Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

10 + 1 σημεία για τη Σώσα του Ι. Μπ. Σίνγκερ

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία Τεύχος 107
Ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (1904-1991) στο Μαϊάμι το 1988.  Ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (1904-1991) στο Μαϊάμι το 1988. MDC Αrchives

Isaac Bashevis Singer, Σώσα. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά, γλωσσάρι, σημειώσεις: Μιχάλης Πάγκαλος, επίμετρα: Σταύρος Ζουμπουλάκης - Μιχάλης Πάγκαλος, επιμέλεια κειμένου: Δέσποινα Γιανναρούδη, Κίχλη, Αθήνα 2019, 468 σελ.

Από τα ελάχιστα μεγάλα μυθιστορήματα που γράφτηκαν στα γίντις, η Σώσα του βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, μεταφράζεται στα ελληνικά. Βιβλίο πολυεπίπεδο, θέτει και επιχειρεί να απαντήσει με το αποφθεγματικό ύφος του συγγραφέα σε πολλά ερωτήματα. Η θυσία πάει μαζί με την αγάπη; Ποια είναι τα όρια της ατομικής ευθύνης; Γιατί ο θεός επιτρέπει στο Κακό να επικρατήσει; Αναδημοσίευση από το Books' Journal 107, Mάρτιος 2020. [ΤΒJ]

1.

Τα γίντις είναι μια εβραιογερμανικής προέλευσης γλώσσα, που αναπτύχτηκε τους τελευταίους 10-11 αιώνες από τους Ασκενάζι Εβραίους της Κεντρικής βασικά Ευρώπης (τα γεωγραφικά «άκρα» της διάδοσης υπήρξαν από τη μια η δυτική Ρωσία κι από την άλλη η Αλσατία, ενώ κοινότητες γίντις δημιουργήθηκαν αργότερα στη Βόρεια Αμερική, το Ισραήλ, φυσικά και αλλού), συνδεμένη εν πολλοίς με θρησκευτικές σέχτες (π.χ. χασίδ) και γραφόμενη στο εβραϊκό αλφάβητο με πολλά επιπλέον στοιχεία, ιδίως στα φωνήεντα. Σ΄ αυτό το μακρό διάστημα αναπτύχτηκαν και γίντις γράμματα: λογοτεχνία, φιλολογία, θέατρο, επιστήμες, θρησκεία, εφημερίδες, περιοδικά κ.λπ. Η εξέλιξη των γίντις ανακόπηκε βίαια από το ναζιστικό Ολοκαύτωμα: υπολογίζεται ότι πέντε στα έξι εκατομμύρια των νεκρών ήταν φυσικοί ομιλητές των γίντις. Κορυφαία φυσιογνωμία της λογοτεχνίας γίντις είναι ο Πολωνοεβραίος Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (1904 - 1991), ο οποίος συνέχισε να γράφει στα γίντις και μετά τη μετανάστευσή του στις ΗΠΑ το 1935. Πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 1978 – είναι ο μόνος γίντις νομπελίστας , απ΄ όσο ξέρω. Και ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία του θεωρείται η Σώσα, που θα μας απασχολήσει εδώ.

 

2.

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Αφηγητής είναι ο ΄Ααρον (Άρελε) Γκρέιντινγκερ (ή, αργότερα, «Τσούτσικ» = κουτάβι), γιος ραββίνου (sic), που λογίζεται σοφός αλλά μαμόθρεφτο, εννιά χρονώ στο ξεκίνημα του βιβλίου, έχει δηλαδή την ηλικία του συγγραφέα. Το κυρίως μυθιστόρημα εκτείνεται στο διάστημα από τις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (επί ρωσοκρατούμενης Πολωνίας) μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (δηλαδή λίγο πριν οι Χίτλερ - Στάλιν μοιράσουν τη χώρα), ενώ ο «Επίλογος» διαδραματίζεται, μ΄ ένα χρονικό άλμα, το 1952. Χώρος τού κυρίως βιβλίου είναι η Βαρσοβία, πολωνέζικα χωριά, η Πράγα και άλλοι τόποι της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά ο «Επίλογος» πατάει το φρέσκο κράτος του Ισραήλ.  

 

3.

Η Σώσα Ζέλιγκ είναι ένα κορίτσι που χάνει λίγο στο μυαλό, συνομήλικη, γειτονοπούλα και αθώος παιδικός έρωτας του αφηγητή. Τόσο οι Γκρέντινγκερ, όσο και οι Ζέλιγκ ζουν στην οδό Κροχμάλνα 10 της Βαρσοβίας, δρόμο «που θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί γκέτο», όπως γράφει από την πρώτη κιόλας παράγραφο το μυθιστόρημα (παρεμπιπτόντως, το πρώτο μέρος του κεφαλαίου 1, το 1.1, αποτελούμενο από έξι μόλις σελίδες, είναι ένα από τα πιο μεστά εισαγωγικά κομμάτια σε μυθιστόρημα που έχω διαβάσει ποτέ). Η Κροχμάλνα (όπου στην αληθινή ζωή είχε πράγματι μεγαλώσει ο συγγραφέας) κυριαρχεί στο βιβλίο. Πρόκειται για μονοθρησκευτικό δρόμο, του οποίου οι ποικίλοι πολωνοεβραίοι κάτοικοι περιγράφονται λεπτομερώς και όπου τα κύρια ζητήματα είναι: αν είναι θρησκευόμενοι ή κοσμικοί, αν τρώνε κοσέρ ή όχι, αν είναι χασίδηδες ή όχι, πόσο συναναστρέφονται ή όχι ή πόσο μιμούνται τους «Εθνικούς» (sic) κ.λπ.

 

4.

Πρώτα αφήνει την Κρομχάλνα αρ. 10 η οικογένεια της Σώσας, αργότερα και η οικογένεια του αφηγητή. Ο Άρελε μεγαλώνει έχοντας χάσει την επαφή με τη Σώσα. Προσπαθεί να γίνει επαγγελματίας της γραφής, προσχωρεί στο σχετικό λογοτεχνικό σωματείο, αποκτά φιλίες με ποικίλους διανοούμενους και μη τύπους, αναπτύσσει ερωτικές σχέσεις με πολλές γυναίκες (ξεχωρίζουν: μια πολωνοεβραία κομμουνίστρια και μια αμερικανοεβραία ηθοποιός), γράφει θεατρικά έργα, περνάει ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις, μέχρι που έχει μια ορισμένη επιτυχία και σα δημοσιογράφος.

 

5.

Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία και την αύξηση του αντισημιτισμού στην Ανατολική ιδίως Ευρώπη, τα πράγματα για τους Εβραίους χειροτερεύουν. Ο «Τσούτσικ» ξαναβρίσκει τη Σώσα, απορρίπτει πλούσιους γάμους και προτάσεις διαφυγής, γυρίζει στην παιδική του κοιτίδα και παντρεύεται (με θρησκευτικό γάμο, εννοείται) την πάμφτωχη Σώσα, που έχει εξελιχθεί σε μια αφελή, γλυκιά, πολύ μικροκαμωμένη, σχεδόν νάνα γυναίκα, και επιπλέον παρθένα. Ο Άρελε την απατά συστηματικά με ερωμένες ποικίλων οικογενειακών καταστάσεων και κοινωνικών τάξεων, μένοντας πολλές βραδιές και σε δεύτερο σπίτι. Πλησιάζοντας ο Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο είναι βέβαιο ότι η Πολωνία «θα πληρώσει τα σπασμένα», όποιοι Εβραίοι μπορούν να φύγουν το κάνουν. Τώρα το σκέφτεται και ο «Τσούτσικ». Εδώ τελειώνει το κύριο μέρος.

 

6.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, που όπως κιόλας είπα ξετυλίγεται στο Ισραήλ το 1952, ο αφηγητής –φτασμένος συγγραφέας πια που έχει έρθει από τις ΗΠΑ (ακόμα μια αναλογία με τον ίδιο τον Σίνγκερ)– συζητώντας με φίλους του κάνει απολογισμό: ποιοι γνωστοί του έχουν χαθεί στο Ολοκαύτωμα, ποιοι ζουν στο Ισραήλ, ποιοι ζουν στην Αμερική ή αλλού κ.λπ. Η Σώσα έχει πεθάνει από φυσικό θάνατο. Βρήκα πολύ έξυπνο το να κόψει ο συγγραφέας την αφήγηση στο προτελευταίο κεφάλαιο, προτού το ζευγάρι καταφέρει να διαφύγει από την Πολωνία. Ωστόσο, το τελευταίο κεφάλαιο είναι το πιο αδύναμο του βιβλίου, διεκπεραιωτικό θα έλεγα, σαν ο Σίνγκερ να θέλει να κλείσει βιαστικά τα αφηγηματικά του κενά με απανωτές αναδρομίες μειωμένου ενδιαφέροντος. Αντίθετα, πολύ ενδιαφέρον έχουν οι πρώτες παράγραφοι του κεφαλαίου: «Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία ν΄ αντικρίζω εβραϊκά σε ταμπέλες μαγαζιών και δρόμους που είχαν τα ονόματα συγγραφέων, ραββίνων (sic) και πολιτικών ηγετών, ν΄ ακούω να μιλάνε σεφαραδίτικα, να βλέπω στρατιώτες και των δύο φύλων στον εβραϊκό στρατό». Το ίδιο ισχύει και για το υπέροχο, «ανοιχτό» τέλος.    

 

7.

Πρόβλημα στο βιβλίο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το δίδυμο «εβραϊκότητα» - «στράτευση». Στην προσπάθειά του ν΄ ανασυστήσει τη χαμένη «Yiddishlad» (ο όρος αναφέρεται από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη), ο συγγραφέας χάνεται σε λεπτομέρειες λεπτομερειών (θεολογικές, συγγραφικές, ιστορικές, κινηματικές, λατρευτικές, όνειρα, παραφυσικές / υπερφυσικές αναφορές κ.λπ.), που αμφιβάλλω αν ενδιαφέρουν καν τους κοσμικούς Εβραίους, κι ακόμα λιγότερο τους άθεους ή άθρησκους ή τους μη Εβραίους. Η ελεγεία υπέρ της χαμένης «Yiddishlad» μπατάρει έντονα λόγω νοσταλγισμού και απουσίας αφαίρεσης (με εξαίρεση το χρονικό άλμα που προανέφερα). Γενικότερα, η εμμονή στη λεπτομέρεια και στην εξήγηση των πάντων, χωρίς ν’ αφήνει τίποτα για να το «κλείσει» ο/η αναγνώστης/ώστρια, λειτουργεί σε βάρος του βιβλίου, θυμίζοντας πού και πού π.χ. Σόμερσετ Μομ. Ο μοντερνισμός λάμπει εδώ με την απουσία του. Αντίθετα, τη στράτευση του Σίνγκερ υπέρ της ευνοούμενης εκδοχής του για την ιουδαϊκή θρησκεία, ο (δηλωμένα θρησκευόμενος) συγγραφέας την καλύπτει γενικά, σπάνια ξεπέφτει σε κηρύγματα. Σ΄ αυτό τον βοηθάει ένα «όπλο» της εβραϊκής παράδοσης που ο Σίνγκερ το αξιοποιεί και το εξελίσσει: το χιούμορ – και μάλιστα η ηγεμονική του έκφραση, ο (αυτο)σαρκασμός.

 

8.

Λιγότερο προβληματικό, μέχρι που περνάει απαρατήρητο, νομίζω πως είναι ότι οι Πολωνοεβραίοι της δεκαετίας του 1930 μιλάνε για τον Στάλιν και ιδίως τον Χίτλερ με τις γνώσεις που αποκτήσαμε όλοι εκ των υστέρων. Για παράδειγμα, αμφιβάλλω αν το Νταχάου είχε προλάβει να γίνει φόβητρο για τους συγκεκριμένους ανθρώπους τη συγκεκριμένη εποχή. Αλλά, φυσικά, μπορεί να κάνω και λάθος. Επίσης (σελ. 317), ο Σίνγκερ, αναφερόμενος στη συνάντηση Χίτλερ - Μουσολίνι στο Μπρέννερο (sic), γράφει: «Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχαν πάρει αποφάσεις που αφορούσαν την καταστροφή της Πολωνίας και των Εβραίων». Όμως θέμα της συνάντησης (Μάρτης του ΄38) ήταν η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο, όταν θα ξεκινούσε (σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά), όχι οι Εβραίοι της Πολωνίας. (Στην Επισημείωση αρ. 91 υπάρχει σύγχυση με μεταγενέστερη συνάντηση των ίδιων δικτατόρων, στο ίδιο μέρος, το 1940).    

 

9.

Εκτός από το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό, το μυθιστόρημα διαθέτει και άλλες μείζονες αρετές: αποφθεγματικότητα, περιγραφική ακρίβεια χώρων, υπέροχα πορτρέτα δευτερευόντων ηρώων, ολοζώντανους διαλόγους, λεπτομέρειες της παραγωγικής διαδικασίας ξεχασμένες πια, μίνι «δοκίμια» για θέματα όπως η τέχνη, τα γραφεία κηδειών, ο πλούτος, η αξία της κοινότητας, ο αντισημιτισμός, ο πνευματισμός, η αντρική φιλία, ο σοσιαλισμός και πολλά άλλα. Υπό μια σκοπιά, η Σώσα μπορεί να διαβαστεί και σαν ιστορικό μυθιστόρημα, από κείνα που προσπαθούν να ζωντανέψουν μια εποχή – και το συγκεκριμένο το καταφέρνει. Προσωπικά, χαίρομαι που το διάβασα, έμαθα πολλά και το συνιστώ.

 

10.

Ο μεταφραστής Μιχάλης Πάγκαλος εργάστηκε παραπάνω από ευσυνείδητα. Αγωνίστηκε σ’ ένα δύσκολο περιβάλλον εβραϊκότητας και, παρ’ ότι εργαζόμενος από αναμετάφραση, βγήκε νικητής, παραδίνοντάς μας ένα αξιανάγνωστο στα ελληνικά κείμενο. Τα εμπόδια της γνώσης τα ξεπέρασε εκπονώντας ένα Γλωσσάρι με τριάντα περίπου βασικούς εβραϊκούς όρους (και είναι προς τιμήν του ότι προτάσσει σ΄ αυτό πηγές και ονομαστικές ευχαριστίες) και Επισημειώσεις, τις οποίες η εργατικότατη επιμελήτρια επαύξησε (συνολικά 132). Οι άνθρωποι μάς παραδώσανε πλήρη δουλειά. Ωστόσο, οι τελευταίες σαράντα σελίδες της έκδοσης, δηλαδή τα δυο Επίμετρα με τις δικές τους Επισημειώσεις το καθένα, έχω την εντύπωση ότι είναι χρήσιμα, αλλά όχι και απαραίτητα: είτε επαναλαμβάνουν σημεία που αναφέρονται αλλού, είτε αλληλεπικαλύπτονται, είτε ερμηνεύουν «αυθεντικά» το μυθιστόρημα.

 

11.

Σχετικά με τον ελληνικό τίτλο: Γιατί το Shosha ν’ αποδίδεται στα ελληνικά Σώσα; Γιατί, το γεγονός ότι στο –ελλιπέστατο έτσι κι αλλιώς– αλφάβητό μας δεν έχουμε σύμβολο για το sh, να οδηγεί στο ωμέγα; Ίσως κι εδώ να πρόκειται για τη μανία του πολυτονικού επαυξημένη: όχι μόνο βάζουμε πολλή ψιλή, δασεία, περισπωμένη, αλλά όσο περισσότερα διπλά μπορούμε (ραββίνος) και κάνουμε το κοινό όμικρον από τ’ αγγλικά ωμέγα – όσο πιο περίπλοκα, τόσο πιο «ωραία». (Βέβαια, το πολυτονικό αποτελεί προγραμματική αρχή της Κίχλης κι είναι δικό μου πρόβλημα αν δεν το γουστάρω.) Σχετικά με το εξώφυλλο: τα πρωτότυπα σχέδια της Laura Ljungvist (Σουηδέζα συγγραφέας και εικονογράφος βιβλίων) σε συνδυασμό με το δυνατό φούξια χρώμα διαφορίζουν έντονα το βιβλίο από τα εκατοντάδες άλλα που ρίχνονται κάθε μήνα στους πάγκους. Στην τελική σούμα, η Κίχλη δικαιούται ένα Μπράβο.  

 

 

Δημήτρης Φύσσας

Συγγραφέας. Βιβλία του: Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος (2005), Η Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης (2015), Τραγούδια της φυλακής (2017), Μουσείο λαογραφίας (2017), Αυτά και οι μετακομίσεις (2019).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά