Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021

Τα κοινωνικά δίκτυα και η ελευθερία του Τύπου

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 93

Ο Ίαν Μπουρούμα θύμα της πολιτικής ορθότητας. Η περίπτωση New York Review of Books.

Προβληματισμό και αντιδικίες προκάλεσε στον λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό κόσμο, στις ΗΠΑ, η «παραίτηση» από τη διεύθυνση της έγκριτης επιθεώρησης The New York Review of Books του διευθυντή της, Ίαν Μπουρούμα. Αιτία, το εκτενές άρθρο του Τζιάν Γκομέσι (Jian Ghomeshi) με τίτλο “Reflections from a Hashtag”,που περιλαμβανόταν στην ύλη του τεύχους της 11ης Οκτωβρίου.

Ο Τζιάν Γκομέσι ήταν ο δημοφιλέστερος και πιο ακριβοπληρωμένος παραγωγός του Κρατικού Ραδιοφώνου του Καναδά (CBC). Η καθημερινή εκπομπή του είχε τεράστια ακροαματικότητα, όχι μόνο στον Καναδά αλλά και στις ΗΠΑ. Το 2014 κατηγορήθηκε, από πρώην συντροφό του, για βίαιη συμπεριφορά στη διάρκεια της ερωτικής συνεύρεσης. Άλλες 20 γυναίκες ακολούθησαν το παράδειγμα της κατηγόρου.

Η διεύθυνση του καναδικού ραδιοφώνου απέλυσε, με συνοπτικές διαδικασίες, τον Γκομέσι, ο οποίος διατείνεται ότι τα καναδικά ΜΜΕ τον καταδίκασαν, εκ των προτέρων, πολύ πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης. Έπειτα από κάποιους μήνες, το δικαστήριο στο οποίο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση τον αθώωσε και από τις δύο κατηγορίες που τον βάρυναν. Παρ’ όλα αυτά, ο Τζιάν Γκομέσι παραμἐνει, τέσσερα χρόνια μετά, παρίας και αποδιοπομπαίος τρἀγος, αν και ζήτησε δημοσίως συγνώμη. Αυτό, πολύ πριν έλθει στη δημοσιότητα η υπόθεση του κινηματογραφικού παραγωγού Χάρβεϊ Γουάινστιν και, ασφαλώς, πριν τα μετέπειτα σεξουαλικά σκάνδαλα διασημοτήτων που συγκλόνισαν τις ΗΠΑ το 2017.

Στο άρθρο που δημοσιεύτηκε πρώτα διαδικτυακά και κατόπιν στη έντυπη εκδοση, ο Τζιάν Γκομέσι κάνει αυτοκριτική για τη συμπεριφορά του που τον έστειλε στη δικαιοσύνη, περιγράφει πώς η επιτυχία τον μετέτρεψε σε αλαζόνα και νάρκισσο και πώς ώς ένα βαθμό η δικαστική περιπετειά του λειτούργησε και ως προσωπική κάθαρση. Το άρθρο δεν περιέχει αντιφεμινιστικές νύξεις, όπως τον κατηγορούν οι επικριτές του, αλλά περιγράφει την κοινωνική του απομόνωση και τη σωρεία ρατσιστικών μηνυμάτων και απειλών κατά της ζωής του, από ανώνυμους χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Τα ρατσιστικά σχόλια αφορούσαν την καταγωγή των γονέων του από το Ιράν.

 

Ένας μαχητικός διανοούμενος κάηκε

Ο Βρετανο-Ολλανδός Ίαν Μπουρούμα, συγγραφέας και δημοσιογράφος, είναι, ευρύτατα, αναγνωρισμένος διανοούμενος στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, για τις άριστες γνώσεις εκ μέρους του της αμερικανικής, της ευρωπαϊκής και της ασιατικής ιστορίας και την εκτεταμένη συνεισφορά του στην ερευνητική δημοσιογραφία. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων (Φόνος στο Άμστερνταμ, Tα μεροκάματα της ενοχής, Η Γη της Επαγγελίας, Έτος Μηδέν. Ιστορία του 1945), είναι ευρύτερα γνωστός για τον Οξιντενταλισμό. Η Δύση με τα μάτια των εχθρών της (Occidentalism. The West in the Eyes of Its Enemies)[1], που έγραψε, μαζί με τον καθηγητή Αβισάι Μαργκαλίτ, ως απάντηση στον Οριενταλισμό (Orientalism) του Έντουαρντ Σαΐντ[2]. Ο Μπουρούμα ήταν τακτικότατος συνεργάτης της New York Review of Books ἐως τον Σεπτέμβριο του 2017, οπότε και του προτάθηκε να αναλάβει τη διεύθυνση της επιθεώρησης, αμέσως μετά το θάνατο του Μπομπ Σίλβερς, συνιδρυτή της επιθελωρησης από κοινού με την, αποθανούσα το 2006, Μπάρμπαρα Επστάιν.                                            

Με κυκλοφορία 135.000 αντιτύπων, θα υπέθετε κάποιος ότι η New York Review of Books θεωρείται περιθωριακό έντυπο με βάση τα αμερικανικά δεδομένα. Εν τούτοις, σε σχέση με την κυκλοφορία της, έχει απείρως μεγαλύτερη απήχηση και επηρροή στο χώρο των αγγλοσαξωνικών γραμμάτων αλλά και των ιδεών και της πολιτικής.

Από τη χρονιά της ιδρύσεώς της, το 1963, η επιθεώρηση κυκλοφορεί αδιαλείπτως δύο φορές το μήνα, σε μεγάλο μέγεθος και φιλοξενεί πολυσέλιδα άρθρα, διηγήματα και βιβλιοκριτικές. Εχει εξασφαλίσει συνεργασίες με πολύ μεγάλα ονόματα ενώ κινείται στο χώρο της φιλελεύθερης Αριστεράς. Ιδιοκτήτης της είναι ο Ρία Σ. Χέντερμαν (Rea S. Hederman), στην οικογένεια του οποίου ανήκει μια από τις μεγαλύτερες, σε κυκλοφορία, εφημερίδες της πολιτείας του Μισσισσιπή. Ο Χέντερμαν αγόρασε τη New York Review of Books για 5 εκατομμύρια δολάρια από τους ιδρυτές της.

Άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, ο Ίαν Μπουρούμα άλλαξε το modusoperandi και διεύρυνε το περιεχόμενο του περιοδικού, εξασφαλίζοντας περισσότερες συνεργασίες με γνωστά ονόματα του βιβλίου και της δημοσιογραφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, επέλεξε να δημοσιεύσει το άρθρο του Τζιάν Γκομέσι. Το σφάλμα του Μπουρούμα ήταν πως δεν υπολόγισε σωστά το zeitgeist, το πνεύμα της εποχής, που διαμορφώθηκε μετά το σκάνδαλο Γουάινστιν και την εμφάνιση του κινήματος #Me Too στις ΗΠΑ.

Η υπόθεση δεν θα ἐπαιρνε τις διαστάσεις που πήρε αν το άρθρο δεν είχε διαρρεύσει στα κοινωνικά δίκτυα, από άτομο ή άτομα μέσα από την επιθεώρηση, πριν την on line δημοσίευσή του. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, όσο ακόμα ζούσε ο συνιδρυτής και διευθυντής, Μπομπ Σίλβερς, συναποφάσιζε για την ύλη του περιοδικού μαζί με άλλα τρία άτομα. Ο καθἐνας υπολόγιζε πως, μετἀ το θάνατό του, κάποιος/α εκ των τριών θα αναλάμβανε τη διεύθυνση και θα έχριζε τους άλλους δύο υποδιευθυντές.

Αλλά η προτίμηση της ιδιοκτησίας στον Ίαν Μπουρούμα άλλαξε τις ισορροπίες. Εκείνος, ως διευθυντής, αποδυνάμωσε συντομα την τριάδα που λειτουργούσε ως πόλος εξουσίας στη σύνταξη της επιθεώρησης. Η δημοσίευση του άρθρου του Καναδού και η κατακραυγή στα κοινωνικά μέσα, που ακολούθησε, ήταν μια μοναδική ευκαιρία υπονόμευσης του νέου διευθυντή εκ των έσω.

Χρήστες του facebookκαι του twitter, που αναδείχθηκαν χάρη στο κίνημα #Me Too, καταφέρθηκαν με μίσος εναντίον του Ίαν Μπουρούμα και απείλησαν να μποϋκοτάρουν την επιθεώρηση αν ο ιδιοκτήτης δεν απομάκρυνε τον διευθυντή της.

Παράλληλα, κυκλοφόρησαν φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Σύνδεσμος Πανεπιστημιακών Εκδόσεων, στον οποίο ανήκουν όλα τα Πανεπιστήμια του Ivy League, είχε την πρόθεση να αποσύρει τις καταχωρίσεις του από τη χάρτινη έκδοση της New York Review of Books, τα ἐσοδα από τις οποίες καλύπτουν μεγάλο μέρος των εξόδων της έκδοσης.

Παρότι δεν επιβεβαιὠθηκαν οι εν λόγω φήμες, οι οποίες κυκλοφόρησαν πάλι στα κοινωνικά μἐσα, ο ιδιοκτἠτης Ρία Σ. Χέντερμαν θεώρησε σωστό να απομακρὐνει τον Ίαν Μπουρούμα, ο οποίος επί της ουσίας εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.

 

Το διαδίκτυο ως μηχανισμός λογοκρισίας

Σε συνεντεύξεις που, μετά την απομάκρυνσή του, ο Ίαν Μπουρούμα παραχώρησε στο αμερικανικό περιοδικό Slate και σε ολλανδική εφημερίδα, είπε ευθέως ότι χρήστες του facebook, του twitter και ακτιβιστές στελέχη του κινήματος #Me Too ζήτησαν την κεφαλήν του επί πίνακι στο όνομα της πολιτικής ορθότητας – και το πέτυχαν, μέσω της δύναμης της διαπόμπευσης. Παράλληλα, ο πρώην διευθυντής της επιθεώρησης υπεννόησε ότι ορισμένοι από τους συνεργάτες του τον υπονόμευσαν. Όχι ευθέως αλλά καταφεύγοντας στη δύναμη των κοινωνικών δικτύων.

Η απομάκρυνσή του δεν πέρασε χωρίς κλυδωνισμούς στους κύκλους της επιθεώρησης. Αντέδρασαν 110 συνεργάτες της New York Review of Books, που έστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας. Μεταξύ άλλων, η επιστολή αναφέρει: «Με δεδομένη την ιδρυτική αρχή του ανοιχτού διαλόγου, που από την ίδρυσή της διέπει τη λειτουργία της New York Review of Books, η απομάκρυση, υπό την πίεση των κοινωνικών μέσων, του Ίαν Μπουρούμα μάς ωθεί να πιστέψουμε ότι το έντυπο θέτει εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών». Ανάμεσα σε όσους υπογράφουν το κείμενο, βρίσκονται πολύ γνωστά ονόματα της λογοτεχνίας και της επιστημονικής σκέψης: ο Ίαν ΜακΓιούαν, ο Κολμ Τόιμπιν, η Τζόυς Κάρολ Όουτς, ο Τζον Μπάνβιλ, η Λίζα Αππιγνανέσι, η Ανν Απλμπάουμ, ο Άλαν Χόλινγκχερστ, ο Άριελ Ντόρφμαν, ο Ορλάντο Φίτζες, η Χέρμιον Λη, ο Μαρκ Λίλλα, ο Νηλ Άτσερσον – για να αναφέρουμε μερικούς από τους διαμαρτυρηθέντες.

Η αναγκαστική παραίτηση του Ίαν Μπουρούμα προκάλεσε, επίσης, την έντονη αντίδραση του Pen America. Στην ανακοίνωση την οποία υπογράφει η πρόεδρός του, Τζέννιφερ Ήγκαν (Jennifer Egan), υπογραμμίζεται:

Το Pen απαιτεί μια τεκμηριωμένη αιτιολογία για την απόλυση του Ίαν Μπουρούμα. Δίχως αυτήν, η ενέργεια του ιδιοκτήτη της New York Review of Books είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Αν δεν υπάρξει γενικευμένη αντίδραση, όλοι οι διευθυντές περιοδικών και εφημερίδων θα επιβάλλουν λογοκρισία ή θα απορρίπτουν κείμενα που ενδέχεται να θίξουν τις ευαισθησίες μεμονωμένων ομάδων, σε βάρος της ελεύθερίας του Τύπου.

Στην καφκική πραγματικότητα που βιώνουμε, με τις δίκες προθέσεων καθενός και καθεμιάς που διαθἐτει πρόσβαση στο διαδίκτυο, χρειάζεται να μας απασχολήσει σοβαρά κατά πόσον η ανεξέλεγκτη δύναμη του πληκτρολογίου οδηγεί στην ακύρωση του δικαιώματός μας στην ανεπηρέαστη ενημέρωση και στην ελευθερία του λόγου, όπως και στην ελευθερία του Τύπου. Πώς είναι δυνατόν να ενδίδουν στο φόβο του διαδικτύου έντυπα όπως η New York Review of Books;

Η απόλυση του Ίαν Μπουρούμα εγείρει μερικά βασικά ερωτήματα: Στην εποχή κινημάτων όπως το #Me Too, πόσο είναι εφικτό κἀποιος που αθωώνεται από τη Δικαιοσύνη για κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης να μην έχει δικαίωμα σε δεύτερη ευκαιρία, σε ηθική και επαγγελματική αποκατάσταση; Μήπως το κοινωνικά μέσα υποκαθιστούν την Δικαιοσύνη; Και πόσο είναι δυνατόν οι επαγγελματίες της γραφής να επιτρέπουμε στον όχλο του διαδικτὐου να παρεμβαίνει και να ακυρώνει το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου;

 

Τολμηρές δημόσιες παρεμβάσεις

Ως συνδρομήτρια επί 20 χρόνια της New York Review of Books μπορώ να θυμηθώ ανἀλογες περιπτώσεις, για τις οποίες το έντυπο δημοσίευσε απόψεις οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αιρετικές:

*Παλαιότεροι αναγνώστες, όπως η δημοσιογράφος Λώρα Κίπνις (“The Perils of Publishing in a Me Too Movement”, The New York Times, 25/9/2018), θυμούνται την παρουσίαση του βιβλίου του ηγέτη των Μαύρων Πανθήρων Έλντριτζ Κλήβερ, Ψυχή στον πάγο, που χαρακτήριζε το βιασμό λευκών γυναικών αντίσταση και πολιτική πράξη.

*Το 1991, η σταρ της Νέας Δημοσιογραφίας Τζόαν Ντίντιον δημοσίευσε άρθρο στο οποίο εξέφραζε υποψίες κατά πόσον ήταν ειλικρινείς οι καταγγελίες πέντε μαύρων και ισπανόφωνων εφήβων κοριτσιών, ότι λευκός δρομέας τις παρενόχλησε σεξουαλικά στο Σέντραλ Παρκ.

*Πιο πρόσφατα, μετά το σεξουαλικό σκάνδαλο του επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντομινίκ Στρος-Καν με την καμαριέρα πολυτελοὐς ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη, το 2010, η New York Review of Books δημοσίευσε πολυσέλιδο άρθρο το οποίο αποδομούσε την καταγγελία της καμαριέρας, την κατηγορούσε για απόπειρα εκβιασμού με απώτερο στόχο το κέρδος, ένω έφθασε στο σημείο να κατηγορήσει την τότε κυβέρνηση του γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί για υπόσκαψη της αξιοπιστίας του Στρος-Καν, ο οποίος προαλειφόταν για την ηγεσία του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το άρθρο ἐπαιρνε, κατηγορηματικά, το μέρος του Στρος-Καν. Και όμως, ο τότε διευθυντής Μπομπ Σίλβερς επέτρεψε τη δημοσίευσή του, δίχως να προκαλέσει την παραμικρή αντίδραση, πόσο μάλλον, την αποδοκιμασία.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν την εποχἠ της ακραίας πολιτικής ορθότητας να έχουν δημοσιευθεί άρθρα όπως τα προαναφερόμενα;

Φυσικά όχι. Εχουν προ πολλού παρέλθει οι εποχές όπου η ελευθερία της γνώμης ήταν υπέρτατο αγαθό. 

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, και ταυτόχρονα ας προβληματιστούμε, πού οδηγείται η ενημέρωση, πού οδηγείται η ελεύθερη έκφραση όταν οι εκδότες αυτολογοκρίνονται υποκύπτοντας στις πιέσεις διαφόρων ομάδων πίεσης και των ακολούθων τους, που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ακτιβισμό και να συντάσσονται ηθικολογικά με το υποτίθεται ανώτερο νόημα των αντιλήψεων που υποστηρίζουν.

Δεν κατανοούν οι εκδότες ότι το χάιδεμα ακραίων στο όνομα της πολιτικής ορθότητας τους οδηγεί στον μελλοντικό αφανισμό και το θάνατο των εντύπων τους;

Σε μια εποχή που ο έντυπος Τύπος ολοένα και συρρικνώνεται, όταν οι αναγνώστες στρέφονται για την ενημέρωσή τους στο διαδίκτυο, όταν η ερευνητική δημοσιογραφία τείνει να εκλείψει, εναπόκειται στο θάρρος των εκδοτών να αντισταθούν στις ακραίες φωνές προασπίζοντας την αποστολή τους: την υπεράσπιση, με κάθε κόστος, της ελευθερίας του Τύπου.

Και κάτι τελευταίο: Οι επί μακρόν διευθυντές και συνιδρυτές της New York Review of Books, Μπάρμπαρα Επστάιν και Μπομπ Σίλβερς, έγιναν θρύλοι επειδή έπαιρναν ρίσκα. Ο διάδοχός τους, Ίαν Μπουρούμα, έχασε τη θέση του επειδή πήρε ρίσκο. Τι θλιβερή εξέλιξη.

 


[1]Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει με τίτλο Δυτικισμός. Η Δύση στα Μάτια των Άλλων, σε μετάφραση Ξενοφώντα Γιαταγάνα από τις εκδ. Κριτική (2007).

[2]Στη μελέτη τους, οι Ίαν Μπουρούμα και Αβισάι Μαργκαλίτ επιχειρούν τη διερεύνηση των φαντασιώσεων και των στερεοτύπων που γεννούν το μίσος στους οπαδούς της Τζιχάντ και της Αλ-Κάιντα, υποστηρίζοντας ότι οι ρίζες τους πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια τη Δύση. Ο αντιδυτικός ιός βρήκε πρόσφορο έδαφος στον ισλαμικό κόσμο για πολλούς λόγους, αλλά δεν γεννήθηκε εκεί. Η Δύση, που οι οπαδοί του ιερού πολέμου πιστεύουν ότι αντιπαλεύουν, αποτελεί την ίδια απειλή που πλανιόταν στα μυαλά πολλών επαναστατικών κινημάτων από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Μαρία Καστρισιανάκη - Guiton

Δημοσιογράφος, Ανταποκρίτρια στην Αγγλία της Deutche Welle. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Μαρία Καστρισιανάκη-Guiton: τι δημοσιογράφος!

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά