Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Όταν η Χάννα αγάπησε τον Μάρτιν

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Μυθιστόρημα Τεύχος 107
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ με τη σύζυγό του Ελφρίντε και τους γιους του Γιοργκ και Χέρμαν.    Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ με τη σύζυγό του Ελφρίντε και τους γιους του Γιοργκ και Χέρμαν. reddit

Catherine Clément, Κοιμήσου και ίσως ονειρευτείς. Μάρτιν και Χάνα, μετάφραση από τα γαλλικά: Ρένα Χατχούτ, Ψυχογιός, Αθήνα 2000, 325 σελ.

 Το 1924, η Χάννα ήταν 18 ετών. Φοιτήτρια φιλοσοφίας αποφασίζει να φύγει από την Πρωσία και να έρθει στο Μάρμπουργκ, για να παρακολουθήσει τις παραδόσεις του καθηγητή Χάιντεγκερ. Φοβισμένη μπαίνει στο γραφείο του. Αυτός, άνετος στο θρόνο του, σχολιάζει το μικρό τσόχινο εφαρμοστό καπέλο της. Διαβολικά μοντέρνο. «Τι είναι αυτή η ανατολή στα μάτια σας;», της λέει. Έτσι ξεκίνησε μια σχέση που σημάδεψε τη ζωή και των δύο. Ενός φιλοσόφου που στήριξε το ναζισμό και μιας Εβραίας που ανέλυσε τα πράγματα με διαβολική οξυδέρκεια... Η σχέση αυτή υπάρχει σε ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 107, Μάρτιος 2020.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε; Η ερώτηση αυτή, μαζί με μερικές ακόμα, μου είχε υποβληθεί το 2016 από συνεργάτη της Καθημερινής, με αφορμή την κυκλοφορία μιας συλλογής διηγημάτων μου. «Με την Χάννα Άρεντ», απάντησα, «μήπως και καταλάβω τη σχέση της με τον Χάιντεγκερ. Άβυσσος».

Μια πρώτη προσπάθεια κατανόησης αυτής της σχέσης θα μπορούσε κανείς να τη βρει στα Μαθήματα των δασκάλων του Τζορτζ Στάινερ, όπου εκτός των άλλων ανατέμνει τη σχέση μαθητή και δασκάλου την εποχή της ανευβλάβειας.[1] Εκεί σχολιάζει την πνευματική αλλά και ερωτική σχέση του θαυμαστή του Χίτλερ φιλόσοφου Μάρτιν Χάιντεγκερ με μια Εβραία μαθήτρια του, την αργότερα μεγαλύτερη ίσως πολιτική φιλόσοφο του 20ού αιώνα, Χάννα Άρεντ.[2]

Ίσως όμως χρειαζόταν περισσότερο η λογοτεχνία (που όπως λέει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, ψεύδεται τα αληθώς λέγουσα) για να γίνει αφήγημα η ερωτική ιστορία του Μάρτιν και της Χάνα. Η διάσημη φιλόσοφος και συγγραφέας Κατρίν Κλεμάν, το 1999, καταπιάστηκε με αυτό το εγχείρημα εκδίδοντας τη μυθιστορηματική εκδοχή αυτής της σχέσης.[3] Το μυθιστόρημα Martin et Hannah κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά και στα ελληνικά με τον (μάλλον ανόητο) τίτλο Κοιμήσου και ίσως ονειρευτείς, που παραπέμπει σε αισθηματικό Άρλεκιν.

Το μυθιστόρημα αρχίζει το 1975 με την πραγματική και καταγεγραμμένη από τη βιογράφο της, Ελίζαμπεθ Γιουνγκ-Μπρουλ, επίσκεψη της Χάννα Άρεντ στον υπερήλικα πια Χάιντεγκερ στο Φράιμπουργκ.[4] Εκεί, έρχονται αντιμέτωπες η μονογαμική σύζυγος του φιλοσόφου, Ελφρίντε, και η φιλελεύθερη διανοούμενη και μεγάλος έρωτάς του, Χάννα. Συγκρούονται, αλλά ταυτόχρονα μοιράζονται την οδύνη και τις αναμνήσεις. Στο διπλανό δωμάτιο, ο «μεγάλος» Χάιντεγκερ κοιμάται, ένα γεροντάκι στα πρόθυρα της άνοιας.  

 

Ένας χωριάτης προφήτης

Το 1924 η Γερμανία δεν μπορούσε ακόμα να συνέλθει από την ήττα του 1918, μια περιπέτεια που είχε ξεκινήσει με ενθουσιασμό, ως απάντηση στην «ταπεινή και χωρίς έννοιες ζωή», και κατέληξε σε τραγωδία. Το σφαγείο του Μεγάλου Πολέμου έχει κάνει ρημαδιό την καρτεσιο-καντιανή τάξη του λόγου, βασική έκφραση της οποίας ήταν η δημοκρατία. Το “Entseelung”, η καταστροφή της ψυχής, αποτελούσε την κύρια ερμηνεία των δεινών. Ένα μεγάλο αντιορθολογικό κίνημα είχε γεννηθεί και αναζητούσε το φιλόσοφό του, ένα χωριάτη προφήτη. Ένας μικρόσωπος μαυριδερός καθηγητής, από την ξύλινη χωρίς ηλεκτρικό φως και βρύσες καλύβα του, πάνω στον Μέλανα Δρυμό, ντυμένος με το παραδοσιακό λόντεν (χοντρό μάλλινο παλτό), ξόρκιζε τον νέο τεχνολογικό κόσμο. Γιατί ο χρόνος χανόταν μέσα στην τεχνολογία, «τον χειρότερο εχθρό του ανθρώπου». Ήξερε περισσότερο από τον καθένα να παίζει με τις λέξεις. Όταν οι άλλοι γερμανοί φιλόσοφοι φλυαρούσαν για την «παρακμή», στον Χάιντεγκερ (αυτός ήταν ο φιλόσοφος της καλύβας) αρκούσε να χωρίσει τη λέξη «παρ-ακμή» εμφανίζοντας αίφνης μέσα από το μαγικό του καπέλο μια «χαμένη ακμή». Όπως μάλιστα διηγείται η ίδια η Άρεντ στο δοκίμιό της «Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ γίνεται ογδόντα χρονών», που δημοσιεύτηκε το 1969 στο New York Review of Books, «δεν υπήρχε παρά μόνο ένα όνομα, το όνομα όμως αυτό διέτρεχε ολόκληρη τη Γερμανία, όπως και η φήμη του μυστικού βασιλιά».

Το 1924, η Χάννα ήταν 18 ετών. Ο πατέρας της, Πάουλ, είχε πεθάνει από σύφιλη και η κληρονομική πιθανότητα –εξετάσεις και συμβουλές προφύλαξης– ήταν μια οδυνηρή εισαγωγή στο μυστήριο του σεξ. Ο πρώτος της εραστής στα δεκαέξι της ήταν ο Ερνστ Γκρούμαχ, το αγόρι της φίλης της, Άνχεν. Φοιτήτρια φιλοσοφίας αποφασίζει να φύγει από την Πρωσία και να έρθει στο Μάρμπουργκ, για να παρακολουθήσει τις παραδόσεις του καθηγητή Χάιντεγκερ. Φοβισμένη μπαίνει στο γραφείο του. Αυτός, άνετος στο θρόνο του, σχολιάζει το μικρό τσόχινο εφαρμοστό καπέλο της. Διαβολικά μοντέρνο. «Τι είναι αυτή η ανατολή στα μάτια σας;», της λέει. «Από πού έρχεστε προς το μέρος μου; Γιατί εσείς;». Όλα αρχίζουν. Της στέλνει ένα κυνικό γράμμα. Σκόπευε να καθοδηγήσει τη νεαρή φιλόσοφο που την περίμενε ένα λαμπρό μέλλον αλλά, σε αντάλλαγμα, ο προφήτης του γερμανικού έθνους ζητούσε από την δεσποινίδα Άρεντ την παρηγοριά στην απόλυτη μοναξιά του. Η μοναξιά είναι το κλειδί που ανοίγει τις πόρτες της συζυγικής ρουτίνας. Η νεαρή Χάννα όρμησε μέσα.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ εκείνη την εποχή ήταν 35 ετών,παντρεμένος από το 1917 με την Ελφρίντε και πατέρας δυο αγοριών. Είχαν γνωριστεί στο Πανεπιστήμιο, όταν ο Μάρτιν ήθελε να σπουδάσει θεολογία και η Ελφρίντε οικονομικά. Για χάρη του είχε δεχτεί να κάνει καθολικό γάμο, αυτή, μια λουθηρανή, και του είχε χτίσει την καλύβα στο δάσος για να σκέφτεται ανενόχλητος. Αλλά η Ελφρίντε είναι η σύζυγος με τις κοτσίδες και την ποδιά, ενώ η Χάνα είναι δροσερή και μοντέρνα με κοντά μαλλιά και εφαρμοστές φούστες. Η Ελφρίντε, που από το 1920 είναι μέλος του Ναζιστικού Κόμματος, θα αγνοούσε αυτή τη σχέση 25 ολόκληρα χρόνια. Θα τη μάθαινε μόλις το 1950.

Η θυελλώδης αυτή σχέση κράτησε πέντε χρόνια. Είναι η εποχή που ο Χάιντεγκερ κατέθετε το magnumopus του, SeinundZeit (Είναι και Χρόνος). Ίσως γιατί ο έρωτας στην αδιέξοδη μορφή του είναι αυτή η ανθρώπινη κατάσταση που διαστέλλει και συρρικνώνει ταυτόχρονα το είναι και το χρόνο. Μια αγωνία απεγκλωβισμού και υπέρβασης από το sein στο dasein και μια κατανόηση της σχετικότητας του zeit – του χρόνου. Είναι κι αυτή μια ερμηνεία, ίσως λίγο λογοτεχνική. Υπάρχει πάντως και μια επιστολή του στην Άρεντ, στην οποία μιλάει για φιλοσοφικό πυρετό που ποτέ δεν θα τον είχε προσβάλει χωρίς εκείνη. Την ίδια εποχή, η νεαρή Χάννα κατέθετε το δικό της αδιέξοδο ποιητικά. «Δεν υπάρχω πια / ούτε εδώ ούτε και τώρα. / Ούτε υποταγμένη σε κάποιο πώς».[5]

Οι στίχοι της Χάννα Άρεντ, που εν τω μεταξύ έχει φύγει προληπτικά από το Μάρμπουργκ, προοιωνίζονταν τη δυσκολία της σχέσης. Τον Ιούνιο του 1929 αποφάσισε να δώσει τέλος. Τον περίμενε, όπως κάθε φορά, στο σταθμό του τρένου Μπάντεν-Βίρτεμπεργκ, στη Χαϊδελβέργη. Έπρεπε να έχει πάρει το τρένο των 4.30 από το Μάρμπουργκ. Όμως δεν ήλθε. Η Χάννα πλήρωσε τον καφέ της και έφυγε. Δεν θα τον περίμενε ποτέ πια στην αποβάθρα. Ούτε πουθενά αλλού.

Το 1929, η Χάννα θα παντρευόταν στο Βερολίνο τον Γκύντερ Στερν, τον αργότερα γνωστό συγγραφέα Γκύντερ Άντερς. Έναν ωραίο νεαρό Εβραίο που τον είχε γνωρίσει στις παραδόσεις του Χάιντεγκερ. Η Ελφρίντε, μάλιστα, εντυπωσιασμένη από αυτόν τον ωραίο, όπως νόμιζε, άριο, ήθελε να τον στρατολογήσει στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Ο Χάιντεγκερ επισκέφτηκε το ζεύγος στο Βερολίνο. Την αποκαλούσε «Αγαπητή κυρία Στερν». Έπαιζε με τον πόνο της, έξυνε τις πληγές της. Ο Γκύντερ Άντερς, ανυποψίαστος κι αθώος, δεν ήξερε ούτε έβλεπε τίποτα. Οι δυο άντρες μάλιστα πήραν το ίδιο τρένο για το Φράιμπουργκ, ενώ η Χάννα ήταν στην αποβάθρα. Δεν την είδαν.  

 

 

Οι ναζί

Τα μολυβένια χρόνια είχαν ήδη ξεκινήσει. Οι ναζί ήρθαν στην εξουσία και, μαζί, θεσπίστηκαν οι πρώτοι νόμοι διωγμών των Εβραίων. Η Άρεντ έφυγε από τη Γερμανία το 1933 για να καταλήξει στο Παρίσι. Την ίδια εποχή, ο Χάιντεγκερ ανήλθε θριαμβευτικά στο θρόνο του. Κανονικός ναζί πια, στην τελετή αναγόρευσής του σε πρύτανη στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, έκλεισε την ομιλία του τραγουδώντας με δάκρυα στα μάτια το ναζιστικό εμβατήριο του Χορστ Βέσελ, κάτι που με διοικητική εγκύκλιό του ήταν υποχρεωμένο να κάνει και το ακροατήριο του. «Ζιγκ Χάιλ», φώναξε με υψωμένο το χέρι, αυτός – και ακολούθησε όλη η αίθουσα.

Το 1937, η Χάννα και ο Στερν χώρισαν. Πίσω στη Γερμανία, ο Χάιντεγκερ όχι μόνο δεν αντέδρασε στην απόλυση από το πανεπιστήμιο του εβραίου δασκάλου του, Έντμουντ Χούσσερλ, αλλά όταν αργότερα πέθανε δεν πήγε ούτε στην κηδεία του. Το ίδιο σιωπηλός έμεινε και όταν απολύθηκε ο φίλος του, ο φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς, που είχε εβραία σύζυγο.[6] Τραγικό πρόσωπο πια, η Χάννα του έστειλε μια επιστολή ζητώντας του εξηγήσεις. Αυτός δεν αρνήθηκε τη συστράτευσή του στον ναζισμό, αλλά δήλωσε ότι την αγαπάει ακόμα.

Όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία, η Χάννα εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο του Γκιρς. Μαζί με τον νέο σύζυγό της, τον Χάινριχ Μπλύχερ, ιδρυτικό μέλος του ΚΚ Γερμανίας, κατάφεραν να διαφύγουν μέσω Λισαβόνας, πγριν φτάσουν εκεί οι Γερμανοί. Το 1941 βρέθηκαν στη Νέα Υόρκη: «Επιτέλους, μια χώρα όπου δεν κάνουν κουμάντο οι άνθρωποι αλλά οι θεσμοί». Η Αμερική έγινε η δεύτερη πατρίδα της Χάννα Άρεντ. Κι ο Χάινριχ ήταν ο δεύτερος μεγάλος έρωτας της ζωής της με τον οποίο θα παρέμενε μαζί μέχρι το θάνατό του, το 1970.

Μετά τον πόλεμο, ο μεγάλος προφήτης της Νέας Ιστορίας του Είναι ήταν ένα τίποτα. Τον Ιούλιο του 1945 κλήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Γερμανικής Κάθαρσης και τον Ιανουάριο του 1946, με εισήγηση του Γιάσπερς, έχασε τη θέση του. Ο μισθός του, αργότερα και η σύνταξή του, μειώθηκε. Ο Χάιντεγκερ κατέρρευσε και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο με κατάθλιψη. Ίσως να ονειρευόταν να τελειώσει όπως ο δάσκαλός του, ο Χαίλντερλιν. Το 1948, η Χάννα, διάσημη πια, τον κατηγόρησε δημόσια σε άρθρο της. Αυτός παρέμεινε σιωπηλός. Δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη.  

Το 1950, η Χάννα Άρεντ επέστρεψε στη Γερμανία ως μέλος μιας Επιτροπής για την Πολιτιστική Ανασυγκρότηση των Εβραίων. Αναγκαστικά έπρεπε να περάσει και από το Φράιμπουργκ. Έστειλε ένα γράμμα με τη διεύθυνση του ξενοδοχείου της και ό,τι ήταν να γίνει ας γίνει. Όταν έφτασε, ο Χάιντεγκερ ήταν εκεί, την περίμενε στο λόμπι του ξενοδοχείου. Γερασμένος. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει και αραιώσει. Αυτή ήταν 44 ετών, αυτός 61. Καθώς η Ελφρίντε έλειπε, την πήρε σπίτι του. Ήταν η τελευταία φορά. Έπειτα, θα έρχονταν τα λόγια, τα δάκρυα, οι εξηγήσεις. Αυτός μιλούσε για τραγωδία, όχι όμως της χώρας αλλά τη δική τους. Αμετανόητος μέχρι τέλους. Όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα συμβάν του Είναι.Την επομένη ο Χάιντεγκερ τα φανέρωσε όλα στη γυναίκα του και της ζήτησε να συμφιλιωθούν με την Χάνα. Την έπεισε.

Άρχισαν να αλληλογραφούν. Το 1950 αντάλλαξαν δεκαέξι επιστολές, το 1951 μόνο έξι. Το 1952, γράφτηκαν τρία γράμματα συνολικά. Η Χάννα ήρθε πάλι στο Φράιμπουργκ. Η Ελφρίντε έκανε σκηνή. Ο Μάρτιν υπέφερε. Κι η Χάννα αποσύρθηκε. Ακολούθησε σιωπή για περίπου 15 χρόνια. Το 1966 έφτασε στη Νέα Υόρκη μια επιστολή με γαλάζια μελάνη, από τον Χάιντεγκερ. Στις όποιες συναντήσεις ακολούθησαν, η Ελφρίντε ήταν παρούσα. Το μυθιστόρημα τελειώνει όπως ξεκίνησε, με αυτή την τελευταία συνάντηση του 1975:

Όρθια πίσω από την πολυθρόνα του Μάρτιν η Ελφρίντε κούνησε το χέρι της. Η Χάννα χαιρέτησε με το κεφάλι, άνοιξε την ομπρέλα της και έσπρωξε την πόρτα του κήπου.

Η Χάννα Άρεντ πέθανε τέσσερις μήνες αργότερα στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 69 ετών, από καρδιακή προσβολή που τη σκότωσε ακαριαία μπροστά τους φίλους της. Πάλι, μπορεί να ήταν ο έρωτας και όχι ο Άιχμαν που τη βοήθησε να καταλάβει την Κοινοτοπία του Κακού. Ένα χρόνο αργότερα πέθανε και ο Μάρτιν Χάιντεγκερ στο Φράιμπουργκ, στο κρεβάτι του, μέρα μεσημέρι, σε ηλικία 87 ετών. Είχε πια αποκατασταθεί και είχε γίνει σημείο αναφοράς της μεταμοντέρνας Αριστεράς. Η Ελφρίντε απέμεινε μόνη να κουβαλάει με υπομονή, όπως όλοι οι απλοί άνθρωποι, τις στάχτες και του έρωτα και της ιστορίας. Πέθανε το 1992, στα 98 της. Είχε προλάβει να δει ακόμα μια πτώση, του Τείχους στο Βερολίνο.                       

 


[1]George Steiner, Τα μαθήματα των δασκάλων, μετάφραση: Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta, Αθήνα 2011.

[2]Πάντως, αναλυτικότερα εξέτασε αυτή τη σχέση η Ελζμπιέτα Έτινγκερ, όταν απέκτησε πρόσβαση στην αλληλογραφία της Άρεντ με τον φιλόσοφο. Bλ. Elzbieta Ettinger, Hannah Arendt et Martin Heidegger, Seuil, Paris 1995.

[3]Η Κλεμάν έχει ασχοληθεί συστηματικά με περίεργες και δύσκολες ερωτικές σχέσεις διασήμων. Στο μυθιστόρημα, Για την αγάπη της Ινδίας, επικεντρώνεται στη σχέση της συζύγου του τελευταίου αντιβασιλέα των Ινδιών, λόρδου Μαουντμπάντεν, με τον Παντίτ Νεχρού , και στη Χιουρρέμ αναφέρεται στη σχέση μιας ωραίας από το χαρέμι του σουλτάνου με τον μεγάλο βεζύρη Ιμπραήμ. Ο Μαυριτανός της Βενετίας είναι επανεγγραφή της σαιξπηρικής σχέσης Οθέλλου και Δυσδαιμόνας και η Γεύση από μέλι αναφέρεται στη μοίρα των γυναικών της Ινδίας.

[4]Elizabeth Young-Bruehl, Hannah Arendt. For Love of the World, β’ έκδ. Yale University Press, 2004.

[5]Τα ποιήματα της Χάννα Άρεντ, γραμμένα όλα στα γερμανικά, εκδόθηκαν μετά το θάνατό της, πριν από πέντε χρόνια, με τίτλο Ich selbst, auch Ich tanze (Κι εγώ, κι εγώ χορεύω), Piper Verlag, 2015.

[6]Σε μια επιστολή του Χάιντεγκερ προς τον Γιάσπερς, σε μια κρίση ρομαντισμού, δήλωνε ότι δεν τον πείραζε που ο Χίτλερ δεν ήταν καλλιεργημένος, γιατί είχε ωραία χέρια!

Δημήτρης Κωστόπουλος

Συγγραφέας. Βιβλία του: Τα Δίπροκα (1991), Βαλκάνια: Η Οικογεωγραφία της Οργής (1993), Ο Νταβέλης στο Σικάγο: Το γουέστερν της ανάπτυξης (2007), και η συλλογή διηγημάτων Ο Φονέας και ο φονιάς (2015).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το Παρίσι της Άλκης Ζέη Ο ματαιωμένος άντρας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά