Το τελευταίο re-branding της παλαιάς Ελλάδας στα χρόνια της θρησκευτικής μεταρρύθμισης του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου

Ποιες αλλαγές σηματοδότησε η εδραίωση της μονοκρατορίας του Κωνσταντίνου στον τρόπο που η πόλη και οι εκπρόσωποί της απευθύνονταν προς την κεντρική εξουσία επιδιώκοντας την εύνοιά της; Με ποιον τρόπο ανταποκρίθηκαν ο Κωνσταντίνος και οι άμεσοι διάδοχοί του στη μακρά παράδοση της ειδικής σχέσης μεταξύ των ρωμαίων αυτοκρατόρων και μιας πόλης με ιδιαίτερο συμβολικό βάρος; Τι σήμαινε για την Αθήνα και την παλαιά Ελλάδα η υιοθέτηση του χριστιανισμού ως θρησκείας του αυτοκράτορα καθώς και η ίδρυση της Νέας Ρώμης στην Ανατολή;

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922: Η Παράταση του Διχασμού, Πατάκη, Αθήνα 2017, 489 σελ.

Οι επιλογές του Βενιζέλου επιβραβεύτηκαν από τα γεγονότα. Στη σκιά του, όμως, δεν έχουν λιγότερο ενδιαφέρον οι αντιβενιζελικοί πρωταγωνιστές, οι οποίοι έχουν μελετηθεί λιγότερο στην ιστοριογραφία. Το νέο βιβλίο του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου αφιερώνει σημαντικό μέρος στους τρεις βασικούς ταγούς του, μετά το 1922: στον Ιωάννη Μεταξά, στον Παναγή Τσαλδάρη και στο Στέμμα με διττή υπόσταση: ως βασιλικό θεσμό και ως δυναστεία. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 87, Μάιος 2018.

Κωστής Καρπόζηλος - Δημήτρης Κ. Χριστόπουλος, 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό, Πόλις, Αθήνα 2018, 96 σελ.

Τελικά η Μακεδονία δεν είναι ελληνική; Είναι. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική. Αλλά στη διαμάχη για το όνομα της γειτονικής χώρας, που την αποκαλούμε είτε με το όνομα της πρωτεύουσάς της, Σκόπια, είτε με το αρκτικόλεξο (πΓΔΜ) της προσωρινής ονομασίας: πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ελλάδα δεν έχει δίκιο. Ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος παραδίδουν ένα ευσύνοπτο και πολύ χρήσιμο βιβλίο για ένα ζήτημα που δεν θα υπήρχε αν δεν το είχε καλλιεργήσει ο ελληνικός εθνικισμός. [ΤΒJ]

 


Η τέχνη της προσέγγισης του μεγάλου αναγνωστικού κοινού δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Είναι όμως μια τέχνη πάντοτε αναγκαία, όταν ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας καλούνται να παρέμβουν στα δημόσια πράγματα της εποχής τους προκειμένου να προσδιορίσουν όσες χρόνιες παθογένειες ταλανίζουν την κοινωνία τους και να τις ανασκευάσουν. Ένα τέτοιο απαιτητικό εγχείρημα δοκιμάζουν να φέρουν σε πέρας ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, συζητώντας το Μακεδονικό Ζήτημα στον απόηχο των τελευταίων συγκεντρώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Σε αυτήν την προσπάθεια, όπου η ιδιότητα του πολίτη ευθυγραμμίζεται με τις μέριμνες του επιστήμονα, οι δύο συγγραφείς αναγνωρίζουν εξ αρχής τις οφειλές τους και υποδεικνύουν το νήμα που τους συνδέει με «όσες και όσους άρθρωσαν έναν λόγο τεκμηριωμένο και κριτικό σχετικά με το Μακεδονικό την κρίσιμη δεκαετία του ’90». Αν όμως τα πολιτικά αντανακλαστικά και οι παρεμβάσεις της προοδευτικής διανόησης, από τότε μέχρι σήμερα, οριοθετούν ευκρινώς το πεδίο εντός του οποίου κινείται το βιβλίο, ποια μορφή λόγου είναι σε θέση να υπηρετήσει τις ζητήσεις και τις προτεραιότητες που αυτή η κληρονομιά υπαγορεύει; Η επιλογή της μικρής, μετρημένης φόρμας, δηλαδή οι «10 συν 1 ερωτήσεις και απαντήσεις» που δηλώνει ο τίτλος, δείχνουν να ανταποκρίνονται ιδανικά στους στόχους της ιστορικο-πολιτικής γραφής. Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται κλιμακωτά στη βάση αριθμημένων μικρών ενοτήτων, οι οποίες διαδέχονται λογικά η μία την άλλη, επιτυγχάνοντας στο τέλος μια συνολική ενότητα. Οι ερωτήσεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου δίνουν την αίσθηση ενός σταδιακά αναπτυσσόμενου ανοικτού διαλόγου, όπου η απάντηση αναλαμβάνει να εκθέσει την επικρατούσα κάθε φορά άποψη και έπειτα να την αναιρέσει μεθοδικά. Την πραγμάτευση του ακανθώδους θέματος διευκολύνει το συνειδητά επιλεγμένο απλό ύφος, συναρμόζοντας γόνιμα τη σαφήνεια με τη ζωντάνια. Δεν πρόκειται όμως μόνο για ζήτημα δομής και γλώσσας.

Οι συγγραφείς ζητούν προγραμματικά την καλή προαίρεση και την αναστοχαστική διαθεσιμότητα του αναγνώστη, την ενεργή δηλαδή εμπλοκή και συμμετοχή του στη συνομιλία, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τον μεγάλο σκόπελο της διαφωτιστικής υπεροψίας και του άχαρου διδακτισμού. Το βιβλίο απευθύνεται σε εκείνους τους «πολίτες που θέλουν να αναμετρηθούν με την […] θλιβερή μονοτονία για το Μακεδονικό στη δημόσια συζήτηση» και είναι διατεθειμένοι να αντιπαρέλθουν τους «δικούς τους μύθους». Άλλωστε πρόκειται για ένα εγχείρημα γραμμένο σε τόνο μαχητικό, όχι όμως aprioriδιχαστικά πολεμικό, με κύρια επιδίωξη να είναι αποτελεσματικό για την κατίσχυση της νηφαλιότητας και της λογικής∙ με άλλα λόγια, ένα εγχείρημα πυροσβεστικό απέναντι στα επικίνδυνα συλλογικά πάθη και τραύματα που αναβιώνει ο σημερινός εθνικισμός.

Καθώς, λοιπόν, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος, αποβλέπουν σε μια «θεραπευτική λειτουργία» (σελ. 14) ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Έτσι, επισημαίνουν τη ρευστότητα της γενικής ρητορικής για το Μακεδονικό, τον ουσιαστικά ανορθολογικό της χαρακτήρα, αφού «παρακολουθώντας προσεκτικά τα πρόσφατα συλλαλητήρια, διαπιστώσαμε ότι ελάχιστα ήταν τα επιχειρήματα τόσο των συγκεντρωμένων, όσο και των ομιλητών. Αυτό που κυριαρχούσε ήταν το αίσθημα της “προδοσίας”, της καταγγελίας της, και της εθνικής υπερηφάνειας, δίχως όμως να τεκμηριώνεται το πού ακριβώς εδράζεται αυτή» (σελ. 10). Προκειμένου να αντιπαρέλθουν την ισχύ μύθων, ικανών να «κατασκευάζουν μια πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια αναπαράγεται ως τέτοια, χωρίς κανείς να ασχολείται με τον πυρήνα της» (σελ. 11), εξηγούν τη στρέβλωση που ενυπάρχει στον θεολογικής υφής ορισμό των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων», έναντι των οποίων ο εθνικός λόγος δεν αναγνωρίζει κανέναν νόμιμο αντίλογο.

 

 

Περί εθνών και εθνικισμού

Στην αποδόμηση ισχυρών στερεοτύπων, πχ. πως τα «πνευματικά δικαιώματα» των Eλλήνων επί της αρχαίας Μακεδονίας εξασφαλίζουν στην Ελλάδα το μονοπώλιο της σημερινής χρήσης του ονόματος ή πως «η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», οι δυο συγγραφείς αποφεύγουν προσεκτικά την επιστημονικοφανή διάλεκτο. Προφανώς όμως δεν αποφεύγουν καθόλου να αξιοποιήσουν τις κατακτήσεις της σύγχρονης ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Αντίθετα, εκλαϊκεύουν με την πιο διαυγή διατύπωση τις σύγχρονες θεωρίες περί εθνών και εθνικισμού, όταν εξηγούν:

Το έθνος είναι η πολιτική κοινότητα που σφυρηλατεί την αλληλεγγύη της πάνω στην ανάγκη της στέγασής της σε ένα κράτος. Το κράτος, το εθνικό κράτος από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, είναι το ιστορικό σπίτι του έθνους. Έτσι εξηγείται γιατί τα έθνη, αυτά τα προϊόντα της πολιτικής νεωτερικότητας, δεν υπήρχαν –και σίγουρα δεν υπήρχαν με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε εμείς– ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στον Μεσαίωνα. […]. Το σύγχρονο ελληνικό έθνος αναδύεται μέσα από το αίτημα της συστέγασης σε μια κρατική οντότητα –σχηματικά, ας πούμε από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα∙ ισχύει για όλους. (σελ. 35-36)

Ακριβώς πάνω σε αυτό το κεκτημένο της αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος αντιπαρέρχονται τη διάχυτη φιλολογία περί «ανύπαρκτου» μακεδονικού έθνους. Χωρίς να βαρύνουν το βιβλίο με εξειδικευμένες παραπομπές που δεν ταιριάζουν στη γενική φιλοσοφία του, συνοψίζουν και αξιοποιούν την πλούσια βιβλιογραφία για το Μακεδονικό για να αποσαφηνίσουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Η σταδιακή ανάδυση της μακεδονικής ταυτότητας από τον ύστερο 19ο αιώνα και η μετέπειτα ενίσχυσή της στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν την καθιστά λιγότερο πραγματική από οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη μακεδονική γλώσσα, η οποία συλλήβδην υποβαθμίζεται στην τρέχουσα αντίληψη ως «διάλεκτος». Η απόρριψη του μακεδονικού έθνους ως «τεχνητού» έχει ως αφετηρία της την ιστορική και καθολική άρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει την ύπαρξη μειονοτικών κοινοτήτων στο εσωτερικό της, ενώ οι περιφρονητικές αναφορές στο «κρατίδιο των Σκοπίων» και οι εσφαλμένες καταγγελίες περί «αλυτρωτικού συντάγματος» απλώς δυναμιτίζουν την καλή γειτονία και τη σταθερότητα στην περιοχή, τροφοδοτώντας εκατέρωθεν το εθνικιστικό μίσος. Σήμερα όμως, μετά από είκοσι πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για τις κίβδηλες βεβαιότητες της εθνικής μας μυθολογίας. Η τελευταία ερωταπόκριση είναι αφοπλιστική στην αμεσότητα και την καθαρότητά της.

«Δηλαδή, δεν έχει δίκιο η Ελλάδα;» Όχι, δεν έχει. (σελ. 83)

Το θέμα πρέπει να λυθεί και η ελληνική κοινωνία να επικεντρωθεί «σε κάτι που αξίζει τον κόπο», στη συζήτηση δηλαδή του μέλλοντός της στον 21ο αιώνα (σελ. 21).

Οι 10 συν 1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό, αξιοποιώντας στο έπακρο τον μικρό αριθμό σελίδων τους, ανταποκρίνονται με επιτυχία στην προγραμματική τους λογική. Το βιβλίο, προσεκτικό και καλοδουλεμένο, πατάει γερά σε όσα έχουν ήδη κερδηθεί στη θεωρία, την ιστοριογραφία και την πολιτική σκέψη, εκφράζοντας τελικά μια ώριμη αυτοπεποίθηση:

Σε αυτό το δυσάρεστο τοπίο, διαβλέπει κανείς σήμερα μια ελπίδα. Αν, το 1992, η αίσθηση ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο ήταν κυρίαρχη, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τα σχολεία να κλείνουν με εντολή του Υπουργείου Παιδείας και τους μαθητές να μεταφέρονται σε συγκεντρώσεις ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες […] Τότε η μη επίλυση του Μακεδονικού διαπερνούσε το σύνολο του πολιτικού φάσματος και συγκροτούσε τον βασικό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. […] Σταδιακά, όμως, απαλλασσόμαστε από το βάρος του. Βασανιστικά και αργά, θα πουν κάποιοι. Ίσως. Πάντως, οι καιροί αλλάζουν. Και αυτό μας επιτρέπει να ελπίζουμε. (σελ. 87-88, 93)  

Μια τέτοια αισιοδοξία, δεν παραβλέπει φυσικά καθόλου πως πάρα πολλά μένουν ακόμα εκκρεμή. Ο εφησυχασμός δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση. Η επίγνωση όμως πως η ελληνική πραγματικότητα διαθέτει πλέον ανοικτά μονοπάτια ώστε να διαφύγει τα βαρίδια του παρελθόντος καθιστά αταίριαστη κάθε πεσιμιστική υπερβολή. Κι αν αυτή αποφεύγεται, αποφεύγεται σωστά, κατά τη γνώμη μου∙ ακριβώς επειδή σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή τίποτα δεν υπήρξε εύκολο ή αυτονόητο.

 

 

Joshua Rubenstein, Οι τελευταίες ημέρες του Στάλιν, μετάφραση από τα αγγλικά: Μιχάλης Μακρόπουλος, Ψυχογιός, Αθήνα 2017, 360 σελ.

Λίγο πριν πεθάνει ο Στάλιν είχε προλάβει να ενοχοποιήσει μια ομάδα σπουδαίων γιατρών ότι δήθεν ήθελαν να τον εξοντώσουν. Λόγω της εβραϊκής καταγωγής των περισσοτέρων, οι οποίοι φυλακίστηκαν και ετοιμάζονταν να περάσουν από δίκη, η Πράβδα αλλά και το σατιρικό Κροκοντίλ, ενορχήστρωσαν μια αντισημιτική υστερία. Ωστόσο, και χωρίς τους «κακούς» γιατρούς ο Στάλιν πέθανε ξαφνικά με αποτέλεσμα οι επίγονοί του, σχετικώς απροετοίμαστοι, να επιδοθούν σε μια ανηλεή μάχη για τη διαδοχή. Απ’ αυτή τη μάχη, δεν βγήκε νικητής ο πολύς Λαυρέντι Μπέρια, ο άνθρωπος που εργάστηκε αόκνως διεκπεραιώνοντας τα εγκλήματα της Εποχής του Τρόμου... Ο αμερικανός ιστορικός Τζόσουα Ρούμπινσταϊν παραδίδει στους αναγνώστες ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα. [ΤΒJ]

Δουνκέρκη (Dunkirk). Aγλλο-ολλανδο-γαλλο-αμερικανική ταινία, σε σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν με τους: Φιόν Γουάιτχεντ, Μπάρι Κέογκαν, Μαρκ Ρέιλανς, Τομ Χάρντι, Κίλιαν Μέρφι. Παραγωγή: 2017, διάρκεια: 106’

 

Γιατί η Δουνκέρκη, η νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, είναι μια πολεμική ταινία φιλειρηνικού συναισθήματος, προσωπικό σινεμά ενός σημαντικού καλλιτέχνη και, ταυτόχρονα, έργο λυτρωτικό. 

Η ιδέα της αυθεντικότητας που προήγαγε ο Χάιντεγκερ είναι ακόμη μια κομβική ιδέα που αξιοποιήθηκε από αντιφιλελεύθερα κινήματα, στα οποία ένας αυθεντικός συλλογικός εαυτός υποτίθεται ότι είναι απελευθερωμένος από την προσέγγιση των αφηρημένων κανόνων του φιλελευθερισμού. Κάθε σύγχρονο εθνικό φασιστικό κίνημα, κάθε σύγχρονο λαϊκιστικό κίνημα των καιρών μας έχει βαθιές ρίζες στο χώμα που προετοίμασε ο Χάιντεγκερ, που έβρισκε αυθεντική ύπαρξη σε μια ιστορική συλλογικότητα η οποία μπορεί να είναι μια εθνική-γλωσσική-φυλετική συλλογικότητα όπως η Γερμανικότητα, ή η Ισλαμική Ούμμα. Η σκέψη του Χάιντεγκερ είναι κεντρική στα νεοναζιστικά κινήματα Jobbik και Χρυσή Αυγή στην Ουγγαρία και στην Ελλάδα, στο νεο-ευρασιανιστικό ναζιστικό κίνημα στην Ρωσία και στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καθώς και στον ριζοσπαστικό ισλαμισμό γενικότερα. 

Ένας αθηναϊκός καύσωνας του 19ου αιώνα. Τι είναι ίδιο και τι διαφορετικό από τότε. Επιμέλεια: Γιώργος Ζεβελάκης

Ναυσικά Παπανικολάτου, Η δημοκρατική πολιτεία στον Αλέξης ντε Τοκβίλ, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016, 440 σελ.

Δεν πρόκειται για ακόμα ένα εγκώμιο του Τοκβίλ, πίσω από το οποίο κρύβεται η κυρίαρχη σήμερα στη χώρα ρηχή, ρηχότατη ένθεν και ένθεν, αντίληψη γι’ αυτόν και τον φιλελευθερισμό. Η Ναυσικά Παπανικολάτου αναλύει το συνολικό έργο του Τοκβίλ χωρίς να κάνει αγιογραφία. Η συγγραφέας δημιουργεί το κατάλληλο επιστημονικό και πνευματικό  κλίμα για την ανάδειξη του πραγματικού και όχι του επιθυμητού Τοκβίλ.

Πέτρος Μακρής Στάικος, Ο Δεκέμβρης του 1944. Τέσσερα άγνωστα κείμενα,  Ίκαρος, Αθήνα 2014, 176 σελ.

Με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα μυθοποιούνται, συνήθως με την μεγιστοποίηση πλευρών ή την ηρωοποίηση προσώπων. Οι εμφύλιοι όμως μάλλον αποσιωπούνται. Στην εμφυλιακή σύγκρουση του Δεκέμβρη έχουμε σήμερα και τα δύο φαινόμενα, αποσιώπηση από την πλευρά των νικητών και μύθους από την πλευρά των ηττημένων. Ένας από αυτούς είναι ότι η αντίσταση του ΕΑΜ στον Άξονα και  η σύγκρουση του Δεκέμβρη είναι ένα και το αυτό, δύο επεισόδια στην προσπάθεια για εθνική ανεξαρτησία και ελευθερία. Ένας δεύτερος ότι το ΕΑΜ επιθυμούσε ομαλό και δημοκρατικό πέρασμα της χώρας στην μετακατοχική εποχή και ότι οι Βρετανοί το υποχρέωσαν να αναμετρηθεί μαζί τους στρατιωτικά.

Στο άκουσμα του θανάτου του, σημείωνα μουδιασμένη (εφ. Τα Νέα, 13 Ιουλίου 2016) ότι «δυσκολεύομαι να χρησιμοποιήσω χρόνο παρατατικό για κάποιον που ήταν η προσωποποίηση της δράσης και της μαχητικότητας». Το πράγμα δεν έχει αλλάξει, βέβαια, καμιά εικοσαριά μέρες αργότερα. Ο Μαρωνίτης «θα μας λείπει εξακολουθητικά» για πολλούς λόγους, που πολλοί (φίλοι εγκάρδιοι, αλλά και άσπονδοι, μαθητές, συνάδελφοι και συνοδοιπόροι) κατέγραψαν και σχολίασαν, ο καθένας με τον ιδιοσυγκρασιακό του τρόπο.

Σελίδα 1 από 5