Σάββατο, 04 Ιουλίου 2015

Η αρχή της προφύλαξης και οι επιλογές μας της Κυριακής

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Γιώργος Κανέλλης Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only

 

Πόση διαπραγματευτική ισχύ έχει μια πλευρά, που λέει, χωρίς να ρωτήσει την άλλη, ότι θα κάνει συμφωνία σε 48 ώρες και που, όπως είπαμε, είναι στη μέγγενη της παντελούς έλλειψης ρευστότητας; Πόσο διαπραγματευτικά ανίκανος θα ήταν κάποιος που θα υποχωρούσε  έστω λίγο σε κάποιον που γνωρίζει (1) ότι καίγεται για συμφωνία αλλιώς καταρρέει και (2) έρχεται με ένα εχθρικό αποτέλεσμα στο τσεπάκι;

 

Μια από τις πιο προχωρημένες διεθνείς, ιδιαίτερα μάλιστα ευρωπαϊκές, κατακτήσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας είναι η αρχή της προφύλαξης (precautionary principle). Αποτελεί σοβαρή πρόοδο σε σχέση με την αρχή της πρόληψης, η οποία συνίσταται στην λήψη μέτρων για την αποτροπή γνωστών και τεκμηριωμένων πιθανών απειλών.

 Η αρχή της προφύλαξης όμως, επιτάσσει την λήψη μέτρων όχι μόνο έναντι κινδύνων για τους οποίους υπάρχει τεκμηριωμένη με βάση την εμπειρία και την επιστήμη σχέση αιτίας – αποτελέσματος, αλλά και έναντι δραστηριοτήτων για τις οποίες η σχέση αυτή δεν έχει ακόμη με βεβαιότητα τεκμηριωθεί, αλλά πιθανολογείται βάσει ενδείξεων.  Η Διάσκεψη για τη Γη και την βιώσιμη ανάπτυξη που έγινε στο Ρίο της Βραζιλίας το 1992, προώθησε σοβαρά την  ευρεία διεθνή εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης υιοθετώντας την στην Agenda 21 (Αρχή 15). Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, μια χώρα ή Ένωση χωρών μπορούν να απαγορεύσουν ένα χημικό προϊόν αν κρίνουν ότι υπάρχουν ενδείξεις και μόνο για την επέλευση μη αντιστρεπτών βλαβών στο περιβάλλον ή την υγεία από την χρήση του.

Πως πρέπει να αναλυθεί το δίλημμα του δημοψηφίσματος της Κυριακής 5 Ιουλίου υπό το φώς της αρχής της προφύλαξης;

Ας δούμε βασικά δεδομένα σχετικά με αυτό που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Το ερώτημα που επισήμως τίθεται στους πολίτες είναι αν εγκρίνουν ή όχι ένα σχέδιο συμφωνίας χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας έναντι όρων, κύριος στόχος των οποίων ήταν η αξιόπιστη ισοσκέλιση του τρέχοντος και των επομένων ελληνικών προϋπολογισμών. Το σχέδιο ήταν  μέχρι την Παρασκευή 26 Ιουνίου στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης ελληνικής κυβέρνησης και των τριών θεσμών και πλησίαζε στην ολοκλήρωσή της, μέχρι τη στιγμή της απόσυρσης των ελλήνων διαπραγματευτών.

Το γεγονός ότι του υπό εξέλιξη αυτού σχεδίου είχε προηγηθεί ελληνική υπογεγραμμένη από τον Πρωθυπουργό Τσίπρα πρόταση,  είναι σημαντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Το γεγονός αυτό αλλά και οι βαρύτατες επιπτώσεις στην οικονομία, το τραπεζικό σύστημα και την καθημερινή ζωή των πολιτών, που έχουν ήδη  επέλθει, αποτέλεσαν αφορμή για ευρύτατη τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς, αμφισβήτηση του αν το ερώτημα της απόρριψης μιας συμφωνίας που –κατά την ομολογία και του ίδιου του πρωθυπουργού Τσίπρα – ελάχιστα απείχε στην δημοσιονομική της ουσία  από την ελληνική πρόταση, είναι ειλικρινές ή όχι.

Οι αμφισβητούντες, μίλησαν για παραπλανητικό ερώτημα, θεωρώντας ως πραγματικό διακύβευμα την επιλογή του ναι ή όχι στην συμμετοχή στην ευρωζώνη και το ευρώ. Οδηγήθηκαν  στο συμπέρασμα αυτό λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα όπως το πολύ μεγαλύτερο μέγεθος των άμεσων επιπτώσεων της ίδιας της προκήρυξης δημοψηφίσματος , χωρίς εξασφάλιση ρευστότητας μετά την 30 Ιουνίου,  σε σχέση με το μέγεθος της κρινόμενης διαφοράς, την επαναφορά προεκλογικών ρητορικών τύπου «δεν ψηφίζουμε μνημόνια», την ρητή αναφορά σημαντικών μερίδων του μπλόκ που διαμορφώθηκε υπέρ του «όχι», σε έξοδο από το ευρώ ή ακόμη και την Ε.Ε., όπως, η Αριστερή Πλατφόρμα του κ. Λαφαζάνη με κάπου 40 βουλευτές επιρροή, ορισμένοι από τους οποίους όπως ο ίδιος ο υπουργός Λαφαζάνης και ο οικονομολόγος βουλευτής Λαπαβίτσας μιλούν ανοικτά για εναλλακτικές λύσεις έναντι της ευρωζώνης και για πλεονεκτήματα μια επαναφοράς της δραχμής,  η Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (μαοϊκή συνιστώσα ΣΥΡΙΖΑ με 6 βουλευτές), η ΑΝΤΑΡΣΥΑ που απορρίπτει συνολικά την ευρωπαϊκή συμμετοχή της χώρας, η Χρυσή Αυγή που με αφετηρία την πάγια θέσης της για «αυτάρκεια» ρητά δηλώνει βούληση για τη δραχμή. Στόχος δε, όλης αυτής της βαρύτατης σε κόστος οικονομικό και ανθρώπινο αιφνιδιαστικής διαδικασίας, φερόταν η «ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της κυβέρνησης έναντι των θεσμών». Άλλο ουδέν.

 Τελευταίο αλλά όχι έσχατο το γεγονός ότι η αξιοπιστία του πυρήνα της κυβέρνησης είναι χτυπημένη βαριά,  δεδομένου ότι μόλις μέρες ή εβδομάδες πριν ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε ότι «πάμε για συμφωνία», «καθαρογράφεται η συμφωνία» «δεν υπάρχουν δημοψηφίσματα και διλήμματα» ή ο υπουργός Οικονομικών επί των ημερών του οποίου συνέβη το πιστωτικό γεγονός ότι «θα πληρώνουμε το χρέος μας στο ΔΝΤ εις το διηνεκές».

Πως πρέπει να σκεφθεί  λοιπόν, ένας πολίτης που ενδεχομένως θέλει και να ενισχύσει την διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης αλλά και να μην βάλει στον παραμικρό κίνδυνο το ιστορικό επίτευγμα της ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη;

Και οι δυό πλευρές μιλούν για παραμονή στο ευρώ, όμως στην πλευρά του «ναι» καμιά δύναμη δεν συζητεί «εξόδους» ή «αυτάρκεια» ούτε μιλά για εναλλακτικές λύσεις (αόριστες) εκτός ευρώ, ούτε χρησιμοποιεί ευθείες ή έμμεσες διατυπώσεις υπέρ της οικονομικής απομόνωσης της χώρας και της επαναφοράς της δραχμής. Στην πλευρά του  «όχι» όμως σημαντικές δυνάμεις, που μπορεί να υπερβαίνουν το 1/3 του συνόλου και με πολύ καλύτερη οργάνωση και συμπαγή δομή από τους λοιπούς, χρησιμοποιούν,  όπως είπαμε, χωρίς να μασούν τα λόγια τους,  ρητορικές ρήξης.

Επομένως, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης ο κίνδυνος εξόδου, με καταστροφικές συνέπειες, από το ευρώ στην μεν περίπτωση του «ναι» μηδενίζεται, διότι αυτό ισοδυναμεί με αδιαμφισβήτητη εντολή γρήγορης αποδοχής συμφωνίας με βάση τα υπάρχοντα σχέδια.

Στην περίπτωση όμως του «όχι» και με επιπλέον δεδομένο ότι η άλλη πλευρά, ήτοι οι τρεις θεσμοί και οι άλλες 18 χώρες της ευρωζώνης, έχει με τον πιο επίσημο τρόπο δηλώσει ότι θεωρεί το «όχι» δήλωση ρήξης και όχι προσέγγισης, ο κίνδυνος υλοποίησης του από τη μεγάλη πλειοψηφία απευκταίου ενδεχομένου, δηλαδή της ρήξης και μη συμφωνίας είναι όχι μόνο υπαρκτός αλλά και ιδιαίτερα υπολογίσιμος.

Επομένως, η αρχή της προφύλαξης οδηγεί λογικά στην επιλογή του «ναι» ως πλήρως ασφαλούς για το μείζον (ευρώ) και την απόρριψη του «όχι» ως υπολογίσιμα διακυβεύοντος αυτό.

Ας δούμε τώρα και το έλασσον. Σε ποια περίπτωση ενισχύεται η διαπραγματευτική θέση της χώρας, με δεδομένο μάλιστα ότι από πλευράς ρευστότητας είναι απολύτως με την πλάτη στον τοίχο;

Στην περίπτωση του «ναι» το οποίο η άλλη πλευρά μεταφράζει ως ανεπιφύλακτη αποδοχή του κοινού νομίσματος και των κανόνων που το συνοδεύουν , ή στην περίπτωση του «όχι» το οποίο σαφώς και χωρίς περιστροφές λέει ότι ερμηνεύει ως πράξη απόρριψης των ιδίων, της κοινής πορείας και προπαντός της βούλησης σεβασμού των κανόνων;

Επιπλέον, πόση διαπραγματευτική ισχύ έχει μια πλευρά, που λέει, χωρίς να ρωτήσει την άλλη, ότι θα κάνει συμφωνία σε 48 ώρες και που, όπως είπαμε, είναι στη μέγγενη της παντελούς έλλειψης ρευστότητας; Πόσο διαπραγματευτικά ανίκανος θα ήταν κάποιος που θα υποχωρούσε  έστω λίγο σε κάποιον που γνωρίζει (1) ότι καίγεται για συμφωνία αλλιώς καταρρέει και (2) έρχεται με ένα εχθρικό αποτέλεσμα στο τσεπάκι;

Επομένως, ακόμη και αν δεχτούμε ως αξιόπιστη και ασφαλή τη μονομερή (η άλλη πλευρά, μη πιεζόμενη ούτε καν από μια ασυνήθιστη πτώση του ευρώ, λέει το αντίθετο) διαβεβαίωση του πρωθυπουργού ότι θα φέρει συμφωνία σε 48 ώρες σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης οδηγεί στο λογικά ακλόνητο συμπέρασμα της επιλογής του «ναι» την Κυριακή.

Διότι όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά. Πόσο μάλλον το ευρώ του που είναι το νόμισμα μιας οικονομικής υπερδύναμης, στην οποία μετέχει, και όχι μάρκα για να παίζουν τζογαδόροι.

 

Γιώργος Κανέλλης. Εκπαιδευτικός, περιφερειακός σύμβουλος Δυτ. Ελλάδας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά