Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Ένα ατελείωτο φλας μπακ για τον Σταύρο

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Τεύχος 104
Παρίσι 1968. Ο Σταύρος Καπλανίδης, ηθοποιός στη σπουδαστική ταινία ενός Έλληνα. Παρίσι 1968. Ο Σταύρος Καπλανίδης, ηθοποιός στη σπουδαστική ταινία ενός Έλληνα. Νίκος Θεοδοσίου

Ήταν ένας δύσκολος αποχαιρετισμός. Όχι σαν κι αυτόν που συνέβη πενήντα χρόνια μετά. Αλλά κι αυτός σκληρός ήταν.

Την προηγούμενη μέρα πρέπει να τα συμφωνήσαμε, ο Σταύρος κι εγώ. Ο Θόδωρος (που δεν τον έλεγαν ακόμα Τέο) θα επέστρεφε στη Γερμανία. Δεν ξέρω αν είχε ήδη ξεκινήσει να δουλεύει για την τηλεόραση. Ήρθε στο Παρίσι για λίγες μέρες, να μας δει. Έμενε κι ο αδερφός του εκεί, ο Μίμης ο ζωγράφος. Ο Σταύρος, ελέω μιας φιλενάδας, διέθετε αυτοκίνητο. Όχι «ντε σε βο», όπως όλοι οι ταλαίπωροι της δεκαετίας του 1960, αλλά ένα γαλάζιο «φολκσβάγκεν», της κακιάς ώρας βέβαια, που τσούλαγε όμως.

Ο Θόδωρος σκόπευε να γυρίσει στο Βερολίνο με ωτοστόπ – φράγκα δεν υπήρχαν. Σχεδίαζε να βγει στην άκρη της πόλης, μέχρι εκεί που έφτανε το μετρό, και να δοκιμάσει την τύχη του με τους διερχόμενους. Το γυρίσαμε από δω, το γυρίσαμε από κει, κι αποφασίσαμε να τον πάμε με τ’ αμάξι λίγο παραέξω, εκεί που θα είχε περισσότερες πιθανότητες να βρει κάποιον.

Για την ακρίβεια, δεν ήταν εξυπηρέτηση προς αυτόν, προς εμάς ήταν. Μια παράταση της παραμονής μαζί του, δυο κουβέντες ακόμα, ένα αστείο, μια πλάκα... Ειδικά όταν έχεις περάσει τόσα μαζί σ’ εκείνα τα ανελέητα σοκάκια του Καρτιέ Λατέν, στα καφέ του Μονπαρνάς, στις πέτρινες όχθες του Σηκουάνα και στην Αλιάνς Φρανσέζ – την «πηγή των παρθένων»...

Είπα, είναι δύσκολη ιστορία οι αποχαιρετισμοί.

Έτσι, πρωί κάποια ώρα, χωρίς να βιαζόμαστε, ξεκινήσαμε. Κατεύθυνση προς Ανατολάς. Ο καιρός, καλός. Μάλλον άνοιξη.

***

Δεν είναι σίγουρο πως ήταν άνοιξη όταν κινήσαμε να συναντήσουμε τον Σταύρο στο σπίτι που έμενε κάπου στο 9ο διαμέρισμα. Με τα πόδια, φυσικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να χαλάσουμε χρήματα για το μετρό. Εδώ δε φτάναν να πάρουμε τη μηχανή...

Ποια μηχανή; Αφού είχαμε προσβληθεί από το μικρόβιο του σινεμά, έπρεπε να αποκτήσουμε μηχανή λήψης. Πώς θα γυρνάγαμε τις ταινίες μας; Είχαμε εντοπίσει μια 16άρα, σε ένα μαγαζί στα μεγάλα μπουλβάρ. Μεταχειρισμένη βέβαια, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις. Ρωτήσαμε, έκανε 200 φράγκα. Κάτι χρήματα είχα εγώ, κάτι ο Θόδωρος, αλλά και πάλι δε φτάνανε. Μας λείπανε 40 φράγκα. Μόνη μας ελπίδα, ο Σταύρος.

Υποσχέθηκε να μας δανείσει. Αυτός κάτι είχε, ελέω μιας φιλενάδας, μάλλον της ίδιας αλλά μπορεί και άλλης, λεπτομέρεια άνευ σημασίας. Φτάνοντας σπίτι βγάζει και μας δίνει ένα δεκαδόλαρο. Όχι φράγκα, δολάρια! Άγνωστο πού τα βρήκε, αλλά ούτε και μας ένοιαζε. Μόνο που έπρεπε να τα «χαλάσουμε». Γι’ αυτό βρίζαμε. Τότε τα «χάλαγαν» οι τράπεζες. Αλλά πού να μπεις σε κείνα τα επιβλητικά κτίρια με τους βαριούς πολυελαίους κραδαίνοντας ένα πράσινο κωλοχαρτονόμισμα; Κοιτάξαμε να βρούμε την πιο «ταπεινή».

Τη βρήκαμε. Μικρή, σαν τα σημερινά ανταλλακτήρια. Μόνο που είχε αραβικό όνομα. Τόσο το καλύτερο. Μέσα τρία γκισέ, δυο υπάλληλοι. Δίνουμε το χαρτί και περιμένουμε. Ο Θόδωρος μου δείχνει τα ράφια πίσω από τους υπαλλήλους. Πανέρια ξέχειλα από χαρτονομίσματα, πολλά χαρτονομίσματα, πολύχρωμα, διαφόρων χωρών!

Πρώτο σοκ. Το δεύτερο έρχεται όταν στο διπλανό γκισέ εμφανίζονται από το πουθενά δυο κουστουμαρισμένοι. Έχουν μια μεγάλη τσάντα. Δεν θυμάμαι αν αντάλλαξαν κουβέντα, αλλά άρχισε ένα περίεργο τελετουργικό. Ο υπάλληλος έβγαζε από κάπου ένα τούβλο χρυσού –όχι ράβδο, τούβλο– και γκαπ, το ακούμπαγε στο γκισέ. Γκαπ, ο κουστουμαρισμένος το έπαιρνε και το ’χωνε στην τσάντα. Δεν ξέρω πόσα γκαπ ακούστηκαν. Πολλά πάντως. Κι όταν γέμισε η τσάντα, οι κουστουμαρισμένοι κάνουν στροφή και φεύγουν από μια πλαϊνή πόρτα. Μπαίνουν σε ένα μαύρο αυτοκίνητο και εξαφανίζονται. Κάτι σαν ληστεία!

Τρίτο σοκ. Ο υπάλληλος, αφού ξεμπέρδεψε με το χρυσό, απευθύνθηκε σε μας. Να μας δώσει τα 40 μίζερα φράγκα που αντιστοιχούσαν στα 10 δολάρια. Κι αρχίζει να μας δίνει 100, 200, 300... Κοιτάω το Θόδωρο. Νιώθουμε Ζαν Πιερ Λεό στα 400 χτυπήματα, που βουτάει τη φωτογραφία από την προθήκη του σινεμά και το βάζει στα πόδια. Το ίδιο θα κάναμε μόλις τέλειωνε η τελετουργία.

Αλλά ’κεί που πάει να μας δώσει το τελευταίο χαρτονόμισμα των 100, απλώνει το χέρι και τα παίρνει όλα πίσω. Μας σπρώχνει ψυχρά τέσσερα μίζερα δεκάφραγκα, όσα έπρεπε δηλαδή, και λέμε γεια. Αυτά ήταν τα 40 χτυπήματα! Η τύχη πάλι μας έφτυσε. Τέλος πάντων, η σκηνή κατεγράφη στη μνήμη, αποθηκεύτηκε στο φάκελο με τα «παράδοξα και άλλα περίεργα» και ξεχάστηκε γιατί σε λίγο η πολυπόθητη μηχανή βρισκόταν στα χέρια μας!

Δεν θυμάμαι αν ποτέ επιστρέψαμε τα δανεικά στον Σταύρο. Αλλά κι αυτός ποτέ δεν τα ζήτησε. Άρα, χρέος δεν υπάρχει! Είτε παραγράφηκε είτε ξεπληρώθηκε, καθαροί είμαστε. Οι καλές δουλειές κάνουν τους καλούς φίλους – ή το αντίστροφο.

***

Το αυτοκίνητο τρέχει κι ο δρόμος φεύγει. Έχουμε βγει για τα καλά έξω από την πόλη. Είναι εξοχή πλέον. Χωράφια αριστερά και δεξιά, δέντρα με πλούσια φυλλώματα. Καιρό είχα να βγω παραέξω. Νομίζω πως η τελευταία φορά ήταν πάλι με τον Σταύρο και το ίδιο αυτοκίνητο. Πήγαμε στη Ville-d'Avray. Μια Κυριακή με χιόνι και πολύ κρύο. Γιατί στη Ville-d'Avray; Γιατί μας είχε στοιχειώσει η ταινία του Σερζ Μπουργκινιόν, Les Dimanches de Ville d'Avray. Είχε πάρει και Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Έπρεπε να δούμε οπωσδήποτε τη λίμνη. Μαζί είχαμε και τον Τσάρλι. Ο Τσάρλι ήταν ο μαύρος γάτος μου, αγορασμένος φράγκα 30 από τα μαγαζιά της quai de la Mégisserie – οι μαύροι ήταν οι πιο φτηνοί, δεν ξέρω γιατί.

Στη λίμνη σπάγαμε κομμάτια πάγο και τα στέλναμε με δύναμη να κυλήσουν στη λεία επιφάνεια του παγωμένου νερού. Κι από την τριβή έβγαινε μια θεϊκή μουσική που χανόταν στο γυμνό δάσος. Ακόμα την ακούω...

Μήπως να σταματήσουμε εδώ; Μπα, δε φαίνεται καλό μέρος. Αυτοί που περνάνε πάνε σε κοντινές αποστάσεις. Πάμε παραπέρα. Και συνεχίσαμε την κουβέντα. Τι λέγαμε, δε θυμάμαι. Είχαμε πάρα πολλά να πούμε, είχαν συσσωρευτεί τόσα εκείνα τα περίεργα χρόνια του 1968 και του ’69. Μπορεί να κάναμε και σχέδια που ξέραμε πως δε θα υλοποιηθούν γιατί απλά ήταν παράτολμα. Αλλά τα σχέδια δε στοιχίζουν. Τουλάχιστον φανερά. Εντάξει, τα πληρώνεις αργότερα. Με καθυστέρηση. Και με τόκο. Αλλά πες μου, ζεις χωρίς όνειρα;

***

Κοίτα να δεις ένα περίεργο. Είχαμε γνωρίσει ένα παιδί, έναν Έλληνα, δεν ξέρω πώς κατέληξε στο Παρίσι. Αντρέα τον έλεγαν. Μάλλον ήταν γκαρσόνι και ήθελε να φύγει από το μαγκανοπήγαδο των ανήλιαγων εστιατορίων με την έντονη μυρωδιά καμένου σπορέλαιου. Έτσι σκέφτηκε να σπουδάσει κινηματογράφο, να γίνει καμεραμάν. Άλλες φιλοδοξίες, καλλιτεχνικές δηλαδή, δεν είχε.

Είχε γραφτεί σε μια ιδιωτική σχολή κι έφτασε στο δίπλωμα. Χρειαζόταν να παρουσιάσει μια εργασία, μια μικρή ταινία. Αναλάβαμε ο Σταύρος κι εγώ να τον βοηθήσουμε. Μηχανή είχαμε, αυτή με τα 200 φράγκα, φτιάξαμε ένα σενάριο, ανέλαβα τη σκηνοθεσία κι ο Σταύρος να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι κι αλλιώς δεύτερος δεν υπήρχε.

Το σενάριο, απλό. Άλλωστε μόνο μια μικρή μπομπίνα αρνητικό ασπρόμαυρο μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Μήκος 30 μέτρα, διάρκεια 2.30 λεπτά. Καταλαβαίνω, αυτές είναι λεπτομέρειες που δε λένε τίποτα στον σημερινό αναγνώστη. Λεπτομέρειες ζωής ή θανάτου για μας τότε. Γιατί δεν ξέρει πόσο κόστιζε το φιλμ και πόσους χτύπους έκανε η καρδιά όταν άκουγε το φιλμ να ρολάρει μέσα στη μηχανή λήψης. 24 καρέ το δευτερόλεπτο «έτρωγε» η μηχανή, άλλους τόσους παλμούς η καρδιά μας. Το δευτερόλεπτο ρε φίλε!

Το σενάριο ήταν η ιστορία ενός νεαρού σκηνοθέτη που έχει κάνει μια ταινία. Παίρνει παραμάσχαλα την μπομπίνα και πάει να την πουλήσει στην τηλεόραση. Την απορρίπτουν όμως. Απογοητευμένος βγαίνει από το μεγάλο κτίριο. Απέναντι, ο Σηκουάνας, το ποτάμι. Κατεβαίνει κάτω, στην Αλέα των Κύκνων, ένα στενόμακρο νησάκι, σκέφτεται λίγο και μετά δίνει μια και πετάει στα θολά νερά το έργο του. Το πλάνο βγήκε με τη μία. Έτσι κι αλλιώς δεύτερο κουτί φιλμ δεν είχαμε. Μπράβο Σταύρο!

Έχω τραβήξει και φωτογραφίες του Σταύρου απ’ αυτή την ιστορία, στον πρώτο και μάλλον μοναδικό ρόλο στην καριέρα του. Κάθε φορά που τις κοιτάω αναρωτιέμαι γιατί διαλέξαμε αυτό το σενάριο. Αφού ακόμα στην αρχή ήμασταν, ταινία να πλασάρουμε δεν είχαμε, απόρριψη δεν είχαμε γνωρίσει. Γιατί η απογοήτευση; Μήπως για να ξορκίσουμε το μέλλον;

***

Στο μεταξύ, το γαλάζιο φολκσβάγκεν τρώει ανελέητα τα χιλιόμετρα και φέρνει όλο πιο κοντά το τέλος της αλλοπρόσαλλης εκδρομής και την αναπόφευκτη στιγμή του αποχωρισμού. Και τότε, δεν θυμάμαι ποιος, κάνει τη μεγάλη ανακάλυψη: πεινάμε! Μεγάλη εφεύρεση η πείνα. Μέχρι και επαναστάσεις έχει κάνει.

Ήμασταν κοντά σε ένα χωριό. Στροφή αριστερά και βγαίνουμε από τον αυτοκινητόδρομο. Το χωριό μοιάζει ξεχασμένο από το χρόνο, στο Μεσαίωνα και κάτι. Σταματάμε στην πλατεία, όπου και τα μαγαζιά, να κάνουμε προμήθειες. Από το φούρνο μια μπαγκέτα κι από το μπακάλη τυρί, μάλλον γκρυγιέρ, καμαμπέρ αποκλείεται. (Καμαμπέρ που βρώμαγε μόνο ο Σταύρος έτρωγε. Εμείς δεν είχαμε ακόμα εξασκήσει τον ουρανίσκο μας σε τόσο λεπτές γεύσεις.) Και φυσικά ένα μπουκάλι κρασί. Το τυπικό γεύμα ενός κλοσάρ! Τριών κλοσάρ.

Με τα φαγιά υπό μάλης κατευθυνθήκαμε στην όχθη του ποταμιού. Τα απλώσαμε στο γρασίδι και έγινε αυτό που φαντάζεται ο καθένας. Ένα πικ νικ εξαιρετικό. Δίπλα, το ποτάμι να ρέει, στη γέφυρα τα αυτοκίνητα να κυλούν κι η ζωή να έχει σταματήσει στον Ζαν Ρενουάρ και την ημιτελή ταινία του Εκδρομή στην εξοχή (Partie de campagne, 1936) – άμεση αναφορά στον διάσημο πίνακα του πατέρα του Ωγκύστ Ρενουάρ. Αν και πιστεύω ότι η παρέα θα προτιμούσε ως σημείο αναφοράς γι’ αυτή τη σεκάνς στις όχθες του Μάρνη την Αταλάντη του αναρχικού Ζαν Βιγκώ.

Όση η διάρκεια μιας ταινίας μεσαίου μήκους άλλο τόσο κράτησε αυτό το διάλειμμα. Κι ήρθε το τέλος που τόσο αναβάλλαμε. Αφήνουμε τον Θόδωρο εκεί στην άκρη του δρόμου να αναζητήσει μόνος πλέον την τύχη του. Γιατί δεν περιμένουμε μαζί του; Γιατἰ κανείς δεν θα σταματήσει βλέποντας τρεις μαντράχαλους να κάνουν ωτοστόπ. Ένας μόνος του έχει περισσότερες πιθανότητες. Οπότε, για μια ακόμα φορά, ο ρεαλισμός νικά τα αισθήματα. Λέμε γεια και γυρίζουμε, ο Σταύρος κι εγώ, ηττημένοι πίσω. Με το μυαλό όμως στη ρεβάνς.

Ο Σταύρος πήρε τη ρεβάνς λίγο αργότερα, φεύγοντας για τη Γερμανία να κάνει μια νέα αρχή με τον Θόδωρο, στο Βερολίνο. Εκεί που θα συναντήσει τη Χάννα, μετέπειτα Άννα, την αδελφή της Μόνικα, και θ’ αρχίσουν ιστορίες που άλλοι θα αφηγηθούν.

***

Κάπως έτσι παρασύραμε τον Σταύρο στο δρόμο του σινεμά. Κι αυτός ήταν ο μόνος από τους τρεις που τον ακολούθησε με απόλυτη συνέπεια. Οι άλλοι κάπου παραστρατήσαμε, κάποια άλλα μονοπάτια πήραμε, χωρίσαμε, χαθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε και πάλι χαθήκαμε στον «ανεμοστρόβιλο της ζωής», που λέει το τραγούδι....

Εδώ ακριβώς μπαίνει μουσική. Μια κιθάρα και μετά η υπέροχη φωνή της Ζαν Μορώ στο Ζυλ και Τζιμ του Τρυφφώ (βρες το κομμάτι στο youtube και βάλ’ το να παίξει δυνατά – “Le Tourbillon de la vie” είναι στα γαλλικά):

ESOXH

On s'est connu, on s'est reconnu

On s'est perdu de vue, on s'est r'perdu de vue

On s'est retrouvé, on s'est séparé

Puis on s'est réchauffé.

Ναι, ο Σταύρος κόλλησε. Γιατί το σινεμά, όπως μου ’λεγε ο Βίλλυ, ο μηχανικός προβολής (Γουλιέλμος Σουβενέλ το όνομα στην ταυτότητα, Γουλιέλμος Σφέρτσνερ το πραγματικό, άλλη ιστορία κι αυτή), γιατί το σινεμά είναι σαν ναρκωτικό. Έτσι και μπεις, δεν βγαίνεις εύκολα. Μήπως κι εμείς ξεκολλήσαμε; Όχι. Απλά δοκιμάσαμε κι άλλες «ουσίες». Ο Σταύρος, όχι.

Να έχουμε ενοχές ή να χαιρόμαστε που τον παρασύραμε τότε; Δεν ξέρω.

Α, ρε Σταύρο!

Νίκος Θεοδοσίου

Συγγραφέας, σκηνοθέτης. Βιβλία του: Στα Παλιά τα Σινεμά. Το χρονικό των κινηματογράφων στην Ελλάδα (2000), Κινηματογραφικά μηχανήματα made in Greece (2009). Έχει γυρίσει δεκάδες ντοκιμαντέρ με πιο πρόσφατο το Έλληνες στο Χόλιγουντ (2019).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά