Πέμπτη, 08 Οκτωβρίου 2020

Ο ακροδεξιός πέλεκυς και ο καταπέλτης της κρίσης

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από  Νίκος Χριστοδουλάκης, Κώστας Ρωμανιάς, Σπύρος Σκούρας Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 111

Μια πολιτική ερμηνεία της Χρυσής Αυγής. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 111, Σεπτέμβριος 2020.

Από τον Νίκο Χριστοδουλάκη, τον Κώστα Ρουμανιά και τον Σπύρο Σκούρα

Γιατί πρέπει να εξηγήσουμε τη Χρυσή Αυγή[1]

Μετά τις εκλογές του Ιουλίου 2019, το κόμμα της Χρυσής Αυγής (ΧΑ) βρέθηκε εκτός του ελληνικού Κοινοβουλίου, αν και στις μόλις προηγούμενες ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 είχε κερδίσει δύο έδρες στο ευρωπαϊκό. Έκτοτε, η ανησυχία για την εξάπλωση της ακροδεξιάς απειλής στην ελληνική κοινωνία έχει κοπάσει – τουλάχιστον στη σφαίρα του δημόσιου λόγου. Μια βολική εξήγηση είναι ότι η σημερινή δραστηριότητα του κόμματος εξαντλείται πλέον σε ένα πλαίσιο εσωτερικών διασπάσεων, εγκληματικής ενοχής και γελοιότητας που ελάχιστα θυμίζει την περίοδο εθνικιστικού αμόκ, φιλοναζιστικών παρελάσεων και οργανωμένης βίας. Άρα δεν πρέπει να εμπνέει ανησυχία, όπως συνέβαινε μόλις λίγα χρόνια πριν.

Καλό είναι πάντως να θυμόμαστε ότι και παλιότερα η Χρυσή Αυγή ήταν ένα περιθωριακό κομματικό μόρφωμα που προκαλούσε περισσότερο χλεύη παρά οργή, αλλά αυτό δεν εμπόδισε την εκτόξευσή της σε μια ισχυρή θέση στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό όταν συνέτρεξαν κάποιες συνθήκες. Η μετέπειτα πορεία της ήταν τόσο απρόσμενη, δυναμική και απειλητική που έπρεπε να εξακολουθεί να αποτελεί καίριο ζήτημα δημόσιας συζήτησης και οι προσπάθειες να ερμηνευθεί ολοκληρωμένα και πειστικά να συνεχιστούν. Μόνο η ενδελεχής κατανόηση των αιτίων και του μηχανισμού που την προκάλεσαν μπορεί να διαμορφώσει μια αποτελεσματική γραμμή άμυνας της κοινωνίας για να αποφύγουμε την επανάληψή του –με τον ίδιο ή με παρόμοιο ιδεολογικό μανδύα– στο μέλλον.

Έως σήμερα υπήρξαν βέβαια αρκετές προσπάθειες ερμηνείας του φαινομένου της Χρυσής Αυγής, οι οποίες είχαν αφετηρία είτε τις οδυνηρές συνέπειες της βαθιάς κοινωνικο-οικονομικής κρίσης στην οποία περιέπεσε η χώρα μετά το 2009, είτε το αίσθημα ανασφάλειας και φοβικότητας που αναπτύχθηκε σε ευρέα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας από την έντονη αύξηση των μεταναστών, δεδομένου μάλιστα ότι κατέφθαναν κυρίως από μη ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τις θεωρίες οικονομικής και πολιτισμικής πίεσης, η χειροτέρευση των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών εκλύει κύματα δυσαρέσκειας στον πληθυσμό και επιφέρει αλλαγές στην πολιτική συμπεριφορά. Οι κατηγορίες του εκλογικού σώματος, που πλήττονται ή φοβούνται ότι θα πληγούν οσονούπω, στρέφονται προς αυταρχικά, πατερναλιστικά ακροδεξιά κόμματα ως καταφύγιο από αυτές τις απειλές. Στη διεθνή βιβλιογραφία, η διαδικασία μετασχηματισμού των κοινωνικών ή πολιτισμικών απειλών σε πολιτικά εξτρεμιστικές επιλογές θεωρείται ότι ακολουθεί μια ανοδική μεν –αλλά συνήθως ομαλή– πορεία που είναι ανάλογη με την εκδήλωση και την ένταση του κύκλου της οικονομικής ύφεσης. Όλες οι εμπειρικές εργασίες που συσχετίζουν διάφορους δείκτες ανασφάλειας με την άνοδο της Ακροδεξιάς διαπιστώνουν μια τέτοια παρακολουθητική σχέση ανάμεσα στους πρώτους και τα ποσοστά ψήφων που όλο και περισσότερο λαμβάνει η τελευταία.

Τέλος, άλλες προσεγγίσεις απέδωσαν την άνοδο της Χρυσής Αυγής σε δυνάμεις που προέρχονται από τις ιστορικές δεξαμενές της ακραίας Δεξιάς και, ενώ υπό κανονικές συνθήκες παραμένουν σε νάρκη, κατά καιρούς εμφανίζονται στο πολιτικό προσκήνιο. Οι συνηθέστερες αναφορές ξεκινούν από τους επίστρατους εφέδρους κατά τον Διχασμό του 1916, περιλαμβάνουν τις μεταξικές οργανώσεις και τους διαχρονικούς οπαδούς του Στέμματος, και φτάνουν μέχρι τους νοσταλγούς της χούντας και τους παλιομοδίτες εθνικιστές του κόντε Θεοτόκη.

 

Η μακρά ανυπαρξία

Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής είναι διαφορετική γιατί απέκτησε εκτεταμένη διείσδυση στο εκλογικό σώμα στις αρχές του 2012, έχοντας έως τότε εμφανίσει ελάχιστα μόνο πρόδρομα σημάδια. Αν και η Χρυσή Αυγή συστάθηκε ως κόμμα το 1983, επί σχεδόν 30 χρόνια, έως το 2012, είχε αμελητέα εκλογική απήχηση, καθώς σε καμία από τις ένδεκα εθνικές ή τις έξι ευρωπαϊκές εκλογές που μεσολάβησαν δεν έλαβε ποτέ κάτι παραπάνω από 0,50% των εγκύρων ψήφων του εκλογικού σώματος.

Και όμως, στη διάρκεια αυτών των 30 ετών υπήρξαν αρκετά επεισόδια με οικονομικές κρίσεις και προγράμματα δημοσιονομικής λιτότητας που θα μπορούσαν να σπρώξουν ψηφοφόρους στην υιοθέτηση ακροδεξιών πολιτικών ως διαμαρτυρία προς τα συστημικά κόμματα που τα επέβαλαν. Αν και μικρότερης έκτασης και οξύτητας από όσα έγιναν μετά το 2010, απώλειες εισοδήματος σε ευρείες κατηγορίες πολιτών καταγράφηκαν με την υποτίμηση του 1983 και του 1986, με το πρόγραμμα σταθεροποίησης 1986-1988, τις περικοπές της περιόδου 1990-93, όπως και με τη σταθερή αύξηση φορολογικών εσόδων σε όλη τη διάρκεια σύγκλισης και ένταξης στο ευρώ. Σε καμία περίπτωση όμως οι περιοριστικές αυτές πολιτικές δεν επώασαν κάποιο εκλογικό ενδιαφέρον για ακροδεξιούς σχηματισμούς.

Υπήρξαν επίσης διαδοχικά κύματα φοβικότητας για τα μεταναστευτικά ρεύματα που άρχισαν να έρχονται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, συμπίπτοντας μάλιστα χρονικά με τη διάχυτη αίσθηση απογοήτευσης σε πολλά στρώματα του πληθυσμού μετά την αποτυχία επίλυσης του Μακεδονικού σύμφωνα με τις ελληνικές προσδοκίες. Λίγο αργότερα, καλλιεργείται μαζικά ο κίνδυνος απώλειας της ελληνορθόδοξης αναφοράς λόγω της απάλειψης αναγραφής θρησκεύματος στις ταυτότητες, και μάλιστα την εποχή που η παγκοσμιοποίηση εξαπλώνεται και λανσάρονται οι νέες ιδέες για την πολυπολιτισμική συνύπαρξη. Όλα αυτά, όμως, είτε γρήγορα ατόνησαν είτε βρήκαν έκφραση σε ηπιότερα δεξιά ή εθνικιστικά σχήματα, αγνοώντας επιδεικτικά την άοκνη διαφημιστική προσφορά της Χρυσής Αυγής για πιο βίαιες και καλτ επιλογές.

Για πρώτη φορά, η Χρυσή Αυγή κάνει πολιτικά αισθητή την παρουσία της στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας το φθινόπωρο του 2010, κερδίζοντας το 5,3% των τοπικών ψήφων και εκλέγοντας τον αρχηγό της στο Δημοτικό Συμβούλιο. Την εποχή εκείνη συντρέχουν δύο καινοφανείς καταστάσεις:

Πρώτον, η συμμετοχή μεταναστών στον ελληνικό πληθυσμό τριπλασιάστηκε ανάμεσα στο 2000 και το 2010, προσφέροντας στη Χρυσή Αυγή την ευκαιρία να τους χρησιμοποιήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο για την αρνητική τροπή που έπαιρναν τα πράγματα. Επίσης είχε αυξηθεί η εγκληματικότητα γενικά και ειδικότερα η μικρο-εγληματικότητα εναντίον της περιουσίας. Ο συνδυασμός των δύο φαινομένων δεν βασίζεται πάντα σε πραγματικά περιστατικά, εκλύει όμως ένα πρώτο κύμα κοινωνικού φόβου και αγανάκτησης εναντίον των παραδοσιακών κομμάτων που είτε δεν τα αξιολογούν ως σημαντικά είτε δεν τα αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, αυτές οι εξελίξεις είναι ικανές να τροφοδοτήσουν την ανησυχία αρκετών στρωμάτων και να επαληθεύσουν τις παραδοσιακές θεωρίες αυτόματης αντανάκλασης της κοινωνικής δυσαρέσκειας στον ακροδεξιό εξτρεμισμό. Πλην όμως στην τότε ελληνική πραγματικότητα είχαν μικρό εκλογικό αντίκτυπο. Ούτε καν οι μεταβολές τους αποτελούν οδηγό για τη δυναμική που η Χρυσή Αυγή ακολούθησε αμέσως μετά. Για παράδειγμα, στην Α΄ περιφέρεια Αθηνών, τα ποσοστά μεταναστών στον πληθυσμό αυξήθηκαν από 10% το 2007 σε μόλις 11% το 2010, μεταβολές που είναι δυσανάλογα μικρές και δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την εκτίναξη της Χρυσής Αυγής από το ανύπαρκτο 0,02% του 2007 στην ίδια εκλογική περιοχή. Το 2014, το ποσοστό των μεταναστών στην Αθήνα αυξήθηκε κάπως περισσότερο φτάνοντας στο 13%, πάλι όμως η διαφορά είναι πολύ μικρή για να ερμηνεύσει το εντυπωσιακό άλμα στο 10,40% που απέσπασε στην πρωτεύουσα η Χρυσή Αυγή, διπλασιάζοντας τις ψήφους της στις ευρωεκλογές του 2014.

Δεύτερον, είχε μεσολαβήσει η υπογραφή του Πρώτου Μνημονίου, δανειακής σύμβασης, τον Μάιο του 2010, το οποίο προέβλεπε σειρά περιοριστικών εισοδηματικών πολιτικών και άλλων μέτρων που επέτειναν την ύφεση από την παγκόσμια κρίση και όξυναν περαιτέρω την ανεργία. Ούτε αυτό όμως επαρκεί για να ερμηνεύσει την εκτίναξη της Χρυσής Αυγής. Εάν η απόρριψη του Μνημονίου όντως προκαλούσε μια γενικευμένη πολιτική μετάλλαξη, τότε θα ήταν ανεξήγητη η εκτεταμένη επιτυχία του ΠΑΣΟΚ στις δημοτικές και τις περιφερειακές εκλογές του 2010, αφού ήταν το ίδιο που πριν από λίγο το είχε υπογράψει. Επιπλέον, ενώ σε όλη τη διάρκεια του 2011 οξύνεται η ύφεση και η ανεργία, δεν καταγράφεται καμία αξιόλογη δημοσκοπική άνοδος της Χρυσής Αυγής παρά τη διαρκή δημοσιότητα που λαμβάνει στα ελληνικά ΜΜΕ λόγω της θορυβώδους παρουσίας της στον Δήμο Αθηναίων.

Μένει η προσέγγιση της ιστορικής δεξαμενής της Ακροδεξιάς που κατά καιρούς υπερχειλίζει για να ποτίσει τα πατρώα εδάφη όταν κινδυνεύουν με ξηρασία. Κανένα τέτοιο φαινόμενο δεν παρατηρείται εκείνη την περίοδο, ακόμα και σε περιοχές της Πελοποννήσου ή της Βόρειας Ελλάδας όπου κατά παράδοση θάλλει ο εθνικιστικός οίστρος. Ούτε όμως σημειώνεται κάποια υποτροπή στην εξωτερική πολιτική που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια έξαρση ακροδεξιάς ψήφου ως διαμαρτυρία εναντίον ενός «εθνικού ξεπουλήματος» στα ελληνοτουρκικά. Αν μη τι άλλο, η Τουρκία τότε έδειχνε λιγότερο απειλητική από ποτέ, καθώς ο Ερντογάν, μετά την επανεκλογή του τον Ιούνιο 2011, ίδρυσε το υπουργείο Ευρωπαϊκής Ένωσης και φαινόταν να θέλει στενότερη προσέγγιση με τις Βρυξέλλες.

Αναλογιζόμενοι τα παραπάνω, είναι φανερό ότι η ερμηνεία της απότομης εκτόξευσης της Χρυσής Αυγής χρειάζεται μια βαθύτερη εξέταση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων που κυριαρχούσαν εκείνη την περίοδο. Και για να γίνει αυτό απαιτείται ένα πλαίσιο δυναμικής ανάλυσης πιο σύνθετο από τις επιμέρους παραδοσιακές προσεγγίσεις. Πρώτα όμως αξίζει να δούμε τις διαφορές και τις ομοιότητες με τα άλλα κόμματα της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς.

 

Ομοιότητες και διαφορές με την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά

Οι ερμηνείες για την εκλογική επιτυχία της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς μπορούν να διακριθούν ανάμεσα σε αυτές που εστιάζουν στις μετατοπίσεις προσφοράς των ενδιαφερόμενων κομμάτων και στις αλλαγές ζήτησης από πλευράς ψηφοφόρων. Από την πλευρά της προσφοράς εξετάζονται διάφοροι παράγοντες που συνδέονται με τα χαρακτηριστικά και τις ενέργειες των κομμάτων, όπως η ηγεσία, η οργάνωση και η ιδεολογία. Η πορεία τους καθορίζεται επίσης από τις «πολιτικές ευκαιρίες» που δημιουργούν οι αλλαγές στους εκλογικούς κανόνες, τις στρατηγικές των μέσων ενημέρωσης και τις διασπάσεις εντός των πολιτικών κομμάτων, που ευνοούν την επιτυχή ανάδυση νέων σχημάτων.

Τα κόμματα της Ακροδεξιάς αποδεικνύονται πιο επιτυχημένα όταν προσεταιρίζονται κεντρικά θέματα της δημόσιας ατζέντας προκειμένου να προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό, και μετά επιχειρούν να ανταγωνιστούν τα παραδοσιακά μόνο σε επιλεγμένα ζητήματα που εμφανίζουν όξυνση. Η αυξημένη προβολή αυτών των θεμάτων –όπως νόμος και τάξη, εγκληματικότητα και μετανάστευση– γίνεται με όρους «πολιτικής ιδιοκτησίας» των ακροδεξιών κομμάτων που έχουν σφυρηλατήσει μια ειδίκευση στο να χειρίζονται τα αρνητικά συναισθήματα, να διαδίδουν στερεότυπα και να ιδεολογικοποιούν τις σχετικές ανησυχίες.

Οι ερμηνείες από πλευράς ζήτησης των ψηφοφόρων εφαρμόζονται κυρίως σε περιόδους κρίσεων, όταν η αύξηση της οικονομικής ανισότητας και η μεταμόρφωση της παραγωγής στις κοινωνίες αυτές προκαλούν αισθήματα ανασφάλειας, ιδιαίτερα στα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα που θεωρούνται οι χαμένοι της πορείας προσαρμογής. Όσοι από τους νεότερους και τις παραγωγικές ηλικίες δεν καταφέρνουν να διασφαλίσουν τη συμμετοχή τους στην εκάστοτε νέα φάση εξέλιξης, κατηγορούν τους μετανάστες για τις δουλειές που τους παίρνουν και τους κοινωνικούς κινδύνους που βιώνουν.

Καθώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες στα τέλη του εικοστού αιώνα κινήθηκαν προς τη μεταμοντέρνα ατζέντα της παγκοσμιοποίησης, άρχισε να διαμορφώνεται μια «καθυστερημένη αντίδραση» κυρίως από τους ηλικιακά μεγαλύτερους, που ανησυχούν κυρίως για θέματα πολιτισμικής αποξένωσης, δυσμενούς δημογραφικής εξέλιξης εις βάρος των γηγενών, καθώς και για την αποδυνάμωση της εθνικής κουλτούρας και κληρονομιάς. Επειδή τώρα τα φαινόμενα αυτά συνοδεύονται από αύξηση της μετανάστευσης, τα κόμματα της Ακροδεξιάς χρησιμοποιούν εμπρηστική αντιμεταναστευτική ρητορική για να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυσαρέσκεια.

Από πολλές απόψεις, η περίπτωση της Χρυσής Αυγής εμπίπτει στο γενικό πλαίσιο εμφάνισης της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, καθώς και αυτή ενδυναμώνεται εν μέσω μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης, η οποία προκαλεί έντονα αισθήματα ανασφάλειας και κοινωνικής αναταραχής και στρέφει την ανησυχία της κοινής γνώμης στους μετανάστες. Ναι μεν δεν έχει ίχνος από την εικόνα συντηρητικής ευταξίας και καθωσπρεπισμού που πλασάρουν οι ακροδεξιοί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η πορεία της όμως δεν είναι και τόσο ετερόκλητη από των άλλων.

Άλλωστε, η άνοδος και εμπέδωση της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα άντλησε έμπνευση και επωφελήθηκε από μια μακρά περίοδο ευνοϊκών εκλογικών αποτελεσμάτων της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς και, κατά καιρούς, σφυρηλάτησε προσωπικούς και κομματικούς δεσμούς με τα αντίστοιχα κόμματα. Όλα μοιράζονται κάποιο κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο και έχουν μια παρεμφερή ανοδική πορεία στα εκλογικά τους ποσοστά μετά το 2000, και ακόμα εντονότερα μετά το 2010. Υπάρχουν όμως και μεγάλες διαφορές.

Όσον αφορά την ιδεολογική της θέση, η Χρυσή Αυγή έχει μια εθνικοσοσιαλιστική και νεοφασιστική ιδεολογία με έντονη αντιδημοκρατική και αντιμεταναστευτική ρητορική, αλλά και πρακτική. Ο ανοιχτός εναγκαλισμός της με τον παραστρατιωτισμό, τη βία και τη ρητορική της φυλετικής καθαρότητας την καθιστούν ένα ιδιαίτερο μόρφωμα ανάμεσα στα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης. Ως ειδική περίπτωση είναι όμως και μοναδικά χρήσιμη για την κατανόηση μιας ενδεχόμενης παρόμοιας ανόδου της Ακροδεξιάς σε χώρες που βιώνουν αιφνίδιες και δυσάρεστες ανατροπές στο κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον τους.

 

Εκτίναξη και εμπέδωση

Η εκτίναξη αρχικά της δημοσκοπικής και αργότερα της εκλογικής δημοτικότητας της Χρυσής Αυγής καταγράφεται τους δύο πρώτους μήνες του 2012, όχι νωρίτερα ούτε αργότερα. Όμως, κατά τη διάρκεια αυτού του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος τα δεδομένα που επηρεάζουν την ψήφο των ακροδεξιών κομμάτων (π.χ. εθνικά θέματα, μετανάστευση, εγκληματικότητα) παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα. Άρα η επιτυχία της Χρυσής Αυγής δεν συντελέστηκε απλώς και μόνο λόγω της οικονομικής κρίσης, αλλά κατέστη δυνατή μόνο όταν συγκεκριμένα μέτρα διέρρηξαν τις σχέσεις διαμεσολάβησης και εμπιστοσύνης που επικρατούσαν έως τότε μεταξύ ψηφοφόρων και παραδοσιακών κομμάτων, εκλύοντας έτσι μια ευκαιρία πολιτικής εισπήδησης σε όσους ήταν προετοιμασμένοι να την εκμεταλλευτούν.

Αυτό εκ των πραγμάτων μάς οδηγεί να αναζητήσουμε τη γέννηση (ή γιγάντωση) άλλων κοινωνικοπολιτικών φαινομένων ως πιθανότερων ερμηνευτικών παραγόντων της απότομης ανόδου της Χρυσής Αυγής. Το σημείο δημοσκοπικής μεγιστοποίησης καταγράφεται στα μέσα Φεβρουαρίου 2012 και συμπίπτει με την έγκριση από το ελληνικό Κοινοβούλιο του Δεύτερου Μνημονίου που προβλέπει νέα μέτρα λιτότητας, σε αντάλλαγμα μιας εκτεταμένης απομείωσης του δημόσιου χρέους της Ελλάδας προς τους ιδιώτες πιστωτές. Μεταξύ άλλων, μετατρέπει το έκτακτο τέλος ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων σε μόνιμο φόρο, αυξάνει τα φορολογικά βάρη στα μεσαία εισοδήματα και επιβάλλει περικοπές σε πολλές κατηγορίες συντάξεων. Η διαγραφή χρέους εφαρμόζεται τόσο στα ασφαλιστικά ταμεία όσο και στους ιδιώτες ομολογιούχους, προκαλώντας έτσι ένα μεγάλο κύμα διαμαρτυρίας, ιδίως στους συνταξιούχους. Ταυτόχρονα με τις σχετικές κοινοβουλευτικές συζητήσεις, ξεσπούν μεγάλες διαμαρτυρίες και συγκρούσεις στην Αθήνα και άλλες πόλεις με αποκορύφωμα τις ταραχές της 12ης Φεβρουαρίου 2012, στη διάρκεια των οποίων πυρπολήθηκαν πολλά αυτοκίνητα και δημόσια κτίρια.

diagramma1 

Διάγραμμα 1. Πρόθεση ψήφου στο χώρο της Δεξιάς τη διετία 5/2010-5/2012

Σημείωση: Κυλιόμενες δημοσκοπήσεις όλων των εταιρειών για την περίοδο από την ψήφιση του Α΄ Μνημονίου τον Μάιο 2010 έως τις εκλογές του Μαΐου 2012. Στην πρώτη ομάδα κομμάτων περιλαμβάνονται ΝΔ και ΛΑΟΣ που συμμετείχαν στον κυβερνητικό συνασπισμό του Νοεμβρίου 2011, όπως επίσης και η Δημοκρατική Συμμαχία (ΔΗΣΥ) που είχε εξαρχής υποστηρίξει το Μνημόνιο. Στη δεύτερη ομάδα περιλαμβάνονται η Χρυσή Αυγή και οι ΑΝΕΛ που δεν μετείχαν στην κυβέρνηση και καταψήφισαν το Δεύτερο Μνημόνιο. Η πτώση της πρώτης και η εκτίναξη της δεύτερης σημειώνονται στα τέλη Φεβρουαρίου 2012, όπως δείχνει η μπάρα.

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Opinion_polling_for_the_Greek_legislative_elections,_2012

 

Η έγκριση του Μνημονίου από τις πιστώτριες χώρες ολοκληρώθηκε τελικά στις 11 Απριλίου 2012. Υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να ξεκινήσει αμέσως η εφαρμογή του έτσι ώστε να επισπευσθεί η ολοκλήρωσή του και η έξοδος της χώρας από την εποπτεία των δανειστών. Όμως τα σκληρά και αντιδημοφιλή μέτρα λιτότητας που εισήγαγε λειτούργησαν ως πέλεκυς στον κορμό των λεγόμενων συστημικών κομμάτων και οδήγησαν στη μετάλλαξη των ψηφοφόρων τους κατά ένα σημαντικό μέρος σε θιασώτες της Ακροδεξιάς ή άλλων κομμάτων εκτός του κυβερνητικού συνασπισμού.

Το Διάγραμμα 1 απεικονίζει την απότομη δημοσκοπική συρρίκνωση των ποσοστών ψήφου για τα δύο δεξιά κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού (της κεντροδεξιάς Νέας Δημοκρατίας και του ακροδεξιού ΛΑΟΣ), οδηγώντας τους ψηφοφόρους τους σε αναζήτηση άλλων αντισυστημικών και έως τότε περιθωριακών (όπως η Χρυσή Αυγή) ή νεοεμφανιζόμενων σχηματισμών (όπως οι ΑΝΕΛ). Η αναπόφευκτη προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 6 Μαΐου 2012 δεν άφησε περιθώρια για περαιτέρω διεργασίες και η δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε εν βρασμώ και χωρίς αναστολές. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2, μέχρι τις εκλογές πολλαπλασιάζεται το ενδιαφέρον αναζήτησης του διαδικτύου για τη Χρυσή Αυγή.

 

diagramma2

Διάγραμμα 2. Δείκτης αναζήτησης Google για τα κόμματα, Ιανουάριος-Μάιος 2012

Σημείωση: Δείκτης=100 για τη Χρυσή Αυγή την ημέρα των εκλογών 6/5/2012. Παραλείπονται οι αναζητήσεις για τη ΝΔ γιατί παρουσιάζονται με διάφορες εκδοχές, με συνέπεια να μην είναι εύκολα συγκρίσιμες.. 

 

Μετατοπίσεις ψηφοφόρων έγιναν φυσικά και προς άλλα κόμματα, κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Δημοκρατική Αριστερά. Η διαφορά είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις υπήρχε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο προσέλκυσης: ο μεν ΣΥΡΙΖΑ προέβαλε ως προτεραιότητα την άμεση κατάργηση του Μνημονίου με την περίφημη δέσμευση ότι θα γίνει με «ένα νόμο και ένα άρθρο». Η ΔΗΜΑΡ έκανε σοβαρή κριτική στα Μνημόνια και αρχικά γνώρισε σημαντική δημοσκοπική άνοδο, αν και μετά τον Απρίλιο 2012 υποσκελίστηκε από τον πιο αδιάλλακτο ΣΥΡΙΖΑ.[2]

Σε αντίθεση με τους παραπάνω, η Χρυσή Αυγή δεν εμφάνισε κάποιο πρόγραμμα ούτε ενδιαφέρθηκε να δώσει –έστω και κατ’ επίφαση– κάποια προοπτική οικονομικής διεξόδου. Αρκέστηκε να οξύνει το προφίλ της απόρριψης των κατεστημένων κομμάτων και να φανατίσει την εχθροπάθεια των οπαδών της. Λειτούργησε έτσι ως υποδοχέας οργής για ψηφοφόρους που ήθελαν να τιμωρήσουν τα κόμματά τους και όχι να αναζητήσουν κάποια εναλλακτική πολιτική επιλογή.

Στις εθνικές εκλογές του Μαΐου 2012, η Χρυσή Αυγή εκτινάχτηκε στο 7%, κερδίζοντας 21 από τις 300 έδρες στο Κοινοβούλιο. Στις επόμενες τέσσερις εκλογές – είτε εθνικές είτε για το Ευρωκοινοβούλιο– ελάμβανε μεταξύ 6,3% και 9,4%, και καθιερώθηκε ως το τρίτο ισχυρότερο κόμμα της Βουλής. Στο Διάγραμμα 3 απεικονίζονται τα ποσοστά που λαμβάνει η Χρυσή Αυγή στις 56 εκλογικές περιφέρειες κατά τις επτά εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ 2007 και 2015. Εύκολα διακρίνονται δύο χωριστές κατηγορίες: μία με τα πολύ χαμηλά ποσοστά της περιόδου πολιτικής ανυπαρξίας 2007-2011 και μια άλλη με τις υψηλές επιδόσεις από το 2012 και μετά.

diagramma3

Διάγραμμα 3: Ποσοστά της ΧΑ στις 56 εκλογικές περιφέρειες 2007-2015

Σημείωση: Περιλαμβάνονται όλες οι εκλογές της περιόδου 2007-2015, εθνικές και ευρωεκλογές. Οι περιφέρειες κατατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά των ποσοστών που έλαβε η Χρυσή Αυγή στις ευρωεκλογές του 2014. Η κλίμακα στον δεξιό άξονα αντιστοιχεί στις εκλογές της περιόδου 2007-2009 και είναι το ήμισυ του αριστερού άξονα. Πηγή: Υπ. Εσωτερικών.

Η σύγκριση των ποσοστών δείχνει ότι σε γενικές γραμμές η απήχηση της ΧΑ δεν είχε σοβαρές χρονικές διακυμάνσεις ούτε όσο ήταν αμελητέα πριν από το 2011 ούτε όταν πλέον έγινε σημαντική μετά το σημείο καμπής του 2012.[3] Η επίδοση στις ευρωεκλογές του 2014 υπερβαίνει τα ποσοστά των εθνικών εκλογών σχεδόν με ομοιόμορφο τρόπο σε όλες τις περιοχές. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι στις ευρωεκλογές υπάρχει κεντρικό ψηφοδέλτιο και η κάθε ψήφος είναι απαλλαγμένη από δεσμούς ή κίνητρα εκλογιμότητας τοπικών υποψηφίων.

Φαίνεται όμως να υπάρχει κάμποση περιφερειακή διασπορά στις εθνικές εκλογές μετά το 2012, πράγμα που σημαίνει ότι οι διαφορές στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες κάθε περιοχής ή ίσως τοπικές ιδιομορφίες και παραδόσεις επηρεάζουν την επιλογή ψήφου. Για να διερευνήσουμε τους παράγοντες αυτούς χρειάζεται μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση.

 

Η εμπειρική ανάλυση

Στην έρευνά μας χρησιμοποιούμε δύο χωριστές βάσεις δεδομένων: Μία με στοιχεία ατομικής συμπεριφοράς που σχηματίστηκε από τις εξαμηνιαίες δημοσκοπήσεις με τις επαναλαμβανόμενες έρευνες (τάσεις) της πρόθεσης ψήφου της MRB Hellas.[4] Η δεύτερη βάση δεδομένων είναι συγκεντρωτική και περιλαμβάνει τα ποσοστά ψήφου της Χρυσής Αυγής στις 56 εκλογικές περιφέρειες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια πέντε εθνικών εκλογών (2007, 2009, Μάιος και Ιούλιος 2012, 2015) και δύο ευρωεκλογών (2009 και 2014). Περιλαμβάνει επίσης ομαδοποιημένους δείκτες για την τοπική κοινωνική δυσαρέσκεια με τα ποσοστά μετανάστευσης και εγκληματικότητας κατά της περιουσίας, την οικονομική δυσπραγία (ανεργία, απλήρωτες επιταγές), καθώς και δείκτες ανάπτυξης όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η πυκνότητα τουριστικής κίνησης ως αναλογία επί του τοπικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια της περιόδου 2007-2015. Η ανάλυσή μας συνεισφέρει στη διεθνή βιβλιογραφία του πολιτικού εξτρεμισμού με τα ακόλουθα ευρήματα:

Το σημείο καμπής του 2012: Πρώτη και πιο σημαντική είναι η τεκμηρίωση ότι η μαζική μεταστροφή υπέρ της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να ερμηνευθεί ικανοποιητικά ως μια μηχανιστική σύνδεση της οικονομικής ανασφάλειας με την Ακροδεξιά, αλλά ως αποτέλεσμα δραστικών και ξαφνικών μετατοπίσεων τόσο στη ζήτηση όσο και στην προσφορά πολιτικών προτιμήσεων. Ώς το φθινόπωρο του 2011, το εκλογικό σώμα της Χρυσής Αυγής ήταν ακόμη αδρανές και οι αύξοντες δείκτες δυσαρέσκειας δεν μετασχηματίζονταν (ακόμα) σε πολιτική απόρριψη. Ενώ δηλαδή υπήρχαν όλα τα συστατικά της έκρηξης, απουσίαζε ο καταλύτης που θα τα ενεργοποιούσε.

Η μεν πολιτική ζήτηση μετατοπίστηκε εξαιτίας της μείζονος δυσαρέσκειας που επέφεραν τα γεγονότα της περιόδου (ή κάποιο συγκεκριμένο από αυτά), οξύνοντας στο έπακρο την ανασφάλεια και την απογοήτευση των πολιτών. Ταυτόχρονα, κλονίστηκε δραστικά η μέχρι τότε προσδοκία εναλλακτικών λύσεων από τα κόμματα που δέχθηκαν να συμμετάσχουν στο κυβερνητικό σχήμα, ψηφίζοντας όσα προηγουμένως κατήγγελλαν με σφοδρότητα. Η συνύπαρξη τόσο ετερόκλητων κομμάτων επέτεινε φυσικά τη δυσπιστία προς όλους αδιακρίτως, ακύρωσε μια δυνητική αναδιάταξη του πολιτικού χαρτοφυλακίου εντός των παραδοσιακών τειχών και τελικά νομιμοποίησε την αναζήτηση ακραίων επιλογών “outofthebox”.

Κλονισμός και κλωνοποίηση: Ο Πίνακας 1 δείχνει ότι, κατά δήλωσή τους, οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής στις εκλογές του Μαΐου 2012 σχεδόν κατά το ήμισυ (47%) ήταν δεξιάς προέλευσης, ψηφίζοντας μέχρι πρότινος ΝΔ ή ΛΑΟΣ, κατά το ένα τρίτο περίπου (36%) κεντροαριστερής προέλευσης (ΠΑΣΟΚ) και μόνο ένας στους δεκαπέντε είχε πριν ψηφίσει Αριστερά (ΚΚΕ και ο τότε ΣΥΡΙΖΑ - Κοινωνικό Μέτωπο). Αυτό επιβεβαιώνει τη θέση ότι η Χρυσή Αυγή ξεπήδησε κυρίως από τον κλονισμό των κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση και στα μάτια των οπαδών τους ήταν υπεύθυνοι για τα σκληρά μέτρα.

 

pinakas1

Αυτή η ξαφνική μεταστροφή στην εκλογική συμπεριφορά υπέρ της ΧΑ δεν υιοθετήθηκε αναλογικά από όλο το φάσμα των ψηφοφόρων, αλλά ήταν εντονότερη σε εκείνα τα τμήματα που ταιριάζουν με τα τυποποιημένα δημογραφικά χαρακτηριστικά της Ακροδεξιάς. Δηλαδή κυρίως όσους ανησυχούν για την μετανάστευση, την επιβολή νόμου και τάξης και όσους είναι πιθανότερο να βρεθούν σε υστέρηση είτε λόγω οικονομικής ύφεσης και ανεργίας είτε λόγω οικονομικής ανάπτυξης και περιθωριοποίησης. Τα ευρήματα συνοψίζονται στον Πίνακα 2 και δείχνουν τα εξής:

pinakas2

 

Η προδιάθεση ψήφου προς τη Χρυσή Αυγή βρίσκεται να είναι αυξημένη στους προσωρινά άνεργους, τους απόφοιτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τους κατοίκους αγροτικών περιοχών. Τα ποσοστά στους άγαμους άνδρες υπερβαίνουν κατά 8% τα αντίστοιχα για τις γυναίκες, ανεξαρτήτως γάμου. Έχει ενδιαφέρον ότι το χάσμα ακροδεξιών προτιμήσεων μεταξύ των φύλων μειώνεται στο μισό όταν υπολογιστεί για έγγαμους άνδρες, πράγμα που ίσως οφείλεται σε μια αίσθηση μεγαλύτερης υπευθυνότητας που δημιουργεί ο γάμος. Επειδή στη διάρκεια της κρίσης οι γάμοι μειώθηκαν και τα διαζύγια αυξήθηκαν, η δεξαμενή όσων θα ήταν επιρρεπείς προς την Ακροδεξιά μεγάλωσε.

Στον Πίνακα 3 παρουσιάζονται τα κυριότερα ευρήματα για τον αντίκτυπο που έχουν οι δείκτες οικονομικής δυσπραγίας και κοινωνικής δυσαρέσκειας στην κατανομή της ψήφου υπέρ της ΧΑ. Η οικονομετρική ανάλυσή επιβεβαιώνει ότι το δυνητικό εκλογικό ακροατήριο της Χρυσής Αυγής ανταποκρινόταν πολύ ασθενικά στις εκκλήσεις της πριν το 2011 και ενεργοποιείται μόνο μετά την άνοιξη του 2012, οπότε αρχίζει πλέον να εμπίπτει στα κυρίαρχα ερμηνευτικά πλαίσια της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Αναλυτικότερα:

Οικονομική δυσπραγία: Μετά το 2012, τα υψηλότερα ποσοστά ψήφου καταγράφονται σε περιοχές και περιόδους με έντονη ασφυξία ρευστότητας όπως διαπιστώνεται από την πυκνότητα απλήρωτων επιταγών. Τα χαμηλότερα εντοπίζονται σε περιοχές με έντονη τουριστική κίνηση, τόσο επειδή οι ευκαιρίες ενίσχυσης του εισοδήματος είναι περισσότερες όσο και γιατί υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή και εξοικείωση με το μεταναστευτικό φαινόμενο.

 

pinakas3

Ιστορική δεξαμενή: Ένα άλλο εντυπωσιακό εύρημα είναι η εκτόξευση της ψήφου υπέρ της Χρυσής Αυγής σε περιοχές που έχουν μακροχρόνια και στέρεα παράδοση στα δεξιά τμήματα του πολιτικού φάσματος για λόγους ιστορικούς και πέραν αυτών που απεικονίζονται στα τρέχοντα στατιστικά στοιχεία. Ως αντιπροσωπευτικό δείκτη χρησιμοποιήσαμε τη φιλοβασιλική ψήφο κατά το Δημοψήφισμα του 1974, ως την ευρύτερη δυνατή δεξαμενή. Πάντως, παρόμοια αποτελέσματα εξάγονται αν συγκρίνουμε την κατανομή ψήφων της Εθνικής Παράταξης στις εκλογές του 1977 ή ακόμα και παλιότερα εκλογικά δεδομένα από το Δημοψήφισμα του 1946.

Για μια ακόμα φορά διαπιστώνεται η μηδαμινή επιρροή της Χρυσής Αυγής πριν από το 2011, ακόμα και σε περιοχές που συνδέθηκαν με την καταγωγή και τη δράση πολλών στελεχών της ή που υπήρξαν εμβληματικοί τόποι για τις εθνικιστικές αναφορές της οργάνωσης. Μόνο όταν η Χρυσή Αυγή εκτοξεύεται στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό αφυπνίζεται η «μαρμαρωμένη» κληρονομιά και επιβιβάζεται στην πρώτη θέση του τρένου διαμαρτυρίας. Έκτοτε, όπως δείχνει και το Διάγραμμα 3, τα υψηλότερα ποσοστά της Χρυσής Αυγής καταγράφονται στη Λακωνία και στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ τα χαμηλότερα στην Κρήτη.

Κοινωνική δυσαρέσκεια: Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής βρίσκονται να είναι υψηλότερα σε περιοχές και περιόδους με σχετικά υψηλότερους δείκτες μετανάστευσης και εγκληματικότητας. Σχεδόν η μισή άνοδος των ποσοστών εμφανίζεται σε τέτοιες περιοχές. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η συνολική επίδρασή τους είναι μεγαλύτερη από τους παράγοντες που αποτυπώνουν οικονομικά χαρακτηριστικά και αυτό αξίζει να διευκρινιστεί περαιτέρω αξιοποιώντας τα στοιχεία του Πίνακα 4.

pinakas4

 

Συνήθως όταν η δημοτικότητα ενός κόμματος αυξάνεται, η κατανομή των χαρακτηριστικών των υποστηρικτών του αρχίζει να συγκλίνει με το γενικότερο προφίλ. Όμως, ενώ το ενδιαφέρον για το μεταναστευτικό σε όλο τον πληθυσμό έμεινε σταθερό στο 16%, για τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής συνέχισε να αυξάνεται από 23% το 2011 στο 35% τον Δεκέμβριο του 2012, όταν πλέον η δημοτικότητά της είχε εμπεδωθεί. Καθιέρωσε έτσι ένα είδος κυριότητας να μιλάει επιθετικά για το συγκεκριμένο θέμα, και επειδή στα άλλα κόμματα το ενδιαφέρον μειώθηκε σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η Χρυσή Αυγή κατάφερε να προσελκύει τα άτομα που εξακολουθούσαν να το θεωρούν σημαντικό.

 

Συμπεράσματα

Το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο μεταβάλλεται αναπάντεχα και συχνά ανησυχητικά. Η άνοδος του λαϊκισμού της Ακροδεξιάς τα τελευταία είκοσι χρόνια αποτελεί σοβαρή απειλή για την δημοκρατική σταθερότητα που απολαμβάνει η Ευρώπη κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων εβδομήντα ετών. Ιδιαίτερα για περιπτώσεις κομμάτων τόσο ακραίων όπως η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, η κατανόηση των αιτίων και των μηχανισμών της εκλογικής της ανόδου, μπορεί να συνεισφέρει στην ενίσχυση των δημοκρατικών καθεστώτων.

Καθώς οι οικονομικές ή οι κοινωνικές συνθήκες επιδεινώνονται, οι πολιτικές επιπτώσεις δεν είναι απαραίτητο να ακολουθούν γραμμική πορεία, αλλά πυροδοτούνται από δομικές αλλαγές που είναι δύσκολο να προβλεφθούν εκ των προτέρων.Σε χώρες όπως η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία, η απότομη άνοδος της δημοτικότητας των ακροδεξιών κομμάτων μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων δεν ερμηνεύεται μόνο από την αλλαγή των συνθηκών που συνήθως είναι σταδιακή, αλλά και από την αλλαγή της συμπεριφοράς των ψηφοφόρων όταν κάποιοι αντίξοοι παράγοντες ξεπέρασαν μια κρίσμιη μάζα ή επέφεραν μια οριστική ρήξη. Με την έννοια αυτή, τα αποτελέσματά μας μπορούν να συμβάλουν στις πολιτικές έγκαιρης πρόληψης, δεδομένου ότι ακόμα και χώρες που δεν έχουν ιστορικό ακροδεξιάς παρουσίας δεν πρέπει να θεωρηθούν αλώβητες.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η αιφνίδια μετάπτωση μπορεί να ισχύει και κατά την αντίστροφη κατεύθυνση, όπως συνέβη στην Ελλάδα στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2019. Σε ένα πλαίσιο που θεωρήθηκε ως απαρχή της επιστροφής της χώρας στην κανονικότητα –ή τουλάχιστον μια καλή ευκαιρία για να συμβεί κάτι τέτοιο– τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής κατέρρευσαν κάτω από το 3%, που ήταν το απαιτούμενο όριο για την εκλογή βουλευτών. Κατά μία ενδιαφέρουσα σύμπτωση, ούτε το κόμμα των ΑΝΕΛ που είχε ξεπηδήσει από το ίδιο πολιτικό καζάνι τον Φεβρουάριο 2012 κατέλαβε έδρα στο Κοινοβούλιο, αφού δεν τόλμησε καν να κατεβεί στις εκλογές του Ιουλίου 2019. Μια ζοφερή επταετία ακροδεξιάς ρητορικής, βίας και πατριδοκαπηλείας φαίνεται πως κλείνει στην Ελλάδα.[5]

Και πάλι, όμως, η παρατεταμένη και αγνώστων συνεπειών ύφεση λόγω της τρέχουσας πανδημίας του covid-19 συνιστά μια μελαγχολική υπόμνηση πόσα επικίνδυνα πράγματα μπορούν ξαφνικά να εισβάλουν (και να μείνουν) στο προσκήνιο αν μερικές αποφάσεις αποδειχθούν απρόβλεπτα ολέθριες για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Για το λόγο αυτό χρειάζεται να εξετάζουμε διαρκώς το ρόλο που έχουν σε αυτή τη μεταστροφή οι μηχανισμοί εγγραφής των κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων στο πολιτικό πεδίο. Σε περιόδους αυξημένων εντάσεων, η πολιτική συμπεριφορά μπορεί αρχικά να παρουσιάζει ελάχιστη ή μηδενική απόκριση, δίνοντας μια ψευδαίσθηση σταθερότητας. Καθώς όμως οι εντάσεις αυξάνονται, ένα εξωτερικό γεγονός μπορεί να λειτουργήσει ως καταπέλτης που εκσφενδονίζει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων στο επίκεντρο του πολιτικού εξτρεμισμού. Εάν το πολιτικό σύστημα έχει αρχίσει να κλονίζεται, τότε εξασθενεί περαιτέρω και ανατροφοδοτεί την αποκόλληση των απογοητευμένων. Μια νέα απειλή θα έχει μόλις ξεκινήσει.

 

 

 


[1] Το άρθρο βασίζεται εν μέρει στην εκτενέστερη μελέτη των συγγραφέων Crisis and Extremism. How does an extreme far right emerge in a modern democracy? Evidence from GreeceGolden Dawn”. Η μελέτη περιέχει ατομικές και οικονομετρικές εκτιμήσεις για τα ποσοστά ψήφων της Χρυσής Αυγής στις 56 εκλογικές περιφέρειες της χώρας κατά την περίοδο 2007-2015. Περιλαμβάνει επίσης τις πηγές στοιχείων και επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας. Δημοσιεύτηκεστοπεριοδικό Journal of Elections, Public Opinion and Parties (JEPOP), https://doi.org/10.1080/17457289.2020.1778007.

[2] Μια άλλη μετάγγιση απογοητευμένων έγινε δύο χρόνια αργότερα, όταν ιδρύθηκε το Ποτάμι. Δεν αντιτάχθηκε ολοκληρωτικά στα Μνημόνια, αλλά έδινε μεγαλύτερη σημασία στην αντικατάσταση του παλαιού πολιτικού προσωπικού με άφθαρτα νέα πρόσωπα για να φέρουν σε πέρας τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές στην οικονομία.

[3] Τα ευρήματά μας παραμένουν ποιοτικά αμετάβλητα όταν περιορίζουμε το δείγμα μας μόνο στα έτη 2009 και 2012. Για λόγους μη επαρκούς διαθεσιμότητας στοιχείων για μεταβολές εντός του έτους, έχουμε συμπεριλάβει τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, αλλά όχι και αυτές του Σεπτεμβρίου 2015 στους σχετικούς υπολογισμούς μας.

[4] Το δείγμα αναφέρεται σε πέντε φάσεις, μεταξύ Δεκεμβρίου 2011 και Ιουνίου 2014 και περιέχει συνολικά 9.621 παρατηρήσεις, σχεδόν ισοκατανεμημένες ημερολογιακά και αντιπροσωπευτικές σε σχέση με τα τρέχοντα δημογραφικά στοιχεία της χώρας.

[5] Στις ίδιες εκλογές εξέλιπαν επίσης η ΔΗΜΑΡ και το Ποτάμι που κατά καιρούς υποδέχθηκαν απογοητευμένους ψηφοφόρους. Τα στελέχη τους εντάχθηκαν κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ, άλλα στο ΠΑΣΟΚ και μερικά στη ΝΔ. Οι πρώην ψηφοφόροι τους έπραξαν παρομοίως, αλλά με αντίστροφη αναλογία.

 

------------

Νίκος Χριστοδουλάκης. Καθηγητής οικονομικής ανάλυσης στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός. Βιβλία του: Σώζεται ο Τιτανικός; (2011), Άγος απλήρωτον (2013), Οικονομικές θεωρίες και κρίσεις (2015).

Κώστας Ρουμανιάς. Επίκουρος καθηγητής οικονομικής ανάλυσης πολιτικών θεσμών στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σπύρος Σκούρας. Καθηγητής διεθνούς οικονομικής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κόμης Μοντεχρίστος, τιμωρός και εκδικητής

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά