Λουκάς Κούσουλας, Ενθύμιον [Εκλογή από τα ποιήματα], Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 123


Λουκάς Κούσουλας, Και μόνος και μετά πολλών [Κύκλος Γ’], Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011, 197 σελ.

 

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ο Λουκάς Κούσουλας, που πέθανε στις 15 Μαΐου 2019 και κηδεύτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σουβάλα (Πολύδροσο) του Παρνασσού, ήταν μια ξεχωριστή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Τα δυο βιβλία του, που περιέχουν επιλογή από τα ποιήματά του και σημαντικά δοκίμια τον φανερώνουν σε όλη την πνευματική παρουσία του. Έγραψε μακροσκελή ποιήματα-σπουδές, αφηγηματικά, σχολιαστικά, επίμονα και εξόφθαλμα «διακειμενικά», που παλαντζάρουν πλάι πλάι με τα ολιγόλογα δοκίμια του Λουκά Κούσουλα που, από την πλευρά τους, σχεδόν τραγουδιστά, επιχειρηματολογούν. Την ιδιαιτερότητά του επισήμαινε η Μαρία Τοπάλη, σε ένα κείμενο γι’ αυτόν που δημοσίευσε το μακρινό 2011. «Δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι πώς προκύπτει ένας άνθρωπος τόσο χαριτωμένος στη ζωή και στην ποίηση», λέει σήμερα η Μαρία Τοπάλη. «Χρυσός κάθε κουβέντα που μοιράστηκα μαζί του. Θα τον κρατήσουμε με τα βιβλία κοντά μας». Έχει άραγε προγόνους στην ελληνική ποίηση τούτη η προσπάθεια, που φτάνει τώρα στην ωριμότητα; Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 του BooksJournal, Φεβρουάριος 2011.

 

 

Θα συζητήσουμε εδώ την περίπτωση του ποιητή και δοκιμιογράφου Λουκά Κούσουλα (1929) με αφορμή δυο «αταίριαστα», εκ πρώτης όψεως, βιβλία: το πρόσφατο, αφ’ ενός, Ενθύμιον (επιλογή από το σύνολο του ποιητικού έργου του που ξεκινά το 1962 με τη Σχηματοποίηση φθάνοντας, μέχρι στιγμής, στο 2008 με Το φεγγάρι του Υμηττού)· το υπό έκδοση, αφ’ ετέρου, τρίτο μέρος των μινιμαλιστικών, ιδιόρρυθμων ύστερων δοκιμίων του, που ξεκίνησαν μόλις το 2009 με το Και μόνος και μετά πολλών ή όπως-όπως, συνεχίστηκαν ραγδαία το 2010 με τον –περίπου ομώνυμο– Β’ Κύκλο ενώ αναμένεται ο υπό συζήτηση Κύκλος Γ’ μέσα στην άνοιξη του 2011. Στο Ενθύμιον επιλέγονται 70 ποιήματα από ένα σύνολο 212, αν έχουμε σωστά μετρήσει όσα περιλαμβάνονται στον συγκεντρωτικό τόμο (Τα Ποιήματα, 1962-2002, Δόμος 2003) συν την πρόσφατη συλλογή τού 2008. Εκλογή από τα ποιήματα ολόκληρης ζωής καθώς ξεκινούν πενήντα χρόνια πίσω προδιαθέτει, φυσικά, για μια στάση σύνοψης, για έναν παραπάνω βαθμό πύκνωσης. η συνέχεια, από την άλλη, αυτών των μάλλον απρόσμενων, των πρόσφατα αρχινισμένων δοκιμιακών θραυσμάτων, που συνιστούν εργασία οπωσδήποτε καινοτόμο, με ανατρεπτικές διαθέσεις και διαστάσεις –έχοντας μάλιστα προηγηθεί η συγκεντρωτική έκδοση των «καθαυτό» κριτικών δοκιμίων του (Μετά τα φιλολογικά, Νεφέλη, 2006)– παραπέμπει σε ερωτηματικά, σε πειραματισμούς, σε αμφισβήτηση. Ανοίγει ορίζοντες, μάλλον, παρά κατασταλάζει σε πεπατημένη. κατά τούτο, λοιπόν, «αταίριαστα» τα δυο βιβλία που συζητούμε. το ένα τελειώνει· το άλλο… μαρσάρει. Το πράγμα, ωστόσο, έχει κάπως διαφορετικά. τα πρόσφατα δοκίμια του Κούσουλα που, αν μας επιτρεπόταν ο γλωσσικός αυθορμητισμός, ευχαρίστως θα τα χαρακτηρίζαμε «φευγάτα» (ενώ και με κάθε σοβαρότητα θα αποκαλούνταν «ποιητικά» δοκίμια), αποτελούν την ακριβώς άλλη όψη της κατασταλαγμένης «δοκιμιακής» ποίησής του. ας πάρουμε παραδείγματα κι από τα δυο βιβλία ώστε να φανεί, καλύτερα ίσως έτσι παρά επιχειρηματολογώντας, του λόγου το αληθές. Ένα («φευγάτο») δοκίμιο πρώτα, από το υπό έκδοση τομίδιο:

Στο ταξίδι για τα Κύθηρα, στον μακρινό δρόμο του, κι όσον μακρύτερο τόσο καλύτερα, παράκαμψη την παράκαμψη, παρέκβαση την παρέκβαση, κάνε στάση στη Μέσα Μάνη, στον Άϊ-Νικόλα, παλιά Σελινίτσα. Στη μικρή γλώσσα γης δεξιά τω εισερχομένω, ξάνοιξε μπρος σου τα σπίτια του γιαλού κι ανάμεσα το λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες. Ενωτίσου βαθιά τα φάλτσα της μεθύουσας συντροφιάς – δε θα την ξαναβρείς στις δόξες της! Συνέχισε, απόγευμα, για τον πάγκο του Πύργου, αντίκρυ στον ήλιο που βασιλεύει και τέρμα. – Όχι ακόμα! Δ ε ν ε ί ν α ι ώ ρ α! Λείπεται η οπτασία στο ταβερνάκι κι ο γυρισμός: τα Κύθηρα έχουν ήδη πάρει το κατόπι σου κι ακολουθούν… («τα Κύθηρα»)

Διακρίνεται καθαρά η προδιάθεση του γράφοντος, ορίζοντας τον τρόπο. Συγκινημένη και παιγνιώδης. Μια στο συναίσθημα και μια στην κρίση. Λίγη αφήγηση και λίγο μέλος. Ελλειπτικά, όχι από λόξυγκα μανιέρας, μα για να δυναμώσει η ένταση, να φανεί το αναγκαίο.

Όπως και στα δυο προηγούμενα τομίδια του Και μόνος και μετά πολλών… ο Κούσουλας κάνει εδώ με τη γλώσσα –πότε αναλογιζόμενος ένα συμβάν, πότε ξεφυλλίζοντας νοερά έναν «κλασικό», πότε και τα δυο– κάτι ανάλογο με τον μουσικό που κουρδίζει, δοκιμάζει· τραγουδά λιγάκι συνοδεύοντας με την κιθάρα, λέει μια κουβέντα σε κάποιον (που δεν τον βλέπουμε σε πρώτο, ούτε καν σε δεύτερο πλάνο), ξανακουρδίζει, ανάβει τσιγάρο· τραγουδά λιγάκι πάλι και σταματά απότομα, σαν να μπήκε πια εντελώς μέσα στη μουσική του και εκεί πλέον σβήστηκε. Ο αναγνώστης επέχει θέση λαθραίου κοινού σε μια ανεπίσημη πρόβα που επέχει, με τη σειρά της, θέση «περφόρμανς». Γιατί ο καλλιτέχνης είναι, στην περίπτωση του Κούσουλα, οπωσδήποτε μόνος και λιγάκι μακρινός. Η γλώσσα είναι όργανο στα χέρια του ή γάτα στα πόδια του· δεν είναι κάτι που το μοιράζεται ευθέως μαζί μας. Απλώς μας επιτρέπει να τον παρακολουθήσουμε, από απόσταση. Είναι αφημένος στις στιγμές του μαζί της με κάθε φυσικότητα κι εμπιστοσύνη, όπως αφήνεται κανείς να τον πάνε τα πόδια «από μόνα τους» σε γνώριμη, αγαπημένη διαδρομή, που επιφυλάσσει κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Γράφει, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο, όπως ακριβώς ξεφυλλίζει κανείς το βιβλίο: άλλοτε ανάλαφρα κι αφηρημένα, άλλοτε με ξαφνικές καταδύσεις που διακόπτονται απότομα, όπως άρχισαν.

Ας δούμε, όμως, και το οφειλόμενο δείγμα από την κατηγορία των ποιημάτων. Διαλέγουμε, αντί όλων των άλλων, ένα πρόσφατο, από τη συλλογή του 2008, που συμπεριλήφθηκε στο Ενθύμιον, υπό τον εύγλωττο τίτλο «η ανάρρωση»:


Εσηκώθην, αισθανθείς ρώμην τινά
...βλέπων πόσον η ζωή ήτο γλυκεία.
ΤΑ ΡΟΔΙΝ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

Αυτό το αναπάντεχο.
Όχι που είχα τελικά σηκωθεί
-οπωσδήποτε και γι’ αυτό-
αλλά για τη ζωή
που ήτο τόσον γλυκεία.
ούτε όμως μόνο γι’ αυτό.
Ήταν η ειδική αυτή γλυκύτητα
που χρειάστηκε
ρώμην τινά να φανερωθεί
-αλλά μόνον αυτή! Ρώμην
ούτε τόσο μεγάλη ούτε τόσο μικρή.
(Στην κάθε γλυκύτητα
είναι μια ορισμένη, δική της
ρώμη που αντιστοιχεί).
Και ήταν
η χειροπιαστή αυτή τώρα
– γλυκύτητα
ώς τα κατάβαθα.
Που είχα ανέκαθεν την ιδέα της
κάνε την είχε ερωτικά
ποιήσει ο λογισμός μου
καν τ’ όνειρο–
την είχα όμως ξεχάσει.
Είχε λείψει η σχετική ρώμη.
και ήταν πάλι παρούσα
τώρα εδώ
το πρόσωπό της
ακουμπισμένο στον ώμο μου.


«Στην κάθε γλυκύτητα / είναι μια ορισμένη, δική της / ρώμη που αντιστοιχεί». Στην καρδιά του ποιήματος, χωρίζοντάς το με το τρίστιχο αυτό σε δυο ίσες εντεκάδες στίχων, ο Λουκάς Κούσουλας βάζει μια παρένθεση για να ανεβάσει έτσι, παρενθετικά, κατά έναν ακόμη τόνο, το διακειμενικό του σχόλιο στον Παπαδιαμάντη. Καρφώνει εκεί, σ’ αυτό το δεινό σχόλιο, τη ρυθμική και τη φιλοσοφική καρδιά του ποιήματος. Ενώ δηλαδή θα περίμενε κανείς ένα «ειρήσθω εν παρόδω», ο Κούσουλας, κι αυτό είναι κάτι που τον χαρακτηρίζει, επιτελεί την κορύφωση με τον λοξό αυτό τρόπο. Όσο γίνεται πιο ελαφρά, λιγότερο δραματικά: «στο όριο θραύσεως πάνω στο τσακ», όπως σημειώνει σε ένα άλλο, αντιπροσωπευτικό του τρόπου του παλαιότερο ποίημα (το ποίημα-σχόλιο στο στίχο του δημοτικού τραγουδιού Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίσει ο κλώνος – από το κεφάλαιο «μεταμορφώσεις»). Δεν πρόκειται εδώ για τον οικείο στους ποιητές που αποκλήθηκαν «μεταπολεμικοί» (κατηγοριοποίηση,  αλλωστε, με φθίνουσα χρησιμότητα όσο εμβαθύνει κανείς στα κυρίως ποιητικά ζητήματα) «χαμηλό τόνο» μολονότι ο Κούσουλας θητεύει αναμφισβήτητα και στη σχολή αυτή. τον χαμηλό τόνο και τη λιτότητα των «μεταπολεμικών» υπηρετεί χαρακτηριστικά στα πρώτα ποιήματά του. Πρόκειται για συνθήκη ευδιάκριτη και σε κάμποσα ποιήματα που διατηρούνται στο Ενθύμιον, χαρακτηριζόμενο, κατά τούτο, ως ανθολόγηση, από φιλολογική και αυτοκριτική συνέπεια. Υπάρχει όμως κάτι περισσότερο. Αυτό ακριβώς το περισσότερο και το ιδιαίτερο που με προγραμματική προσήλωση και επιτυχία καλλιεργεί μεν εξ αρχής ο Κούσουλας, το φτάνει, ωστόσο σε πλήρη εξέλιξη μόνο στην όψιμη ποίησή του, οδηγούμενος με αυτήν, όπως και άλλοτε έχουμε επισημάνει, στην καρδιά της μεταμοντέρνας «κατάστασης». μακροσκελή ποιήματα-σπουδές, αφηγηματικά, σχολιαστικά, επίμονα και εξόφθαλμα «διακειμενικά» παλαντζάρουν λοιπόν πλάι πλάι με τα ολιγόλογα δοκίμια που, από την πλευρά τους, σχεδόν τραγουδιστά, επιχειρηματολογούν.

αΝαΣΤΟΧαΣΤιΚΟΣ

Έχει άραγε προγόνους στην ελληνική ποίηση τούτη η προσπάθεια, που φτάνει τώρα στην ωριμότητα; Ποια είναι, μ’ άλλα λόγια, η γενεαλογία της; νομίζουμε πως ο Κούσουλας ακολουθεί μια πορεία αρκετά μοναχική, χωρίς σαφές προηγούμενο, και γι’ αυτό ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. μοιάζει να προσεγγίζει περίπου ξαφνικά, σε ένα όψιμο δημιουργικό ξέσπασμα, τις πιο σύγχρονες αναζητήσεις εκκινώντας από τα σπλάχνα της παράδοσης, ως καλός κλασικός φιλόλογος που είναι, αλλά και υπερβαίνοντας ένα ρήγμα. τι μεσολάβησε λοιπόν από τους χαμηλούς τόνους αλλά και το ρητό ύφος των πρώτων μεταπολεμικών, που αποτέλεσαν το λίκνο του, μέχρι τη «νέα» ποίηση, της δεκαετίας του 1990 και του 2000, τη «δοκιμιακή», την ευαίσθητα αναστοχαστική, με την οποία εμφανώς συγγενεύει; αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση – το βέβαιο πάντως είναι πως μεσολάβησαν κάποιες δεκαετίες που «γέμισαν», μεταξύ άλλων, και με διάσημες ποιητικές σιωπές. Σε αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η εικοσαετής ποιητική σιωπή του ίδιου του Κούσουλα (1975-1995).

Ίσως το άλμα που επιτυγχάνεται, κατόπιν, να οφείλεται με κάποιον τρόπο σε αυτήν ακριβώς την προέλευση και τη διαδρομή. Από τα γερά, δηλαδή, τα πλούσια ορυκτά της μεγάλης γλωσσικής παράδοσης (από τα αρχαία χρόνια φτάνει, πολύ σχηματικά, μέχρι τη γενιά του ’30), με καλή χρήση του μοντερνιστικού οπλοστασίου και του χαμηλού τόνου που επέβαλαν
οι μεταπολεμικοί καιροί στους ευαίσθητους και πολιτικοποιημένους δέκτες (ας μην ξεχνάμε τούτη την αλληλεπίδραση πολιτικής και ύφους: εκτός από τον Ρίτσο υπήρξε, μ’ άλλα λόγια, και ο Αναγνωστάκης…) ο Κούσουλας συνειδητοποιεί, μετά τις πρώτες δοκιμές, την απότομη και βαθιά μεταβολή των συνθηκών που συντελείται. Υποτάσσεται σε αυτήν; Της επιτρέπει να τον εμποτίσει; Η ποίηση τα ζητάει κάτι τέτοια ρίσκα, κάτι τέτοιες θυσίες, περισσότερο, καμιά φορά, από το «αυτονόητο» της «ανάγκης για έκφραση». κατά το δικό μας, τουλάχιστον, γούστο.

Οι σελίδες που κρατάμε τώρα στα χέρια μας ωρίμασαν μέσα σε εκείνη τη γόνιμη σιωπή. ας επιχειρήσουμε να επανέλθουμε στο «αταίριαστο» δίπολο της αρχής και να το συνταιριάσουμε με την όποια επίγνωση μεσολάβησε. ως συνδετικό υλικό προτείνουμε τα «τρία ποιήματα για τη δεύτερη πατρίδα», που χρονολογούνται από το 2005 ώς το 2008. η κατάφαση της πραγματικότητας της Αγίας Παρασκευής, του μεσο-αστικού τοπίου, των ηθών και των λεπτομερειών του, αποτελεί χτύπημα διπλό: εναντίον, αφ’ ενός, του διαρκώς υφέρποντος νεοελληνικού νεορομαντισμού, υπέρ, αφ’ ετέρου, της ποιητικότητας αυτών, των πραγματικών, ελληνικών, τωρινών συμφραζομένων μας. η δεύτερη πατρίδα μας είναι μια Αγία Παρασκευή, διαθέτει καμιά φορά ωραιότατο φεγγάρι (δεν είναι ντροπή να το ευχαριστιόμαστε), γλυκόφωνα κοτσύφια, καλοχτισμένα διαμερίσματα, πλατείες, πράσινο και παιδικές χαρές. Με τον ανακουφιστικό τούτο ρεαλισμό που, επειδή είναι μεταμοντέρνος δεν αισθάνεται καμιά ανάγκη για σκληρότητα, συνθήματα, ιαχές, σπασμένα μπουκάλια και μολότοφ (μεταφορικά εννοούμενα) έρχονται να συμπλεύσουν τα μινιμαλιστικά δοκίμια. Δείχνοντας, με τη σειρά τους, ότι η ανάγνωση και η γραφή είναι διαδικασίες και αυτονόμησης και αυτοπραγμάτωσης (ο Στάινερ του προηγούμενου τεύχους του ανά χείρας εντύπου θα δήλωνε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από την προσέγγιση που επιφυλάσσει ο Κούσουλας στα κείμενα των μεγάλων κλασικών). Υπακούουν, κατά συνέπεια, τα μικρά δοκίμια και τα ποιήματα, στα κέφια και στις ορέξεις, στις δυνατότητες και στη συγκυρία, στο χιούμορ και στη συγκίνηση. Δεν υπηρετούν, ευτυχώς, κανέναν «ιερό» σκοπό, δηλωμένο ή άδηλο. ο Κούσουλας μας δείχνει πώς οι σελίδες των άλλων γίνονται δημιουργικά δικές του, όπως και κάθε περιστατικό του βίου του που δημιουργικά, επίσης, διαπλάθει ανακαλώντας το στη γλώσσα. μαρτυρία απόλαυσης και χειραφέτησης, συγγραφικής και αναγνωστικής.

Agatha Christie, Μια αυτοβιογραφία, μετάφραση από τα αγγλικά: Χρήστος Καψάλης,Ψυχογιός, Αθήνα 2018, 700 σελ.

Αγγλίδα. Την καθόρισε ο θάνατος του πατέρα της. Μυήθηκε στη συνθετότητα της ζωής στο Παρίσι. Της άρεσαν τα μακρινά ταξίδια. Στην αστυνομική λογοτεχνία την οδήγησε η ανάγνωση ενός βιβλίου του Γκαστόν Λερού, ενώ λάτρευε τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ. Έκανε επιτυχία από το πρώτο βιβλίο της. Ο συγγραφέας που την είχε καθορίσει ήταν ο Σαίξπηρ. Βασικοί χαρακτήρες των ιστοριών της είναι ο Ηρακλής Πουαρό και η Μις Μαρπλ. Δουλειά της είναι το έγκλημα. Συχνά, οι φόνοι στα βιβλία της προέρχονται από δηλητήριο. Οι μυστηριώδεις φόνοι στις δικές της πλοκές πάντα εξιχνιάζονται. Η Άγκαθα Κρίστι, που πάντα έχει πολλούς και φανατικούς αναγνώστες, επανεκδίδεται στην Ελλάδα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 97, Απρίλιος 2019. [TBJ]

Michel Houellebecq, Σεροτονίνη, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιώργος Καράμπελας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2019, 318 σελ.

Michel Houellebecq, Serotonine, French and European Publications Inc, Paris 2019, 352 σελ.

 

Η αγωνιώδης θλίψη που διαπερνά το νέο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ, αλλά κυρίως το δεύτερο μισό του, προέρχεται από τη μοναδική απάντηση που μοιάζει να μπορεί να δώσει ο συγγραφέας μπροστά στη διαπίστωση ότι έχει έρθει το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζαμε. Με τρόπο που ξαφνιάζει τους επιφανειακούς, αλλά σίγουρα όχι τους συστηματικούς αναγνώστες του, φωνάζει πως μέσα στον τεράστιο ατομικισμό της εποχής και τη βαθιά μοναξιά που τον συνοδεύει, το μόνο που μπορεί, αν όχι να μας σώσει, τουλάχιστον να μας παρηγορήσει, είναι η αγάπη, είναι η ζευγαρική σχέση, πράγμα που μας δείχνει ακόμα και ο Θεός. Αν πιστέψουμε ότι υπάρχει. Αναδημοσίευση από το τεύχος 96, Απρίλιος 2019.

Chris Marker, Memories of the Future. Έκθεση (σε συνεργασία με τη Cinématèque française), 19 Σεπτεμβρίου 2018 - 6 Ιανουαρίου 2019, BOZAR-Βρυξέλλες

Καμιά φορά μερικοί σκηνοθέτες κουβαλάνε ένα μύθο που δεν σχετίζεται τόσο με την ακτινοβολία που εκπέμπει το ίδιο τους το έργο, όσο με το μυστήριο που περιβάλλει το ίματζ τους, ή μάλλον το όνομά τους, προοίμιο μιας καλτ φιγούρας. Ο Κρις Μαρκέρ (1921-2012), στον οποίο αφιερώθηκε μια ξεχωριστή έκθεση αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες, ανήκει σ’ αυτούς. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 95, Φεβρουάριος 2019.

Όσο ανεπιβεβαίωτη και λανθασμένη ήταν η πρόβλεψη του Φράνσις Φουκουγιάμα για το «Τέλος της Ιστορίας», τόσο πρόωροι και προορισμένοι μόνο για εντυπωσιασμό, στην καλύτερη περίπτωση, είναι και οι αυξανόμενοι ισχυρισμοί για το «Τέλος του Φιλελευθερισμού» (και της φιλελεύθερης δημοκρατίας). Η ευρωπαϊκή πολιτική αλλάζει, κάτι που δεν είναι κακό. Το αν θα οδηγήσει στο τέλος ή στην αναζωογόνηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας εξαρτάται από όλους εμάς, από την ηχηρή μειοψηφία των λαϊκιστών καθώς και από τη σιωπηλή πλειοψηφία των φιλελεύθερων δημοκρατών. Ο Κας Μούντε για τον λαϊκισμό, τον εξτρεμισμό και τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 94.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα ισπανικά: Μαρία Παλαιολόγου, Ψυχογιός, Αθήνα 2018, 496 σελ.

Πενήντα ένα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το κλασικό βιβλίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες επανακυκλοφορεί, με νέα μετάφραση, στα ελληνικά – θα ακολουθήσουν και τα άλλα βιβλία του συγγραφέα. Ο σημερινός αναγνώστης καλείται να θυμηθεί, ή να γνωρίσει, τον αλχημιστή αφελή γίγαντα Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, τη Ρεμπέκα που τρέφεται με χώμα και ασβέστη, τη μοχθηρή αδελφή της Αμαράντα που ετοιμάζει το σάβανό της, τον έκλυτο γιο Χοσέ Αρκάδιο που γύρισε 65 φορές τον κόσμο, τον πατέρα Νικανόρ ο οποίος ανυψώνεται 12 εκατοστά από το έδαφος μόλις πιει μια ζεστή κούπα σοκολάτα και, φυσικά, τον συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία – πολλούς ακόμα. Τι είναι, όμως, σήμερα ο μαγικός ρεαλισμός; Και γιατί οι νεότεροι λατινοαμερικανοί συγγραφείς (Βάσκες, Γκαμπόα, Ρονκαλιόλο), αναγνωρίζουν μεν την προσφορά του «Γκάμπο» αλλά προτιμούν το ρεαλισμό; Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 90, Σεπτέμβριος 2018.

Toni Morrison, Jazz. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018, 288 σελ.

Αν η λογοτεχνία της βραβευμένης με Νόμπελ το 1993, Τόνι Μόρισον, αποπνέει στο σύνολό της την blue διάθεση, το βιβλίο που της χάρισε το βραβείο, η Τζαζ, οργανώνεται και δομείται, εμφανώς προγραμματικά, όπως και μια σύνθεση τζαζ, γύρω από ένα θέμα και τις παραλλαγές του: οι πρώτες παράγραφοι του μυθιστορήματος προσφέρουν μια σύνοψη του θέματος και, στην πορεία της ανάγνωσης, γίνεται αισθητή η παρουσία του αφηγητή που παραλλάσσει, διακοσμεί ή βαθαίνει το κείμενο, με τον ίδιο τρόπο που ο μουσικός της τζαζ αυτοσχεδιάζει πάνω σε μια βασική μελωδία. Η ιστορία της, τυφλής από ζήλεια, συζύγου ενός λαντρα που δολοφόνησε την ερωμένη του, η οποία εισβάλλει στην εκκλησία την ώρα της κηδείας για να επιτεθεί στη νεκρή, ορίζει το ερωτικό δράμα που κινείται γύρω από την παραφορά, την εκτροπή, την εγκατάλειψη, την απόρριψη... Η επανέκδοση της Τόνι Μόρισον στα ελληνικά είναι μια πρόκληση να εμβαθύνουμε στη δουλειά και στο απαράμιλλο ύφος της.

Σταύρος Τσακυράκης, «Από πού κι ως πού όλοι οι αγώνες είναι δίκαιοι;». Μια συζήτηση με τον Απόστολο Δοξιάδη για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2018, 120 σελ.

Δεν βρίσκεις συχνά ανθρώπους που να έχουν επιλέξει, απ' όλα τα πιθανά σχέδια ζωής, να βρουν την ευτυχία τους στο να γίνουν αληθινοί δάσκαλοι, υπερασπιστές δικαιωμάτων και μαχητές υπέρ της ελευθερίας και της ισότητας, ανθρώπους που να μπορούν να λένε και να το εννοούν «εγώ λέω αντιδημοφιλή πράγματα εδώ και πολλά χρόνια», και μάλιστα με το κόστος που αναλογεί σε απόψεις κόντρα. Ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης παρουσιάζεται τώρα σε ένα βιβλίο, απάνθισμα μιας δημόσιας συνομιλίας του με τον Απόστολο Δοξιάδη, έτσι όπως είναι. Μαχητικός και χιουμορίστας, ώριμος και τόσο απλός... Ένα ηθικό παράδειγμα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 86, Μάιος 2018.

 

Claude Lanzmann, ShoahNτοκυμανταίρ γαλλοαγγλικής παραγωγής, 1985. Παραγωγοί: BBC, Historia, Les Films Aleph, Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλικής Δημοκρατίας. Διάρκεια: 613 λεπτά

Claude Lanzmann, Ο τελευταίος των αδίκων (Le Dernier des injustes). Ντοκυμανταίρ γαλλικής παραγωγής, 2013. Παραγωγοί: Synecdoche, Le Pacte, Dor Film Produktionsgesellschaft. Διάρκεια: 220 λεπτά

Γιατί είναι άραγε τόσο μεγάλη η ταραχή μας, η συγκίνησή μας, όταν βλέπουμε τη Shoah του Κλοντ Λαντζμάν[1] ακόμη και σήμερα, που έχουμε δει τόσες ταινίες, έχουμε ακούσει ή διαβάσει τόσες μαρτυρίες και τόσα βιβλία; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιέρωσαν αυτό το εγχείρημα ως το αξεπέραστο αριστούργημα, όχι μόνο στην πρώτη του προβολή, το 1985, αλλά ακόμη και σήμερα, 30 χρόνια μετά;  Γιατί φοβόμαστε να δούμε αυτήν την ταινία, που αποφεύγει κάθε άμεση εικόνα φρίκης; Αναδημοσίευση από το τεύχος 73 τουBooks' Journal,Iανουάριος 2017, με αφορμή τη θλιβερή αναγγελία του θανάτου του Λαντζμάν, στο Παρίσι, σε ηλικία 92 χρόνων (το κείμενο δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Αντιμέτωποι με τις μαρτυρίες του τραύματος»).

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922: Η Παράταση του Διχασμού, Πατάκη, Αθήνα 2017, 489 σελ.

Οι επιλογές του Βενιζέλου επιβραβεύτηκαν από τα γεγονότα. Στη σκιά του, όμως, δεν έχουν λιγότερο ενδιαφέρον οι αντιβενιζελικοί πρωταγωνιστές, οι οποίοι έχουν μελετηθεί λιγότερο στην ιστοριογραφία. Το νέο βιβλίο του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου αφιερώνει σημαντικό μέρος στους τρεις βασικούς ταγούς του, μετά το 1922: στον Ιωάννη Μεταξά, στον Παναγή Τσαλδάρη και στο Στέμμα με διττή υπόσταση: ως βασιλικό θεσμό και ως δυναστεία. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 87, Μάιος 2018.

Σελίδα 1 από 12