Κυριακή, 06 Οκτωβρίου 2019

Η ψήφος της διασποράς ως διαιρετική τομή του ελληνικού πολιτικού συστήματος

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες Ανάλυση web only
Οι Έλληνες της διασποράς ανέκαθεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους, στην ταυτότητα και την ιδεολογία του νέου ελληνισμού. Ενδεικτικά η πρώτη ελληνική εφημερίδα (στην εικόνα, η πρώτη σελίδα της) τυπώθηκε στη Βιέννη το 1790. Οι Έλληνες της διασποράς ανέκαθεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους, στην ταυτότητα και την ιδεολογία του νέου ελληνισμού. Ενδεικτικά η πρώτη ελληνική εφημερίδα (στην εικόνα, η πρώτη σελίδα της) τυπώθηκε στη Βιέννη το 1790. Ιδιωτικό αρχείο

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω των στρατηγικών του επιλογών που τον οδήγησαν να ταυτιστεί σχεδόν απόλυτα, πρώτα στην εξουσία και μετέπειτα στην αξιωματική αντιπολίτευση, με τους γηγενείς Έλληνες που αρνούνται την προσαρμογή, δεν είναι σε θέση να συγκινήσει την πλειοψηφία των Ελλήνων που κατ’ εξοχήν προσαρμόστηκαν και έτσι ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες και στις ανάγκες τους: τους Έλληνες που έμαθαν να λειτουργούν στην Γερμανία όπως οι Γερμανοί, στις ΗΠΑ όπως οι Αμερικανοί, στη Βρετανία όπως οι Βρετανοί. Γιατί προβληματίζει το πολιτικό σύστημα η ψήφος των Ελλήνων της διασποράς.

Αυτό το μήνα θα αρχίσει στην Βουλή η συζήτηση για την ψήφο της διασποράς, δηλαδή για τον τρόπο και την επίπτωση της ψήφου της διασποράς στη σύνθεση της Βουλής. Η κυβέρνηση έχει καλέσει σύσσωμη την αντιπολίτευση να συμφωνήσει ώστε να ψηφιστεί «με 300 ψήφους» το σχετικό νομοσχέδιο.

Η ΝΔ υποστηρίζει μια ρύθμιση που προσμετρά την επιστολική ψήφο της διασποράς στην επικράτεια, δηλαδή στο μπόνους του πρώτου κόμματος και στην επίτευξη του 3% για την είσοδο στην Βουλή, και έτσι θα μπορεί να συμβάλει στο εύρος της νίκης και την ικανότητα αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος. Σε μια ρύθμιση δηλαδή που, όσον αφορά το σχηματισμό κυβέρνησης, δεν θα δημιουργεί δύο τάξεις ψηφοφόρων – μία που θα αποτελείται από τους Έλληνες πολίτες που διαμένουν στην Ελλάδα και μία από Έλληνες πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό. 

Γνωρίζουμε όμως, αρχικώς από πληροφορίες που διέρρευσαν από την Επιτροπή Πουλάκη που είχε συσταθεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, και πιο πρόσφατα από την επίσημη τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ, ότι η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση υποστηρίζει μια πολύ πιο περιοριστική ρύθμιση. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ επιτρέπει στην ψήφο της διασποράς να εκλέγει μονοψήφιο αριθμό βουλευτών και μόνο. Η ψηφοφορία θα διεξάγεται μόνο σε πρεσβείες και προξενεία, η ψήφος δηλαδή δεν θα μπορεί να είναι επιστολική, και δεν θα προσμετράται στην επικράτεια, στο μπόνους δηλαδή του πρώτου κόμματος και στο 3% που απαιτείται για την είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή.

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να αναλύσει πώς και γιατί αυτή η διάσταση απόψεων και προτιμήσεων θα αποτελέσει, κατά την άποψη του γράφοντος, διαιρετική τομή για το πολιτικό σύστημα της χώρας.

 

Πού ήμασταν και πού φτάσαμε

Αξίζει να αναφερθεί προκαταβολικά ότι η παρούσα κατάσταση είναι πρωτόγνωρη. Μέχρι και πριν από το ξέσπασμα  της κρίσης, και παρότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιβεβαίωσε στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων πολιτών της διασποράς με την επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο, το πολιτικό σύστημα συνολικά αντιμετώπιζε αυτό το δικαίωμα επιφυλακτικά έως και φοβικά.  Ως εκ τούτου, δεν διαμορφώθηκε η πλειοψηφία των 200 ψήφων που προέβλεπε η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 για να νομοθετηθεί αυτό το δικαίωμα.

Σε κανένα κόμμα εξουσίας δεν υπήρχε σαφής και διαμορφωμένη γνώμη για το ποια πολιτική δύναμη και ποιες πολιτικές διεργασίες θα ωφελούσε η ψήφος της διασποράς. Οι Έλληνες πολίτες της διασποράς ήταν ένα υποσύνολο του εκλογικού σώματος για το οποίο το πολιτικό σύστημα  στην πραγματικότητα ελάχιστα γνώριζε, πολύ περισσότερο μάλιστα επειδή δεν φαινόταν να επηρεάζει, είτε μέσω των προγραμματικών προσανατολισμών του είτε μέσω πελατειακών πρακτικών – οι οποίες περιορίζονταν, όσον αφορά τη στόχευση τους, εντός της εδαφικής επικράτειας. Παράλληλα, η μείωση των μεταβιβάσεων, των εμβασμάτων, από Έλληνες της διασποράς και ο κορυφαίος ρόλος των μεταβιβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και μια πολιτική οικονομία κλειστή σε “outsiders”, σήμαινε ότι σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, και σίγουρα μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης το 2009, το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν εξαρτιόταν από κεφαλαιουχικές και άλλες εισροές της διασποράς[1].  

Η πολιτική κινητοποίηση της διασποράς, ενθαρρυμένη από τους εκπροσώπους της ελληνικής πολιτικής και από Έλληνες διπλωμάτες, στόχευε τα λεγόμενα εθνικά θέματα όπως το Μακεδονικό και το Κυπριακό, για τα οποία υπήρχε συναίνεση στα κόμματα εξουσίας. Η δε συμμετοχή Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογές μέσω της αεροπορικής μετακίνησης ενείχε, κατ’ εξαίρεση όσον αφορά την σχέση του ψηφοφόρου της διασποράς με τα πολιτικά κόμματα, στοιχεία πελατειακής διευθέτησης. Ο ψηφοφόρος μετέβαινε δωρεάν στην Ελλάδα και, σε αντάλλαγμα, κοινοποιούσε σε έναν ευρύτερο περίγυρο την υποστήριξή του στο κόμμα που του προμήθευε  αυτή την παροχή. Με άλλα λόγια, η ψήφος αφορούσε λίγα μόνο μέλη της διασποράς που, εν αντιθέσει με τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών του εξωτερικού, ήταν σε θέση να εμπλακούν σε μια πελατειακού τύπου συναλλαγή, μέσω της δωρεάν μετακίνησης, με τα πολιτικά κόμματα της χώρας. Η πρακτική αυτή, και όταν ασκούνταν, είχε μειωμένες δυνατότητες λόγω του μεγάλου κόστους, σήμερα δε είναι ανέφικτη λόγω των μεγάλων χρεών των κομμάτων, που εν μέρει δημιουργήθηκαν από τις μετακινήσεις στις εκλογές ετεροδημοτών και Ελλήνων πολιτών της διασποράς.  

Είναι μάλιστα απολύτως ενδεικτικό της αδιαφορίας του πολιτικού κόσμου για τη διασπορά, εκτός αυτής της πελατειακής διευθέτησης η οποία βασιζόταν στο αβέβαιο των πολιτικών προτιμήσεών της, ότι οι διασπορικές πολιτικές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ πριν από την εκδήλωση της κρίσης υπήρξαν προσχηματικές. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού και το πρόγραμμα της ΕΡΤ για τη διασπορά χρηματοδοτούνταν με ελάχιστα και ποτέ δεν εκπλήρωσαν τους καταστατικούς τους στόχους ως δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ της διασποράς και της μητέρας πατρίδας[2]. Το δε Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού ανέστειλε τη λειτουργία του, μια που διεκόπη η, ούτως ή άλλως πολύ μικρή, χρηματοδότησή του μετά τους μνημονιακούς περιορισμούς.

Σήμερα, αντιθέτως, έχουμε ένα κόμμα, τη ΝΔ, που σαφώς κρίνει ότι η ψήφος της διασποράς θα την ωφελήσει και άμεσα και έμμεσα. Άμεσα, στο βαθμό που η πλειονότητα  των Ελλήνων πολιτών οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό και θα επιλέξουν να κάνουν χρήση της εξ αποστάσεως άσκησης του δικαιώματος της ψήφου, θα υποστηρίξει την ΝΔ, σε βαθμό μάλιστα ίσο ή και μεγαλύτερο από την πλειονότητα των πολιτών που διαμένουν στην Ελλάδα. Έμμεσα, στο βαθμό που η πλειονότητα των πολιτών που διαμένουν στην Ελλάδα είτε θα υποστηρίξει αυτή την πρόνοια είτε δεν θα ενοχληθεί από αυτήν, τουλάχιστον στο βαθμό που να κάνει τους πολίτες αυτούς να στραφούν κατά της ΝΔ.

Στην άλλη πλευρά έχουμε ένα κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, που συμφωνεί σε αυτή την εκτίμηση της ΝΔ. Πιστεύει δηλαδή αντίστοιχα ότι μόνο μια μειοψηφία, και μάλιστα μικρότερη των πολιτών που διαμένουν στην Ελλάδα, των ψηφοφόρων της διασποράς θα υποστηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές.  Επιπροσθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι η απόρριψη συνολικά της  εξ αποστάσεως ψήφου θα της είναι πολιτικά επιζήμια όσον αφορά την πρόσληψη αυτής της απόρριψης από την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο συνδυασμός αυτών των δύο εκτιμήσεων του ΣΥΡΙΖΑ εξηγεί και το πόρισμα της επιτροπής Πουλάκη, που επιτρέπει την εξ αποστάσεως ψήφο με περιορισμένη όμως επίπτωση στην τελική σύνθεση του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Επίσης, όπως προαναφέραμε, προκρίνει την ψήφο σε προξενεία και πρεσβείες και όχι την ευκολότερη και άρα μαζικότερη επιστολική ψήφο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή, υιοθετεί μια στρατηγική μείωσης ζημιών (damage limitation), αποδεχόμενος την εξ αποστάσεως ψήφο με τη μικρότερη όμως δυνατή βαρύτητα στη διαμόρφωση της σύνθεσης του Κοινοβουλίου.

Πώς εξηγείται αυτή η εξέλιξη, η σημερινή στάση του πολιτικού συστήματος, η επιδίωξη συμμετοχής της διασποράς στον δημόσιο βίο της χώρας μέσω της εξ αποστάσεως ψήφου; Εξηγείται κυρίως με δύο αγγλικές λέξεις: brain drain – και τη σημασία που τους απέδωσε η κρίση, στη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκε το τρίτο σημαντικότερο μεταναστευτικό ρεύμα της χώρας από συστάσεως του ελληνικού κράτους – εξ όσων έφυγαν αυτό το διάστημα από τη χώρα, περίπου 70% είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου.

Ποια όμως είναι τα συγκεκριμένα βαρύνοντα και αλληλένδετα πολιτικά συστατικά του ελληνικού braindrain; Κατά τη γνώμη μας, τα εξής:

  • Η σχεδόν καταναγκαστική έξοδος από τη χώρα, άρα και από τις πολιτικές διεργασίες στο εσωτερικό της χώρας, εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων πολιτών που απρόθυμα αναζήτησαν τις τύχες τους στο εξωτερικό, εξαιτίας ενός πολιτικοοικονομικού γεγονότος, της κρίσης, για την οποία δεν έφεραν την κυρίαρχη ευθύνη.
  • Η απροθυμία αυτής της αποδημίας εντός των οικογενειών τους μια που, πριν από την κρίση, η ελληνική οικογένεια δεν προέκρινε τη μετανάστευση αλλά τη διαμονή στη χώρα[3], ιδίως μάλιστα οι γονείς των σημερινών μεταναστών, η βασική στρατηγική των οποίων ήταν η  ευημερία των παιδιών τους εντός της Ελλάδος διευκολυμένη από την ενδοοικογενειακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και κοινωνικού κεφαλαίου. Μιλούμε δηλαδή για ένα οικογενειακό δημογραφικό που, αν πάρουμε τους γονείς και μόνο των 400-500 χιλιάδων μεταναστών της κρίσης, αρχίζει από τα 45 χρόνια (π.χ. η νεαρή μητέρα ενός εικοσιπεντάχρονου που με την αποφοίτησή του από ένα ολλανδικό πανεπιστήμιο βρήκε εργασία στην Ολλανδία αντί να γυρίσει πίσω) και καταλήγει στην τρίτη ηλικία (π.χ. η μητέρα ενός πενηντάχρονου γιατρού του ΕΣΥ που, κάνοντας χρήση αδειών, εργάζεται στο βρετανικό NHS και σκέφτεται να εγκαταλείψει το ΕΣΥ). Η παραδοχή είναι ότι αυτό το δημογραφικό είναι πλειοψηφικά υπέρ των πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης και της εξ αποστάσεως ψήφου, που είτε φέρνουν κοντύτερα στη χώρα είτε ενθαρρύνουν τον επαναπατρισμό αυτών των μεταναστευτικών ομάδων της κρίσης.
  • Η ευρεία πρόσληψη ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εξέλθει από την κρίση χωρίς την αποτελεσματικότερη  κινητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της, και μάλιστα αυτού που έχαιρε πανεπιστημιακής μόρφωσης, στη βάση της οικοδόμησης μιας οικονομίας της γνώσης που παράγει  υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντα και υπηρεσίες για τα οποία υπάρχει διεθνής ζήτηση.
  • Η πολυετής  δυσμενής εξέλιξη του δημογραφικού προφίλ της χώρας, που παρήγαγε μια μη βιώσιμη σχέση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας  με τον οικονομικά μη ενεργό, και ιδιαίτερα με τους συνταξιούχων, εξέλιξη που επιταχύνθηκε και αποκρυσταλλώθηκε με την κατάρρευση του πριν από την κρίση οικονομικού μοντέλου, όσο και από το ίδιο το φαινόμενο του brain drain και γενικότερα της μετανάστευσης της κρίσης.

Έχουμε λοιπόν ένα ακατανίκητο αίτημα πολιτικής συμμετοχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που, όσον αφορά την επικρατούσα στον δημόσιο διάλογο πρόσληψη, έφυγαν από την Ελλάδα λόγω της ανάγκης που επέβαλε μια κρίση την οποία δεν προκάλεσαν οι ίδιοι. Αλλά η χώρα τολυς χρειάζεται για να βγει από την κρίση αυτή. Τους χρειάζεται μάλιστα τόσο με ποσοτικούς όσο και με ποιοτικούς όρους, για την οικονομική της επιβίωση.

Τα παραπάνω συστατικά του brain drain διυλίσθηκαν από το πολιτικό μας σύστημα και τον πολιτικό ανταγωνισμό, ενδοκομματικό και διακομματικό, από μια σειρά  διεργασιών που μας έφεραν στη σημερινή διαιρετική τομή. Οι σημαντικότερες από τις διεργασίες αυτές είναι οι παρακάτω:

  • Η κεντρική πολιτική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ μέσω της οποίας ανήλθε στην εξουσία, να υποσχεθεί και άρα να υπερασπισθεί μια συγκεκριμένη εκδοχή του προ της κρίσεως status quo, μιας πολιτικής οικονομίας όπου το κράτος μέσω του διανεμητικού του ρόλου  θα αποκαθιστούσε την ικανότητά του να παράσχει στην  πλειονότητα του πληθυσμού της χώρας ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης. Αυτή η επιλογή είχε δύο άρρηκτα συνδεδεμένες συνέπειες: α) τη σύγκρουση με τους πιστωτές, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του 2015, που συνέβαλε στη διαιώνιση της κρίσης και άρα στη συνέχιση του brain drain, β) τις δημοσιονομικές πολιτικές, στον τομέα της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης, που στόχευαν στην αναδιανομή σε χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και, άρα, δεν ήταν συμβατή με τη διαθέσιμη στρατηγική της γενιάς του brain drain να αναζητήσει εργασία ανάλογη των δεξιοτήτων και των γνώσεών της στην Ελλάδα που θα παρείχε καθαρά εισοδήματα –μετά φόρων και κρατήσεων– ικανά να χρηματοδοτήσουν ένα μεσοαστικό επίπεδο διαβίωσης. Η σχέση (α) και (β) ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από την αμφισημία του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση στις εισροές αλλοδαπών επενδυτικών ροών που έφεραν την υπόσχεση δημιουργίας στην Ελλάδα θέσεων εργασίας ανάλογων απολαβών με αυτές που απέκτησαν οι μετανάστες της κρίσης σε χώρες όπως η Γερμανία και η Βρετανία.
  • Παράλληλα όμως ο ΣΥΡΙΖΑ μέσω πολιτικών (policies) διασύνδεσης του brain drain με το ελληνικό επιχειρείν από το υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης και συγκράτησης  στην Ελλάδα πολύτιμου ερευνητικού προσωπικού από το υφυπουργείο Έρευνας και Τεχνολογίας του υπουργείου Παιδείας, έκανε αναγκαία την παραδοχή ότι ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας σε οικονομία της γνώσης και της υψηλού επιπέδου εξειδίκευσης είναι μονόδρομος. Αυτός ο προσανατολισμός του ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμώθηκε από την ανισομερή κριτική της ελληνικής Αριστεράς προς την ελληνική επιχειρηματική τάξη ως παρασιτική και προσοδοθηρική, που αγνοεί την ευθύνη του δημόσιου τομέα, και ισχυρών ομάδων πίεσης εντός του Δημοσίου όπου η Αριστερά έχει ιδιαίτερη απήχηση, για την υστέρηση της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Με άλλα λόγια, ως κυβέρνηση, μέσα από τις πολιτικές του και τη ρητορική που τις συνόδευε, ο ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε στην εδραίωση της πεποίθησης ότι η Ελλάδα απαραιτήτως χρειάζεται τους ανθρώπους που χάνει στο braindrain, χωρίς όμως να συνοδεύσει αυτές τις πολιτικές και την ανάλογη ρητορική με ρήξεις με τις δυνάμεις της συντήρησης εντός του δημοσίου τομέα που θα ήταν προσφιλείς και θετικές στα συμφέροντα της νέας μετανάστευσης[4]. Ως ρήξεις εννοούνται η αξιολόγηση στα δημόσια σχολεία, η σύνδεση των πανεπιστημίων με την επιχειρηματικότητα, η σύνθεση της ανάγκης προστασίας της κλασικής κληρονομιάς με την ανάγκη ταχείας υλοποίησης μεγάλων επενδύσεων, η αξιοκρατία και η μείωση της επιρροής των συνδικάτων στην διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού στον δημόσιο τομέα.
  • Στον αντίποδα βρίσκεται η αναπόδραστη –δεδομένων των δραματικών δημοσιονομικών περιορισμών της χώρας και της προνομιακής εξοικείωσης της ΝΔ με την ιδιωτική οικονομία, εγχώρια και διεθνή– υιοθέτηση από τη ΝΔ μιας σαφώς διακριτής πολιτικής πρότασης από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, με έμφαση στη χαμηλότερη φορολογία και στη δημιουργία καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας στην Ελλάδα από τον ιδιωτικό τομέα, εγχώριο και διεθνή. Αυτή η πολιτική πρόταση εκλαμβάνεται ως πιο ελκυστική στη γενιά του braindrain, που επέλεξε για να μεταναστεύσει τις χώρες όπου η ιδιωτική οικονομία παρέχει τέτοιου είδους θέσεις εργασίας, οι κυβερνήσεις και η διοικητική μηχανές των οποίων εκλαμβάνονται ως υποστηρικτικές στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα.
  • Η εδραίωση της διαιρετικής τομής ενδοκομματικά, και συγκεκριμένα  στις εκλογές για αρχηγό κόμματος στη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ, όπου παγιώθηκε η αντίληψη ότι, αναφορικά με την προ της κρίσεως κατάσταση, το braindrain ψηφίζει πολιτικούς με κριτική αντίληψη και με σαφή μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό, όπως συμβαίνει στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής[5]. Οι ψηφοφόροι σε αυτές τις εσωκομματικές εκλογές μπορεί να ήταν πολύ λίγοι  για να εξαχθούν στατιστικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Όμως είναι ενδεικτικό ότι η δημοτικότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε ευρεία δημοσιότητα. Στο δε ΚΙΝΑΛ, το θέμα της υιοθέτησης ή όχι της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, που θα μπορούσε να καταστήσει  την ψήφο της διασποράς αποφασιστικής σημασίας, κατέληξε από μόνο του να εδραιώσει την πεποίθηση ότι η Φώφη Γεννηματά (που έχει ταχθεί εναντίον της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας), ως παραδοσιακή πολιτικός, δεν είναι σε θέση να εκφράσει πολιτικά τη διασπορά, αντίθετα με πολιτικούς όπως ο Γιώργος Καμίνης και ο Σταύρος Θεοδωράκης (που έχουν ταχθεί υπέρ της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας), που μπορεί να θεωρηθούν φορείς του νέου στην πολιτική σκηνή, άρα είναι δομικοί υποστηρικτές  των αιτημάτων και των προσδοκιών της διασποράς. Η διαιρετική τομή της ψήφου της διασποράς πρωτοεμφανίστηκε εντός αυτών των εσωκομματικών διεργασιών, έμμεσα στη ΝΔ –ο κύριος ανταγωνιστής του Κυριάκου Μητσοτάκη, Βαγγέλης Μεϊμαράκης, δεν τοποθετήθηκε στο θέμα της ψηφοφορίας των μελών της ΝΔ στ διασπορά– και άμεσα λόγω του διλλήματος της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στην περίπτωση του ΚΙΝΑΛ[6].

Εν συντομία, η ΝΔ έχει υιοθετήσει μια προγραμματική πρόταση που φαίνεται συμβατή με τα βιώματα και τις αξίες της πλειονότητας του brain drain της κρίσης και, ως τέτοια, στέκεται κριτικά απέναντι στην προ της κρίσεως Ελλάδα και εμφορείται από τα υποδείγματα πολιτικής χωρών, ιδίως της ΕΕ, κατά πολύ πιο πετυχημένων από όσο η Ελλάδα. Η ΝΔ είναι λοιπόν, κατά κύριο λόγο, το κόμμα της προσαρμογής –μια έννοια που θα αναπτύξουμε και στις καταληκτικές μας παρατηρήσεις– σε αναγνωρισμένα διεθνή πρότυπα. Τα ίδια διεθνή πρότυπα που υιοθέτησε το brain drain της κρίσης, που υιοθέτησαν δηλαδή οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες οι οποίοι, «ψηφίζοντας με τα πόδια τους» (voting with their feet), εξέφρασαν την προτίμησή τους, σε χώρες όπως η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ολλανδία, για το τι είδους συλλογικές συνθήκες μπορούν να ανταποκριθούν στις προσωπικές και οικογενειακές προσδοκίες και απαιτήσεις τους. Η συλλογική αυτή προτίμησή τους, λοιπόν, κατέληξε να έχει ισοδύναμη πολιτική νομιμοποίηση με αυτή των Ελλήνων πολιτών που, διαμένοντας στην Ελλάδα και. ως ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων ονομαζόμενων αντισυστημικών κομμάτων, διά της ψήφου τους και της διαμαρτυρίας τους έξω από το Κοινοβούλιο απαίτησαν την επιστροφή στην προ της κρίσεως κατάσταση άνευ επώδυνων προσωπικών και συλλογικών προσαρμογών.  

 

Το brain drain της κρίσης και οι προηγούμενες γενιές της διασποράς

Το brain drain μπορεί να εισήγαγε στο πολιτικό παίγνιο την πολιτική συμμετοχή της διασποράς μέσω της εξ αποστάσεως ψήφου, είναι δεδομένο όμως ότι θα παρασύρει και τις υπόλοιπες γενιές και ιδιαίτερα όσους Έλληνες πολίτες μετανάστευσαν πριν από την κρίση, συμπεριλαμβανομένων  και αυτών που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια από τους γονείς τους.  Το πολιτικό μας σύστημα  δεν είναι σε θέση, παρ’ όλο που άλλα έθνη-κράτη το έχουν πράξει (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο), να διαχωρίσει τους Έλληνες πολίτες σε δύο διαφορετικές κατηγορίες, σε αυτούς δηλαδή που μετανάστευσαν από την Ελλάδα την τελευταία δεκαετία και σε αυτούς που μετανάστευσαν πριν από μια δεκαετία, για τουλάχιστον τρεις λόγους. 

*Ο πρώτος λόγος είναι η ιστορική παρακαταθήκη της εθνικής ολοκλήρωσης  που αρχικά βασίστηκε στην υποστήριξη της διασποράς, στη συνέχεια διαμορφώθηκε από την εδαφική προέκταση με βασικό κίνητρο την ενσωμάτωση όσο περισσότερων εδαφών στα οποία διαβιούσε ο ελληνισμός ήταν δυνατόν (Μεγάλη Ιδέα) και τέλος ενσωμάτωσε την ένταξη των προσφύγων του 1922 σε μια κατεύθυνση εθνικής ομοιογένειας. Το δε «τέλος» συμπεριλαμβάνει την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας και δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθαι από τους Έλληνες παλιννοστούντες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, με την ταυτόχρονη ενθάρρυνσή τους για να διαμείνουν στη Θράκη και τη Μακεδονία. Μπορεί λόγω του πολιτικού υπολογισμού του ΣΥΡΙΖΑ να μην έχουμε την απαραίτητη πλειοψηφία για τη διευκόλυνση της συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία στους διαμένοντες εκτός Ελλάδος – στον βαθμό όμως που θα έχουμε την απαραίτητη πλειοψηφία, αυτή η ιστορική παρακαταθήκη θα απαγορεύσει τη συνειδητή συρρίκνωση του έθνους μέσω της στέρησης ενός τόσο σημαντικού πολιτικού δικαιώματος σε μια κατηγορία Ελλήνων πολιτών που διαμένουν στο εξωτερικό πέραν της δεκαετίας της κρίσης. Διότι, ιστορικά, ήμασταν πολύ λίγοι και η χώρα πολύ μικρή για να διαρρήξουμε επισήμως τη σχέση μας με ένα μέρος της ήδη αναγνωρισμένης, μέσω της ιθαγένειας, πολιτικής κοινότητας.

*Ο δεύτερος λόγος είναι ότι είτε οι  προηγούμενες γενεές μεταναστών που κατέχουν την ελληνική ιθαγένεια είτε οι απόγονοί τους  που την κληρονόμησαν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά της γενιάς του brain drain, καθώς και επιπλέον οικονομικό, επιστημονικό και γνωσιακό κεφάλαιο. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει μια που, όπως έχουν τεκμηριώσει οι ερευνητές του brain drain, η Ελλάδα λόγω κυρίως της ελλιπούς διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της –και των σχετικών αδυναμιών ως εργοδότες των δημόσιων φορέων, όπως τα ΑΕΙ, όσο και των ιδιωτικών φορέων, όπως οι επιχειρήσεις– χαρακτηριζόταν από το φαινόμενο διαρροής εγκεφάλων πολύ πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.  Η κρίση άλλωστε, και από αυτή τη σκοπιά, δεν αποτελεί παρά την κλιμάκωση της ανικανότητας  δημιουργίας μας εξελιγμένης κοινωνίας και οικονομίας της γνώσης. Σε αυτή τη διαρροή πρέπει να προσθέσουμε την αδυναμία προσέλκυσης υψηλού επιπέδου ανθρώπινου κεφαλαίου όπως αυτό διαμορφώθηκε από τη δεύτερη γενιά της μεταπολεμικής διασποράς σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστραλία και ο Καναδάς. Σε αυτές τις χώρες, ο συνδυασμός  υψηλού επιπέδου συστημάτων δημόσιας εκπαίδευσης με την επιθυμία της πρώτης γενιάς να μεταπηδήσει κοινωνικά και οικονομικά από την εργατική τάξη στη μεσοαστική, έχει διαμορφώσει ένα υψηλού επιπέδου διασπορικό σώμα Ελλήνων πολιτών δεύτερης γενιάς. Η μεγαλύτερη χρονική απόσταση των Ελλήνων πολιτών που μετανάστευσαν στην Ελλάδα πριν από την κρίση, ή ακόμη γεννήθηκαν εκτός Ελλάδος και τους κληροδοτήθηκε η ιθαγένεια, αντισταθμίζεται από τη στενότερη διασύνδεσή τους με τις φιλοξενούσες χώρες, από τη μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου τους και το ακόμα υψηλότερο τεχνοκρατικό ή επιστημονικό επίπεδο από τους Έλληνες που μετανάστευσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Στο βαθμό δηλαδή που η εξ αποστάσεως ψήφος εκλαμβάνεται και υπερασπίζεται ως ένα από τα πλέον ισχυρά εργαλεία για την προσέγγιση και διάδραση της διασποράς με την Ελλάδα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ψήφος αυτή έχει βαρύνουσα σημασία για τη χώρα ανεξαρτήτως χρόνου, μια η πάροδος του χρόνου προσθαφαιρεί πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

*Ο τρίτος λόγος είναι η διάδραση μεταξύ της έφεσης στην ενασχόληση με τον δημόσιο βίο της χώρας και της ικανότητας της εξάσκησης και εμβάθυνσης αυτής της έφεσης, λόγω των δυνατοτήτων της παγκοσμιοποίησης. Αναφέρουμε το μηδενικό κόστος επικοινωνίας, το χαμηλό κόστος των αερομεταφορών, την άμεση πληροφόρηση και τη διασυνοριακή διαμόρφωση κοινοτήτων  κοινού ενδιαφέροντος, εθνοτοπικού, επιστημονικού, περιβαλλοντικού, πολιτισμικού, μέσω των κοινωνικών δικτύων.  Κύριο παράδειγμα αυτής της διάδρασης είναι το πώς μονοπώλησε στον δημόσιο διάλογο και στην πολιτική αντιπαράθεση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου, την περίοδο 2011-16, η συμμετοχή στα συμβούλια ιδρυμάτων Ελλήνων καθηγητών πανεπιστημίου της διασποράς από τη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη. Το γεγονός ότι η συμμετοχή ή όχι της διασποράς στη διακυβέρνηση των ΑΕΙ  όρισε τη διαιρετική τομή στη μείζονα αυτή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι αδιαφιλονίκητο χαρακτηριστικό της δομικής ισχύος που παρέχει η διάδραση έφεσης και ικανότητας την περίοδο της παγκοσμιοποίησης στο ρόλο που μπορεί και πρέπει να έχει η διασπορά στον δημόσιο βίο της χώρας.

Είναι αλήθεια ότι οι παραπάνω τρεις παράμετροι δεν έχουν εμφανιστεί στον δημόσιο διάλογο για την ψήφο της διασποράς. Αυτό όμως εξηγείται από το γεγονός ότι το ίδιο το ενδεχόμενο δημιουργίας δύο τάξεων Ελλήνων πολιτών με κριτήριο τον χρόνο παραμονής εκτός Ελλάδος δεν έχει θιγεί παρά ελάχιστα –στο πνεύμα της παραδοχής ότι «ναι μεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, αλλά δεν έχει το νόημα να τη συζητήσουμε διεξοδικά»– είναι σαφής ένδειξη της ύπαρξης τόσο ισχυρών αντιρρήσεων, πέρα και από την ίδια την αμφιλεγόμενη συνταγματικότητα ενός τέτοιου διαχωρισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ, στην πρόσφατη επίσημη τοποθέτησή του επί του θέματος, ανέφερε την περίπτωση χωρών που έχουν υιοθετήσει χρονικό κόφτη όσον αφορά το δικαίωμα της ψήφου πολιτών τους που διαμένουν στο εξωτερικό, για να αποδείξει, μη υιοθετώντας το, ότι η πρότασή του για την ψήφο της διασποράς είναι ευνοϊκή μια που θα μπορούσε, με βάση αυτά τα παραδείγματα, να είναι πολύ πιο περιοριστική.    

Στην υποθετική περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε την απώλεια της ψήφου, πέραν ας πούμε της δεκαετούς παραμονής στο εξωτερικό, μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια τις αντιρρήσεις και τα ερωτηματικά που θα προκύψουν με βάση την προαναφερθείσα ανάλυση:

α) η χώρα πολιτογραφεί την παλιννόστηση, η προέλευση της οποίας στον ελλαδικό χώρο ανάγεται στις χιλιετίες –και πολύ καλά κάνει, για να ενισχυθεί πληθυσμιακά– και αποξενώνει διά του διαχωρισμού από το ελληνικό πολιτικό σώμα Έλληνες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα πριν από σαράντα και πενήντα χρόνια;

β) η ελληνική οικονομία χρειάζεται το στέλεχος που μετανάστευσε στην Αγγλία ή στα Αραβικά Εμιράτα πριν από πέντε χρόνια και που ακόμη παλεύει να εδραιωθεί εκεί και όχι τον Έλληνα πολίτη που έμεινε στις ΗΠΑ μετά τις σπουδές του τη δεκαετία του 1980, ο οποίος σήμερα είναι κορυφαίος κεφαλαιούχος στην Νέα Υόρκη ή στη Βοστώνη;

γ) προσβλέπουμε στην πολιτική συμμετοχή του εικοσάρη της διασποράς που μόλις έχει αρχίσει την σταδιοδρομία του ως δικηγόρος ή ερευνητής και όχι στον επιφανή πενηντάρη που έχει επενδύσει τον πολύτιμο χρόνο του αναλαμβάνοντας θέσεις ευθύνης στον δημόσιο ή μη κερδοσκοπικό τομέα στην Ελλάδα;  

Η άλλη όψη αυτού του νομίσματος είναι όμως η ανάγκη της ΝΔ, διά στόματος του αρχηγού της, να αποποιηθεί την οποιαδήποτε πρόθεση να αλλάξει δραματικά τη σύνθεση του εκλογικού σώματος μέσω μαζικών ελληνοποιήσεων, Ελλήνων την καταγωγή, πολιτών τρίτων χωρών. Έτσι το εκκρεμές έχει σταθεροποιηθεί όσον αφορά την εξ αποστάσεως ψήφο στην ικανότητα του συνόλου των υφιστάμενων Ελλήνων πολιτών που διαμένουν στο εξωτερικό – ένα σύνολο που δεν ξεπερνά το ψυχολογικό όριο τους ενός εκατομμυρίου και μάλλον υπολείπεται του μισού εκατομμυρίου, ίσως και του ενός τετάρτου του εκατομμυρίου, όσον αφορά μια ρεαλιστική εκτίμηση της άσκησης του δικαιώματος της εξ αποστάσεως ψήφου, όποτε αυτή παρασχεθεί.     

Οι προβλέψεις, μάλιστα, για μαζικές ελληνοποιήσεις Ελλήνων την καταγωγή πολιτών τρίτων χωρών, κατά τη γνώμη μας, απλώς δεν ευσταθούν. Σε τελευταία ανάλυση, αυτοί οι Έλληνες της διασποράς δεκαετίες τώρα απέφυγαν τη χρονοβόρα διαδικασία της απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας και, άρα, απόκτησης του εξαιρετικά πολύτιμου ελληνικού διαβατηρίου τα τουλάχιστον 25 χρόνια, από τη δημιουργία δηλαδή της Ζώνης του Σένγκεν το 1995. Θα το πράξουν λοιπόν τώρα, με το δέλεαρ της ψήφου στις εθνικές εκλογές της χώρας να είναι ισχυρότερο από το δέλεαρ του ελληνικού διαβατηρίου τις τελευταίες αυτές δεκαετίες;

Υπενθυμίζουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση παρέχει άδεια εισόδου στη χώρα, και άρα στην ΕΕ, για πέντε χρόνια σε αλλοδαπούς ως αντίτιμο επένδυσης 250.000 ευρώ σε ακίνητες αξίες ή σε άλλα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.   Γιατί λοιπόν χιλιάδες Ελληνοαμερικανοί τρίτης και τέταρτης γενιάς δεν μπήκαν στον κόπο να αποκτήσουν δωρεάν και διά βίου, όσο και για τους απογόνους τους, κάτι που άλλοι αλλοδαποί αποκτούν με 250.000 ευρώ και για μόνο πέντε χρόνια από την ελληνική κυβέρνηση; Mα επειδή α) κατέχουν ή μπορούν άκοπα να αποκτήσουν ως Αμερικανοί πολίτες το διαβατήριο των ΗΠΑ, που το 2019 με βάση το Henley Passport Index ήταν ισάξιο του ελληνικού (δηλαδή του ευρωπαϊκού) διαβατηρίου και β) ως επιτυχώς αφομοιωμένοι Αμερικανοί πολίτες, ως πολίτες της ισχυρότερης χώρας του κόσμου δηλαδή, δεν θεωρούν λογική δαπάνη του χρόνου τους να υποστούν τη βάσανο της επαφής με την ελληνική γραφειοκρατία για μήνες και για χρόνια προκειμένου να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια.

 

 

Τι πιστεύει η διασπορά; Έχει μακροχρόνιο λόγο ύπαρξης η διαιρετική τομή;

Λαμβανομένης υπόψη της παραδοχής μας ότι η πολιτική συμμετοχή μέσω της εξ αποστάσεως ψήφου είτε θα συμπεριλάβει όλους τους Έλληνες πολίτες ή κανέναν, και  άρα εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που ζουν εκτός Ελλάδος για παραπάνω από μια δεκαετία, το ερώτημα  που προκύπτει είναι τι πιστεύει και τι αξιώνει η διασπορά; Εκκολάπτουν τα πιστεύω και οι αξιώσεις της κινδύνους για τη χώρα, όπως η προβολή μιας ανεφάρμοστης νοσταλγίας για το παρελθόν σε μια σύγχρονη Ελλάδα ή μια πλειοψηφική τάση της διασποράς προς τον αυταρχισμό και τον συντηρητισμό που δεν εκφράζει την πλειοψηφία των κατοίκων-πολιτών της χώρας, ζητήματα που θέτουν ερευνητές αριστερών πεποιθήσεων;[7]  

Η εκτίμησή μας για την πλειονότητα της γενιάς του braindrain συμπίπτει με αυτή του πολιτικού συστήματος, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ακόμη από συγκριτικές δημοσκοπήσεις: μια πλειοψηφία ίση ή μεγαλύτερη των εκλογών του Ιουλίου του 2019 υποστηρίζει την πρόταση της ΝΔ για μια οικονομία φιλική στις ιδιωτικές επενδύσεις όσο και, από φορολογικής άποψης, στα μεσοανώτερα στρώματα που θα ηγηθούν και θα στελεχώσουν τη διαδικασία μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας στην κατεύθυνση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Αν και δεν διαθέτουμε τα σχετικά στοιχεία, υποθέτουμε ότι η κύρια μάζα των Ελλήνων πολιτών που διαμένει στο εξωτερικό πέραν της δεκαετίας προέρχεται από δύο δεξαμενές. Πρώτον, τους αγρότες - προλετάριους μετανάστες της μεταπολεμικής περιόδου και τους μεσοαστούς απογόνους τους που ζουν κυρίως στη Γερμανία, τον Καναδά και την Αυστραλία. Δεύτερον, τους  κυρίως αποφοίτους ελληνικών πανεπιστημίων που μετανάστευσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου και έως πριν από την κρίση κυρίως στη Βόρεια Αμερική και τη Βόρεια Ευρώπη για λόγους επαγγελματικής ή επιστημονικής ολοκλήρωσης, το ατομικό brain drain δηλαδή, πριν από το μαζικό brain drain της κρίσης.

Οι υποθέσεις που κάνουμε για τις πολιτικές προτιμήσεις και τις βαθύτερες δοξασίες αυτών των δύο κυρίως κατηγοριών της διασποράς είναι οι εξής:

  • Αγρότες-προλετάριοι μετανάστες σε σημαντικό ποσοστό έχουν επηρεαστεί ιδεολογικά από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των βιομηχανιών που τους προσέφεραν απασχόληση και από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ιστορικά υποστήριξαν τα δικαιώματά τους ή/και την πολιτογράφησή τους στις χώρες υποδοχής, όπως η Γερμανία. Ανεκδοτολογικά σημειώνουμε τις επιφανείς θέσεις δευτέρας γενιάς Ελλήνων είτε σε σοσιαλδημοκρατικά είτε σε πράσινα κόμματα, σε πολιτικούς δηλαδή σχηματισμούς που για ταξικούς και αξιακούς λόγους τείνουν να εκπροσωπούν πολιτικά τους μετανάστες και τις οικογένειές τους.
  • Ικανό ποσοστό ιδίως της δεύτερης γενιάς, που απέκτησε μεσοαστική υπόσταση μέσα από το επιχειρείν και την άσκηση επαγγέλματος βάσει πανεπιστημιακής μόρφωσης, έχει προσελκυσθεί στις τάξεις κεντροδεξιών ή οικονομικά φιλελεύθερων κομμάτων.
  • Σε κάθε περίπτωση, όλες αυτές οι χώρες είναι υποδειγματικές σχετικά με τον προσανατολισμό τους στη μεικτή οικονομία, στη συνύπαρξη δηλαδή και την αλληλοενίσχυση διεθνώς ανταγωνιστικών οικονομιών και επαρκώς χρηματοδοτούμενων από ευρείες φορολογικές βάσεις κρατών πρόνοιας  που παράγουν υψηλής ποιότητας δημόσια αγαθά και υπηρεσίες.
  • Οι Έλληνες πολίτες που ζουν στην Ευρώπη είναι Ευρωπαίοι συμπολίτες με τους κατοίκους της Ελλάδας, συμμετέχουν δηλαδή στον δημόσιο βίο τρίτων χωρών, είτε μέσω της διπλής υπηκοότητας είτε μέσω της συμμετοχής στις δημοτικές εκλογές των φιλοξενούντων χωρών,  έχοντας έτσι αφομοιώσει το ευρωπαϊκό acquis. Είναι εμποτισμένοι δηλαδή με το πλέγμα των πολιτικών και του αξιακού τους υποβάθρου –όσον αφορά την εργατική νομοθεσία, την προστασία του   περιβάλλοντος, την υποστήριξη της καινοτομίας κ.ο.κ.– που είναι κοινό για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
  • Ο Καναδάς και η Αυστραλία, ως χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, έχουν ανάλογα χαρακτηριστικά όσον αφορά τη μεικτή τους οικονομία, και κράτη πρόνοιας συγγενή με τα κράτη μέλη της ΕΕ. Μπορεί οι ΗΠΑ να είναι περισσότερο οικονομικά φιλελεύθερες και να προκαλεί αλλεργία, ιδίως στην ελληνική Αριστερά, η προοπτική της ψήφου των σχετικά λίγων Ελληνοαμερικανών που διαθέτουν και την ελληνική ιθαγένεια. Σε καμία άλλη χώρα, όμως, το ελληνικό lobby δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο, όσο στην Αμερική, ένας εύρος κορυφαίων ελληνικών εθνικών συμφερόντων, από τη σχέση της χώρας με την Τουρκία μέχρι τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας με τους πιστωτές της. Η εξ αποστάσεως ψήφος, λοιπόν, φέρνοντας εγγύτερα την ελληνοαμερικανική κοινότητα στην Ελλάδα και ενισχύοντας τους μηχανισμούς συλλογικής κινητοποίησής της, μπορεί να ενισχύσει την επιρροή του ελληνισμού στα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων.
  • Όσον αφορά τα μέλη του ατομικού brain drain πριν από το μαζικό brain drain της κρίσης, άτομα που στην πλειοψηφία τους  υποθέτουμε ότι ανήκουν στις ελίτ των φιλοξενούντων χωρών, μάλλον θα μοιράζονται και αυτά μεταξύ της Κεντροαριστεράς και της Κεντροδεξιάς – οι καθηγητές πανεπιστημίου, π.χ., είναι πιθανότερο να κλίνουν κεντροαριστερά ενώ οι κεφαλαιούχοι κεντροδεξιά.
  • Καταληκτικά θα λέγαμε ότι αυτές οι δεξαμενές των προ της κρίσεως Ελλήνων του εξωτερικού δεν ανήκουν σε μία και μόνο παράταξη στην Ελλάδα, αντίθετα είναι προσελκύσιμοι πολιτικά από όλα τα υπάρχοντα ή δυνάμει κόμματα εξουσίας  της χώρας. Αυτό που τους ενώνει, κάτι που έχουν τεκμηριώσει  πανεπιστημιακές και άλλες έρευνες, είναι η δυσανεξία για τις θεωρούμενες ελληνικές παθογένειες: διαφθορά, προσοδοθηρία, αναξιοκρατία και αναποτελεσματικότητα[8]. Θα τείνουν λοιπόν να υποστηρίζουν κυβερνήσεις με αξιόπιστη μεταρρυθμιστική ατζέντα, τα κύρια σημεία αναφοράς της οποίας είναι τα δεδομένα διακυβέρνησης στις χώρες της διαμονής τους. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό έχουν μια διττή ιδιότητα, σχετική με τη συζήτησή μας: μπορεί είτε να είναι κεντροαριστεροί είτε κεντροδεξιοί στη χώρα όπου κατοικούν, στην Ελλάδα όμως μπορεί και να επιλέγουν κόμμα με βάση το κεκτημένο εκεί όπου ζουν αλλά ακόμη είναι ζητούμενο στην Ελλάδα: αξιοκρατία, διοικητική αποτελεσματικότητα, ευταξία, διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, υψηλής ποιότητας δημόσια υγεία και παιδεία κ.ο.κ.

Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι η πολιτική κινητοποίηση της διασποράς στα λεγόμενα εθνικά θέματα, και πιο πρόσφατα  στο Μακεδονικό, έχει ταυτιστεί με τον εθνικισμό – και έχουμε ανάλογα παραδείγματα (π.χ. Αρμενία, Ισραήλ) φορέων της διασποράς που υποστήριξαν σκληροπυρηνικές πολιτικές εθνικής ασφάλειας. Όμως, η διασπορά μας είχε σημαίνοντα ρόλο τόσο στον κυρίως κεντροαριστερό διεθνή αγώνα κατά της δικτατορίας όσο και στη διατήρηση της αμυντικής ισορροπίας με την Τουρκία μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974 – απολύτως εύλογοι στόχοι, πάντως, της αμυντικής πολιτικής της χώρας, που είχαν διακομματική συναίνεση. Αλλά και σε συγκρίσιμα διεθνή παραδείγματα βλέπουμε ότι η εβραιοαμερικανική διασπορά είναι απολύτως διαιρεμένη σχετικά με το Παλαιστινιακό. Το δε ιρλανδοαμερικανικό κατεστημένο υποστήριξε την ειρηνευτική διαδικασία στην Ιρλανδία και σήμερα μάχεται κατά ενός σκληρού Brexit, το οποίο βρίσκει αντίθετη τόσο την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας όσο και την αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία των Βρετανών πολιτών της Βορείου Ιρλανδίας. Και βέβαια χρειάζεται να αναφέρουμε, δεδομένου του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για το brexit, ότι ο Τόνυ Μπλαιρ μάλλον πρέπει να μετάνιωσε που η Εργατική Κυβέρνησή του στέρησε το δικαίωμα της ψήφου σε εκατοντάδες χιλιάδες Βρετανούς που ζούσαν στην ΕΕ πέραν της δωδεκαετίας με τη λογική ότι θα έτειναν να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό οπαδοί του Συντηρητικού Κόμματος.

 

 

Η δυναμική της ψήφου της διασποράς

Όμως ακόμα και τα επιχειρήματα κατά της ψήφου λόγω της υποτιθέμενης και όχι τεκμηριωμένης συντηρητικής προκατάληψης της διασποράς μπορούν με μεγαλύτερη ισχύ να καταστούν επιχειρήματα υπέρ της ψήφου της διασποράς για τους παρακάτω λόγους:

  • H διαδικασία της πολιτικής συμμετοχής μέσω της εξ αποστάσεως ψήφου θα διευρύνει την πολιτική «αγορά», την «πλατεία» της διασποράς, μέσω της διεθνοποίησης των ελληνικών κομμάτων και της γενικότερης διεύρυνσης των σχέσεων των κοινοτήτων της διασποράς με πολιτικά ενεργούς φορείς της χώρας. Παραδοσιακοί όσο και συντηρητικοί  φορείς όπως αρχιεπισκοπές και ενορίες της διασποράς, και αρκετές εθνοτοπικές οργανώσεις, θα χάσουν το διαχρονικό τους μονοπώλιο ως τόποι διαμόρφωσης και έκφρασης του περιεχομένου της εθνικής συνείδησης της διασποράς και η θεματική όσο και ιδεολογική κινητοποίηση της διασποράς  θα διευρυνθεί.
  • Αυτή η τάση θα ενισχυθεί στο μέγιστο από την πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης και της διεθνικότητας, της ικανότητας δηλαδή φορέων και ατόμων της διασποράς και της χώρας να επικοινωνούν και να συνεργάζονται αδιαλείπτως, επικουρούμενοι από το μηδενικό κόστος επικοινωνίας στον ήδη  υπάρχοντα διασυνοριακό δημόσιο διάλογο (δηλαδή στον ελληνικό ηλεκτρονικό Τύπο που η διασπορά διαβάζει αλλά και αρθρογραφεί σε αυτόν) και από το χαμηλό κόστος των αεροπορικών ταξιδιών. Η διευκόλυνση της ψήφου, μάλιστα, θα ωθήσει την ανάπτυξη ενός πολιτικού οικοσυστήματος, αμοιβαίως συγκροτημένου από φορείς και παίκτες της διασποράς και της ελληνικής επικράτειας. Έτσι ο προβληματισμός που εμφιλοχωρεί εντός της διασποράς για τα προβλήματα της χώρας θα βγει για την πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών της διασποράς και τους οικείους της στην Ελλάδα από την ιδιωτική σφαίρα όπου βρίσκεται σήμερα και θα αποκτήσει δημόσιο περιεχόμενο και επιπτώσεις[9].  
  • Σχετικώς, η πολιτική συμμετοχή των Ελλήνων πολιτών θα επισύρει και σημαντικό μέρος των Ελλήνων της διασποράς που δεν κατέχουν την ιθαγένεια και άρα την ψήφο, αλλά που έχουν δομική ικανότητα να επηρεάσουν το γίγνεσθαι στην Ελλάδα, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, ως επενδυτές, ως επισκέπτες καθηγητές, ως ευεργέτες και εθελοντές.
  • Σε έναν ενάρετο κύκλο της οικονομίας και της πολιτικής, η συμμετοχή των Ελλήνων της διασποράς μέσω της εξ αποστάσεως ψήφου θα ενισχύσει την ικανότητα και την έφεση των πολιτικά ενεργών φορέων και προσώπων στην Ελλάδα και στη διασπορά να διαλέγονται και να αντιπαρατίθενται με βάση μια επίκαιρη, διευρυμένη και πλουραλιστική ατζέντα πολιτικών και των σχετικών αξιακών τους πλαισίων. 

Στο πρόσφατο βιβλίο του Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική, ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης σημειώνει ότι οι εκλογές στη χώρα δεν χειραφέτησαν μόνο ή πρωτίστως τον τοπικισμό ή/και το πελατειακό σύστημα, αλλά ακόμη περισσότερο ομοιογενοποίησαν το έθνος στη λογική της σύγχρονης εξέλιξής του ως κράτος και κοινωνίας. Όχι μόνο δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι η εξ αποστάσεως ψήφος δεν θα έχει ανάλογο αποτέλεσμα, εντάσσοντας τη διασπορά σε ακριβώς αυτό το ζητούμενο, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πολιτική ενσωμάτωση αυτού του υποσυνόλου του εκλογικού σώματος που διαβιοί σε μερικές από τις πιο πετυχημένες χώρες του πλανήτη θα βοηθήσει να επιταχύνει την εξέλιξη πολιτικών απαιτήσεων και ζητουμένων στο σύνολο του εκλογικού σώματος της χώρας. Ή, για να απαντήσουμε στο επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι η σχετική έλλειψη εξοικείωσης της διασποράς με τη χώρα απαιτεί τη διαφορετική στάθμιση της ψήφου της, την πολύ μικρότερη επιρροή αυτής της ψήφου στη διαμόρφωση της σύνθεσης του Κοινοβουλίου, αυτά που δεν ξέρει η διασπορά για την Ελλάδα που έχουμε τα αποζημιώνει και με το παραπάνω με αυτά που ξέρει η διασπορά για την Ελλάδα που θέλουμε να αποκτήσουμε, μια που η διασπορά συγκεντρώνεται στις πιο πετυχημένες χώρες του πλανήτη.

 

 

Η ψήφος της διασποράς και η τοπική διάσταση: εκεί όπου η συναίνεση είναι αχρείαστη

Η συμμετοχή της διασποράς στην εκλογική διαδικασία δεν αφορά όμως μόνο το σύνολο της επικράτειας. Αφορά και την ιδιαίτερη σχέση των διασπορικών κοινοτήτων με συγκεκριμένους τόπους καταγωγής –πόλεις, νησιά, περιφέρειες– της χώρας.  Η Επιτροπή Πουλάκη συναίνεσε να εξαιρέσει την ψήφο της διασποράς από το σταυρό προτίμησης και τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, επηρεασμένος από τον προβληματισμό ότι διασπορικές κοινότητες με εθνοτοπικό προσανατολισμό μπορεί να ξεπερνούν πληθυσμιακά συγκεκριμένες κοινότητες της χώρας[10]. Όμως κάτι τέτοιο μάλλον είναι ανέφικτο, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το μέγεθος των 13 περιφερειών της χώρας όσο και, μετά τη μεταρρύθμιση του Καλλικράτη στην τοπική αυτοδιοίκηση που νομοθέτησε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ το 2010, το σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεσαίο πληθυσμιακό επίπεδο των 332 δήμων της χώρας.

Όμως, η διασπορά συγκροτείται σε σημαντικό βαθμό μέσω της εθνοτοπικής διάστασης. Περίπου 30-40 % των μερικών χιλιάδων διασπορικών οργανώσεων έχουν εθνοτοπική διάσταση – ίσως μάλιστα το ποσοστό να είναι ακόμη μεγαλύτερο αν λάβουμε υπόψη μας ότι πολλές ενορίες έχουν ιδρυθεί και εξυπηρετούν κοινότητες που έλκουν την καταγωγή τους από συγκεκριμένες περιοχές της χώρας[11]. Και ναι μεν αυτή η εθνοτοπική διάσταση σε οργανωτικό επίπεδο παρακμάζει, όπου δημιουργούνται κίνητρα για τον οργανωτικό εξορθολογισμό σε ευρύτερο χωρικό πλαίσιο –π.χ. οργανώσεις που αναφέρονται σε συγκεκριμένα χωριά της Λέσβου στην Αυστραλία να συγχωνευτούν σε επίπεδο νήσου[12]–, από την άλλη μεριά όμως, με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικτύων, δημιουργούνται virtual διασπορικές κοινότητες, όπως π.χ. οι Δωδεκανήσιοι των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας, που εξελίσσουν μέσω αυτών των δικτύων τις εθνοτοπικές τους ταυτότητες, άρα και την τάση και την ικανότητα διάδρασης με τους τόπους καταγωγής τους.

Διασπορικά εμβάσματα κατευθύνονται  σε οικογένειες που διαμένουν στον τόπο καταγωγής Ελλήνων του εξωτερικού. Διασπορικές ευεργεσίες σχεδόν πάντα αφορούν ή συμπεριλαμβάνουν τον τόπο καταγωγής και οι διασπορικές επενδύσεις συχνά γίνονται στη γενέτειρα περιοχή είτε αφορούν την ανασκευή του πατρικού είτε την ανέγερση ενός ολοκληρωμένου τουριστικού συγκροτήματος είτε την απόκτηση της παραχώρησης μιας μαρίνας, ο δε τουρισμός της νοσταλγίας αφορά κυρίως τον τόπο καταγωγής. Η ανταπόκριση σε φυσικές καταστροφές –η φωτιά στην Ηλεία το 2007, ο σεισμός στη Λέσβο το 2017– είναι πάντα μεγαλύτερη  από τις κοινότητες της διασποράς που έλκουν την καταγωγή τους από τις πληγείσες περιοχές. Επιστήμονες της διασποράς, καλλιτέχνες και άλλοι αναλαμβάνουν  πρωτοβουλίες στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, ιδίως τους θερινούς μήνες, είτε στο πλαίσιο   των επαγγελματικών τους καθηκόντων είτε ως εθελοντές, όπως επιστημονικά  προγράμματα, θερινά σχολεία, φεστιβάλ, με σημαντικές προεκτάσεις για την οικονομία όσο και τις δημόσιες πολιτικές  των τόπων καταγωγής τους[13]. Πολλοί συνταξιούχοι της διασποράς επαναπατρίζονται στον τόπο καταγωγής τους διατηρώντας ενδοοικογενειακούς δεσμούς με τους απογόνους τους που διαμένουν στις χώρες υποδοχής. Η εξ αποστάσεως ψήφος λοιπόν κάλλιστα μπορεί και πρέπει να συμπεριλάβει τις δημοτικές και τις περιφερειακές εκλογές.

Η εξ αποστάσεως ψήφος, μέσα από αυτή την τοπική διάσταση, όπως η ψήφος των ετεροδημοτών που διαμένουν στην Ελλάδα, μπορεί έτσι να αποζημιώσει εν μέρει για τη διαρροή εγκεφάλων της ελληνικής επαρχίας, που έχει σε βάθος χρόνου  αποστερήσει από την ελληνική ύπαιθρο την κάποτε εύρωστη μεσαία τάξη της.  Η ελληνική επαρχία, ιστορικά, βασιζόταν στη διασπορά για την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου της, με την κατασκευή και χρηματοδότηση σχολείων, τη διασύνδεσή της με διεθνή εμπορικά δίκτυα κ.λπ. Σήμερα, κάθε περιοχή της Ελλάδος, για την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρων προκλήσεών της –της προβολής της πολιτιστικής της κληρονομιάς, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την αναζήτηση του μικρο-ρόλου της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας– απαιτεί την αφομοίωση και τη χρήση  διεθνών αντιλήψεων και πρακτικών που συχνά ενυπάρχουν στην εθνοτοπική, διασπορική κοινότητά της. Για την εξ αποστάσεως ψήφο της διασποράς, λοιπόν, ό,τι ισχύει για το σύνολο της επικράτειας, ισχύει  και για το πιο απομακρυσμένο και μικρό χωριό της Ελλάδας.

 

 

Οι πολιτικές επιπτώσεις της διαιρετικής τομής: για τους «πολλούς» ή για τους «λίγους», για τη μεγάλη ή τη μικρή Ελλάδα;

Αν υιοθετήσουμε το σενάριο μιας δυναμικής οικονομικής ανάκαμψης κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας της ΝΔ, στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου μεταρρυθμιστικού προγράμματος που εκ των πραγμάτων θα κινητοποιήσει πόρους και φορείς της διασποράς, η λογική εκτίμηση είναι ότι η εξ αποστάσεως ψήφος της διασποράς θα ενισχύσει τη ΝΔ στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Η διασπορική ψήφος, με βάση αυτή την παραδοχή, μπορεί να αναπληρώσει κάποιες απώλειες που θα μπορούσε να υποστεί η ΝΔ από τη λαϊκή δεξιά, καθώς και να ενδυναμώσει την ήδη υφιστάμενη υποστήριξή της στην επικράτεια από ψηφοφόρους με κεντρώο και κεντροαριστερό προσανατολισμό.

Η ψήφιση λοιπόν ενός νομοσχεδίου που επιτρέπει τον υπολογισμό της ψήφου της διασποράς στο 3% και στο μπόνους του πρώτου κόμματος έχει πιθανότατα σαφές κόστος για τον ΣΥΡΙΖΑ στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Από την άλλη μεριά, όμως, η καταψήφιση ενός τέτοιου νομοσχεδίου επισύρει κόστος που ξεπερνά τον ένα εκλογικό κύκλο για τον ΣΥΡΙΖΑ, μια που εδραιώνει τη διαιρετική τομή με τη ΝΔ και, ως τέτοια, θα συνοδεύει την ευρύτερη στρατηγική της ΝΔ στον προσεταιρισμό της διασποράς ως εγχείρημα της πολιτικής της ηγεμονίας στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, η κυβέρνηση της ΝΔ, και χωρίς την εξ αποστάσεως ψήφο, είναι αποφασισμένη να καλέσει τη διασπορά να συνδιαχειριστεί τις τύχες της χώρας στο πολιτικό, το οικονομικό και το κοινωνικό πεδίο. Τα μέσα τα οποία χαρακτηρίζουν αυτή τη στρατηγική συνδιαχείρισης είναι ενδεικτικά: α) η τοποθέτηση τεχνοκρατών της διασποράς σε θέσεις ευθύνης στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα· β) η διευκόλυνση των επενδύσεων και η μείωση της φορολόγησης ούτως ώστε να προσελκυστούν κεφάλαια και στελέχη της διασποράς στην ιδιωτική οικονομία της χώρας· γ) η διευκόλυνση των ευεργεσιών σε τομείς όπως ο πολιτισμός και η ανώτατη παιδεία· και δ) η μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης φορέων του πολιτισμού, της παιδείας και της δημόσιας υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, που θα ενεργοποιήσει περαιτέρω την ευεργεσία και τον εθελοντισμό της διασποράς.

Ναι, αυτή η στρατηγική, εν αντιθέσει με την εξ αποστάσεως ψήφο, εμπλέκει στη διακυβέρνηση της χώρας τους «λίγους» και όχι τους πολλούς, τα διεθνικά μέλη της διασποράς (transnationals) που όπως ξέρουμε από τη βιβλιογραφία είναι σε θέση συγχρόνως ή διαδοχικά να επιχειρούν τόσο στη χώρα προέλευσης όσο και στη χώρα υποδοχής τους[14]. Όμως αυτοί οι «λίγοι» δύνανται να ενισχύσουν την ταύτιση της κυβέρνησης με τους «πολλούς» εντός και εκτός Ελλάδος, π.χ. με τους κατοίκους της χώρας που επωφελούνται από τις επενδύσεις της διασποράς στην Ελλάδα ή από τη συμμετοχή επιστημόνων της διασποράς στη διοίκηση των ελληνικών ΑΕΙ, τους Έλληνες της διασποράς που βλέπουν τους «δικούς τους ανθρώπους» να ασκούν σημαίνουσα επιρροή στο γίγνεσθαι της μητέρας πατρίδας.  

Σε αντιδιαστολή, η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να καταψηφίσει την ισοδυναμία της ψήφου των Ελλήνων της διασποράς, τον εδραιώνει ως κόμμα εχθρικά διακείμενο στη διάδραση της διασποράς με την Ελλάδα, σε μια περίοδο που αυτή η διάδραση έχει δυναμικά αναπτυσσόμενο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί και ταυτοτικές προτιμήσεις που, δυνάμει, επηρεάζουν με τη σειρά τους προτιμήσεις πολιτικής. Αντί να έχουμε λοιπόν τη διασπορά να υποστηρίζει ιδεολογικά ανταγωνιστικές εκδοχές του σύγχρονου όσον αφορά την Ελλάδα, έχουμε την ικανότητα ενός κόμματος, της ΝΔ, να ταυτίζει την πρόκληση του εκσυγχρονισμού της χώρας με τις ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις της που κινητοποιούν σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις και στόχους τη συμμαχία της με τη διασπορά.

Το καλύτερο σενάριο για τη ΝΔ, βάσει αυτής της ανάλυσης, είναι η υλοποίηση ενός διασταλτικού προγράμματος πολιτικών που να συμπεριλαμβάνει την απελευθέρωση των αγορών, την ενίσχυση της κρατικής μηχανής και την ενισχυμένη κοινωνική πρόνοια και αλληλεγγύη –ενός, με άλλα λόγια, στερεοτυπικού κεντρώου προγράμματος πολιτικών για μια χώρα της ευρωπαϊκής ηπείρου– που θα είναι σε θέση να συγκινήσει την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό καθώς και να ενεργοποιήσει τη συμμετοχή και την υποστήριξή τους, ακόμη και απούσης της ψήφου τους– και, άρα, σε έναν ενάρετο κύκλο, να αυξήσει την ικανότητα της ΝΔ, αυξάνοντας τους διαθέσιμους από τη διασπορά οικονομικούς και τεχνοκρατικούς πόρους και διευρύνοντας έτσι, εκ του παραγόμενου αποτελέσματος, τη νομιμοποιητική βάση που απαιτεί η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος.    

Στο βαθμό μάλιστα που ένα τέτοιο πρόγραμμα δημιουργήσει αξιοσημείωτη τάση επιστροφής στην Ελλάδα –την εκκίνηση της αναστροφής του brain drain–, τότε η σχέση ΝΔ και διασποράς θα αποκτήσει πραγματικά ηγεμονικά χαρακτηριστικά. Σε μια τέτοια δυναμική, ο ΣΥΡΙΖΑ θα στιγματιστεί ανεξίτηλα με τη ρετσινιά του μικροελλαδιτισμού και, συνεπακόλουθα, της συντήρησης, της αντίδρασης και της εκπροσώπησης κοινωνικο-οικονομικών ομάδων και συμπεριφορών που έχουν τα χαρακτηριστικά του ουραγού και όχι του ηγήτορα της ελληνικής πολιτείας, της οικονομίας και της κοινωνίας. Θα αποκτήσουμε έτσι την εκδοχή του 21ου αιώνα στη διαμάχη του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα μεταξύ των οπαδών της Μεγάλης Ελλάδας και των μικροελλαδιτών.

Η εναλλακτική εκδοχή για τον ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν η υποστήριξη της ισοδύναμης ψήφου της διασποράς, στη λογική ότι υπάρχει διακριτή και ανταγωνιστική εκδοχή του εκσυγχρονισμού της χώρας από αυτή που πρεσβεύει η ΝΔ και που, αντικειμενικά, θα είναι σε θέση να υλοποιήσει, λόγω των ιστορικών και βαθιά ριζωμένων περιορισμών και των ταξικών προτιμήσεων της κεντροδεξιάς παράταξης – αυτή η εκδοχή μπορεί και απαιτεί την πολιτική υποστήριξη ικανού μέρους της ελληνικής διασποράς. Βέβαια, μια τέτοια επιλογή θα προϋπέθετε και την υιοθέτηση ενός προγραμματικού λόγου από τον ΣΥΡΙΖΑ με σαφή στόχευση στην Κεντροαριστερά και ανάλογη απομάκρυνση από τις ιδεολογικές προτιμήσεις νεομαρξιστών και άλλων αριστερών πανεπιστημιακών της διασποράς, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σημαντική στήριξη και έχει αντλήσει πολιτικό προσωπικό π.χ. στην Κοινοβουλευτική του Ομάδα. Ακόμη σημαντικότερο, με όρους πολιτικού κόστους και της τοποθέτησης του κομματικού προϊόντος ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική αγορά, μια τέτοια στροφή θα σήμαινε την απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από την άκριτη υποστήριξη συντεχνιακών «κεκτημένων» απεχθών προς τη διασπορά. Υπογραμμίζουμε σε αυτό το σημείο ότι η λογική της ψήφου της διασποράς, λόγω της καθοριστικής επίπτωσης του braindrainστο δικαίωμα της ψήφου όπως την αναλύσαμε παραπάνω, έχει μια διττή ιδιότητα που τη φέρνει σε αναπόδραστη αντιπαράθεση με καθεστηκυίες δυνάμεις στην Ελλάδα:

α) διότι ιδίως η νέα διασπορά, αν γυρίσει, θα γυρίσει σε μια χώρα που είναι κοντύτερα στη χώρα στην οποία πήγε και όχι στην Ελλάδα που άφησε,[15]

β) αυτή η διασπορά έχει είτε μικρότερη είτε μηδαμινή εξάρτηση από τις συντεχνίες που αναστέλλουν τις αλλαγές οι οποίες προϋποθέτουν τη διάδραση ή και την επιστροφή της στην Ελλάδα,

γ) όσο η Ελλάδα περισσότερο μοιάζει με τις φιλοξενούσες χώρες της νέας διασποράς, τόσο περισσότερο θίγονται τα συντεχνιακά συμφέροντα που συνιστούν την εκλογική ραχοκοκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ.

Μια αίσθηση του πολιτικού ρίσκου που θα πάρει ο ΣΥΡΙZAγια να καταστεί ελκυστικός στον ψηφοφόρο της διασποράς, άλλωστε, παρέχεται από την έως τώρα πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ. Η επιλογή τεχνοκρατών, και μάλιστα από τους κύκλους της διασποράς, αντί για την επιλογή βετεράνων βουλευτών και άλλων κομματικών στελεχών, σε θέσεις ευθύνης, η επιλογή να επιβληθεί η έννομη τάξη στα πανεπιστήμια[16], ο παραμερισμός τοπικών και άλλων αντιδράσεων για την προώθηση καίριων επενδύσεων, και άλλες τέτοιες επιλογές, κατά πάσα πιθανότητα θα εκληφθούν θετικά και θα είναι άμεσα ή έμμεσα φιλικές προς τη διασπορά – ταυτόχρονα όμως θα φέρουν σε πολιτικά επικίνδυνη σύγκρουση την κυβέρνηση με ισχυρές, γηγενείς ομάδες πίεσης. Προοπτικά, η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου για τη μείωση των φόρων εισοδήματος και των κοινωνικών εισφορών –το μείζον εργαλείο επαναπατρισμού της αναστροφής του brain drain που είναι και το κορυφαίο τεστ της κυβέρνησης της ΝΔ όσον αφορά την απήχησή της στη διασπορά– μπορεί να προέλθει μόνο από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής που θα θίξει εκατοντάδες χιλιάδες κυρίως αυτοαπασχολούμενους και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο όμως, θίγοντας δηλαδή την άτυπη εργασία και απασχόληση εις όφελος της εργασίας σε μεσαίες και μεγάλες διεθνοποιημένες επιχειρήσεις που λειτουργούν νομίμως, μπορούν να δημιουργηθούν οι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας που απαιτεί η γενιά του brain drain προκειμένου να επιστρέψει στην Ελλάδα.

 

 

Η διαιρετική τομή

Δεν αποκλείεται ο ΣΥΡΙΖΑ να αναγκαστεί να υπαναχωρήσει από τη θέση του, αν μάλιστα καταφέρει η ΝΔ να προσελκύσει την στήριξη του ΚΙΝΑΛ, με την οποία ουσιαστικά συμφωνεί, όσο και της Ελληνικής Λύσης και τού ΜέΡΑ25, οπότε και θα λείπει μια ψήφος για το σχηματισμό της πλειοψηφίας των 200 που απαιτεί η νομοθέτηση της εξ αποστάσεως ψήφου. Το ΚΚΕ παραδοσιακά είναι κατά της ψήφου της διασποράς επειδή φοβάται ότι θα θέσει σε κίνδυνο την είσοδό του στο Κοινοβούλιο, επειδή θα χρειάζονται περισσότερες ψήφοι, αριθμητικώς, για να πιάσει το όριο του 3%[17].  

Πάντως, στην πλέον πιθανή περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα συναινέσει στην πρόταση της ΝΔ για την εξ αποστάσεως ψήφο, θα συμβάλει στη διαιρετική τομή που συγκροτεί την ψήφο της διασποράς. Γενεσιουργός αιτία αυτής της διαιρετικής τομής είναι, όπως ελέχθη και παραπάνω, ότι σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου εκδηλώνονται ισχυρές αντιστάσεις στην πιθανότητα προσαρμογής σε διεθνή πρότυπα και συμπεριφορές που θέτουν οι προηγμένες χώρες αναφοράς για το ελληνικό συλλογικό γίγνεσθαι (πρότυπα και συμπεριφορές που ενσωματώνονται τόσο από την ταυτότητα της χώρας ως κράτος μέλος της ΕΕ όσο και από τα διεθνή βιώματα των πολιτών της που καλύπτουν ευρύ φάσμα από την τουριστική επίσκεψη, την επιχειρηματική σχέση, τις σπουδές στο εξωτερικό και, βέβαια, τη μετανάστευση και την ένταξη στην ελληνική διασπορά), οι δύο μείζονες πολιτικοί αντίπαλοι τείνουν να προσδιορίζονται από αυτή τη διαζευκτική επιλογή, είτε της προσαρμογής είτε της άρνησής της.

Στην παρούσα συγκυρία, και χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό που διακριτά τους χωρίζει περισσότερο και από την ιδεολογία είναι ότι για τη ΝΔ η προσαρμογή στα διεθνή πρότυπα είναι ο κορυφαίος στόχος, ενώ για τον ΣΥΡΙΖΑ η άρνησή του στην προσαρμογή. Είναι χαρακτηριστικό, από αυτή την άποψη, ότι η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ, όταν δηλώνει την ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων που έχει επιλέξει, αναφέρεται σε περιοχές όπως π.χ. ο χώρος της παιδείας που δεν συνιστούν ιδεολογικά κινούμενες καινοτομίες, όπως π.χ. οι πρωτόγνωρες για την εποχή τους νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις Ρέιγκαν και Θάτσερ. Αντίθετα, αντανακλούν τη συναίνεση που έχει επικρατήσει για διάφορες δέσμες συγκεκριμένων πολιτικών και έχει αποκρυσταλλωθεί από οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ και η Παγκόσμια Τράπεζα, βάσει αποδείξεων (evidence based policy), και που συνιστούν βέλτιστες πρακτικές, μετά την πολυετή εφαρμογή σχετικών πολιτικών από κεντροαριστερές και κεντροδεξιές κυβερνήσεις διαφόρων χωρών (π.χ. δημόσια παιδεία στο φινλανδικό παράδειγμα, τριμερής επαγγελματική κατάρτιση στην Γερμανία κ.λπ.).

Αναλόγως και παρ’ όλη την ιδεολογική διαφοροποίηση και τον πλουραλισμό που πιστεύουμε πως χαρακτηρίζει τη διασπορά, τόσο ιστορικά, όπως έχει τεκμηριωθεί, όσο και την τωρινή περίοδο, κατά την εκτίμηση μας, κρίνουμε, για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, ότι για μια πολιτικά σημαίνουσα πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών που διαβιούν στο εξωτερικό, οι πολιτικές προτιμήσεις τους στην Ελλάδα κρίνονται από την έως τώρα εκτίμησή τους για τη ΝΔ ως το κόμμα της προσαρμογής σε αυτό που εκλαμβάνουν ως το διεθνές βέλτιστο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη σειρά του, λόγω των στρατηγικών του επιλογών που το οδήγησαν να ταυτιστεί σχεδόν απόλυτα, πρώτα στην εξουσία και μετέπειτα στην αξιωματική αντιπολίτευση, με τους γηγενείς Έλληνες που αρνούνται την προσαρμογή, δεν είναι σε θέση να συγκινήσει την πλειοψηφία των Ελλήνων που κατ’ εξοχήν προσαρμόστηκαν ανταποκρινόμενοι στις προσδοκίες και στις ανάγκες τους: τους Έλληνες που έμαθαν να λειτουργούν στη Γερμανία όπως οι Γερμανοί, στις ΗΠΑ όπως οι Αμερικανοί, στη Βρετανία όπως οι Βρετανοί.

*Οι απόψεις του συγγραφέα είναι προσωπικές

 

  

 


[1] Ο γράφων εξετάζει τον περιθωριακό όσο και υποτιμημένο ρόλο της διασποράς από την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και έπειτα από το πολιτικό σύστημα της χώρας αλλά και από την εγχώρια ερευνητική κοινότητα στο https://www.sant.ox.ac.uk/sites/default/files/kamaras_on_research_literature.pdf . Περιγράφει επίσης την απροθυμία του πολιτικού μας συστήματος, με την ιδιότητα του ως διεθνής προσοδοθήρας, να προσελκύσει κεφαλαιουχικές και άλλες ροές από τη διασπορά, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων της διασποράς για έλεγχο και λογοδοσία που θα επέσυραν αυτές οι ροές, σε αντίθεση με τις μεταβιβάσεις της ΕΕ που επέσυραν διαχειρίσιμες απαιτήσεις από το πολιτικό σύστημα, στο https://www.sant.ox.ac.uk/sites/default/files/giving_voice_to_exit.pdf .

[2] Για το πρόγραμμα της ΕΡΤ για τη διασπορά, βλ. Λένα Διβάνη, «Ποιος ακούει τη “Φωνή της Ελλάδας”; Η αναποτελεσματικότητα της κρατικής πολιτικής για την διασπορά όπως εκφράστηκε μέσω της ΕΡΤ», στον συλλογικό τόμο: Άννα Βεντούρα - Λάμπρος Μπαλτσιώτης (επιμ.), Το έθνος πέραν των συνόρων – «Ομογενειακές» πολιτικές του Ελληνικού Κράτους, Βιβλιόραμα, 2013.

[3] Ο Μανώλης Πρατσινάκης και ο Λόης Λαμπριανίδης, στο Greece’Migration at time of Crisis (http://eprints.lse.ac.uk/66811/1/GreeSE-No.99.pdf, σελ. 10), διαπιστώνουν τη ριζική μεταβολή από την προ κρίσεως στη μετά την κρίση περίοδο σχετικά με το πώς ο γενικός πληθυσμός, όσο και οι δυνάμει μετανάστες, αντιμετώπιζαν την προοπτική της μετανάστευσης. Σε πιο πρόσφατη έρευνά του, ο Μανώλης Πρατσινάκης (Social and discursive constraints and the decision to leave: Emigration from Greece at times of crisis, http://seesoxdiaspora.org/assets/site/papers/Pratsinakis_WP.pdf) διαπιστώνει την εξασθένηση της αντίστασης των γονέων στη μετανάστευση, λόγω της αδυναμίας τους, μέσα στην κρίση, να προσφέρουν στα ενήλικα παιδιά τους ένα ασφαλές και οικονομικά άνετο μέλλον. Είναι λογικό όμως να υποθέσουμε ότι μια δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα αποδώσει αξία εκ νέου στο κοινωνικό κεφάλαιο όσο και σε υλικά περιουσιακά στοιχεία της ελληνικής οικογένειας και, άρα, θα ενδυναμώσει, ενδοοικογενειακά, το κάλεσμα της επιστροφής.      

[4] OΛόης Λαμπριανίδης, γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης που ανέπτυξε τις σχετικές πολιτικές επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ, προσωποποιεί αυτή την ανισομερή έμφαση, μια που, ενώ στην πρωτοπόρα έρευνά του για τη διαρροή εγκεφάλων πριν την κρίση διαπιστώνει πως η προβληματική διακυβέρνηση στα ΑΕΙ, και η παρεπόμενη ανεπαρκής σύνδεσή τους με την ελληνική οικονομία, συμβάλλει στο braindrain(βλ. Λόης Λαμπριανίδης, Επενδύοντας στη φυγή. Η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα τη εποχή της παγκοσμιοποίησης, Κριτική, Αθήνα 2011), ο ίδιος συμμετείχε σε μια κυβέρνηση ακραία αντιμεταρρυθμιστική στον τομέα της τριτοβάθμιας δημόσιας παιδείας.    

[5] Ο γράφων εξετάζει το συγκεκριμένο θέμα στο http://seesoxdiaspora.org/publications/briefs/center-left-primaries-and-the-diaspora-the-e-vote-controversy

[6] Το ΚΙΝΑΛ σε πρόσφατη τοποθέτησή του τάχθηκε υπέρ της προσμέτρησης της ψήφου της διασποράς στις εθνικές εκλογές στο τελικό αποτέλεσμα της επικράτειας, αλλά και της ταυτόχρονης δημιουργίας 6-7 εδρών της διασποράς, ουσιαστικά υποστηρίζοντας τη θέση της ΝΔ στο μείζον και του ΣΥΡΙΖΑ στο έλασσον. Προφανώς είναι εφικτή αυτή η στάση, μια που δεν θέτει σε κίνδυνο την ηγεσία της Φώφης Γεννηματά, παραπέμπει σε παλαιότερες θέσεις του ΠΑΣΟΚ και ίσως εκφράζει την εκτίμηση του ΚΙΝΑΛ ότι η ψήφος της διασποράς θα το ωφελήσει, λόγω ιστορικών δεσμών του ΠΑΣΟΚ, ενώ θα ζημιώσει τον ΣΥΡΙΖΑ.  

[7] Συγκεκριμένα ερευνητές με ειδίκευση στο δικαίωμα της ψήφου των αποδήμων όπως ο Δημήτρης Χριστόπουλος, στη δημοσίευσή του «Το έθνος πέραν των συνόρων αλλά ο λαός εντός: σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα της ελληνικής διασποράς», στον συλλογικό τόμο: Άννα Βεντούρα - Λάμπρος Μπαλτσιώτης (επιμ.), Το Έθνος πέραν των συνόρων – Ομογενειακές πολιτικές του Ελληνικού Κράτους, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2013. Βέβαια, ιστορικοί έχουν αναδείξει τον πλουραλισμό των πεποιθήσεων διαφορετικών κοινοτήτων της ελληνικής διασποράς κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, βλ. τη δημοσίευση του Αθανασίου Γραμμένου για τη συμμαχία της Αρχιεπισκοπής της Νέας Υόρκης, επί μητροπολίτη Ιακώβου, με τον αγώνα για τα δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ, “Political Advocacy along ethnic and national lines: the case of the Greek Orthodox Archdiocese of Northand South” (http://seesoxdiaspora.org/publications/working-papers-series/political-advocacy-along-ethnic-and-national-lines). Βλ. ακόμα τη μελέτη του ιστορικού, διευθυντή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) που συνδέονται με τον ΣΥΡΙΖΑ, Κωστή Καρπόζηλου, για τους Έλληνες συνδικαλιστές στις ΗΠΑ: Κόκκινη Αμερική: Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου (1900-1950), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, καθώς και τη δημοσίευση του AnthonyGormanγια τον ιδεολογικό-ταξικό διαχωρισμό των Αιγυπτιωτών αναφορικά με τη στάση τους προς την ανεξαρτησία της Αιγύπτου από τον βρετανικό έλεγχο: “Repatriation, Migration, Readjustment: Egyptian Greek Dilemmas of the 1950s”, στο Dimitris Jiovas (ed.), Greek Diaspora and Migration since 1700, Ashgate 2009.

[8] Βλ. ενδεικτικά τη δημοσίευση της Ελισάβετ Μαυρουδή για την ανταπόκριση των Ελλήνων της Αυστραλίας στην Ελλάδα της κρίσης και πώς αυτή η ανταπόκριση επηρεάζεται από την πρόσληψη της διάχυτης θεσμικής υστέρησης και αδιαφάνειας της χώρας:   https://repository.lboro.ac.uk/articles/Helping_the_homeland_Diasporic_Greeks_in_Australia_and_the_potential_for_homeland-orientated_development_at_a_time_of_economic_crisis/9486734

[9] Οι Κώστας Παπαγγελόπουλος και Ορτρούν Μέρκλε εξετάζουν πώς οι Έλληνες μετανάστες στην Ολλανδία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ναι μεν διαπιστώνουν τη διαφορά στην αποτελεσματικότητα και τη χρηστή διαχείριση μεταξύ των κρατών και των κοινωνιών των φιλοξενουσών χωρών και της Ελλάδας, αλλά γίνονται λιγότερο ανεκτικοί σε φαινόμενα όπως η διαφθορά στην Ελλάδα, δεν δύνανται όμως να διοχετεύσουν αυτή τη νοοτροπία που αποκτούν εκτός Ελλάδος σε συλλογική δράση και επιρροή εντός της χώρας, βλ. http://seesoxdiaspora.org/publications/briefs/investigating-the-impact-of-experiences-abroad-on-perceptions-of-corruption-a-case-study-on-greek-migrants-in-germany,-the-netherlands-and-the-united-kingdom

[10] Βλ. σχετικώς το άρθρο του Νίκου Αλιβιζάτου στην Καθημερινή, όπου διαπιστώνεται αυτός ο προβληματισμός της Επιτροπής Πουλάκη, https://www.kathimerini.gr/1040694/article/epikairothta/politikh/nikos-k-alivizatos-yhfos-twn-apodhmwn-as-mh-xa8ei-kai-ayth-h-eykairia

[11] Για μια ανάλυση της σύνθεσης των διασπορικών οργανώσεων βλ. το http://seesoxdiaspora.org/publications/briefs/developing-the-greek-diaspora-interactive-map-at-seesox-the-beginning

[12] Συνέντευξη του γράφοντος με έλληνα επιχειρηματία της Μελβούρνης, ηγήτορα της κοινότητας Λεσβίων της Αυστραλίας, τον Οκτώβριο του 2017 στη Θεσσαλονίκη.

[13] Βλ. ενδεικτικά το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Μολύβου που διοργάνωσαν δύο δεύτερης γενιάς Ελληνογερμανίδες με καταγωγή από τη Λέσβο, οι αδελφές Ντέρκεν.

[14] Σχετική μελέτη για τη σύγκρουση διακυβέρνησης στο Κολλέγιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέδειξε την ικανότητα εύπορων μελών της διασποράς, στελεχών, κεφαλαιούχων, καθηγητών επίλεκτων πανεπιστημίων των ΗΠΑ, να αφιερώνουν επί σειρά ετών πολύτιμο χρόνο και άλλους πόρους στη διοίκηση αυτών των δύο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, βλ. “Diaspora philanthropy and volunteerism as a contestable process: Tracing connections and disconnections between diaspora and homeland in the Greek education sector”, http://seesoxdiaspora.org/publications/working-papers-series/diaspora-philanthropy-and-volunteerism-as-a-contestable-process

[15] Σχετική έρευνα της ICAP διαπιστώνει ότι, για ποσοστό 44 % των ερωτηθέντων, η αναξιοκρατία και η διαφθορά ήταν ο κορυφαίος λόγος μετανάστευσης, ακόμη μεγαλύτερης σημασίας και από την οικονομική κρίση και την αβεβαιότητα. Και ναι μεν ένα 50 % κρίνει τις αντίστοιχες οικονομικές απολαβές, με αυτές του εξωτερικού, ως κορυφαίο κίνητρο για την επιστροφή, όμως μπορούμε να υποθέσουμε ποια χαρακτηριστικά θα έχει ένα θεσμικό περιβάλλον στην Ελλάδα που θα εξασφάλιζε τέτοιου μεγέθους απολαβές για το brain drain της κρίσης, βλ.   https://www.icap.gr/Images/Conferences/HCS18_Brain%20Drain_Draft%20presentation_June%207th.pdf

[16] Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην πρόσφατη ομιλία του στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, επέλεξε να επισημάνει στο ελληνοαμερικανικό κοινό του την κατάργηση του ασύλου στα ΑΕΙ ως ένδειξη μιας κανονικότητας, της εδραίωσης δηλαδή της έννομης τάξης, που είναι κατανοητή και αυτονόητα σεβαστή σε φιλοξενούσες χώρες της ελληνικής διασποράς όπως, εν προκειμένω, οι ΗΠΑ.  

[17] Συνέντευξη στον γράφοντα δρώντος πολιτικού του ΠΑΣΟΚ με διαχρονική ενασχόληση με τη διασπορά, στις 29 Μαΐου 2018 στην Αθήνα.

Αντώνης Καμάρας

Πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής στο Greek Diaspora Project South East European Studies at Oxford (SEESOX).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά