Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Επικίνδυνη μαθητεία. Για τη χαϊντεγκεριανή κληρονομιά

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Φιλοσοφία Κοινωνικές επιστήμες Ιστορία Τεύχος102
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ. Φωτογραφία Αρχείου

Richard Wolin,Τα παιδιά του Χάιντεγκερ, μετάφραση από τα αγγλικά: Μάνος Βασιλάκης, επιστημονική επιμέλεια: Περικλής Βαλλιάνος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019, 482 σελ.

Ο καθηγητής ιστορίας και συγκριτικής φιλολογίας στο Graduate Center του City University of New York, Ρίτσαρντ Γουόλιν, ανασυγκροτεί τη σκέψη τεσσάρων φιλοσόφων του 20ού αιώνα ως προς τoυς δεσμούς τους με την χαϊντεγκεριανή «στοχαστική οδό» (denkweg). Δεν έχουμε εδώ αυτόνομες μελέτες για τη Χάννα Άρεντ, τον Καρλ Λέβιτ, τον Χανς Γιόνας και τον Μαρκούζε όσο ένα πλέγμα συλλογισμών για τη συσχέτιση όλων αυτών των πνευμάτων με την καταλυτική παρέμβαση του δασκάλου τους.

Νικόλας Σεβαστάκης

1.

Η περίπτωση Χάιντεγκερ είναι μοναδική μέσα στα φιλοσοφικά πεπρωμένα του εικοστού αιώνα. Περισσότερο από κάθε άλλον ευρωπαίο στοχαστή, συγκέντρωσε πάνω του την προσοχή και ξεσήκωσε αληθινά πάθη για πολύ διαφορετικούς λόγους: ως ένας από τους ανακαινιστές της φαινομενολογικής παράδοσης αλλά και ως αυτός που, όπως έχει ειπωθεί προκλητικά, «εισήγαγε τον ναζισμό στη φιλοσοφία»[i]. Για κάποιες δεκαετίες η δημοσιότητα τον είχε καταχωρίσει στο υπαρξιστικό ρεύμα –μαζί με τον Σαρτρ, τον Γκαμπριέλ Μαρσέλ και άλλους–, αργότερα όμως θα βρούμε τη βαριά σκιά του στα πιο διαφορετικά ρεύματα της σύγχρονης θεωρίας από ορισμένες ψυχαναλυτικές σχολές μέχρι τη θεωρία της λογοτεχνίας, την αρχιτεκτονική και τη φιλοσοφία της θρησκείας. Η έρευνα για την παρουσία του διχάστηκε έτσι ανάμεσα στην ανίχνευση των σκανδαλωδών πολιτικών του ιδεών και σε μια απέραντη δευτερογενή βιβλιογραφία η οποία αποκρυσταλλώθηκε και σε διαφόρους «χαϊντεγκεριανισμούς»[ii]. Στο ενδιαφέρον για τον γερμανό στοχαστή προστέθηκε ένας αληθινός ζήλος: ιδίως ο ζήλος όσων βάλθηκαν να υπερασπιστούν την κληρονομιά του αλλά και το αντίστοιχο πάθος όσων ισχυρίστηκαν ότι πίσω από τον οντολογικό μυστικισμό του Χάιντεγκερ κρύβονται ακραία αντιδημοκρατικά νεύματα και ένα μίσος για τη νεωτερικότητα[iii]. Όλα αυτά εκτυλίσσονται ενώ τα Άπαντα του φιλοσόφου συνέχισαν να εμπλουτίζονται με κείμενα, μαθήματα, άρθρα και, φυσικά, με τα πολυσυζητημένα «Μαύρα Τετράδια» που αναζωπύρωσαν εσχάτως τη διεθνή συζήτηση για τις ναζιστικές οφειλές του φιλοσόφου[iv].

 

2.

Ο καθηγητής και συγγραφέας Ρίτσαρντ Γουόλιν έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος του έργου του στον Χάιντεγκερ[v]. Δεν ανήκει στους υπερασπιστές της κληρονομιάς αυτής και βρίσκεται κοντά σε όσους εκτιμούν πως δεν μπορεί να διαχωριστούν οι πολιτικές εκτροπές του φιλοσόφου από τον πυρήνα της σκέψης του. Το αξιοσημείωτο όμως στα Παιδιά του Χάιντεγκερ βρίσκεται στον τρόπο με το οποίο ο Γουόλιν ανασυγκροτεί τη σκέψη τεσσάρων φιλοσόφων του αιώνα ως προς τoυς δεσμούς τους με την χαϊντεγκεριανή «στοχαστική οδό» (denkweg). Δεν έχουμε εδώ αυτόνομες μελέτες για τη Χάννα Άρεντ, τον Καρλ Λέβιτ, τον Χανς Γιόνας και τον Μαρκούζε όσο ένα πλέγμα συλλογισμών για τη συσχέτιση όλων αυτών των πνευμάτων με την καταλυτική παρέμβαση του δασκάλου τους.

Ποιος είναι όμως ο ιστορικοφιλοσοφικός πυρήνας που επιτρέπει στο μαθητή να χαράζει τον δικό του δρόμο σκέψης, χωρίς όμως να απαλλάσσεται από τη σκιά του δασκάλου; Σε όλα σχεδόν τα κεφάλαια της μελέτης του, ο Γουόλιν επιστρέφει στον ριζοσπαστισμό που διέπει τη χαϊντεγκεριανή κριτική της νεωτερικότητας και, κυρίως, στις πρακτικές συνεπαγωγές αυτού του ριζοσπαστισμού. Συνέπειες της ανάγνωσης που επιχειρεί ο Χάιντεγκερ για την ουσία των νεοτέρων χρόνων είναι η από μέρους του απαξίωση κάθε κοινωνικοπολιτικού ανθρωπισμού, η περιφρόνηση για τη δημοκρατία και η αντιμετώπιση του σύγχρονου πολιτισμού ως συνθήκης πτώσης και οντολογικής παρακμής. Ήδη από τις απαρχές της, τη δεκαετία του ΄20, η ριζική χειρονομία του Χάιντεγκερ εντός οντολογίας συνομιλεί εμμέσως με τις γενικότερες πολιτιστικές θέσεις της λόγιας Aκροδεξιάς η οποία απεχθανόταν την κουλτούρα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης: σε εκείνη την περίοδο συντελείται η σύνθεση ριζοσπαστισμού και αριστοκρατισμού, μια σύγκλιση ευαισθησιών που συνεχίζει την παλαιότερη κριτική του Νίτσε στον «τελευταίο άνθρωπο» των δημοκρατικών καιρών, αναζητώντας μια γερμανική πνευματικότητα στους αντίποδες του αμερικανισμού και του μπολσεβικισμού. Στον Χάιντεγκερ, ωστόσο, αυτή η επίθεση πραγματώνεται μέσα από τον ερμητικό στοχασμό τού Είναι ο οποίος διαχωρίζεται από το «οντικό» επίπεδο. Στο οντικό επίπεδο ο φιλόσοφος εναποθέτει όσα γι’ αυτόν κρίνονται μη θεμελιώδη και επουσιώδη: τα πολιτικά γεγονότα, τις κοινωνιολογικές και ιδεολογικές ερμηνείες αλλά και τις διαμάχες γύρω από την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όλα αυτά τα σημαντικά για κάθε πρακτική φιλοσοφία ο Χάιντεγκερ θα τα θεωρήσει μορφές συγκάλυψης της αλήθειας τού Είναι και των τρόπων με τους οποίους αυτή η αλήθεια ξεδιπλώνεται ως αυθεντική ιστορία και πεπρωμένο.

Ο Γουόλιν ξαναδιαβάζει πολλά από τα παραπάνω χαϊντεγκεριανά θέματα μετρώντας το βάρος που έχουν μέσα στο στοχασμό των μαθητών. Πώς όμως οι Εβραίοι και αντιναζί μαθητές πήραν στη δική τους πρωτότυπη σκέψη στοιχεία από εκείνον τον οποίον θα απορρίψουν πολιτικά και φιλοσοφικά; Με ποιο τρόπο η σκέψη του Χάιντεγκερ κατόρθωσε να παγιδεύσει ακόμα κι όσους αποδοκίμασαν σφοδρά την ηθική και πολιτική του διαγωγή;

Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου εποπτεύει ουσιαστικά την απόσταση ανάμεσα στον κάθε μαθητή και στο δάσκαλο. Ο Γουόλιν επιστρέφει τακτικά στην ιδέα του κριτικού Χάρολντ Μπλουμ για το άγχος της επίδρασης, δίχως πάντως να αποφεύγει και κάποιες, εύκολες και μάλλον σχηματικές, ψυχολογικές αναγωγές. Ιδιαίτερα η σχέση της Χάνα Άρεντ και του καθηγητή / περιστασιακού της εραστή Χάιντεγκερ δίνει αφορμή για σχόλια περί «στυγνής (της) εκμετάλλευσης» και στη συνέχεια για μια πολύ αυστηρή, έως αρνητική, τοποθέτηση για την αρεντιανή αντιμετώπιση των θεμάτων της εβραϊκής ταυτότητας. Στο κεφάλαιο για την Άρεντ, ο συγγραφέας προτείνει να δούμε τις αδυναμίες της πολιτικής σκέψης της Άρεντ ως έμμεσα παράγωγα της χαϊντεγκεριανής επίδρασης. Η θέση, για παράδειγμα, της Άρεντ για τη διάκριση μεταξύ του πολιτικού πράττειν από κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα φαίνεται να αντιστοιχεί στην επιμονή του πρώιμου Χάιντεγκερ με το θέμα της οντολογικής διαφοράς, τη διάκριση ανάμεσα σε μια σφαίρα αυθεντικών υπαρκτικών αποφάσεων και στη φλύαρη ζώνη της μη αυθεντικής ύπαρξης. Σύμφωνα με τον Γουόλιν, παρά τις μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στην οντολογική ερμηνευτική του δασκάλου και στον πολιτικό στοχασμό της μαθήτριας, υπάρχουν σημεία επαφής: για παράδειγμα, η στροφή προς την αρχαιοελληνική εμπειρία και ο τρόπος με τον οποίο η Χάννα Άρεντ απαξιώνει σημαντικές πλευρές της νεωτερικής μαζικής κοινωνίας. Σε καθέναν από τους συζητούμενους φιλοσόφους, ο Γουόλιν εντοπίζει μια σχέση έλξης και απώθησης προς τον κόσμο του δασκάλου. Η μαγεία του Χάιντεγκερ περνά μάλιστα και από τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε μαθητής πήρε τις αποστάσεις του αποκρούοντας τα χρέη του. Η απόρριψη μοιάζει να συνοδεύεται από τη διάρκεια της μόλυνσης, μη επιτρέποντας την πραγματική απολύτρωση από τον χαϊντεγκεριανό τόπο της σκέψης. Για παράδειγμα, ο Καρλ Λέβιτ, μέσα από την ανακεφαλαίωση της φιλοσοφίας της Ιστορίας από τη Βίβλο έως την εποχή των μοντέρνων ιδεολογιών, θα οδηγηθεί σε ακραία δυσπιστία για την ίδια την ‘ιστορική σκέψη’ και τη γλώσσα των αξιών της νεωτερικότητας. Ενώ ο Λέβιτ θα καταδικάσει ευθέως τον τρόπο που ο Χάιντεγκερ υποτάσσει την Ιστορία στην «ιστορικότητα τού Είναι» και, τελικά, στην υποτιθέμενη πνευματική ουσία του εθνικοσοσιαλισμού, μοιράζεται κι αυτός την πολύ αρνητική στάση του δασκάλου του απέναντι σε θεμελιώδη στοιχεία της μεταδιαφωτιστικής νεωτερικής κληρονομιάς.

Το κεφάλαιο για τον Χανς Γιόνας είναι επίσης συναρπαστικό ως προς αυτή τη λογική της οφειλής και της απώθησης. Ο Γιόνας θα ξεκινήσει ως εμβριθής μελετητής του γνωστικισμού της χριστιανικής εποχής και στα γηρατειά του θα γίνει ο μεγάλος φιλόσοφος της περιβαλλοντικής υπευθυνότητας. Μπορούμε να πούμε έτσι ότι η στροφή προς τον ηθικό στοχασμό βρίσκεται στους αντίποδες της παροιμιώδους περιφρόνησης που έδειχνε ο Χάιντεγκερ για την ηθική ως τομέα της φιλοσοφικής ανάλυσης. Στην Επιστολή για τον Ανθρωπισμό, κείμενο με το οποίο ο Χάιντεγκερ «ξαναβγήκε» στον κόσμο μετά τα χρόνια του πολέμου και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στη φάση της αποναζιστικοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη Γερμανία, κάθε ηθική τοποθετείται στη χαμηλότερη κλίμακα της σκέψης. Ο Γιόνας, όμως, θα εξερευνήσει την ηθική πιάνοντας ακριβώς το νήμα μιας ριζικής κριτικής στον ανθρωπισμό και στον ανθρωποκεντρισμό. Και στον Γιόνας αναγνωρίζουμε επίσης τη χαρακτηριστική αποστροφή προς την νεωτερική Τεχνική, τον λογισμό ως υπολογισμό, τον παραδοσιακό αστικό ανθρωπισμό. Ο Γουόλιν στέκεται όμως και στην ιδιόμορφα θετική στάση του Γιόνας απέναντι στην επιλογή ενός οικολογικά ευαίσθητου πολιτικού αυταρχισμού. Η ιδέα ότι μόνο μια μη φιλελεύθερη οργάνωση των προηγμένων κοινωνιών θα μπορούσε να προστατέψει τη Γη από τις ανθρωπογενείς καταστροφές της δεν είναι τόσο μακριά από την χαϊντεγκεριανή λογική απόρριψη της δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η φιλελεύθερη δημοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί στην «ουσία της τεχνολογίας» και στους κινδύνους που φέρνει η πλανητική εποχή και η ολοκλήρωση του μηδενισμού.

Στα Παιδιά του Χάιντεγκερ έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο «διασώζεται» ο Χέρμπερτ Μαρκούζε και η δική του πορεία από τον Χάιντεγκερ στην κριτική θεωρία. Ο Γουόλιν κρατά σαφείς αποστάσεις από τον καταστροφισμό και το εναντιωματικό πνεύμα που διαπερνούν τη φιλοσοφία της πρώτης γενιάς των στοχαστών της Φρανκφούρτης. Πιστεύει, εξάλλου, πως ένας φιλοσοφικός ριζοσπαστισμός που συνδυάζεται με την ακραία παρασιώπηση των συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών προόδων που υπήρξαν στις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού, οδηγείται σε αδιέξοδο. Η εμμονή της πρώτης κριτικής θεωρίας με την πανταχού παρουσία του «εργαλειακού λόγου» σε συνδυασμό με την κοινωνική απαισιοδοξία του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ, γεννάει έναν ιδιότυπο συντηρητισμό. Εδώ μπορεί να δει κανείς τη διαφορετική στάση του Μαρκούζε, στάση η οποία διατηρεί ένα στοίχημα αγωνιστικής αισιοδοξίας και επιμονής στην πολιτισμική μεταβολή και στην κοινωνική αλλαγή. Στον Μαρκούζε ο Γουόλιν διακρίνει μια έγκαιρη κατανόηση των σκοτεινών πλευρών του πολιτικού «υπαρξισμού» ως αντιφιλελεύθερης επανάστασης από τα δεξιά. Ο εγελιανός του μαρξισμός οδηγεί γρήγορα τον Μαρκούζε έξω από τα ύδατα του χαϊντεγκεριανισμού. Το σχέδιο για έναν ιδιότυπο «χαϊντεγκεριανό μαρξισμό» εγκαταλείπεται παράλληλα με την προσχώρηση του Χάιντεγκερ στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και όλα όσα θα ακολουθήσουν.

Παρ’ όλα αυτά, μετά τον Πόλεμο και παρά την άρνηση του Χάιντεγκερ να αναλάβει τις ευθύνες του και να καταδικάσει απερίφραστα το ναζισμό και το Ολοκαύτωμα, ο Μαρκούζε προσπαθεί να στήσει γέφυρες. Απευθύνεται στον Χάιντεγκερ και δεν σπεύδει να τον διαγράψει. Ο Γουόλιν επιστρέφει με ενδιαφέρον σε αυτή τη μάταιη τελευταία προσπάθεια του Μαρκούζε όπως και στη διαφορετική στάση της Άρεντ απέναντι σε αυτόν που υπήρξε δάσκαλος, μέντορας και εραστής.

 

3.

Ποια είναι τελικά η απάντηση του Χάιντεγκερ στις εκκλήσεις αυτών των λαμπρών μαθητών του; Η απάντησή του είναι η γνωστή του στάση που έχει να κάνει με την, από μέρους του, προβολή της θέσης για τη μεταφυσική ισοδυναμία όλων των «δεινών» της μοντέρνας ανθρωπότητας. Με άλλα λόγια, βλέπουμε την απόρριψη του ηθικού-πρακτικού λόγου ο οποίος στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ των επιμέρους προβλημάτων, στην ιεράρχηση και στην αξιολογική στάθμιση των δημόσιων αγαθών, των θεσμικών συστημάτων, των διαφορετικών μορφών ορθολογικής πράξης. Όλα αυτά διαγράφονται ως ανούσια, αποπροσανατολιστικά και μη άξια στοχασμού. Στα τελευταία μέρη του βιβλίου, ο Γουόλιν επιχειρεί μια σύνοψη της φιλοσοφικής διαδρομής και της αφετηριακής πνευματικής διαμόρφωσης του Χάιντεγκερ. Αναγνωρίζει έναν παράξενο διχασμό ανάμεσα στο άνοιγμα της «υπαρξιακής αναλυτικής» στην εγκόσμια τοποθετημένη ύπαρξη και στους τρόπους της. Αυτή η αριστοτελική μαγιά αναστέλλεται όμως από μια μετατόπιση στις θεολογικές πηγές, από τον καθολικισμό της πρώτης νεότητας σε έναν ιδιόμορφο προτεσταντισμό. Ίσως αυτή η μετατόπιση να εμπνέει την πορεία του Χάιντεγκερ από μια φιλοσοφία της αυθεντικότητας σε έναν σχεδόν μυστικιστικό στοχασμό στον οποίον το Είναι παρουσιάζεται ως χάρις και εύνοια η οποία απονέμεται ή αποσύρεται ανάλογα με την ανταπόκριση των «θνητών». Το πολιτικό πλαίσιο αυτής της ενίσχυσης τού Είναι σε σχέση με το ανθρώπινο υποκείμενο ή τη συνείδηση, η ρήξη δηλαδή του Χάιντεγκερ με κάθε ανθρωπισμό, θα μεταφραστεί σε μια γλώσσα αριστοκρατικού ποιμενισμού και, τελικά, σε μια γλώσσα συμβατή με την εθνικοσοσιαλιστική αρχή της Ηγεσίας (führerprinzip).

Η σκέψη περί της ιστορικότητας του Είναι θα κατευθυνθεί από τη βούληση στη μη βούληση, από την αποφασιοκρατία σε έναν μυστικιστικό ησυχασμό και στην προνομιακή άφεση στο ρήμα των ποιητών. Σύμφωνα με όσους θεωρούν τον πολιτικό Χάιντεγκερ συγκυριακή παρεκτροπή από την ουσία του στοχασμού του, αυτή η στροφή προς το λόγο των ποιητών και η απόσταση από κάθε βουλησιαρχία αποδεικνύει και την τελική «αθωότητα» του φιλοσόφου, δηλαδή την πνευματική του μεταστροφή και αποδέσμευση. Αυτή την εκδοχή αμφισβητεί ο Γουόλιν καθώς αναδεικνύει το βασικό έλλειμμα της υπαρξιακής σκέψης. Αυτό το έλλειμμα, διατείνεται ο Γουόλιν,

αφορά την απουσία δέσμευσης στις αξίες του ‘δημόσιου λόγου’- ήθος που αποτελεί τον στυλοβάτη κάθε δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας […] Η έλλειψη εμπιστοσύνης στον δημόσιο λόγο εκ μέρους του Χάιντεγκερ και των φιλοσοφικών του κληρονόμων είναι, βέβαια, εν μέρει φαινόμενο της γενιάς τους, υπερπροσδιορισμένο από τον αποπροσανατολισμό των μεσοπολεμικών χρόνων. Αναμφίβολα, αν υπήρξε εποχή κατά την οποία φαινόταν ότι αξιώσεις Λόγου και λογικότητας αθετούνταν περισσότερο από ποτέ, τότε σίγουρα ήταν αυτή[vi].

Το επιχείρημα του Γουόλιν φαίνεται γόνιμο και μας βοηθά να κατανοήσουμε τόσο την έκταση όσο και το βάθος του χαϊντεγκεριανού αποτυπώματος της σκέψης. Έχει όμως και ένα ρίσκο: μπορεί ο αναγνώστης να σχηματίσει την εντύπωση πως ο Χάιντεγκερ βρίσκεται παντού όπου ασκείται μια ριζική κριτική στη νεότερη, μαζική, τεχνολογική κοινωνία και στα πολιτισμικά της φαινόμενα. Αυτό όμως θα ήταν μια αδόκιμη γενίκευση γιατί υπάρχουν στοχαστές που μοιράζονται τη ριζική κριτική και, συγχρόνως, βρίσκονται στους αντίποδες και του πρώτου και του ύστερου Χάιντεγκερ. Για παράδειγμα, ο Κορνήλιος Καστοριάδης ή, σε άλλο τελείως επίπεδο, ο Εμμανουέλ Λεβινάς.

Τελειώνοντας, αξίζει να τονίσουμε το χρήσιμο επίμετρο του Περικλή Βαλλιάνου που, έχοντας και την επιστημονική επιμέλεια της έκδοσης, ελέγχει αποτελεσματικά την ψευδο-συγκεκριμένη ιστορικότητα όπως την κατασκεύασε ο Χάιντεγκερ. Μαζί με την ωραία μετάφραση του Μάνου Βασιλάκη, το επίμετρο συμβάλει στο συνολικό αποτέλεσμα αυτής της ερεθιστικής μελέτης η οποία, παρά τον απαιτητικό της χαρακτήρα, αξίζει να συναντήσει τους έλληνες αναγνώστες.

 


[i]Emmanuel FayeHeidegger, The Introduction of Nazism into Philosophy in Light of the Unpublished Seminars of 1933-1935, translated by Michael B. Smith, foreword by Tom Rockmore, Yale University Press, 2009.

[ii] Η μοίρα το θέλει κάθε μεγάλη φιλοσοφική παράδοση στη νεωτερικότητα να διχάζεται σε μια ‘αριστερά’ και μια ‘δεξιά’. Συνέβη κυρίως στον Έγελο αλλά το ίδιο, ατύπως, παρατηρούμε και στους επιγόνους του καντιανισμού και ιδίως στον Νίτσε και στον Χάιντεγκερ. Οι αριστεροί νιτσεϊσμοί και χαιντεγκεριανισμοί καλύπτουν ουσιαστικά ό,τι οι Αμερικανοί ονόμασαν Frenchtheory, δηλαδή την χορεία των στοχαστών που αποδέχτηκαν την πρόκληση μιας ριζοσπαστικής κριτικής στη δυτική μεταφυσική και στις φιλοσοφίες του υποκειμένου.

[iii] Για την αντιχαϊντεγκεριανή ματιά βλ. το πασίγνωστο βιβλίο-έρευνα του Χιλιανού ιστορικού Victor Farias, Heidegger et le nazisme, Paris, Verdier, 1987, το σημαντικό κείμενο του Pierre Bourdieu, Lontologie politique de HeideggerParis, Editions de Minuit, 1988 αλλά και την τοποθέτηση του Jurgen Habermas, Heidegger, Louevre et lengagement, Paris, Serf, 1988. Aπό τους υπερασπιστές, ισχυρή διαχρονικά παραμένει η παρουσία του Francois Fédier. Βλ. το συλλογικό έργο Ηeidegger, à plus forte raison, Paris, Fayard, 2007.

[iv] Για τα «Μαύρα Τετράδια» η συζήτηση απογειώθηκε διεθνώς, κυρίως γύρω από τις αντισημιτικές όψεις στις ημερολογιακές καταγραφές. Βλ. το δοκίμιο του Νικήτα Σινιόσογλου, Μαύρες διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής, Αθήνα, Κίχλη, 2018 καθώς και Nikolas Weil. Heidegger et les cahiers noirs. Mystique duressentiment, Ed. Cnrs, 2018 αλλά και τον πολύ ενδιαφέροντα –καθώς συγκεντρώνει διαφορετικές ερμηνευτικές αξιολογήσεις- τόμο υπό την επιμέλεια των Ingo Farin και Jeff Malpas Reading HeideggersBlack Notebooks, 1931-1941, MIT Press, 2016.

[v]Βλ. Richard Wolin, The Heidegger Controversy, The MIT Press, 1992 καθώς και το Τhe politics of Being: the political thought of Martin Heidegger, Columbia University Press, 2016 (με νέα έκδοση). Ο πρώτος τόμος, έγινε αφορμή για την οξεία αντίδραση του Ζακ Ντεριντά και τη δημιουργία μιας ακόμα διαμάχης, καρπός της οποίας είναι η αντιπάθεια που τρέφουν για τον Wolin σε όλα τα milieu της ριζοσπαστικής, αποδομητικής κλπ. θεωρίας. Η «υπόθεση Ντεριντά» έλαβε τότε και νομικές διαστάσεις, αφού ο Γάλλος φιλόσοφος κατάφερε την απόσυρση του τόμου και την επανέκδοσή του χωρίς το δικό του κείμενο (που ήταν μια συνέντευξη του Ντεριντά στο Nouvel Observateur της οποίας ο Γουόλιν είχε αγοράσει τα δικαιώματα δίχως να απευθυνθεί και να πάρει την έγκριση στον ίδιο τον Ντεριντά).

[vi] Ρίτσαρντ Γουόλιν, Τα παιδιά του Χάιντεγκερ, σ.329.

Νικόλας Σεβαστάκης

Αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ποιητής, και συγγραφέας. Βιβλία του: Φιλόξενος μηδενισμός, Μια σπουδή στον homo democraticus (2008), Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα (2009), Δοκιμές και αναγνώσεις (2011), Η τυραννία του αυτονόητου (2012), Φαντάσματα του καιρού μας (2017). Κυκλοφορούν ακόμα οι συλλογές διηγημάτων του, Γυναίκα με ποδήλατο (2014), Άνδρας που πέφτει (2015) και το μυθιστόρημα Άνθρωπος στη σκιά (2019).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά