Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

Και τώρα, θέλω να γίνω ο σκύλος σου. Οι μεταμορφώσεις του Ίγκυ Ποπ

Κατηγορία Ποίηση
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Μουσική Κριτική web only
Ο Ίγκυ Ποπ το 1977 σε συναυλία στη Μινεάπολη. Ο Ίγκυ Ποπ το 1977 σε συναυλία στη Μινεάπολη. Michael Markos

Iggy Pop, ’Til Wrong Feels Right, Clarkson Potter Publishers, New York 2019, 287 σελ.

Καθώς ξεφυλλίζω την ογκώδη και καλαίσθητη συλλογή γεμάτη στίχους, φωτογραφίες και artwork από μισό αιώνα μεταμορφώσεων του Πνευματικού Πατέρα του Πανκ, οι απορίες μου περιστρέφονται γύρω από το What happened to punkΑκριβέστερα: πώς να προσεγγίσουμε το ερώτημα «Τι απέγινε το πανκ;» χωρίς να ξεπέσουμε σε θρηνωδίες για την απώλεια κάποιου authenticity, ή το θάνατο της ριζικής ετερότητας;

 

Απορίες

Φοβού τον Ίγκυ και βιβλία φέροντα. Στο Music Section σταματάω σε ένα κίτρινο spine με επιβλητική μαύρη γραμματοσειρά που ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα βιβλία στο ράφι.

 

iggy1

Το κίτρινο βιβλίο-έπιπλο του Ίγκυ

Μεγάλου μεγέθους σαν μπουκάλι Κόκα Κόλα δύο λίτρων, το ’Til Wrong Feels Right είναι κάτι ανάμεσα σε coffee table βιβλίο, στήριγμα για την οθόνη του κομπιούτερ, τούβλο που κρατά ανοιχτή την εξώπορτα σαν doorstop και αξεσουάρ που έχει παραχθεί μαζικά από το ΙΚΕΑ.

Το παίρνω στα χέρια μου και το πρώτο πράγμα που κοιτάζω είναι η τιμή: 35 δολάρια. Υπερβολικό ποσό για βιβλίο έστω και αν είναι έπιπλο. Με 35 δολάρια πίνεις τριπλό εσπρέσο για πολλές μέρες ενώ αφήνεις και πουρμπουάρ στα παιδιά. Με το κατώτερο μεροκάματο γύρω στα 7 μέ 12 δολάρια την ώρα στην Αμερική, και fictional έως ανύπαρκτο σε πολλά μέρη του κόσμου, το σύγχρονο πρεκαριάτο πρέπει να μοχθήσει τα μάλα για το τελευταίο ιγκυποπικό άρτιφακτ ενώ ταυτόχρονα καταστέλλει άλλες πιεστικές ανάγκες.

Βεβαίως το πόσες ώρες πρέπει να δουλέψεις για να μπορέσεις να αγοράσεις το κίτρινο βιβλίο-έπιπλο του Ίγκυ είναι υποθετικό thought experiment. Από τότε που τυπώθηκε Η Βίβλος του Γουτεμβέργιου τα βιβλία απευθύνονται σε πιστούς όλων των αποχρώσεων και η πίστη, εκτός από το ότι σώζει, εξαιρείται από το νόμο της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Και ένα βιβλίο που διακατέχεται από τόση ανασφάλεια ώστε να χρειάζεται να δεσπόζει με το μέγεθος και το βάρος-του, ίσως αποτελεί musthave συλλεκτικό item για κάποιους.

Έχω επίγνωση ότι αυτός δεν είναι ο συνήθης τρόπος να ξεκινήσεις ένα book review. Από πότε κρίνουμε τα βιβλία από το μέγεθος, την τιμή πώλησης ή το πόσο ζυγίζουν; Και παρ’ ότι το «βιβλίο-διακόσμηση είναι τόσο παλιό όσο και ο φιλισταϊσμός –πολύτομες εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, αρχαίοι δερματόδετοι και σκουρόχρωμοι κλασικοί πρόσθεταν την περιζήτητη νότα gravitas σε φιλόδοξα λίβινγκ ρουμ– πού ακούστηκε το concept του βιβλίου σαν έπιπλο;

But then again ο Ίγκυ Ποπ –που έφθασε αισίως στα 72 και εξακολουθεί να αρνείται να συμφιλιωθεί με πουκάμισο ή έστω τι σερτ– δεν ήταν συνήθης. Οι συντηρητικοί υπαινιγμοί μου για το ’Til wrong feels right ωχριούν μπροστά στους Αρτ Βανδαλισμούς που φαντάζομαι θα διέπραττε ο εικοσάχρονος Ίγκυ στο βιβλίο του εβδομηντάρη εαυτού του, ιδιαίτερα εάν ήταν μαστουρωμένος, γεγονός που αποτελούσε τη φυσιολογική του κατάσταση. Θα το έσκιζε και θα το πετούσε από το παράθυρο για να δει ποια σελίδα θα φυσούσε ο αέρας μακρύτερα – ultimate performance βιβλιοκριτική αλά Όσα παίρνει ο άνεμος. Ίσως παρότρυνε τους πελάτες του βιβλιοπωλείου να ακολουθήσουν το πρόταγμα του Άμπι Χόφφμαν “Steal this book!”, ενώ το πασάλειβε με φυστικοβούτυρο και μετά κυλιόταν πάνω του. Μπορεί να του έβαζε φωτιά σε έναν φόρο τιμής στο όραμα του Ρέι Μπράντμπερι ή στην αμφιθυμία του Κάφκα ο οποίος, έτσι μας λένε, είχε ζητήσει να κάψουν τα χειρόγραφά του.

Καθώς ξεφυλλίζω την ογκώδη και καλαίσθητη συλλογή γεμάτη στίχους, φωτογραφίες και artwork από μισό αιώνα μεταμορφώσεων του Πνευματικού Πατέρα του Πανκ, οι απορίες μου περιστρέφονται γύρω από το What happened to punk?

Ακριβέστερα: Πώς να προσεγγίσουμε το ερώτημα «Τι απέγινε το πανκ;» χωρίς να ξεπέσουμε σε θρηνωδίες για την απώλεια κάποιου authenticity, ή το θάνατο της ριζικής ετερότητας; Πώς να αποφύγουμε κλισέ περί ενσωμάτωσης και sell-out σύμφωνα με τα οποία το περιθώριο του χθες, σκηνοθετημένο ή μη, έγινε κατεστημένο mainstream του σήμερα; Πώς να αποφύγουμε μαλλιοτραβήγματα για το ποιος ήταν πιο πανκ; Πώς να αποφύγουμε αγιογραφίες, αγχωτικές αναζητήσεις ενός relevance στο σήμερα και σοφιστείες σύμφωνα με τις οποίες ακριβώς επειδή οι χθεσινοί πανκ αναρριχήθηκαν στους Παρνασσούς της Υψηλής Τέχνης παραμένουν επαναστάτες επειδή υπονομεύουν (subvert), κοροϊδεύουν (ridicule) και (δι-)ερωτούν (interrogate) τους/τις πρώην εαυτούς-τους;

 

Raw

Εν αρχή ήν 1969 και Stooges, το πρώτο άλμπουμ που ακολουθήθηκε από το Fun House το 1970. Όσο και να προσπαθούμε να αποφύγουμε τα κλισέ, είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από τη λέξη raw όταν ακούμε, σκεφτόμαστε ή διαβάζουμε για τη μουσική των πρώτων Stooges. Τα ψηφιακά λεξικά κάνουν πανεύκολη την αναζήτηση συνώνυμων – sore, red, inflamed, painful, sensitive, tender, abraded, skinned, open, exposed, unhealed, bloody, excoriated. Κάποια απ’ αυτά (skinned, bloody) πιάνουν κάτι από το φαινόμενο Ίγκυ αλλά στο τέλος πάντα ξαναγυρίζουμε στο raw: ωμό, αμαγείρευτο, ακατέργαστο, επώδυνο.

Στην εισαγωγή τού Musicophilia, ο Όλιβερ Σακς γράφει “This thing called 'music' […] has no power of representation. It has no necessary relation to the world. Η μουσική δεν αντιπροσωπεύει. Δε σχετίζεται με τον κόσμο”.

Όπως και να μεταφραστεί, η εμφατική φράση του Σακς είναι από εκείνες τις πυθιακές διαπιστώσεις που σε αναγκάζουν να πεις "Ναι μεν, αλλά…". Πράγματι, το αξεπέραστο urgency της ηλεκτρικής κιθάρας που διαπερνά το "Wanna Be Your Dog" από το πρώτο άλμπουμ δεν απορρέει από κάποιο μέρος που ξέρουμε. Οι τρεις νότες του υποτροπιάζουν ξανά και ξανά για 3 λεπτά και 9 δευτερόλεπτα με ντραμς που συνοδεύονται από κουδούνια, σαν να έρχεται το έλκηθρο του Άη Βασίλη.

Υποθέτω ότι με τη λέξη world ο Σακς αναφερόταν στην πραγματικότητα. Ιδού όμως το παράδοξο: Ναι μεν το "Wanna Be Your Dog" δεν έχει “necessary relation to the world”, αλλά διαίρεσε τον κόσμο σε pre-IWBYD και post-IWBYD. Ήταν τόσο αλλόκοτο τις εποχές που μεσουρανούσαν τα “CanGet No Satisfaction” και τα “Ob-La-Di, Ob-La-Da”, ώστε ακούγεται σαν να το είχαν γράψει εξωγήινοι που είχαν έλθει από το μέλλον. Ίσως ο Έριχ Φον Νταίνικεν ήξερε κάτι;

Το δεύτερο άλμπουμ των Stooges ξεκινά με τη δαιμονική ενέργεια του "Down on the street" – και δεν αντανακλά τίποτα. Ακολουθεί το Loose που δεν εξηγείται από καμιά διάσταση του πραγματικού. Μετά έρχεται το σεληνιακό σκούξιμο Loooooord! στην αρχή του TVEye. Και τι αντιπροσωπεύουν τα άναρθρα γαυγίσματα, το riff, το feel all right! και το σαξόφωνο του χαοτικού 1970;

Το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 1973, αφού οι Στούτζες είχαν ήδη διαλυθεί στην πατρίδα τους και επανασυναρμολογηθεί άρον άρον στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Ο τίτλος –τι άλλο;– ήταν Raw Power, και αρχίζει με έναν από τους πιο αλλόκοτους, αντι-ποπ και μπαροουζικούς στίχους: "Istreet walking cheetah with heartfull of napalm".

Αλλά εάν οι μουσικοφιλόσοφοι σηκώνουν τα χέρια γιατί δεν υπάρχει κανένα λόγον διδόναι για αυτό το πράγμα, “for this thing called music”, την ίδια στιγμή η μουσική των χημικά τροποποιημένων εικοσάρηδων Stooges δεν έπεσε από τον ουρανό ούτε ξεπήδησε από το κεφάλι κάποιου Δία που αποφάσισε “Γενηθήτω πανκ”.

Με συμπιεσμένο τηλεγραφικό στυλ, το Til wrong feels right –μία από τις αρετές του οποίου είναι ότι αποφεύγει, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό στο big time publishing, τη μονοτονία και predictability των “μουσικών μεμουάρ” που αναμασούν name dropping και άσχετο, αδιάφορο κουτσομπολιό–, αναφέρεται στην προέλευση αυτού του πράγματος που λίγο αργότερα θα το έλεγαν πανκ. Ιδού μια αντιπροσωπευτική παράγραφος, σαρωτική και λακωνική χωρίς ούτε ένα επίρρημα:

Dope, dope, dope. Fucking Vietnam. Nixon lurking behind everything. Joy and insecurity of being young. Discovery of black culture. Oblivion necessary to escape America. Birth control, LSD, love and pain. Πρέζα, πρέζα, πρέζα. Βιετνάμ. Πίσω από κaθετ;i ο Νίξον. Χαρά και ανασφάλεια της νιότης. Ανακάλυψη της μαύρης κουλτούρας. Αναγκαία άγνοια για να ξεφύγεις από την Αμερική. Αντισύλληψη, LSD, έρωτας, πόνος.

Από ποια Αμερική ήθελε να ξεφύγει ο Ίγκυ; Εάν αληθεύει ότι Geography is Destiny, Γεωγραφία = Πεπρωμένο, οι Stooges ήταν προϊόντα του Midwest, της περιοχής όπου, για να συνεχίσουμε τα κλισέ, οι άνθρωποι είναι nice – ευγενικοί, χαμογελαστοί, λιγομίλητοι, χαμηλών τόνων, αυτοσυγκρατημένοι, καθώς πρέπει και πάντα με το παν μέτρον άριστον. Δεν τους αρέσουν φασαρίες, δε θέλουν να βρίσκονται στο κέντρο της προσοχής, ούτε καπνίζουν. Είναι καλοί σαμαρείτες που κάνουν πάντα το σωστό. Γράφονται πρώτοι πρώτοι στους εκλογικούς καταλόγους και ψηφίζουν με γνώμονα το κοινό καλό. Είναι πάντα στην ώρα τους και μαζεύουν τα σκουπίδια που άφησαν άλλοι στο πάρκο. Είναι ειλικρινείς χριστιανοί και ακόμη πιο υπεύθυνοι άθεοι.

Ο heartland καθωσπρεπισμός είναι κομφορμισμός, Πινκφλοϋντικό Wall και συμβάσεις αποπνικτικές για παιδιά με εξεγερτικότητα, αίρεση, αμφισβήτηση, βαρεμάρα, άφθονο ελεύθερο χρόνο, βενζοδιαζεπίνες, opioids, δημιουργικά μικρόβια και καινά δαιμόνια. Σε ντοκιμαντέρ για τις απαρχές των Stooges, ο Ίγκυ λέει: «Η μουσική μου ήθελα να είναι πύραυλος που θα με εκτόξευε έξω από αυτά που είχαν προγραμματίσει για μένα». Και στο Of Pop & Pies & Fun (υποχρεωτικό reading για κάθε Ιγκυποπολόγο που σέβεται εαυτόν και αλλήλους) ο Lester Bangs (1948-1982) ανέφερε το repressive society σαν «αίτιο» από το οποίο βγήκε αυτό το “πράγμα” (1) Το ξεχειλωμένο κλισέ της καταπιεστικής κοινωνίας μυρίζει φροϋδομαρξιστική κλεισούρα σήμερα, αλλά είχε τη σημασία του στα βαθιά 1950και 1960s, όταν μεγάλωναν οι νεαροί Στούτζες.

Όταν εμφανίσθηκε το "Wanna Be Your Dog" τον Αύγουστο του 1969, το Νούμερο Ένα τραγούδι στα τσαρτς ήταν το "Sugar Sugar" (Honey Honey). H persona των Stooges γελοιοποιούσε Ροκ και Ποπ Σταρ, το μεσοδυτικό niceness, το σουγκαροποιημένο ποπ και ροκ, το χίπικο κλίμα των καιρών και τα παιδιά των λουλουδιών. Δεν ταίριαζαν ούτε με το Γούντστοκ.

 

iggy2

He was Loose. Ποπ Φεστιβάλ Σινσινάτι, 1970. Κολάρο στο λαιμό και γάντια λαμέ. 

Με αποστολή του το Searchand Destroy ο Ίγκυ δήλωνε ότι η δουλειά του ήταν να εξαφανίσει τα σίξτις, κάτι που de facto έγινε με το πρώτο άλμπουμ. Πόζαρε με συσπασμένους θωρακικούς και κοιλιακούς –παρωδία των Μίστερ Γιούνιβερς;– και κυλιόταν σε κομμένα γυαλιά. Βλασφημία νούμερο 1: οι επί σκηνής αυτοτραυματισμοί και αιμορραγίες του bloodyraw Ίγκυ δε διέφεραν από τα αυτομαστιγώματα ανάξιων πιστών που αναζητούν μέθεξιν στο αυθεντικό μαρτύριο κάποιου Χριστού ή Προφήτη.

Το φαινόμενο ήταν έτη φωτός μακριά από το aura του Rock Stardom στα 1970s, μακριά από κάθε μήνυμα, νόημα και σακχαρόπηκτα Τοπ Τεν. Γελοιοποιώντας τον εαυτό τους, οι Stooges και ο Ίγκυ τάραζαν τα νερά του ροκ και ήταν συνένοχοι στη δημιουργία του πανκ σαν ήχου και attitude. Προηγήθηκαν μια ολόκληρη φάση από τα "Teenage Lobotomy" και "wanna be sedated" των Ramones, και το "Pretty Vacant" των Sex Pistols. Και ήταν μια εποχή πριν από το Νιρβανικό "think IDumb" – Νομίζω ότι είμαι ηλίθιος.

 

China Girl

Aνύπαρκτες πωλήσεις, αρνητικές κριτικές, χημικά προβλήματα, καβγάδες και ένα σύμπαν που πιάστηκε στον ύπνο αποτελείωσαν τους “so messed up” τέσσερις Stooges και τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ για τον Ίγκυ στα μέσα των 1970s. Στο Til wrong feels right ο Ντέιβιντ Μπόουι διηγείται πώς γνωρίστηκαν:

Anyway, up comes this funny ragged, ragged little guy with broken teeth and Lou says: “Don’t talk to him, he’s a junkie” – that was Iggy. You canhelp loving him, heso vulnerable. Εμφανίζεται ένας αστείος κουρελιάρης μικροσκοπικός τύπος με σπασμένα δόντια, και ο Λου λέει «Μην του μιλάς, είναι πρεζάκιας». Ήταν ο Ίγκυ, τόσο λιώμα που ήταν αδύνατο να μην τον αγαπήσεις.

Ο Μπόουι –ο οποίος πάλευε με τους δικούς-του χημικούς δαίμονες εκείνα τα χρόνια– έσωσε τον αστείο μικροσκοπικό κουρελιάρη με τα σπασμένα δόντια και παρ’ ότι πήρε χρόνια, φυγή στο Δυτικό Βερολίνο και τουλάχιστον μία εισαγωγή σε ψυχιατρική πτέρυγα, τον μεταμόρφωσε σε Iggy Survivor. To 1977, σαν να απελευθερώθηκε συμπιεσμένη ηφαιστειακή ενέργεια, βγήκαν The Idiot και Lust for Life. Είναι άλμπουμ της μποουικής περιόδου με ήχους και επιρροές πολύ διαφορετικές από το πανκ (The Idiot ηχογραφήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το ηλεκτρονικά πρωτοποριακό Low του Μπόουι). Ο Ίγκυ γίνεται πιο pοπ, η φωνή-του βαρυτονική και εμφανίζονται τα "Night clubbing" και "Passenger".

Tο σημαδιακό τραγούδι του αναμορφωμένου και αναταγμένου post-Stooges Ίγκυ είναι το devastatingly infectious "China Girl", ο καθηλωτικός ρυθμός του οποίου λίγο πριν το “stumble into town just like Sacred Cow” (Παραπατάω σαν Ιερή Αγελάδα) καταλήγει στο “Visions of swastikas in to my head and plans for everyone, itin the white of my eye”. Ποιες ήταν οι Ιερές Αγελάδες και οι Σβάστικες; Ποιοι είχαν πλάνα για όλους; Και τι είναι το China Girl το οποίο, παρ’ ότι του υποσχόμαστε “eyes of blue”, μας διατάζει shhhhhh, να το βουλώσουμε “shuty our mouth” και τελειώνει με απογειωτική κιθάρα;

Εάν το "Wanna Be Your Dog" ακουγόταν σαν πρωτο-πανκ γραμμένο από εξωγήινους, το "China Girl" είναι απειλητικό ποπ γραμμένο από εξωγήινους. Το "China Girl" του Μπόουι το 1983 άγγιξε τεχνική και ερμηνευτική τελειότητα, αλλά είναι η απόδοση του Ίγκυ το 1977 που διατηρεί τα πανκ ίχνη του Do-It-Yourself. Σε κάποια σημεία είναι σχεδόν ερασιτεχνικό και με λίγη φαντασία μπορείς να ακούσεις τις γρατζουνιές στο βινύλιο.

 

Metamorphoses

Εάν τα πράγματα είχαν μείνει εδώ, ο Ίγκυ, με ή χωρίς Στούτζες, θα ήταν άλλος ένας ρόκερ. Αλλά στα τέλη των 1980και στα 1990ξεκίνησε μια αργόσυρτη και απροσδόκητη μεταμόρφωση. Ενώ συνέχιζε να δίνει εντυπωσιακά τραγούδια γεμάτα self-restrained ποπ και ροκ ενέργεια –"Isolation", "Living on the edge of the night", "Beside you"– ο Ίγκυ μετατρεπόταν σε cultural iconκαι σημείο αναφοράς.

Όλα άρχισαν με το "Passenger", το ποστ-πανκ παράσημο αποξένωσης στα backsides της μεγαλούπολης. Η Siouxsie το έκανε σουξέ και πέρασαν χρόνια μέχρι οι μάζες να συνειδητοποιήσουν ότι ήταν ποπ. Σε ένα άλλο δείγμα από το Till Wrong Feels Right, Will Self γράφει τα εξής για το τραγούδι:

listening to the “Passenger”… I truly believed it was about me: […] I was constantly riding through the city’s backsides, on my way to score, my heart thudding and looking up at the bright and hollow skies through the dirty, rain-dashed windows of tube trains and buses […] Sometimes I feel I’ve never left this fugal state, courtesy of Mr Ostenberg…Πίστευα ότι το Passenger αναφερόταν σε μένα [...] ενώ βρισκόμουν σε κάποιο βαγόνι ή λεωφορείο στα πίσω μέρη της πόλης και πήγαινα για τη δόση μου. […] Η καρδιά μου χτυπούσε […] ενώ κοίταζα το λαμπερό και άδειο ουρανό μέσα από βρώμικα βρεγμένα παράθυρα… Ακόμα και τώρα αισθάνομαι ότι χάρις στον κύριο Όστενμπεργκ ποτέ δεν εγκατέλειψα αυτή την κατάσταση φυγής…

Εάν ο Μπόουι ανέστησε τον ημιθανή overdosed Stooge, και το "Passenger" τον διέχυσε στο mainstream, το Trainspotting του 1996 τον έκανε αθάνατο. Η πλοκή του φιλμ αρθρώνεται με μουσική, εικόνες και χιουμοριστικές αναφορές στον Ίγκυ – σε κάποιο σημείο αποκαλώντας-τον Ζίγκυ πιάνουν μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια, τον Ίγκυ Ποπ και τον Ζίγκυ Στάρνταστ Μπόουι (2). Στην αρχή αθόρυβα και πίσω από τις πλάτες του Zeitgeist, στη συνέχεια εμφανέστερα, ο τζάνκι με τα σπασμένα δόντια γινόταν σελιδοδείκτης του cool και μια από τις αμέτρητες κερκόπορτες ανάμεσα σε Low, Middle και High Art. Με στίχους όπως “Bad tv that insults me freely” (από το Cry for Love το 1986) ο Ίγκυ δεν βρισκόταν μόνο εποχές μπροστά από τη λαίλαπα της τηλεοπτικοποίησης όταν εμείς ήμασταν ακόμα στις σπηλιές του «εκδημοκρατισμού των μέσων μαζικής ενημέρωσης» αλλά εξέφραζε και μια μοναδική υδραργυρική αουτσαϊντερότητα.

Αναζητώντας τις απαρχές του πανκ στα κατακάθια των σέβεντις, το New Yorker τις ανακαλύπτει στη στιγμή που ο Ίγκυ εκμηδενίζει την απόσταση ανάμεσα σε κοινό και περφόρμερ. Η Amanda Petrusich το διατυπώνει ως εξής:

The notional difference between performer and spectator – Iggy disregarded it entirely, if he was aware of it at all. Here, in my mind is where punk rock begins. Ο Ίγκυ εγκατέλειψε παντελώς τη διαφορά ανάμεσα σε περφόρμερ και θεατή. Εκεί ξεκινάει το πανκ (3).

Στο ίδιο κείμενο μαθαίνουμε ότι το New York Academy of Art και το Brooklyn Museum τον έκαναν γυμνό μοντέλο για φοιτητές:

Ιt makes perfect sense for Iggy Pop to be the subject of a life class; his body is central to an understanding of rock music and its place within American culture. His body has witnessed much and should be documented. Είναι λογικό ο Ίγκυ Ποπ να γίνει μοντέλο για μια εργασία σπουδαστών. Το σώμα του έχει κεντρική θέση στην κατανόηση της ροκ μουσικής και της θέσης της στην αμερικανική κουλτούρα. […] [Το σώμα του] έχει δει πολλά και πρέπει να ντοκουμεντοποιηθεί.

Ύβρις νούμερο 2: Η εικόνα ενός γυμνού Ίγκυ περιτριγυρισμένου από φοιτήτριες και φοιτητές, επίδοξες Αρτεμισίες Τζεντιλέσκι και Ραφαήλους, θυμίζει το ιεροτελεστικό rite of passage φοιτητών Ιατρικής στο πρώτο τους εξάμηνο, όταν συνωστίζονται γύρω από το φορμαλδεϋδικό Πτώμα του Εργαστηρίου Ανατομίας. Τα εργαλεία διαφέρουν (οι σπουδαστές καλών τεχνών έχουν μολύβια και πινέλα αντί για νυστέρια και λαβίδες) και οι μυρωδιές είναι διαφορετικές (μπογιές αντί φορμόλη), αλλά ο γνωσιολογικός ιμπρεσσιονισμός είναι παραπλήσιος. Στις εποχές που Ήθελε-Να-Γίνει-Ο-Σκύλος-Μας και να αποδράσει από την Αμερική, ο εικοσάχρονος Στουτζ κορόιδευε έναν τέτοιο απροκάλυπτο παρασιτισμό. Αλλά ακόμη και τώρα, που είναι πλέον σύμβολο της αμερικανικής κουλτούρας και γίνεται ντοκιμαντέρ τέχνης στο Gimme Danger του Τζιμ Τζάρμους, ο Ίγκυ είναι αουτσάιντερ. Ενώ τον κάνουν induct στο ροκ hall of fame. μας θυμίζει that we are in the belly of the beast.

Επειδή ο Ίγκυ είναι και οπτική εμπειρία, πρέπει να τον δει κανείς στο John Peel Lecture, την ομιλία που έδωσε το 2014, για να συνειδητοποιήσει το βάθος και την έκταση των μεταμορφώσεων από τις εποχές του "Wanna Be Your Dog", τους επί σκηνής αυτοτραυματισμούς και το ναδίρ όταν συνάντησε τον Μπόουι, μέχρι τον άμβωνα του BBC. Φορώντας γυαλιά και με το σήμα κατατεθέν nake dupper torso καλυμμένο με κάτι που προσπαθεί να γίνει τήβεννος, θυμίζει διασταύρωση Πρύτανη του Ροκ με Πανκ Αρχιεπίσκοπο μείον ποιμαντορική ράβδο και μίτρα. Ακόμα και αν συμφωνήσει κανείς ότι το πανκ εκμηδένισε, έστω και για μια στιγμή, την απόσταση ανάμεσα κοινό και περφόρμερ, ο Ίγκυ την αναστηλώνει (4).

 

ιγκυ

John Peel Lecture 2014

Το πανκ έχει αναλυθεί, ψυχολογικοποιηθεί, πολιτικοποιηθεί, διανοουμενοποιηθεί και νεκροτομηθεί σε υπερθετικό βαθμό και η παρούσα βιβλιοπαρουσίαση είναι ένοχη και για τα πέντε αδικήματα. Καθώς οι βετεράνοι του Wanna Be Your Dog περνούν από την πρέσα της μεμουαροποίησης και εξιδανίκευσης, υπερκαταναλώνουμε Ποπ. Μαζί με τον Ίγκυ που το 1969 αναζητούσε το Oblivion necessary to escape America, δραπέτευε και η Αμερική από τον εαυτό της. Τώρα, μετά από μια άκρως απίθανη διαδρομή, ξανασυναντιούνται στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

----------------

  1. "You’re goddam right that Iggy Stooge is a damn fool. He does a lot better job of making fool of himself on stage and vinyl than almost any other performer I’ve ever seen. That is one of his central genius’ facets. What we need are more rock 'stars willing to make fool of themselves. Ο παντελώς ηλίθιος Ίγκυ Στουτζ διακωμωδεί τον εαυτό-του στη σκηνή και στο βινύλιο όσο κανείς άλλος περφόρμερ. Και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία της μεγαλοφυΐας του. Χρειαζόμαστε πιο πολλούς ροκ “σταρ” πρόθυμους να αυτογελοιοποιηθούν”. Το Of Pop and Pies and Fun του Bangs κείται στο διαδίκτυο.
  2. Benjamin Scheim, "How the Trainspotting Soundtrack Resurrected Iggy Pop", The Pitch, 2 Φεβρουαρίου 2016.
  3. Amanda Petrusich, "Where Punk Rock Begins", The New Yorker, 15 Σεπτεμβρίου
  4. BBC Music John Peele Lecture – Iggy Pop’s Keynote Speech Transcript. Ιστοσελίδα του BBCRadio 6 Music. Το ακόλουθο απόσπασμα αναφέρεται στις απαρχές των Στούτζες: “When I started the Stooges we were organized as a group of Utopian communists. All the money was held communally and we lived together while we shared the pursuit of a radical ideal. We shared all song writing, publishing and royalty credits equally – didn’t matter who wrote it – because we’d seen it on the back of a Doors album and thought it was cool, at least I did. I thought songwriting was about the glory, I didn’t know you’d get paid for it. We practiced a total immersion to try to forge a new approach which would be something of our own. Something of lasting value. Something that was going to be revealed and created and was not yet known. Είμασταν ουτοπικοί κομμουνιστές. Είχαμε από κοινού τα χρήματα, ζούσαμε μαζί και αναζητούσαμε ένα ριζοσπαστικό ιδεώδες. Μοιραζόμασταν σε ίση βάση τα συνθετικά δικαιώματα – δεν είχε καμμιά σημασία ποιος έγραφε τα τραγούδια – γιατί το είχαμε δει σε ένα δίσκο των Doors και μας άρεσε. Δεν ξέραμε ότι μπορούσες να βγάλεις λεφτά από το γράψιμο τραγουδιών, το κάναμε για τη δόξα. Ψάχναμε μια καινούρια προσέγγιση που να είναι δική-μας και να έχει διαχρονική αξία”.

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά