Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

Ελληνική εξωτερική πολιτική

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
25 Σεπτεμβρίου 2019. Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συναντιέται στη Νέα Υόρκη με τον τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της αυξανόμενης τότε ελληνοτουρκικής έντασης. 25 Σεπτεμβρίου 2019. Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συναντιέται στη Νέα Υόρκη με τον τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης της αυξανόμενης τότε ελληνοτουρκικής έντασης. Φωτογραφία Αρχείου

Πώς θα μπορούσε η Δημόσια Διπλωματία (ΔΔ) να προσφέρει ευκαιριες πέραν των ορίων της σκληρής ισχύος

Η επικοινωνία με τους πολίτες άλλων κρατών και η διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αποτελεί σήμερα, βασικό συστατικό της εξωτερικής πολιτικής. Η πλειονότητα των κυβερνήσεων θέτει πλέον ως βασική εθνική προτεραιότητα την προώθηση της εικόνας και της φήμης της χώρας στο εξωτερικό, αποβλέποντας μακροπρόθεσμα στη διαμόρφωση ευνοϊκού περιβάλλοντος για την αποδοχή των συμφερόντων τους. Σύμφωνα με στοιχεία του ιδρύματος Diplofoundation, το 2016, 170 υπουργεία Εξωτερικών είχαν δημιουργήσει ειδική ιστοσελίδα για την ψηφιακή τους παρουσία στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εταιρείας BCW με τίτλο “Twiplomacy-2018”, το 97% από τα 193 κράτη-μέλη των ΗΕ έχουν κάποιου είδους επίσημη παρουσία στη πλατφόρμα Twitter, με τα αντίστοιχα ποσοστά σε Facebook και Instagram να διαμορφώνονται σε 93% και 81% αντίστοιχα. Η ίδια έρευνα καταγράφει 131 Υπουργεία και 107 Υπουργούς που είναι δραστήριοι στο Twitter. Επίσης, το «παρών» δίνουν 4.600 Πρεσβείες και 1.400 Πρέσβεις, που από κοινού είχαν, το 2018, 39 εκατομμύρια ακολούθους. Μάλιστα, σε επίπεδο δικτύωσης, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης είναι η πιο καλά δικτυωμένη κυβερνητική υπηρεσία, ακολουθώντας/ακολουθούμενη αμοιβαία από 132 ομόλογες υπηρεσίες/Υπουργεία (Σπηλιωτακοπούλου 2019).

Tο άνοιγμα προς το διεθνές κοινό δεν αποτελεί νέο φαινόμενο, αποκτά όμως νέο περιεχόμενο σήμερα και αυτό οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων που απορρέουν από την παγκοσμιοποίηση, την ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας και την αυξανόμενη συμμετοχή νέων μη κρατικών δρώντων στους τομείς λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής, τα οποία συντείνουν στην ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα της κοινής γνώμης. Οι εξελίξεις αυτές θέτουν ολοένα και μεγαλύτερους περιορισμούς στην ελευθερία δράσης των εθνικών κυβερνήσεων και οδηγούν σε μια νέα μορφή διπλωματίας, την επικοινωνιακή, ή αλλιώς, δημόσια διπλωματία. Η πραγματικότητα αυτή επιφέρει μια μεταστροφή του πολιτικού «παραδείγματος» από την τάξη των γεωπολιτικών δεδομένων και της (σκληρής) ισχύος, σε ένα σύστημα εικόνων, φήμης και επιρροής. Οδηγούν στην αυξανόμενη συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής των κρατών, δημιουργώντας νέα δεδομένα στις διεθνείς σχέσεις, γεγονός που είχε συνέπειες στην άσκηση της παραδοσιακής διπλωματίας.

 

 

Τι είναι δημόσια διπλωματία;

H δημόσια διπλωματία είναι το «δημόσιο πρόσωπο» της παραδοσιακής διπλωματίας, καθιστώντας την αναπόσπαστο αλλά ταυτοχρόνως διακριτό κομμάτι αυτής. Παραδοσιακή διπλωματία είναι η προσπάθεια ενός διεθνούς δρώντα (είτε της κυβέρνησης, είτε ενός πολυεθνικού οργανισμού, ενός μη κυβερνητικού οργανισμού, διεθνούς οργανισμού, ή οποιαδήποτε άλλου «παίκτη» στην παγκόσμια αρένα) να διαμορφώσει το διεθνές περιβάλλον μέσα από την προώθηση της διαλογικής εμπλοκής με ένα άλλο διεθνή δρώντα (όπως οι ξένες κυβερνήσεις). Από την άλλη, ως δημόσια διπλωματία ορίζεται η προσπάθεια ενός διεθνούς δρώντα να διαμορφώσει το διεθνές περιβάλλον μέσω της επιρροής που ασκεί στην εξωτερική κοινή γνώμη. Δημόσια διπλωματία είναι η επικοινωνία με την εξωτερική κοινή γνώμη σε μια προσπάθεια επηρεασμού της σκέψης της έχοντας ως απώτερο στόχο τον επηρεασμό των ξένων κυβερνήσεων.

Οι κλασικοί ορισμοί της δημόσιας διπλωματίας –η παλαιά ΔΔ– δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην προσπάθεια μιας χώρας να δημιουργήσει θετική εικόνα στην διεθνή κοινή γνώμη για τις πολιτικές, τις δράσεις, το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα ενός κράτους, προκειμένου εν τέλει να ασκηθούν πιέσεις προς τις κυβερνήσεις άλλων κρατών να αναθεωρήσουν ή να αμβλύνουν την αρνητική στάση τους προς το συγκεκριμένο κράτος είτε αντιστρόφως να διατηρήσουν τη θετική στάση τους. Oι πιο σύγχρονες αντιλήψεις περί την δημόσια διπλωματία –η νέα ΔΔ– εισάγουν ως επιπλέον προσδιοριστικό παράγοντα την αμοιβαία κατανόηση των λαών και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ τους (Gilboa 2008, Hocking & Melissen 2015). Στον σημερινό κόσμο, οι εικόνες και οι ιδέες αποκτούν αυξητικό ρόλο, σε αντίθεση με παράγοντες όπως η εδαφική επικράτεια, οι πρώτες ύλες κ.λπ. Η παγκοσμιοποίηση, εξάλλου, συνενώνει τις μοίρες του κόσμου ολοένα και περισσότερο αυξάνοντας τα δίκτυα αλληλεξάρτησης και τις ευαισθησίες που εκπορεύονται από αυτά (Archetti 2012). Η νέα ΔΔ σε αντίθεση με την παραδοσιακή δεν περιορίζεται σε κρατικούς δρώντες. Πλήθος μη κρατικών δρώντων επιδίδονται σε απόπειρες επηρεασμού της παγκόσμιας κοινής γνώμης είτε αυτόνομα είτε ενεργώντας στην υπηρεσία κρατικών φορέων και συμφερόντων. Σο κενό ανάμεσα στο πεδίο που εμφανίζονται τα προβλήματα (παγκόσμιο) και σε εκείνο όπου επιλύονται (εθνικό) οδηγεί σε τέσσερις πολιτικές κρίσεις της παγκόσμιας διακυβέρνησης: κρίση της αποτελεσματικότητας, κρίση της νομιμότητας, κρίση ταυτότητας και κρίση ισότητας. (Frangonikolopoulos & Proedrou 2014).

Συνοπτικά, η νέα ΔΔ:

  1. Aποτελεί επικοινωνιακή διαδικασία την οποία κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες χρησιμοποιούν για να επηρεάσουν ξένες κυβερνήσεις και την παγκόσμια κοινή γνώμη προκειμένου να προωθήσουν τις πολιτικές και τα εθνικά τους συμφέροντα. Απορρέει από την πεποίθηση ότι η φιλική στάση/διάθεση/γνώμη ξένων κοινωνιών διευκολύνει την επίτευξη των διεθνών πολιτικών των κρατών
  2. Αποτελεί ένα επικοινωνιακό σύστημα που διευκολύνει τον διάλογο τόσο με «εχθρούς» όσο και με «φίλους» και στοχεύει στην επίτευξη σχέσεων εμπιστοσύνης
  3. Περιγράφει τρόπους και μέσα με τα οποία τα κράτη, θεσμοί και μη κρατικοί φορείς κλπ., χτίζουν και διαχειρίζονται σχέσεις και επηρεάζουν απόψεις και τη δράση των άλλων προκειμένου να προαγάγουν όχι μόνο τα συμφέροντα και τις αξίες τους, αλλά να συμβάλλουν και στην επίλυση προβλημάτων/διαφορών

Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά της από την παραδοσιακή διπλωματία, καθώς η πρώτη εκπορεύεται από κυβερνήσεις και απευθύνεται σε κυβερνήσεις, ενώ η δεύτερη εκπορεύεται από κυβερνήσεις και απευθύνεται στην κοινή γνώμη. Δεν αντιτίθεται στη συμβατική διπλωματία αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά με αυτή.

 

 

Τι έχει κάνει και τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα;

Η πολύ-επίπεδη κρίση που επηρέασε τη χώρα μας από το 2010 επέφερε ένα άνευ προηγουμένου πλήγμα στην εικόνα της Ελλάδας και δημιούργησε μία αδιαμφισβήτητη ανάγκηγια τον επανακαθορισμό της ΔΔ, τόσο σε επίπεδο θεσμών όσο και πρωτοβουλιών (Spiliotakopoulou 2019). Σε θεσμικό επίπεδο το 2015 και το 2019 το κράτος αναγνώρισε επίσημα την ανάγκη για μία «εθνική επικοινωνιακή πολιτική» η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επικοινωνιακή διπλωματία, σε εναρμόνιση με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Η εθνική επικοινωνιακή πολιτική καθορίζεται από την Κυβέρνηση και τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα και εφαρμόζεται από τη ΓΓΕΕ, με σκοπό τον συντονισμό και την αποτελεσματική διαχείριση της επικοινωνίας της Κυβέρνησης στην εσωτερική και διεθνή κοινή γνώμη, και τη προβολή της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Επίσης, το 2019 το Π.Δ. 81/2019-ΦΕΚ119/Α/9.7/2019, μετέφερε στο ΥΠΕΞ όχι μόνο τις αρμοδιότητες των ΓΤΕΕ και των σχετικών Διευθύνσεων της ΓΓΕΕ που ασχολούνται με τη διεθνή επικοινωνία αλλά και το προσωπικό τους.

Παρομοίως, αναγνωρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από rebranding (Vazou 2014), οι κυβερνήσεις μετά το 2012, σε συνεργασία του ΥΠΕΞ με το υπουργείο Τουρισμού, προσπάθησαν να κερδίσουν έδαφος ως προς την οικονομική ανάκαμψη και την αξιοπιστία της χώρας, δίνοντας έμφαση στον πολυθεματικό τουρισμό για όλο το χρόνο και στις άμεσες ξένες επενδύσεις (για παράδειγμα visitGreece.gr) όπου ζητούνταν η συνδρομή/συμμετοχή/ανάμειξη των χρηστών για τη προβολή της χώρας στο εξωτερικό. Σημαντικές ήταν και οι πρωτοβουλίες των πέντε ξενόγλωσσων διαδικτυακών περιοδικών της ΓΓΕΕ, τα οποία πραγματεύονται θέματα ελληνικής επικαιρότητας (για παράδειγμα δελτίο “Greek News Agenda” το οποίο λειτούργησε ως φόρουμ διαλόγου, παρουσιάζοντας τη σειρά συνεντεύξεων “Rethinking Greece” με στόχο την προβολή διαφορετικών απόψεων και αφηγήσεων για το σύγχρονο πρόσωπο της Ελλάδας, μέσα από τοποθετήσεις δημόσιων διανοουμένων από την Ελλάδα και το εξωτερικό). Σε αντίστοιχη κατεύθυνση κινήθηκαν και οι λοιπές ενότητες συνεντεύξεων του εν λόγω περιοδικού, όπως: Reading Greece, Quo Vadis Europa, Arts in Greece, Filming Greece και Innovative Greece. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύνολο των περιοδικών διαθέτουν δική τους ιστοσελίδα, η επικαιροποίηση του περιεχομένου γίνεται σε καθημερινή βάση, διαθέτουν αυτόνομα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (λ.χ. το Greek News Agenda είναι δραστήριο σε Facebook και Twitter ήδη από το 2010) και δυνατότητα εγγραφής των χρηστών σε newsletter, ενώ προβάλλονται επίσης από το δίκτυο των ιστοσελίδων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης των Αρχών Εξωτερικού του ΥΠΕΞ, καθώς και από την κεντρική ιστοσελίδα της ΓΓΕΕ.

Όσον αφορά τη διαδικτυακή παρουσία των Αρχών Εξωτερικού και τη διασύνδεση τους πλέον το σύνολο των Πρεσβειών και ΓΤΕΕ υπάγονται στο ΥΠΕΞ, τόσο σε επίπεδο URL όσο και σχεδιασμού/δομής και περιεχομένου, γεγονός που συνδράμει θετικά στην εικόνα της χώρας και την προώθηση των στόχων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στη σφαίρα τωνμέσων κοινωνικής δικτύωσης, το ΥΠΕΞ άνοιξε λογαριασμούς σε Facebook και Twitter το 2010, αριθμώντας σήμερα περί τα 22.000 likes και 100.000 ακολούθους αντίστοιχα ενώ δίνει το «παρών» και στις πλατφόρμες Flickr και YouTube, με το συνολικό αριθμό λογαριασμών μέσων κοινωνικής δικτύωσης που υπάγονται στο Υπουργείο (ήτοι, λογαριασμοί Κεντρικής Υπηρεσίας, Αρχών Εξωτερικού και Επικεφαλής αυτών) να φθάνει τους 103 (Spiliotakopoulou 2019). Ζητήματα, ωστόσο, προκύπτουν από την στενή ερμηνεία της ΔΔ, καθώς οι ελληνικές κυβερνήσεις παραδοσιακά καταφεύγουν στην αναχρονιστική λογική του να δίνουν έμφαση στην αρχαία πολιτιστική κληρονομιά, να αντιλαμβάνονται/διαχειρίζονται τη θέση της χώρας στη διεθνή αρένα υπό το πρίσμα του ελληνικού εξαιρετισμού αντί να αναπτύσσουν στρατηγικές και μακροχρόνιες συμμαχίες. Έτσι, ενώ ιδιαίτερα ικανοποιητική εμφανίζεται η εικόνα της Ελλάδας στο DigitalCountryIndex (12η στην Ευρώπη και 25η θέση παγκοσμίως το 2017), το 64% των αναζητήσεων αφορούν τον τουρισμό. Σύμφωνα με το SoftPower30, αν και η συνολική εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί βρίσκεται στην 29η θέση από τις 30 υπό εξέταση χώρες στην κατηγορία “Digital” για το 2018. Επίσης, η έμφαση που έχει δοθεί στο τουρισμό, ενώ είναι δικαιολογημένη καθώς αντιπροσωπεύει 18% του ΑΕΠ της χώρας, παραβλέπει άλλα θετικά, όπως π.χ. το γεγονός ότι παραμένει σχετικά υψηλά στο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (31η θέση από 187 χώρες).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το περιεχόμενο των αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα για τη δραστηριότητα του ΥΠΕΞ σε Twitter-Facebook (Σπηλιωτακοπούλου, 2019), προκύπτει ότι τα κοινωνικά δίκτυα χρησιμοποιούνται πιο αυστηρά ως πλατφόρμα προβολής θεμάτων πολιτικής επικαιρότητας (διμερείς σχέσεις, πολυμερής διπλωματία και εθνικά θέματα) με τα τελευταία, μάλιστα, να αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% των θεμάτων, κάτι που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό περί έμφασης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε «δίκαια» και «εθνικά» θέματα. Όσον αφορά στην ανάμειξη του κοινού και την αμφίδρομη επικοινωνία, βάσει της έρευνας, παρατηρείται εν γένει ότι τα σχόλια των χρηστών προέρχονται από το εγχώριο κοινό και περιορίζονται στην κριτική των ενεργειών της κυβέρνησης. Ωστόσο, το διαλογικό στοιχείο από πλευράς ΥΠΕΞ –είτε με τη μορφή αντίκρουσης κριτικής είτε με τη μορφή συζήτησης– απουσιάζει σημαντικά. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η πραγμάτωση διαλόγου με το κοινό αποτελεί σπάνιο έως μηδαμινό φαινόμενο για το ελληνικό ΥΠΕΞ.

Τα παραπάνω δεν διευκολύνουν την μετάβαση σε μια εποικοδομητική έκφανση της ΔΔ στη σημερινή παγκόσμια πολιτική. Η οικοδόμηση του κύρους μιας χώρας αποτελεί ένα δύσκολο και μακροχρόνιο έργο, με τη διαδικτυακή διπλωματία να αποτελεί εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής και όχι πανάκεια για τυχόν ελλείμματα της. Καταλήγει κανείς λοιπόν σε αυτό που θεωρείται ο χρυσός κανόνας της ΔΔ (Cull, 2009, 2010), ότι δηλαδή η πιο ισχυρή «φωνή» για έναν παίκτη εξωτερικής πολιτικής δεν είναι το τι λέει αλλά το τι πράττει. Υπάρχουν πολλές αλήθειες που μάχονται η μία την άλλη με ζητούμενο την αξιοπιστία, γι’ αυτό και το σημαντικό τελικά είναι να ακούγεται τουλάχιστον η «αλήθεια» του καθενός (Frangonikolopoulos 2012).

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός σοβαρού βαλκανικού ειδησεογραφικού δικτύου (με έδρα την Ελλάδα), με στόχο τη δημιουργία και διατήρηση σχέσεων εμπιστοσύνης και κατανόησης ανάμεσα τις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες της περιοχής. Το ζητούμενο στη δημιουργία ενός τέτοιου δικτύου δεν θα πρέπει να είναι η «προπαγάνδα», δηλαδή να πείσει τις γειτονικές χώρες περί τίνος να σκεφτούν, αλλά η ικανότητα ακρόασης αυτών που οι γειτονικές χώρες έχουν ανάγκη να πουν. Το ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι μόνο η μετάδοση πληροφοριών και η προβολή μίας θετικής εικόνας της χώρας μας, αλλά η οικοδόμησημακροπρόθεσμων σχέσεων που δημιουργούν πρόσφορο περιβάλλον γιασυνεργατικές πολιτικές και πρωτοβουλίες. Με άλλα λόγια, η επιτυχία του δικτύου δεν θα πρέπει να στηρίζεται μόνο σε μια απλή μετάδοση του μηνύματος προς το κοινό, αλλά στο αποτέλεσμα, το οποίο θα είναι το επιθυμητό εάν γίνει κατανοητό ότι οι απόψεις και οι εμπειρίες του παραλήπτη του μηνύματος μετρούν περισσότερο από ότι το μήνυμα του αποστολέα. Λειτουργώντας με τρόπο αυτό το δίκτυο όχι μόνο θα αποκτήσει μια εγκυρότητα όταν προβάλλει τις θέσεις της Ελλάδας, αλλά θα διευκολύνει και τους δημοσιογράφους, τους πολίτες και άλλους δρώντες στις γειτονικές χώρες να συμμετέχουν σε αυτήν την αμφίδρομη πληροφόρηση για ζητήματα όχι μόνο «υψηλής» αλλά και «χαμηλής» πολιτικής όπως τα ζητήματα της οικονομικής ανάπτυξης, των σχολικών βιβλίων, του πολιτισμού, της θρησκείας και των μειονοτήτων.

Τα ζητήματα της εξωτερικής μας πολιτικής, και ειδικότερα αυτά που αφορούν την Τουρκία, διαστρεβλώνονται υπό το πρίσμα πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η Τουρκία προβάλλεται και συζητείται μόνο στο πλαίσιο των ζητημάτων ασφαλείας που μας απασχολούν. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί την αντίληψη του «ιστορικού» και «ενιαίου εχθρού». Η αλήθεια όμως είναι ότι ο «εχθρός» αποτελείται από άτομα και οργανώσεις με διαφορετικές λογικές και κουλτούρες, με επιτεύγματα και κοινά προβλήματα.. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι μέσα από την δημόσια διπλωματία να καλλιεργηθεί μια «θετική περιέργεια» και γνώμη ομάδων και δρώντων πέρα από στρατιωτικούς και οι πολιτικούς με κακές διαθέσεις;

Η σιωπή μπορεί να θεωρείται παραγωγική πολλές φορές στην «υψηλή» πολιτική και στην παραδοσιακή διπλωματία, αλλά μπορεί να αποβεί αντιπαραγωγική. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι η υιοθέτηση από τον πρόεδρο Ερντογάν ενός αλαζονικού/επικίνδυνου μοντέλου διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, ενισχύει την «αντιπαραθετική λογική», μέσω της επιλεκτικής εστίασης-μεγέθυνσης δηλώσεων, ενεργειών του Ερντογάν, παρά την αναζήτηση και προβολή στοιχείων κοινού ενδιαφέροντος που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επίλυση των προβλημάτων. Επίσης, οι αυταρχικές, αντιδημοκρατικές πολιτικές εναντίον αντιφρονούντων του Ερντογάν, δεν επιτρέπουν στους Έλληνες πολίτες να γνωρίζουν ποιοι πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, κοινωνικά κινήματα/ΜΚΟ εργάζονται για την προσέγγιση και την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών στην Τουρκία, ποιες είναι οι θέσεις τους και πώς μπορούν να προβληθούν και να στηριχθούν. Υπάρχουν φωνές που δεν ακούγονται και οφείλουμε να το καταλάβουμε αυτό. Τουρκία δεν είναι μόνο ο Ερντογάν. Εκτός από τον Ερντογάν, υπάρχει η αντιπολίτευση, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές οργανώσεις. Όλοι οι Τούρκοι πολίτες δεν έχουν την ίδια ιδεολογική τοποθέτηση, ούτε την ίδια στάση απέναντι στην Ελλάδα και τους Έλληνες. Τη συνθήκη αυτή, οι Έλληνες πολιτικοί, τα ελληνικά ΜΜΕ και αρκετοί αναλυτές δεν την αναδεικνύουν, και δυστυχώς υποδαυλίζουν τα εθνικιστικά “πάθη” με την αναπαραγωγή αρνητικών στερεοτύπων για τη χώρα. Ακόμα και στην περίπτωση της πανδημίας, η πλειοψηφία των ελληνικών δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ για την Τουρκία, αναφέρθηκαν στην προσπάθεια της τουρκικής κυβέρνησης να εξαπατήσει την κοινή γνώμη δίνοντας εσκεμμένα μικρότερο αριθμό κρουσμάτων και να εκμεταλλευτεί πολιτικά και οικονομικά μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την παγκόσμια κοινότητα. Το ίδιο, όμως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει και για την Ελλάδα, που παρασύρθηκε σε ένα ντελίριο ενθουσιασμού και εθνικής ανάτασης, λόγω της επιτυχίας της, που επιδιώκει να υπερτονίσει υπερτονίσουν τη μοναδικότητα του “ελληνικού λαού”, ο οποίος καταφέρνει να επιδείξει στοιχεία διαφορετικά από τα όσα του προσάπτουν τα διάφορα στερεότυπα και να πετύχει ένα “θαύμα”, σε σύγκριση μάλιστα με τους υπόλοιπους.

Στη λογική της δημόσιας διπλωματίας, η χώρα μας θα μπορούσε να επενδύσει περισσότερο χρόνο και χώρο σε συμφωνίες που έχει υπογράψει με την Τουρκία σε ζητήματα τουρισμού, μετανάστευσης, οικονομίας/επιχειρηματικότητας και περιβάλλοντος, και να μην επιτρέπει τα ζητήματα ασφάλειας να απλοποιούν πολυεπίπεδες σχέσεις σε διχοτομικές καταστάσεις, παραλείποντας και αποσιωπώντας την προβολή και ενίσχυση τομέων συνεργασίας που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επίλυση των διαφορών. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας θα μπορούσε να αναπτύξει και επιδιώξει τη συνεργασία και τις συμμαχίες με ελληνικούς και τουρκικούς μη-κρατικούς φορείς, που όχι μόνο θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην προώθηση της ήπιας ισχύος της χώρας, αλλά, μέσω τη συνεργασία με εναλλακτικά κανάλια, όπως ΜΜΕ, επιχειρηματικές ενώσεις, εμπορικά επιμελητήρια, επιστημονικές ομάδες, να ενισχύσει τις προοπτικές διαλόγου και κυρίως την ικανότητα ακοής. Καμιά χώρα και καμιά κυβέρνηση δεν πρέπει να θεωρεί ότι κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας ή της αρετής. Ο διάλογος δεν εμπεριέχει μόνο τον λόγο αλλά και την ακρόαση, αλλά και την παραδοχή ότι αφενός ένας μόνο δεν γνωρίζει όλες τις απαντήσεις και αφετέρου ότι μπορεί να υπάρχουν καλύτερες εναλλακτικές προτάσεις.

Γίνεται, επομένως, κατανοητό ότι η δημόσια διπλωματία δεν μπορεί να είναι μια μονόδρομη διαδικασία μετάδοσης μηνύματος. Ο στόχος δεν είναι ο μονόλογος αλλά ο διάλογος. Το σύνολο των κινήσεων που έχουν σαν στόχο όχι τη μετάδοση πληροφοριών μόνο, αλλά την ανάπτυξη ενός διαλόγου ανάμεσα σε κρατικές και μη-κρατικές οντότητες, με στόχο να έρθουν οι δύο χώρες εγγύτερα ενισχύοντας τη δυνατότητα υλοποίησης αμοιβαίων κερδών, μέσα από τη συνεργασία της κοινωνίας πολιτών σε Ελλάδα και Τουρκία σε προγράμματα και δράσεις που θα ωφελούσαν και τις δύο χώρες. Ενώ οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν σα στόχο την επιδίωξη συγκεκριμένων στόχων και για αυτό το λόγο συνδιαλέγονται μόνο με κυβερνήσεις άλλων κρατών, η δημόσια διπλωματία αποπειράται να κερδίσει «τα μυαλά και τις καρδιές» των λαών των άλλων χωρών. Η σχέση των δύο είναι, έτσι, συμπληρωματική, κι όχι αντιθετική. Η πλαισίωση της μίας από την άλλη στη σημερινή εποχή αποτελεί επιτακτική ανάγκη δεδομένης της αύξησης των δρώντων και των προβλημάτων στη διεθνή σκηνή και ειδικότερα με πρωτοβουλίες που αφορούν τη διαχείριση κρίσεων σε συνάρτηση με θέματα έκτακτης επικαιρότητας και/ή ειδικού ενδιαφέροντος.Για παράδειγμα, τα Νέα Μέσα προσφέρονται για προξενικά θέματα ή ενημέρωση των πολιτών σε περίπτωση κρίσης όπως λ.χ. ένα τρομοκρατικό χτύπημα, όπως στη περίπτωση των πυροβολισμών έξω από το Βρετανικό Κοινοβούλιο το 2017, κατά την οποία η Ελληνική Πρεσβεία λειτούργησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως μία έγκυρη πηγή ενημέρωσης. Πιο πρόσφατο παράδειγμα δημιουργίας ειδικού ιστότοπου είναι, επίσης, το «Brexit-Η Ελλάδα Προετοιμάζεται»/Brexit.gov.gr (ελληνικά-αγγλικά), απευθυνόμενο τόσο σε επιχειρήσεις όσο και σε πολίτες (της Ελλάδας και του Η. Βασιλείου). Ο ιστότοπος δημιουργήθηκε από το ΥΠΕΞ με σκοπό τη προετοιμασία και την ενημέρωση γύρω από φορολογικά, τελωνειακά κ.ά. θέματα που ανακύπτουν γύρω από το κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Παραδείγματος χάριν, όταν μιλάμε για ζητήματα ελληνο-τουρκικών σχέσεων, είναι πολύ δύσκολο να ενδιαφερθεί κάποιος από την κοινή γνώμη μιας ευρωπαϊκής χώρας. Αν θέσουμε το θέμα της διαχείρισης μιας μεγάλης πρόκλησης στο Αιγαίο, όπως η μετανάστευση, ως κοινή ευρωπαϊκή υπόθεση, τότε σίγουρα θα συναντήσουμε ακροατήριο. Και αν επισημαίνουμε την ολιγωρία, ως και τη συνενοχή που επιδεικνύει η Τουρκία στη διευκόλυνση της μετανάστευσης, τότε έχουμε την ελπίδα να έχουμε μαζί μας τη συντριπτική πλειοψηφία των εταίρων μας σε μια προσπάθεια όχι μόνο κατοχύρωσης της ασφάλειας για τη μετανάστευση, αλλά έμμεσα και εθνικών θέσεων σε μια κρίσιμη περιοχή όπως είναι το Αιγαίο. Εάν δηλαδή ένα Γραφείο Τύπου θελήσει να ενημερώσει την κοινή γνώμη της Ισπανίας για το θέμα των βραχονησίδων, είναι σίγουρο ότι θα συναντήσει αδιαφορία. Αν όμως σε μια χώρα όπως η Ισπανία, που δέχεται καθημερινά κύματα μεταναστών, αναλάβει το Γραφείο Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας να ενημερώσει για παρόμοια προβλήματα και να θέσει ως κοινό στόχο Ελλάδας-Ισπανίας να καταστεί η αντιμετώπιση της μετανάστευσης ευρωπαϊκή πολιτική, τότε σίγουρα θα σημειώσουμε επιτυχία.

Μέσω ενός ορθολογικού συντονισμού τέτοιων δράσεων «ήπιας ισχύος» και μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής ΔΔ, είναι εφικτό να σημειωθούν επιτυχίες εκεί που η παραδοσιακή διπλωματία έχει αποδεδειγμένα αποτύχει (Ιωακκειμίδης 2018, Batora 2005). Η μεταστροφή από την σκληρή στην ήπια ισχύ ευνοεί ιδιαίτερα τα «μικρά» και «μεσαίου» μεγέθους κράτη προκειμένου να κερδίσουν σε επιρροή και να διαμορφώσουν με τη σειρά της τη διεθνή ατζέντα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το στρατιωτικό και οικονομικό τους μέγεθος. Η διαφορά μεταξύ των «μεγάλων» και των «μικρότερων» χωρών έγκειται στα εξής σημεία: στον τρόπο προσέλκυσης της προσοχής, καθώς οι πρώτες ασκούν μια μεγαλύτερη πολιτισμική επιρροή μέσω μηνυμάτων, εικόνων και συμβολισμών, σε σχέση με τα δεύτερα που γίνονται αντικείμενο προβολής από τα διεθνή ΜΜΕ μόνο σε περιπτώσεις κρίσεων ή σκανδάλων, οπότε το πρόβλημα των τελευταίων εντοπίζεται στο πώς θα γίνουν ελκυστικότερες οι ιστορίες τους πέραν αυτών των κρίσεων και σκανδάλων, κάτι που δύνανται να επιτύχουν μέσω της εκμετάλλευσης συγκριτικών πλεονεκτημάτων σε «ευνοϊκά» πεδία (niche areas).Τόσο το πολιτικό μας σύστημα όσο και τα ΜΜΕ, πρέπει να ενθαρρύνουν τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που ενισχύει τη συμμετοχή των πολιτών αναφορικά με τα κυρίαρχα, θεμελιωδώς πολιτικά, ζητήματα της σημερινής εποχής μέσα από τη δημιουργία κόμβων για επιχειρηματολογία και αντιπαραβολή επιχειρημάτων. Η καλύτερη πηγή πληροφοριών ή ακόμα και ο πιθανότερος καταλύτης πολιτικής αλλαγής σε σειρά σημαντικών ζητημάτων, δεν προέρχεται από το κράτος. Τα πανεπιστήμια, οι ΜΚΟ και οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών, παρέχουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την κλιματική αλλαγή, τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.α. Τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα μπορούν και πρέπει να στραφούν προς αυτές τις εναλλακτικές πηγές πληροφοριών. Μία τέτοια στρατηγική ήπιας ισχύος/ΔΔ μπορεί να δώσει νέες ευκαιρίες στην Ελλάδα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα διμερών σχέσεων με τις γείτονες χώρες και να ενδυναμώσει τη θέση της στη διεθνή αρένα, πέραν των ορίων που της επιτρέπει η περιορισμένη σκληρή ισχύ και οικονομική της κατάσταση.

 

Σημείωση:

Toκείμενο αποτελεί εμπλουτισμένη και αναθεωρημένη εκδοχή της παρουσίασης του Χ. Φραγκονικολόπουλου στο Συνέδριο 100 έτη Διεθνείς Σχέσεις | 30 έτη Ι.ΔΙ.Σ.: Αναστοχαζόμενοι τη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων στον Κόσμο και την Ελλάδα, που διοργάνωσε το Ινστιτούτο 29 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου του 2019. Ο συγγραφέας θα ήθελε να ευχαριστήσει την Ελευθερία Σπηλιωτακοπούλου, Γραμματέα Επικοινωνίας Α’ (ΥΠΕΞ) για τη συνεργασία στην έρευνα καθώς και τις απόψεις της, που είναι αποκλειστικά της ίδιας και βασίζονται στα ευρήματα της διπλωματικής της εργασίας με τίτλο: «Νέα Μέσα και Εξωτερική Πολιτική: η αξιοποίηση των νέων μέσων από την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» (Ιούνιος, 2019) Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, και σε καμία περίπτωση, δεν αντιπροσωπεύουν επίσημες θέσεις/απόψεις του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας.

 

Αναφορές

Archetti, C. (2012) The Impact of New Media on Diplomatic Practice: An Evolutionary Model of Change. The Hague Journal of Diplomacy, 7(2): pp 181-206.

Batora, J. (2005) Public Diplomacy in Small and Medium- Sized States: Norway and Canada. Discussion Papers in Diplomacy. Netherlands Institute of International Relations Clingendael.

Cull, N.J. (2010) Public diplomacy: Seven lessons for its future from its past. Place Branding and Public Diplomacy Vol. 6(1): 11-17.

Frangonikolopoulos, C. & Proedrou, F. (2014) Reinforcing global legitimacy and efficiency: the case for strategic discursive public diplomacy, Global Discourse, 4:1: 49-67.

Frangonikolopoulos, C. (2012) Public Diplomacy: How to think about and improve Greece’s neglected component of foreign policy in times of economic crisis. Place Branding and Public Diplomacy. Vol.8 (3): 185-193.

Gilboa, E. (2008) Searching for a Theory of Public Diplomacy, The Annals of the American Academy of Political and Social Science Vol. 616 (1): 55-77.

Hocking, B & Melissen, J. (2015) Diplomacy in the Digital Age. Clingendael Report, Netherlands Institute of International Relations.

Vazou, E. (2014) From posters to posts: Greece moves beyond tourism campaigns to eDestination branding. International Journal of Cultural and Digital Tourism. Vol. 1 (1) Spring 2014. International Association of Cultural and Digital Tourism (IACUDIT). Διαθέσιμο: http://iacudit.org/journal/volumes/v1n1/v1n1_40-54.pdf (τελευταία πρόσβαση 29 Μαΐου 2019).

Ιωακειμίδης, Π,Κ. (2018). Ελλάδα – Ευρωπαϊκή Ένωση, 3 λάθη-5 μύθοι. Θεμέλιο.

Σπηλιωτακοπούλου, Ε. (2019). Νέα Μέσα και Εξωτερική Πολιτική: H αξιοποίηση των Νέων Μέσων από την ελληνική εξωτερική πολιτική. Διπλωματική Εργασία, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Φραγκονικολόπουλος, Χ & Προέδρου, Φ. (2010), Ο εκδημοκρατισμός της παγκόσμιας πολιτικής, Ι. Σιδέρης.

Χρήστος Α. Φραγκονικολόπουλος

Kαθηγητής διεθνών σχέσεων στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κάτοχος έδρας Jean Monnet European Union Public Diplomacy. Βιβλία του: Ο παγκόσμιος ρόλος των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (2007), Ο εκδημοκρατισμός της παγκόσμιας διακυβέρνησης: Μια εισαγωγή στην Κοσμοπολιτική Δημοκρατία (μαζί με τον Φ. Προέδρου, 2010), Τα «εθνικά θέματα» στη δίνη των ΜΜΕ (μαζί με τον Γ. Πλειό (2011), Διεθνείς Διενέξεις: Αντιμετώπιση και Επίλυση (μαζί με Α. Ηρακλείδη και Γ. Κωστάκο, 2004).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά