Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

Τι είναι εθνική ταυτότητα;

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες Δοκίμια web only
Όποια και αν είναι η ομάδα ή ο πολιτισμός, όποιες και αν είναι οι γενεές και οι περιστάσεις, η απώλεια του αισθήματος συλλογικής ταυτότητας είναι γενεσιουργός παράγων και πολλαπλασιαστής απόγνωσης και αγωνίας, υποστηρίζει ο Julien Freund. Όποια και αν είναι η ομάδα ή ο πολιτισμός, όποιες και αν είναι οι γενεές και οι περιστάσεις, η απώλεια του αισθήματος συλλογικής ταυτότητας είναι γενεσιουργός παράγων και πολλαπλασιαστής απόγνωσης και αγωνίας, υποστηρίζει ο Julien Freund.

Όλα τα ανθρώπινα όντα είναι εφοδιασμένα με ίση αξιοπρέπεια, αλλά κάθε άτομο έχει δικαίωμα και σε μια ταυτότητα, αυτή που κρίνει κεντρική, ή σε ένα μοναδικό πλέγμα ταυτοτικών εντάξεων, που εμπερικλείουν πολιτισμικές κληρονομιές ή παραδόσεις. Πράγμα που ισοδυναμεί με μια αποκατάσταση της παράδοσης, στον δρόμο που ανιχνεύθηκε από μια ορισμένη φιλοσοφική ερμηνευτική, η οποία αναδείχθηκε από τους Γκάνταμερ και Ρικέρ.

Στις δυτικές κοινωνίες, από τη δεκαετία του 1970, η λέξη «ταυτότητα» ιδεολογικοποιήθηκε στο έπακρον. Έγινε ο ίδιος «ο τύπος της λέξης» βαλίτσα επί της οποίας ο καθένας προβάλλει τις πίστεις του, τις διαθέσεις του και τις θέσεις του (C. Dubar, La Crise des identités. LInterprétation dune mutation [2000], 4η εκδ., Παρίσι, PUF, 2010). Αυτή η ιδεολογικοποίηση οφείλεται κυρίως στις πολιτικές και πολεμικές χρήσεις του όρου τόσο από τους υπερασπιστές όσο και από τους αντιπάλους των ομαδικών ταυτοτήτων ή, όπως λέγεται στη Γαλλία, των «κοινοτήτων» – συχνά για να τις στιγματίσουν. Η πολιτικοποίηση των συλλογικών ταυτοτήτων επιχειρήθηκε ακολουθώντας διάφορους δρόμους, λόγω της ανόδου των εθνοτισμών, των αποσχιστικών μικροεθνικισμών και των εθνοτικο-εθνικισμών, της ανάδυσης του νεορατσισμού υπό διάφορες μορφές, της αυξανόμενης ριζοσπαστικότητας του φεμινιστικού και ΛΟΑΤΚΙ μαχητισμού, της έκρηξης των φονταμενταλισμών που πολιτικοποιούν τις θρησκευτικές ταυτότητες, της διάδοσης των θεωρητικοποιήσεων του πολυπολιτισμού και του πολιτισμικού πλουραλισμού που εγκαλούν στην αναγνώριση των « διαφοροποιημένων ιδιοτήτων του πολίτη». Ταυτοχρόνως, η επίκληση των μνημονικών ταυτοτήτων έγινε φαινόμενο της μόδας: η μιμητική αντιπαλότητα των ταυτοτικών διεκδικήσεων θεμελιωμένων στις θυματικές μνήμες έγινε κοινότοπη στον πολιτικο-πολιτισμικό χώρο, σε τέτοιο σημείο που δικαίως να λυπούμαστε για τις «καταχρήσεις της μνήμης».

Οι προαγωγοί της αναγνώρισης των ομαδικών ταυτοτήτων, είτε αυτές είναι πολιτισμικές (γλωσσικές, θρησκευτικές) ή εθνοτικές, έμφυλες είτε εθνικές ή περιφερειακές, ακόμα και φυλετικές, δεν παύουν να συγκρούονται με τους οπαδούς μιας αυστηρής αξιολογικής ουδετερότητας της δημόσιας σφαίρας έναντι των ιδιαιτεροτισμών, των μειονοτικών ταυτοτήτων και των «κοινοτισμών». Η αρνητική και θετική ιδεολογικοποίηση της ταυτότητας είχε αποτέλεσμα να προσδώσει σε αυτήν την τελευταία το στάτους μείζονος θέματος στη συγκαιρινή πολιτική και διανοητική αντιπαράθεση, καταρχάς στον αγγλοσαξονικό χώρο, και στη συνέχεια στη Γαλλία. Αυτή η προαγωγή των ταυτοτικών ζητημάτων στον χώρο των δημόσιων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων συμβαδίζει με μια κρίση της εθνικής ταυτότητας και της ευρωπαϊκής ταυτότητας και, θεμελιωδέστερα, με μια «κρίση της ίδιας της ιδέας της ταυτότητας».

Οι συλλογικές ταυτότητες ορίζονται πριν απ’ όλα ως πολιτισμικές ταυτότητες. Ο Λουί Ντυμόν υπερασπίζεται την αρχή μιας κουλτουραλιστικής και συγκρικής προσέγγισης των συλλογικών ταυτοτήτων: «Κάθε κουλτούρα πρέπει να θεωρείται σε σχέση με το περιβάλλον της. Μεταφέρει την συλλογική ταυτότητα ενός πληθυσμού, που πάρα πολύ συχνά εκλαμβάνεται με όρους αποκλειστικά πολιτικούς, και ως τέτοια τείνει να εμμένει στο είναι της, είτε κυριαρχώντας στις άλλες είτε αμυνόμενη έναντι των άλλων».

Ο εθνολόγος Denys Cuche ισχυρίζεται ότι «κουλτούρα και ταυτότητα είναι έννοιες που παραπέμπουν στην ίδια πραγματικότητα, ειδωμένη υπό διαφορετικό πρίσμα» (D. Cuche, La Notion de culture dans les sciences sociales, Παρίσι, La Découverte, 1996). Εδώ είναι αυτό που αναγνώριζε ως ιστορικός ο αρχιτέκτονας των Τόπων της μνήμης, ο Πιέρ Νορά, όταν έγραφε στις αρχές της δεκαετίας του 1990:

Ταυτότητα, μνήμη, κληρονομιά: οι τρεις λέξεις κλειδιά της συγκαιρινής συνείδησης, οι τρεις όψεις της νέας ηπείρου Κουλτούρα. […] Η ταυτότητα παραπέμπει σε μία μοναδικότητα η οποία είναι αντικείμενο επιλογής, μία αυτοσυνείδητη ιδιαιτερότητα, μία αναγνωριζόμενη συνέχεια, μία διαπιστούμενη αυτο-αλληλεγγύη [P. Nora (επιμ.), Les Lieux de mémoire, ΙΙΙ: Les France, 3. De larchive à lemblème, Παρίσι, Gallimard, 1992].

Και ως προς αυτό ενσαρκώνει μια αξία.

Στις συγκαιρινές κοινωνίες όπου ο ναρκισσιστικός ατομικισμός αδράχνεται από το πολιτικά ορθό, η κουλτούρα της αυθεντικότητας καταφεύγει στην ιδιωτική σφαίρα. Κατά συνέπεια, κάποιοι υποθέτουν ότι η προσωπική άνθηση δεν έχει καμία ανάγκη να στηρίζεται στις καταγωγές ή τις ρίζες. Όσο υπερτιμάται η προσωπική ταυτότητα, τόσο γίνονται αντικείμενο υποψίας οι συλλογικές ταυτότητες, και μάλιστα στιγματίζονται. Όλες γίνονται αντικείμενο υποψίας ή κατηγορούνται ότι εκφράζουν μια ουσιακή θεώρηση. Ορισμένες περισσότερο από άλλες: αυτό συμβαίνει με την εθνική ταυτότητα, η οποία, σύμφωνα με τους κατηγόρους της, δεν θα μπορούσε να ορισθεί χωρίς να υποβάλλει σε διακρίσεις ορισμένες κατηγορίες του συγκεκριμένου πληθυσμού. Η γνώμη αυτή τυγχάνει ευρείας αποδοχής στους κύκλους των κοινωνικών επιστημών.

Στον κόσμο των νέων ελίτ, τις οποίες μπορούμε να ονομάσουμε απεδαφικοποιημένες ή παγκοσμιοποιημένες (Bauman), η αυτοεκτίμηση δεν περνά πλέον από το αίσθημα μιας κοινής εθνοτικής ή εθνικής προέλευσης, ούτε από έναν τρόπο του συνανήκειν, ούτε ακόμα από την πίστη σε μια πολιτισμική κληρονομιά. Και η συζήτηση των ζητημάτων ταυτότητας ανάγεται στον αδιάλειπτα επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι οι συλλογικές ταυτότητες είναι «κατασκευασμένες» (πράγμα που κανείς δεν αρνείται), καθώς και στην παρότρυνση να τις «αποδομούμε» (λόγω των υποτιθέμενων αρνητικών τους αποτελεσμάτων).

Ο Τοκβίλ αναγνώριζε την παράδοξη φύση των συλλογικών ταυτοτήτων, κυρίως στο έργο του Το Παλαιό Καθεστώς και η Επανάσταση, όπου, σχετικά με το γαλλικό έθνος, αναλλοίωτο και κινητικό, αυτός δεν έκρυβε τον έκπληκτο θαυμασμό του:

Ένας λαός τόσο αναλλοίωτος στα πρωταρχικά του ένστικτα, που τον αναγνωρίζουμε σε πορτρέτα που έγιναν γι’ αυτόν πριν από δύο ή τρεις χιλιάδες χρόνια και, ταυτοχρόνως, τόσο κινητικός στις καθημερινές του σκέψεις και τα γούστα του, που καταλήγει να γίνεται απροσδόκητο θέαμα στον εαυτό του, και παραμένει συχνά τόσο έκπληκτος όσο και οι ξένοι στη θέα αυτού που μόλις έκανε.

Πράγματι, για τη Γαλλία, μπορούμε να πούμε ότι είναι «αμετάλλακτη και μεταλλασσόμενη», για να επαναλάβουμε τον τίτλο βιβλίου του Ραιημόν Αρόν (1959). Ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε δύο αντιφατικές αντιλήψεις για τη συλλογική ταυτότητα που ονομάζεται «η Γαλλία»: «Η Γαλλία θα παραμείνει πάντα η Γαλλία»ˑ «Η Γαλλία δεν παύει να αλλάζει». Στο ουσιακό αξίωμα της πρώτης εκφοράς αντιτίθεται η κινητιστική διαπίστωση της δεύτερης. Άρα, η Γαλλία εμφανίζεται ταυτοχρόνως ως ταυτόσημη του εαυτού της και πάντα διαφορετική από αυτό που ήταν, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να βάλουμε τον όρο στον πληθυντικό, και να αναγνωρίσουμε ή να φανταστούμε ένα πλήθος από «Γαλλίες», των οποίων θα μπορούσαμε να μελετήσουμε τις διάφορες όψεις. Γιατί αμέσως θα αναδυόταν η ερώτηση: τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις πολλαπλές «Γαλλίες»; – πράγμα που θα απωθούσε το πρόβλημα της ταυτότητας.

Αποδίδεται συχνά στους συντηρητικούς η βούληση να συντηρούν τις θεσμισμένες συλλογικές ταυτότητες, αναγνωρισμένες ως τέτοιες, βιωμένες ως κοινότητες αναπαραστάσεων, πίστεων και συγκινήσεων, και ενσαρκωνόμενες μέσα από παραδόσεις. Στο όνομα όμως των Φώτων και της ιδέας της χειραφέτησης, κάθε αφοσίωση σε μία ομαδική ταυτότητα τείνει να καταγγέλλεται ως μορφή «ταυτοτικής παλινδρόμησης» θεμελιωμένης σε «ταυτοτική ψευδαίσθηση», η οποία ταλαντεύεται ανάμεσα σε «ταυτοτική ονείρωξη» και «ταυτοτική εμμονή». Για μεγάλο διάστημα, η αποκόλληση από ιστορικο-πολιτισμικούς ντετερμινισμούς έπαιξε τον ρόλο κανονιστικού προτάγματος που είχε τη φήμη του «μοντέρνου», απεικονίζοντας τη διαδικασία του «εκσυγχρονισμού» ο οποίος υποτίθεται ότι είναι αναντίστρεπτος και ευεργετικός.

Από τη δεκαετία του 1990, η ταυτότητα αποτελεί αντικείμενο κατηγορίας στην βάση ενός πρωταρχικού επιχειρήματος: είναι η κοινή πηγή αντιμαχόμενων ιδεολογικών κινητοποιήσεων που αιματοκύλησαν τον 20ό αιώνα, τον αιώνα των «συνθημάτων που κινητοποίησαν τις μάζες» όπως θυμίζει ο Μαρκ Φουμαρολί, τον αιώνα των «αφηρημένων λέξεων» που κομίζουν «ιδέες σύντομες, αλλά κινητοποιητικές», οι οποίες λήγουν σε «-ισμός»: εθνικισμός, ρατσισμός, εθνικο-σοσιαλισμός, φασισμός, κομμουνισμός, ζηλωτισμός. Ωστόσο, αυτοί «οι γενεσιουργοί παράγοντες της ξύλινης γλώσσας» απέδειξαν ότι είχαν ως « υπόστρωμα, σε τελευταία ανάλυση, μία ιδέα θανάτου: την ταυτότητα», ισχυρίζεται ο Φουμαρολί (M. Fumaroli, «‘Je est un autre’: leurres de lidentité », Diogène, τχ. 177, σ. 116-128). Αυτή η ηθική και πολιτική καταδίκη της ταυτότητας συναντάται κυρίως στους οπαδούς ενός φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού πολύ διαδεδομένου στις νέες ελίτ της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι τείνουν να δαιμονοποιούν όλες τις μορφές εθνικισμού. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν υπογραμμίζει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι υπάρχει «μια σταθερή ένταση ανάμεσα στο “συμπεριληπτικό” και το “αποκλειστικό” μέρος του προτάγματος του κράτους-έθνους» και πιστεύει ότι μπορεί από αυτό να συμπεράνει την ύπαρξη ενός «δεσμού που ποτέ δεν εξαλείφεται μεταξύ του εθνικισμού και του ρατσισμού, με τον εθνικισμό να είναι ο ρατσισμός των διανοουμένων και το ρατσισμό να είναι ο εθνικισμός των μαζών».

Εδώ υπάρχει ένα πολεμικό αμάλγαμα: η προσήλωση σε μια εθνική ταυτότητα δεν προϋποθέτει τον σωβινισμό, ούτε την ξενοφοβία ή τον ρατσισμό. Είναι όμως αλήθεια ότι οι δημαγωγοί και οι δεσπότες χρησιμοποιούν τις ταυτοτικές θεματικές για τρομακτικούς σκοπούς. Αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα.

Το δικαίωμα κάποιου να είναι ο εαυτός του, άρα να διατηρεί τις διάφορες ιστορικές και πολιτισμικές συνιστώσες της ταυτότητάς του, αποτελεί μέρος των θεμελιωδών ελευθεριών. Πράγμα το οποίο επιβάλλει όχι μια αδύνατη επιστροφή στο παρελθόν όπως υπήρξε, αλλά επιστροφή στο συγκεκριμένο, δηλαδή στις υπαρκτές κοινότητες, πολιτικές ή μη, πηγές ταυτότητας. Όλα τα ανθρώπινα όντα είναι εφοδιασμένα με ίση αξιοπρέπεια, αλλά κάθε άτομο έχει δικαίωμα και σε μια ταυτότητα, αυτή που κρίνει κεντρική, ή σε ένα μοναδικό πλέγμα ταυτοτικών εντάξεων, που εμπερικλείουν πολιτισμικές κληρονομιές ή παραδόσεις. Πράγμα που ισοδυναμεί με μια αποκατάσταση της παράδοσης, στον δρόμο που ανιχνεύθηκε από μια ορισμένη φιλοσοφική ερμηνευτική, η οποία αναδείχθηκε από τους Γκάνταμερ και Ρικέρ.

Πρέπει να εκκινήσουμε από τη διαπίστωση του Julien Freund (J. Freund, Politique et impolitique, Παρίσι, Sirey, 1987):

Όποια και αν είναι η ομάδα ή ο πολιτισμός, όποιες και αν είναι οι γενεές και οι περιστάσεις, η απώλεια του αισθήματος συλλογικής ταυτότητας είναι γενεσιουργός παράγων και πολλαπλασιαστής απόγνωσης και αγωνίας.

Αυτή η απώλεια μεταφράζεται από αυτό που αποκαλείται, μετά τις εργασίες του Erik Erikson, «κρίση ταυτότητας», έναν παρασιτισμό του νοήματος που προσβάλλει ταυτοχρόνως την ταυτότητα του πολίτη και την ένταξη σε ένα έθνος, αλλά και την προσωπική ταυτότητα (E. H. Erikson, Adolescence et crise. La quête de lidentité [1968], Παρίσι, Flammarion, 1972).

Η ορθοπολιτική τάση στο να εγκληματοποιείται αναδρομικά το παρελθόν, κυρίως το εθνικό παρελθόν, ευνοεί την επικέντρωση στο παρόν ή το επίκαιρο, που γίνεται αντικείμενο φαντασίωσης ως η τελευταία στιγμή, ο μόνος φορέας «προόδου» ή καλύτερου μέλλοντος, σύμφωνα με τον σοσιαλδημοκρατικό ή τον νεοφιλελεύθερο τρόπο. Η ρετρο-σατανοποίηση όμως έγινε μια τόσο κοινότοπη άσκηση όσο και η επιλεκτική ηθική αγανάκτηση. Η ρήξη όμως με το παρελθόν είναι παθογενής: παράγει απελπισία και άγχος. Βγάζει τη συγκαιρινή Γαλλία από την Ιστορία καθιστώντας τον γαλλικό λαό έναν «λαό χωρίς ιστορία».

Η επίπλαστη φρόνηση των ύστερων Μοντέρνων συμπυκνώνεται σε αυτές τις δυο ατοπο-πολιτικές (impolitiques) πίστεις: «Πριν από εμάς το μηδέν» και «μετά από εμάς η συντέλεια». Τίποτα όμως δεν μας υποχρεώνει να συνθηκολογήσουμε ενώπιον αυτού του απειλητικού μείγματος κυνισμού και μηδενισμού. Όπως σημειώνει ο Γκάνταμερ, «η συντήρηση δεν είναι λιγότερο πράξη ελευθερίας από την ανατροπή και την καινοτομία». Μπορούμε να συμφωνήσουμε να ονομάσουμε «εθνική ταυτότητα» την ιστορική και πολιτισμική μορφολογία η οποία, σε κάθε κοινωνία που είναι προικισμένη με εθνική μορφή, πρέπει να συντηρείται χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς βεβαίως αυτή η συντήρηση να αποκλείει τους μετασχηματισμούς οι οποίοι κρίνονται αναγκαίοι. Το κανονιστικό πρόταγμα της εθνικής αυτο-συντήρησης είναι προϋπόθεση της «καλής ζωής», μέχρι νεωτέρας. Αυτή είναι μια συνετή αντίληψη που δεν ικανοποιεί τους εραστές των αναδρομικών και προδρομικών ουτοπιών. Πράγματι, ορισμένοι ονειρεύονται μια ανάσταση της φυλής, της πόλης-κράτους ή της αυτοκρατορίας. Άλλοι φαντασιώνονται έναν κόσμο χωρίς σύνορα στεφανωμένο από μια πλανητική διακυβέρνηση. Είναι ακριβώς επειδή η «συνέχεια μέσα στον χρόνο» είναι «το πολυτιμότερο αγαθό του ανθρώπου μέσα στην εγκόσμια τάξη» που «σήμερα, η συντήρηση του λίγου το οποίο απομένει πρέπει να γίνει έμμονη ιδέα», έγραφε η Σιμόν Βέιλ στο LEnracinement (1949, Παρίσι, Gallimard, 1962). Το να συντηρείς σημαίνει να επιφορτίζεσαι με μια κληρονομιά, να φροντίζεις για μια συνέχεια ανάμεσα στις γενεές. Συνεπώς, να μεταβιβάζεις. Ένα από τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά μιας συλλογικής ταυτότητας είναι ότι δίνει τόπο σε μια διαγενεακή μετάδοση. Κανένας δεν μπορεί να ζει μέσα στη διαρκή ρήξη και την αέναη αποδόμηση. Ούτε μέσα στην κατάσταση ανάγκης και την αβεβαιότητα ενός υποκειμένου εξαναγκασμένου να επιλέγει πάντα νέες ταυτότητες, καταδικασμένου να επανεπινοείται αενάως για να θυσιάζεται στη διπλή προσταγή της νεοφιλελεύθερης κινητικότητας και καινοτομίας.     

Αν η ηθική (éthique) δεν μπορεί να κατανοείται παρά «ως ηθική του οικουμενικού σεβασμού», όπως σημειώνει ο Ernst Tugendhat, αυτό καθόλου δεν προϋποθέτει να «υπερβούμε διαμιάς» το εθνικό στάδιο, αλλά αντίθετα ότι, ως «κοσμοπολίτης, ο καθένας δεν μπορεί να συμπεριφέρεται πρακτικά παρά ως αυτός που είναι, κάτι που πάει να πει να είναι αυτός που είναι σύμφωνα με την εθνική του ταυτότητα, απλή, κατακερματισμένη ή σύνθετη» (E. Tugendhat, Être juif en Allemagne [1992], Παρίσι, Cerf, 1993). Τα ανθρώπινα όντα δεν ικανοποιούνται με το να κατέχουν μια ανθρώπινη ταυτότητα. Γιατί δεν ανάγονται στην ένταξή τους σε ένα ζωολογικό είδος, το ανθρώπινο είδος.

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

 

Βιβλιογραφία: Bauman J., Identité (2004), Παρίσι, Éd. de l’ Herne, 2010. Dumont L., L’ idéologie allemande. France-Allemagne et retour, Παρίσι, Gallimard, 1991. Gadamer H.-G., Verité et Méthode. Les grandes lignes d’ une herméneutique philosophique (1960, 1986), Παρίσι, Éd. du Seuil,, 1996. Ricoeur P., Soi-même contre un autre, Παρίσι, Éd. du Seuil, 1990.

 

Το ανωτέρω κείμενο, υπό τον τίτλο «Identité», περιλαμβάνεται στο Le dictionnaire du conservatisme (επιμέλεια: Fr. Rouvillois, O. Dard, Ch. Boutin, Παρίσι, Cerf, 2017, σ. 449-455).

Pierre-André Taguieff

Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS, διδάσκει στο Iνστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006), Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντι-σημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013), Συνωμοσιολογική σκέψη και «θεωρίες συνωμοσίας» (2015), Σύντομη πραγματεία περί συνωμοσιολογίας (2016), Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του (2017), Ο αντισημιτισμός (2019). Πιο πρόσφατο βιβλίο του στα γαλλικά, L'imposture décoloniale: Science imaginaire et pseudo-antiracisme.

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά