Τετάρτη, 06 Ιανουαρίου 2021

Ελευθερία για τον Τζαφάρ Παναχί

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 4
O Τζαφάρ Παναχί. O Τζαφάρ Παναχί. Φωτογραφία Αρχείου

Στο τεύχος 4 του Books' Journal, Φεβρουάριος του 2011, δημοσιεύσαμε έμα κείμενο του διευθυντή, τότε, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Εϊπίδη. Είχε μόλις καταδικαστεί ο ιρανός σκηνοθέτης Τζαφάρ Παναχί, με μια εφιαλτική καταδίκη, να μην ξανακάνει ταινία τα επόμενα είκοσι χρόνια, και ο Εϊπίδης ήθελε να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για εκείνη την απόφαση. Και μαζί, εξέφρασε τη συμπαράστασή του σε έναν καλλιτέχνη που ο ίδιος τον είχε ξεχωρίσει και τον είχε θαυμάσει τόσο ως καλλιτέχνη όσο και ως υπερασπιστή των αυτονόητων ελευθεριών. Αναδημοσιεύουμε εκείνο το κείμενο, μικρή αναφορά μνήμης στον Δημήτρη Εϊπίδη που πέθανε τα ξημερώματα της 6ης Ιανουαρίου 2021. [ΤΒJ]

Τον Νοέμβριο του 2003, ως διευθυντής τότε των Νέων Οριζόντων του 44ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου, είχα καλωσορίσει στη Θεσσαλονίκη τον ιρανό σκηνοθέτη Τζαφάρ Παναχί, ο οποίος συμμετείχε στο τμήμα που διηύθυνα με την ταινία του Κόκκινο χρυσάφι. Είχε προηγηθεί, τρία χρόνια πριν, η βραβευμένη με Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία ταινία του, Κύκλος, ενώ το 2006 ακολούθησε το Offside, που απέσπασε την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Θυμάμαι ότι παρουσιάζοντάς τον στο κοινό είχα πει μερικά τυπικά μεν λόγια, που ωστόσο τα πίστευα βαθύτατα. Είχα πει πόσο με γοητεύει το σινεμά του, η ελευθερία του και ταυτόχρονα η τόλμη του, η ευρηματικότητά του που τον κάνει να μετατρέπει την έλλειψη μέσων και πληροφοριών σε αφηγηματικό προτέρημα, το πάθος του. Είχα προσθέσει ακόμα το θαυμασμό μου για το ιρανικό σινεμά συνολικότερα, και την εξέλιξή του, που θεωρούσα και συνεχίζω να θεωρώ μοναδικό δημιουργικό φαινόμενο σε μια κοινωνία που πιέζεται να ευθυγραμμίζεται προς μία κυρίαρχη αντίληψη των πραγμάτων.

Δεν είχα πει, από φόβο μήπως δημιουργήσω προβλήματα στον προσκεκλημένο μας, πόσο θαύμαζα και πόσο ζήλευα ταυτόχρονα τον Παναχί, το κέφι του, την επιμονή του, τη σχεδόν εφηβική του διάθεση, όσο προσπαθούσε να ξεπεράσει τα θέματα που είχε με τη λογοκρισία, η οποία ειδικά στη δική του περίπτωση έκανε ό,τι μπορούσε για να τον ταλαιπωρεί.

Δεν είχα πει πολλά για να δώσω την ευκαιρία στον ίδιο να εκφραστεί. Όταν άρχισε να μιλά, τον άκουγα με έκπληξη. Ήταν περισσότερο τολμηρός από μένα, περισσότερο ακριβής στις σκοτεινές περιγραφές του για ό,τι συνέβαινε στη χώρα του και ως εκ τούτου ήταν ριψοκίνδυνος – κι αυτός ριψοκινδύνευε πραγματικά, τη δουλειά του, την ελευθερία του, ακόμα και τη ζωή του. Η έκπληξή μου, σιγά σιγά, μετατράπηκε σε θαυμασμό. Δεν είχα πλάι μου, απλώς, έναν παρεμβατικό καλλιτέχνη. Είχα έναν μαχητή της τέχνης, που υποστήριζε με τις πράξεις του, με το σώμα του, με όλη την ύπαρξή του τη δουλειά του. Δεν συμβαίνει συχνά να συναντά κανείς καλλιτέχνες τόσο συνεπείς και ριψοκίνδυνους, και ευτυχώς δεν συμβαίνει πια στη Δύση, στην ασφάλεια που παρέχει το πλέγμα των ελευθεριών οι οποίες, προφανώς, έχουν κατακτηθεί.

Ανακαλώ από το αρχείο τις φωτογραφίες από εκείνη τη μέρα. Ο Τζαφάρ καθόταν σοβαρός κάτω από την καρικατουρίστικη αφίσα του Φεστιβάλ που είχε σχεδιάσει ο εικαστικός Τάσος Παυλόπουλος. Ήταν τότε μόλις 43 χρόνων, σχεδόν έφηβος – και πάντως διέθετε μια ορμή που θα την ονόμαζα εύκολα εφηβική χωρίς να ντρέπομαι για την αυθαιρεσία μου. Είχε καθαρή ματιά και ήρεμη αποφασιστικότητα. μιλούσε, θυμάμαι, για τη λογοκρισία. Η λογοκρισία στο Ιράν ήταν πάντα αφόρητη, είπε, και όσο πάει χειροτερεύει. το καθεστώς χρειάζεται πειθήνιους πολίτες, γι’ αυτό συχνά μπορεί να καταφύγει σε δικτατορικές συμπεριφορές, δεν ανέχεται τις ταινίες που θίγουν κοινωνικά θέματα, πρόσθεσε. Είχε αρνηθεί ότι είναι πολιτικός σκηνοθέτης αλλά, πάλι, αναρωτήθηκε, αν περιγράφεις τα προβλήματα της κοινωνίας σου δεν καταλήγεις με την τέχνη σου να κάνεις και λίγη πολιτική; Και πώς μπορείς να μην είσαι πολιτικός όταν το χάσμα πλούσιων-φτωχών μεγαλώνει, όταν οι φτωχοί γίνονται ακόμα πιο φτωχοί;

Το θέμα της ταινίας του εκείνης της χρονιάς, το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο Αμπάς Κιαροστάμι, ήταν η ιστορία ενός διανομέα πίτσας στην Τεχεράνη. Θαρρείς και ο ιταλικός νεορεαλισμός είχε μετακομίσει στην πρωτεύουσα του Ιράν. Αλλά όπως και στον ιταλικό νεορεαλισμό, άνθιζε η ελπίδα – κι αυτό ήταν το πολιτικό μήνυμα της ταινίας, που ο Τζαφάρ δεν μπορούσε να την προβάλει στη χώρα του, είχε απαγορευτεί.

Θυμάμαι, κάποιος από το κοινό εξέλαβε την επιθυμία του για περισσότερη ελευθερία ως επαναστατική διάθεση κατά του καθεστώτος. Ο Τζαφάρ είπε ότι, αν επανάσταση σημαίνει ότι κάποια πρόσωπα θα κυνηγηθούν και θα εξουδετερωθούν, ο ίδιος δεν το επιθυμούσε, ούτε και ο ιρανικός λαός. Ο ίδιος, είχε προσθέσει, πιστεύει στη συνύπαρξη αντίθετων απόψεων, δημοκρατικά και ειρηνικά. Το μοναδικό αίτημα ήταν: δημοκρατικές, ελεύθερες εκλογές.

Δεν του έγινε το χατίρι. το καθεστώς σκλήρυνε τη στάση του και ο Τζαφάρ Παναχί απέκτησε σοβαρότερα προβλήματα από τη λογοκρισία. Κάποια στιγμή φυλακίστηκε για τις ιδέες του, επειδή πίστεψε ότι η κυβέρνηση της χώρας του μπορούσε να ανεχθεί το δημοκρατικό παιχνίδι – και το διεκδίκησε. Πριν από λίγες μέρες, ανακοινώθηκε και η καταδίκη του. Έξι χρόνια φυλακή. Αυτή τη στιγμή είναι φυλακισμένος. Αλλά ακόμα και αν ελευθερωθεί, η δικαιοσύνη του Ιράν του έχει απαγορεύσει τη δημιουργία! Η δικαστική απόφαση λέει ότι απαγορεύεται να κάνει ταινίες, να γράφει σενάρια, να ταξιδεύει στο εξωτερικό ή να δίνει συνεντεύξεις σε τοπικά και ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατά τη διάρκεια των επόμενων 20 ετών! Η δικαιοσύνη του Ιράν στερεί από έναν καλλιτέχνη το δικαίωμα ακόμα και να ανασαίνει καλλιτεχνικά. Το θεωρώ αδιανόητο.

Δεν συγκαταλέγομαι σε εκείνους που πιστεύουν ότι το θέαμα, το κινηματογραφικό θέαμα, είναι ένας μηχανισμός μιας γυαλιστερής παρέλκυσης. Ξέρω τον κόπο, τις αγωνίες, τις ωδίνες των δημιουργών, γι’ αυτό και τρέφω απεριόριστο σεβασμό απέναντί τους. Αλλά ο σεβασμός μου πολλαπλασιάζεται για πρόσωπα όπως ο Τζαφάρ Παναχί. Τον έχω δει κι άλλες φορές, μετά τη σύντομη συνύπαρξή μας στη Θεσσαλονίκη, σε ξένα φεστιβάλ. Πάντα μου επιβεβαίωνε την αρχική εντύπωση, του ειρηνικού μαχητή για τις ιδέες, του ανθρώπου που πίστευε στην αλλαγή του κόσμου προς περισσότερη δικαιοσύνη και περισσότερη ελευθερία, και έκανε ό,τι μπορούσε να ενσταλάξει την ανάγκη της ελευθερίας και της δικαιοσύνης μέσω του έργου του. Είναι ένας καθαρός άνθρωπος κι ένας παθιασμένος καλλιτέχνης. το επιβεβαιώνουν όσοι τον έχουν ζήσει, όσοι έχουν συνεργαστεί μαζί του. Αλλά φαίνεται ότι το πάθος για ελευθερία και η καθαρότητα δεν ευδοκιμούν σε χώρες τα καθεστώτα των οποίων ταυτίζουν την κοινωνική ειρήνη με την κοινωνική υποταγή. Γι’ αυτό έχει νόημα να φωνάζουμε για την ελευθερία του Τζαφάρ Παναχί (και του Μοχάμεντ Ρασούλοφ, που επίσης καταδικάστηκε μαζί του).

Γιατί ο καταναγκασμός των ανθρώπων στην υποταγή δεν είναι ανεκτός. Διότι η μεγαλύτερη κατάκτηση του πολιτισμού είναι η ελευθερία. Και διότι η δημιουργικότητα δεν φιμώνεται. Οι ελεύθεροι καλλιτέχνες στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, οι ελεύθεροι πολίτες στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο δεν πρέπει να ξεχνούν ούτε στιγμή τον Τζαφάρ Παναχί και τον Μοχάμεντ Ρασούλοφ.

 

Σημείωση της σύνταξης, 6/1/2011: Η ποινή του Παναχί δεν εκτελέστηκε, μετά την προφυλάκισή του αφέθηκε ελεύθερος, η ποινή του όμως ισχύει και μπορεί να εκτελεστεί ανά πάσα στιγμή. Κατά τα άλλα, ισχύει η εικοσαετής απαγόρευση να γυρίζει ταινίες, να κάνει δηλαδή τη δουλειά του. Την απαγόρευση αυτή, ο Παναχί την καταστρατήγησε τρεις φορές. Το 2011 γύρισε την ταινία This is not a film (Αυτό δεν είναι ταινία), που τον έδειχνε να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού του στην Τεχεράνη και να συνομιλεί με το δικηγόρο του περιμένοντας να φυλακιστεί. Το 2014 γύρισε την ταινία Closed curtain (Κλειστή κουρτίνα), στην οποία παρουσιάζει έναν σεναριογράφο που ζει μόνος με το σκύλο του στο παραθαλάσσιο σπίτι του, με τις κουρτίνες κατεβασμένες. Το 2015 ο Παναχί πρωταγωνίστησε στη βραβευμένη του ταινία Taxi, στην οποία υποδυόταν έναν οδηγό ταξί που συνομιλεί με τους επιβάτες όσο οδηγεί στους δρόμους της Τεχεράνης.

Δημήτρης Εϊπίδης

(1939-2021). Ιδρυτής του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και διευθυντής του ώς το 2016. Επίσης, διευθυντής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το διάστημα 2010-2016. Παράγων του κινηματογράφου με διεθνή αναγνώριση, ίδρυσε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ το 1971 και το διεύθυνε επί 14 χρόνια. Διατέλεσε επίσης στέλεχος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο και διευθυντής πρόγράμματος στο κινηματογραικό Φεστιβάλ του Ρέικιαβικ. Στη Θεσσαλονίκη πρωτοήρθε το 1992 ως εμψυχωτής και πρόεδρο του τμήματος Νέοι Ορίζοντες, μέσω του οποίου το ελληνικό κοινό γνώρισε σημαντικούς σκηνοθέτες απ' όλο τον κόσμο. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά