κοινωνία. Προσπαθεί επίσης με δημαγωγικές εθνικιστικές και λαϊκιστικές ρητορείες να μεταβιβάσει τις ευθύνες αποκλειστικά στην Ε.Ε. και στο ΔΝΤ. Από τις μεγάλες ελλείψεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο ρεαλισμός, η πολιτική ικανότητα και ο καθορισμός στόχου.[1] Ήδη από τις ανεφάρμοστες προεκλογικές υποσχέσεις διαφάνηκε η ανικανότητά του που οδήγησε σε αδιέξοδο. Δύο ενδεχόμενα υπάρχουν γι’ αυτό: είτε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν γνώστης της πραγματικότητας πράγμα που σημαίνει πως είναι ανίκανη, είτε ήξερε την πραγματικότητα και ενσυνειδήτως υποσχέθηκε πράγματα που δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με σκοπό να κερδίσει τις εκλογές, πράγμα που σημαίνει πως είναι απατεώνας. Και στις δύο περιπτώσεις, είτε ανίκανη είτε απατεώνας, είναι επικίνδυνη.   

Επί πέντε μήνες στους κόλπους της  κυβερνώσας Αριστεράς οξύνονταν οι αντιθέσεις για τις ακολουθούμενες στρατηγικές και τακτικές, δημιουργώντας ένα κλίμα αστάθειας και αμφιβολίας. Οι αντιθετικές γνώμες και η κυβερνητική αδυναμία δημιουργούσαν σύγχυση τόσο στους ευρωπαίους όσο και στην κοινωνία. Ταυτοχρόνως το πρώην πασοκαριάτο άλωνε ξανά τον κυβερνητικό, διοικητικό και κρατικό μηχανισμό και οι ποικίλοι αρχηγίσκοι και ηγετίσκοι φλυαρούσαν ασυστόλως και ατερμόνως σε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και διαδίκτυο, συντηρώντας την αβεβαιότητα. Παρουσιάσθηκε  έτσι το πρωτοφανές φαινόμενο η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση να μην ασκείται από τον «φυσικό» φορέα της, αλλά από την μειοψηφία στο  εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, από ανερμάτιστες αριστερές πλατφόρμες και αποβάθρες που προπαγάνδιζαν τη ρήξη και την επάνοδο στη δραχμή. Οι περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ήταν απλώς το πέπλο για να καλύψει την αλήθεια από την κοινωνία, επί πέντε ολόκληρους μήνες.

Τελικώς επικράτησε η αδιάλλακτη κομματική μειοψηφία και βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στο αντιδημοκρατικό, τραγικό και γελοίο γεγονός η μειοψηφία της μειοψηφίας να σέρνει την κοινωνία και τη χώρα σε μία άτακτη πτώχευση με καταστροφικές ανυπολόγιστες συνέπειες. Το 34,3% του ΣΥΡΙΖΑ και το 4,7% των ΑΝΕΛ αποτελούν το 41% που αποφάσισε για το υπόλοιπο 59%. Το επιχείρημα που προέβαλαν συνεχώς οι κυβερνώντες ήταν πως έχουν την εντολή του 41% την οποία δεν μπορούσαν να προδώσουν, αλλά όμως συγκαλύπτεται το γεγονός ότι το υπόλοιπο πλειοψηφικό 59% δεν τους έδωσε τέτοια εντολή. Αν δε συνυπολογισθεί το γεγονός πως κάθε κυβέρνηση είναι θεωρητικώς κυβέρνηση όλης της κοινωνίας και όχι μόνο αυτών που την ψήφισαν, πως από το 41% δεν ήθελαν όλοι την έξοδο από την Ε.Ε. και την επάνοδο στη δραχμή, αλλά και το μεγάλο ποσοστό της αποχής (37%), τότε φαίνεται σε όλη της την μικρότητα η λανθασμένη μικροκομματική λογική της Αριστεράς-Ακροδεξιάς.   

Επί πέντε μήνες η κοινωνία υπέστη μία ασύστολη κυβερνητική προπαγάνδα, με τεράστια ψεύδη, τις επικοινωνιακές φλυαρίες του νάρκισσου υπουργού Οικονομικών, το φλερτ της προβληματικής προέδρου της Βουλής με τη Χρυσή Αυγή, τους εθνικισμούς, τις θρησκειοκαπηλείες και τα πανηγύρια του ψεκασμένου υπουργού Εθνικής Αμύνης, τον αριστερό και  ακροδεξιό λαϊκισμό, την δημαγωγία, την επάνοδο στην παλαιά ΕΡΤ, την ανασύσταση του πελατειακού κράτους ακόμα και λίγες ημέρες πριν από την Κυριακή του δημοψηφίσματος, τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τις αμφισβητούμενες πολιτικές ικανότητες και ηθικές προθέσεις αρκετών υπουργών. Όλα αυτά για να κρύψουν οι κυβερνώντες την ανικανότητά τους, την απουσία οραμάτων και την έλλειψη στρατηγικού σχεδίου και σχεδιασμού. Όλα αυτά κατέληξαν σε αδιέξοδο το οποίο οδήγησε την κυβέρνηση στον πανικό και στην καταστρεπτική ενέργεια κήρυξης βιαστικού και εκβιαστικού δημοψηφίσματος.

 Από την άλλη παρουσιάσθηκε το δημοψήφισμα  ως αμεσοδημοκρατικός ή δημοκρατικός θεσμός, από αρκετούς, ακόμη και από τον πρόεδρο της χώρας, την πρόεδρο της Βουλής και τον πρωθυπουργό, δημιουργώντας σύγχυση στην κοινωνία. Αυτό δηλώνει το μέγεθος της αγνοίας τους ή της δημαγωγίας τους, διότι το δημοψήφισμα δεν είναι δημοκρατικός θεσμός, αλλά κοινοβουλευτικός. Δημοκρατία σημαίνει πως αποφασίζει η κοινωνία για όλα τα ουσιαστικά ζητήματα, όχι μόνο για ένα ζήτημα και όχι κάθε σαράντα χρόνια, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα και με διαδικασίες που καθορίζονται σαφώς από τον νόμο. Η άμεση δημοκρατία, δηλαδή η δημοκρατία, δεν έχει δημοψηφίσματα, αλλά τακτικές και έκτακτες συνελεύσεις των πολιτών, οι  οποίοι συμμετέχουν άμεσα, διαβουλεύονται, συζητούν, εκθέτουν τις απόψεις τους, επιχειρηματολογούν ελεύθερα, με ισότητα, παρρησία, ισηγορία και στο τέλος αποφασίζουν.  Έτσι γινόταν στην αθηναϊκή δημοκρατία.

Δημοψηφίσματα υπήρχαν κάποιες φορές στις αρχαίες ολιγαρχικές πόλεις λ.χ. στην Σπάρτη. Ως γνωστόν, στη Σπάρτη την εξουσία υπό όλες τις μορφές της ασκούσαν δύο σώματα: πρώτον, η γερουσία των είκοσι οκτώ γερόντων που συμπεριελάμβανε και τους δύο κληρονομικούς βασιλείς και δεύτερον, οι πέντε έφοροι, εκλεγμένοι από την απέλλα. Όταν οι βασιλείς και οι έφοροι δεν συμφωνούσαν σε ένα ζήτημα κατέφευγαν στην απέλλα και ζητούσαν να ψηφίσει αυτή με ένα ναι ή ένα όχι, χωρίς προηγούμενη συζήτηση και επιχειρηματολογίες. Τέτοιο παράδειγμα έχουμε λ.χ. πριν την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου: όταν ο σπαρτιάτης βασιλεύς και ο έφορος διεφώνησαν για το αν πρέπει να ξεκινήσει πόλεμος με την Αθήνα, κατέφυγαν στην απέλλα και αυτή με πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ του πολέμου.                  

Τα πολιτεύματα εντός των οποίων ζούμε δεν είναι δημοκρατικά, είναι αντιπροσωπευτικές ολιγαρχίες και έχουν εντάξει στα συντάγματά τους και το δημοψήφισμα, το οποίο είναι ένα εργαλείο που μπορούν να το χρησιμοποιούν κατά το δοκούν οι κυβερνήσεις για τους δικούς τους σκοπούς, όπως έγινε με την απόπειρα του Γ. Α. Παπανδρέου και τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Φυσικά έγινε με αυταρχικό τρόπο και από τους εθνικολαϊκιστές ηγέτες της Λατινικής Αμερικής.

Το δημοψήφισμα που προκηρύχθηκε δεν είναι ομαλό και κανονικό. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κανείς συνταγματολόγος για να το καταλάβει αυτό: μέσα σε πέντε ημέρες, σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, χωρίς τον απαιτούμενο χρόνο για την ενημέρωση και πληροφόρηση των ανθρώπων για τις συνέπειες του ΝΑΙ και του ΟΧΙ, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, με χρεοκοπημένη χώρα και υπό την απειλή της άτακτης πτώχευσης, με κλειστές τράπεζες, ουρές στα ΑΤΜ και εγκλωβισμό των ψηφοφόρων σε ψευδή διλήμματα, δεν μπορεί να γίνει ομαλό δημοψήφισμα. Είναι μάλλον κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, πιστόλι στον κρόταφο. Είναι ο τρόπος για να καταστραφεί εντελώς η οικονομία και η χώρα και έτσι οι κυβερνώντες να μπορούν να εξουσιάζουν μία λεηλατημένη, απληροφόρητη, φοβισμένη, τρομοκρατημένη και σε πλήρη ένδεια κοινωνία. 

Ομαλό δημοψήφισμα διενεργείται υπό ομαλές συνθήκες και κανονικές διαδικασίες. Κυρίως όμως απαιτείται αρκετός χρόνος για να πληροφορηθεί και να ενημερωθεί αρκούντως η κοινωνία για τα πραγματικά διακυβεύματα του ερωτήματος. Τέτοια δημοψηφίσματα διενεργούνται σε άλλες χώρες και ιδίως στην Ελβετία.[2] Από την άλλη λείπει η νομοθέτηση δημοψηφισμάτων με πρωτοβουλία της κοινωνίας από τα κάτω. Η παρούσα κυβέρνηση είχε όλον τον χρόνο τους προηγούμενους πέντε μήνες να διενεργήσει ένα ομαλό δημοψήφισμα και με ουσιαστικά σαφή ερωτήματα, όπως «Ευρώ ή δραχμή;», και όχι όπως αυτό με ασαφή και κρυπτικά διλήμματα.

Έχει κανείς την αίσθηση ότι έτσι παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος που λέγεται ελληνική χρεοκοπία. Το μείζον πρόβλημα όμως είναι η κοινωνία η οποία πάντα εκ των υστέρων βλέπει τα αδιέξοδα και στρέφεται διαδοχικώς σε κάποιους άλλους «σωτήρες», φανερώνοντας έτσι αυτοκτονική συμπεριφορά. Ενώ επί τριάντα έξη έτη ανέθετε το μέλλον της εναλλάξ στα δύο κόμματα του Κέντρου και της Δεξιάς που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία, ενώ μετά το ξέσπασμα της το 2010 επί πέντε έτη επέμενε να αναθέτει την διακυβέρνηση στα ίδια ένοχα κόμματα, ανακάλυψε ξαφνικά την Αριστερά όταν η χώρα βρισκόταν στην καταστροφή. Είναι κατανοητή η ανάγκη της κοινωνίας να δοκιμάσει πρώτη φορά την Αριστερά στην κυβέρνηση, όμως αυτή οδήγησε σε αδιέξοδα, αποτυχία και καταστροφή.

Θα πρέπει επί τέλους η κοινωνία να απαλλαγεί από τις δεξιές κεντρώες και αριστερές φαντασιώσεις και να βρει τον δικό της δρόμο, το χαμένο της πρόσωπο, και πρωτίστως να καταλάβει πως έχει μεγάλες ευθύνες. Ο Καστοριάδης έλεγε το 1994 πως «ο ελληνικός λαός – όπως και κάθε λαός άλλωστε - είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι, υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα». Το πρόβλημα δηλαδή είναι και κοινωνικό.

Αυτό που ζούμε σήμερα οφείλεται στην αποτυχία του πολιτικού συστήματος είτε υπό δεξιά, κεντρώα είτε υπό αριστερή μορφή. Το μέγιστο πολιτικό πρόβλημα είναι λοιπόν το εγχώριο ολιγαρχικό, κομματοκρατικό, πελατειακό, διεφθαρμένο, ανίκανο σύστημα και όχι μόνο οι «κακοί» ξένοι. Ο χρόνος είναι πολύτιμος, η αναμονή είναι πολυτέλεια. Πριν είναι πολύ αργά είναι φρόνιμο η κοινωνία να αντιδράσει στη προδιαγεγραμμένη καταστρεπτική πορεία, να δείξει εγρήγορση, να απαιτήσει πληροφόρηση και συμμετοχή, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, διοικητική αναδιάρθρωση, να αποκτήσει άλλο όραμα για το μέλλον, πρόταγμα κοινωνικό, πολιτικό, δημοκρατικό - όχι κομματικό, πελατειακό, λαϊκίστικο, εθνικιστικό και κρατικοδίαιτων κομματικών και συνδικαλιστικών αργόσχολων. Να μην αναθέτει πια σε επίδοξους σωτήρες και μαθητευόμενους μάγους το μέλλον της, διότι αποδείχθηκαν και θα αποδειχθούν όλοι ανίκανοι ή απατεώνες.  Η μοίρα της κοινωνίας  δεν είναι η παρακμή και η δουλεία.


[1] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Τα αδιέξοδα του ΣΥΡΙΖΑ», TheBooksJournal, τχ. 25, Νοέμβριος 2012, διαθέσιμο στο oikonomouyorgos.blogspot.com. 

[2] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, Αθήνα, 2014, σ. 74 κ.ε.

 

 

Γιώργος Οικονόμου. Δρ. Φιλοσοφίας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά