Τρίτη, 02 Ιουνίου 2015

Η μισή (βολική) αλήθεια

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες
Mιχάλης Αρφαράς, Χωρίς τίτλο, χαρακτικό. Mιχάλης Αρφαράς, Χωρίς τίτλο, χαρακτικό. Mιχάλης Αρφαράς

Απαιτείται μετάβαση σε ένα νέο, εξωστρεφές και ανταγωνιστικό αναπτυξιακό πρότυπο, το οποίο απέχει από το κυρίαρχο μοντέλο της εσωστρεφούς, τροφοδοτούμενης με ελλείμματα και προς όφελος των ειδικών συμφερόντων μεγέθυνσης. Οι προϋποθέσεις επιτυχούς μετάβασης πρέπει να αποτελέσουν το περιεχόμενο μίας εθνικής συμφωνίας για την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας αντικαθιστώντας την παραπλανητική συζήτηση περί της βιωσιμότητας του χρέους.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, στην πρόσφατη ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, επισήμανε ότι «χρειαζόμαστε ανάπτυξη που θα στηρίζεται στην ενίσχυση της ενεργού εσωτερικής ζήτησης και όχι ανάπτυξη που θα στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας. Διότι με διαλυμένη την εσωτερική αγορά και οικονομία είναι αδύνατο να βγούμε από την κρίση». Πρόκειται για την κυρίαρχη προσέγγιση του ετερόκλητου αντι-μνημονιακού συνασπισμού σε όλη τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης, σύμφωνα με την οποία η εσωτερική προσαρμογή (λιτότητα) βάθυνε την ύφεση και υπονόμευσε κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια. Η αποδοχή αυτής της, μάλλον κακοχωνεμένης, κεϋνσιανής ερμηνείας από μεγάλα τμήματα του κοινωνικού σώματος συνέβαλε στη σχεδόν καθολική απόρριψη των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και ουσιαστικά διευκόλυνε την εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως ανέδειξε η παλαιότερη συζήτηση για τους περίφημους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές (δηλαδή η μεταβολή του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα της μοναδιαίας μεταβολής των δημοσίων δαπανών), οι εσφαλμένες εκτιμήσεις του ΔΝΤ για την Ελλάδα οδήγησαν σε ύφεση υπερδιπλάσια της αρχικά υπολογιζόμενης, με τις γνωστές δραματικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που λανθασμένοι υπολογισμοί και λανθασμένη (ιδεοληπτική) εκτίμηση της πραγματικότητας οδήγησαν σε αποτυχία φιλόδοξα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ωστόσο, η παραδοχή των αστοχιών στο σχεδιασμό και την εφαρμογή των προγραμμάτων προσαρμογής αποτελεί τη μισή αλήθεια του ζητήματος καθώς δεν εξηγεί επαρκώς τους λόγους για τους οποίους άλλες χώρες που εφάρμοσαν αντίστοιχα (αν και όχι ίσης έντασης) με τα δικά μας προγράμματα έχουν ήδη αρχίσει να ανακάμπτουν (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία). Μία ενδεχόμενη απάντηση βρίσκεται στη διαφορετική διάρθρωση της οικονομίας, με τις εμπειρικές μελέτες να δείχνουν πως οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές παρουσιάζονται σημαντικά μικρότεροι σε οικονομίες με ισχυρούς εξαγωγικούς τομείς. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στις χώρες αυτές να βελτιώσουν το εμπορικό τους ισοζύγιο αυξάνοντας τις εξαγωγές και απορροφώντας ταυτόχρονα τους κραδασμούς από τον περιορισμό της εσωτερικής ζήτησης (ενδεικτικά την περίοδο 2007-2013, η Ισπανία αύξησε τις εξαγωγές της κατά 25% περισσότερο από τη Γερμανία με τις εισαγωγές της να μειώνονται μόλις κατά 11%).

Αντίθετα την ίδια περίοδο, η αύξηση των εξαγωγών στη χώρα μας υπήρξε σχεδόν αμελητέα (παρά τη μείωση του μισθολογικού κόστους σε ποσοστό μεγαλύτερο περισσότερο του 20%). Μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη καθώς η καθημαγμένη παραγωγική βάση της χώρας, συνέπεια της πολυετούς εφαρμογής ποικίλων αντικινήτρων στην επιχειρηματικότητα, αδυνατούσε να τροφοδοτήσει αποτελεσματικά τον εξαγωγικό της τομέα.

Αν πραγματικά επιθυμούμε να εξέλθουμε οριστικά από το τέλμα της οικονομικής στασιμότητας, της πιστωτικής ασφυξίας και των χαμηλών προσδοκιών, τότε δεν επαρκεί η (επιθυμητή) τόνωση της εγχώριας ζήτησης. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS, 2013) προκειμένου το δημόσιο χρέος της χώρας να υποχωρήσει στα διαχειρίσιμα επίπεδα της τάξης του 90%, θα απαιτηθούν ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ 2% για πενήντα συναπτά έτη. Πρώτιστα λοιπόν, απαιτείται ένα ισχυρό «αναπτυξιακό σοκ» που θα κινητοποιήσει και θα αξιοποιήσει τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις.

Αυτό περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, διευκόλυνση στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στο θεσμικό πλαίσιο της επιχειρηματικότητας. Με άλλα λόγια, απαιτείται μετάβαση σε ένα νέο, εξωστρεφές και ανταγωνιστικό αναπτυξιακό πρότυπο, το οποίο απέχει από το κυρίαρχο μοντέλο της εσωστρεφούς, τροφοδοτούμενης με ελλείμματα και προς όφελος των ειδικών συμφερόντων μεγέθυνσης. Οι προϋποθέσεις επιτυχούς μετάβασης πρέπει να αποτελέσουν το περιεχόμενο μίας εθνικής συμφωνίας για την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας αντικαθιστώντας την παραπλανητική συζήτηση περί της βιωσιμότητας του χρέους.

Αυτή είναι η άλλη πλευρά του ζητήματος, για την οποία ακόμη αναζητούνται εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα την υποστηρίξουν με συνέπεια. Μέχρι τότε, κάθε πρόγραμμα είναι εκ προοιμίου καταδικασμένο να αποτύχει σε μια χώρα που έχει μάθει να πορεύεται με μισές (αλλά πάντοτε βολικές) αλήθειες.

Δημήτρης Σκάλκος

Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος. Τελευταίο του βιβλίο: Αλήθειες για το φιλελευθερισμό (2008).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά