Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Δημοκρατική υποχρέωση η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κοινωνία Πολιτκή θεωρία Τεύχος 90
Ειδομένη, Μάρτιος 2016. Σύριοι, κατά κύριο λόγο, πρόσφυγες προσπαθούν να φυλαχτούν από το κρύο και την υγρασία στο αυτοσχέδιο στρατόπεδο, στη συνοριακή γραμμή της Ελλάδας με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, που έως κάποια στιγμή ήταν πέρασμα προσφύγων στην πορεία τους προς τη Γερμανία και άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.  Ειδομένη, Μάρτιος 2016. Σύριοι, κατά κύριο λόγο, πρόσφυγες προσπαθούν να φυλαχτούν από το κρύο και την υγρασία στο αυτοσχέδιο στρατόπεδο, στη συνοριακή γραμμή της Ελλάδας με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, που έως κάποια στιγμή ήταν πέρασμα προσφύγων στην πορεία τους προς τη Γερμανία και άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Νατάσσα Πασχάλη

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Οι πρόσφυγες και τα καθήκοντά μας απέναντί τους, Πόλις, Αθήνα 2017, 96 σελ. 

Όταν ένα σύνολο ανθρώπων αποτυγχάνει να οργανωθεί ή να διατηρηθεί σε μια πολιτική κοινωνία ικανή να σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την αποτροπή του οποίου έχουμε ένα καθήκον. Είναι πολιτική υποχρέωση το συλλογικό μας καθήκον απέναντι στους πρόσφυγες, κι η προστασία που τους οφείλουμε έχει μια ευρύτερη οπτική από το να τους προστατέψουμε να μη φυλακιστούν, να μη βασανιστούν και να μην εκτελεστούν. Περισσότερο απ’ αυτό, πρόκειται για την αναγνώριση της αξίας τους, για την ηθική τους αναγνώριση ως ελευθέρων και αυτονόμων προσωπικοτήτων, όπως ακριβώς και εμείς. Πρόκειται για την παροχή σε αυτούς του θεμελιώδους δικαιώματος που έχουν στερηθεί να ζουν με όρους ελευθερίας, δικαιοσύνης και αυτοπραγμάτωσης. Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου προσεγγίζει το Προσφυγικό με όρους της ηθικής και του δικαίου. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το Books' Journal, τχ. 90, με αφορμή τη βράβευση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου με ειδικό κρατικό βραβείο για βιβλίο που προάγει το διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα. 

 

“Das Land, das die Fremden nicht beschützt, geht bald unter”

(«Η χώρα, που δεν προστατεύει τους ξένους, γρήγορα θα χαθεί»)

Johann Wolfgang von Goethe, West-östlicher Diwan (1819)[1]

 

Είναι κοινός τόπος ότι οι τεράστιες προσφυγικές ροές[2] των τελευταίων ετών (κυρίως μετά το 2015) είναι η μεγίστη πρόκληση των ημερών για την Ευρώπη, αλλά και για τη Δύση γενικότερα. Τέτοιου είδους και έκτασης μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών είχαν να γίνουν στην Ευρώπη από το 1945, όταν μετά την ήττα του Γ’ Ράιχ μετακινήθηκαν προ του προελαύνοντος νικηφόρου σοβιετικού στρατού πολλά εκατομμύρια Γερμανοί από την Ανατολική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη προς τη Γερμανία, εκδιωχθέντες από τις χώρες (Πολωνία, Βαλτικές, Τσεχία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία) στις οποίες παραδοσιακά και επί αιώνες κατοικούσαν. Τόσο όμως στην περίπτωση εκείνη, όσο και στην περίπτωση της μετακίνησης πληθυσμών ως συνέπεια του γιουγκοσλαβικού «εμφύλιου» πολέμου (1991-95), οι πληθυσμοί που μετακινήθηκαν σε νέες «πατρίδες» ήταν πληθυσμοί ομοιογενείς πολιτιστικά (συχνά και εθνικά) με τους πληθυσμούς της χώρας υποδοχής. Αντίθετα, οι πρόσφατες προσφυγικές ροές προς την Ευρώπη (για να περιοριστούμε σε αυτή) είναι μαζικές και προέρχονται από χώρες με τελείως διαφορετική πολιτιστική/θρησκευτική παράδοση από την ευρωπαϊκή. Πρόκειται για πρόσφυγες ή μετανάστες που προέρχονται από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, το μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων είναι μουσουλμάνοι (Συρία, Ιράκ, Κουρδιστάν, Αφγανιστάν, Μαρόκο, Λιβύη, Υεμένη, Πακιστάν, Μπανγκλαντές και υποσαχάρια Μαύρη Αφρική). Ανεξάρτητα από το ότι στο συλλογικό υποσυνείδητο των Ευρωπαίων ο φόβος της λεγόμενης «μουσουλμανικής» απειλής έρχεται από πολύ παλιά[3], αντικειμενικά, η μαζική εισροή ταλαιπωρημένων ανθρώπων από τελείως διαφορετικούς πολιτιστικούς ορίζοντες, με τελείως άλλες αντιλήψεις για τις σχέσεις των δυο φύλων, για το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, για τον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό των ατόμων, τη δημόσια παρουσία κ.λπ. είναι φυσικό να δημιουργεί μεγάλες εντάσεις και δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πολύ περισσότερο όταν συμβαίνει σε περίοδο οικονομικής κρίσης, ανεργίας, μειωμένης ικανότητας διαθέσεως δημοσίων πόρων για λόγους κοινωνικής ασφάλειας, οπότε οι γηγενείς αισθάνονται ότι απειλείται η εθνική τους ταυτότητα[4] και αυτοαντίληψη, φοβούνται ότι στο όχι μακρινό μέλλον μπορεί και να γίνουν μειοψηφία στις πατρίδες τους και βλέπουν τους νεοεισερχόμενους ως ανταγωνιστές στην αγορά εργασίας και στην άντληση κρατικών οικονομικών πόρων. Οι φόβοι αυτοί, είτε είναι δικαιολογημένοι είτε υπάρχει σ’ αυτούς κάποιο στοιχείο υπερβολής, είναι υπαρκτοί και αποτελούν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από πολλούς δημαγωγούς ή λαϊκιστές πολιτικούς, πολλοί από τους οποίους έχουν στηρίξει την πολιτική τους σταδιοδρομία κυρίως στην εκμετάλλευση αυτή. Έτσι το πρόβλημα αυτό έχει αναδειχθεί στο κύριο πρόβλημα τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και γι’ αυτό που ονομάζουμε Δύση γενικότερα σε διακρατικό επίπεδο, όσο και για την εσωτερική πολιτική ζωή των κρατών-μελών της. Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία διάσκεψη κορυφής της ΕΕ,[5] όσο και η πρόσφατη κυβερνητική κρίση στην Γερμανία (διαφωνία Μέρκελ - Σιχόφερ), καθώς και η ανάδειξη της ξενοφοβικής και αντιμεταναστευτικής Λέγκας του Σαλβίνι στην Ιταλία, οφείλονται στο φόβο των προσφυγικών (άλλως: μεταναστευτικών) ροών[6].

Είναι αλήθεια ότι, γενικά, υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ της έννοιας του πρόσφυγα και εκείνης του μετανάστη. Αυτοί που ρισκάρουν τη ζωή τους στην Μεσόγειο για να έλθουν στον ευρωπαϊκό «παράδεισο» δεν έχουν, σε μεγάλο βαθμό, τις προϋποθέσεις να χαρακτηρισθούν πρόσφυγες κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951[7], η οποία προστατεύει μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα και μόνο από τον κίνδυνο πολιτικών διώξεων, όχι από την ανέχεια, τη φτώχεια. Παρ’ όλα αυτά, γενικά, η κοινή γνώμη των χωρών της Ευρώπης (και της βόρειας Αμερικής), καθώς και οι ξενόφοβες πολιτικές ηγεσίες, διάκεινται εχθρικά απέναντι στον «ξένο», στον «διαφορετικό», και υποπτεύονται ότι, πίσω από τους φερόμενους ως πρόσφυγες, κρύβονται οικονομικοί μετανάστες, οι οποίοι έρχονται για να «κλέψουν» ευημερία από τους γηγενείς και να επιβάλλουν τον τρόπο ζωής τους. Έτσι, και λόγω της πρωτόγνωρης μαζικότητας και της ταχύτητας, δίκην βιαίου φυσικού φαινομένου, του προσφυγικομεταναστευτικού προβλήματος, βρίσκονται σε διαρκή αμυντική υποχώρηση οι φωνές οι οποίες υπενθυμίζουν την ιστορική αξία της αρχής της χορήγησης ασύλου, που πρέπει να χορηγείται σε κάθε διωκόμενο του οποίου κινδυνεύουν οι ελευθερίες και τα δικαιώματα, ως κορυφαία αξία του ευρωπαϊκού (και γενικότερα του «δυτικού») νομικού πολιτισμού. Παρ’ ότι η σχετική συζήτηση είναι εξ ορισμού συσκοτισμένη και όχι νηφάλια, διότι πολλοί μιλούν για μετανάστες καθ’ ην στιγμή αναφέρονται σε πρόσφυγες, με αποτέλεσμα να υπερμεγεθύνονται οι αριθμοί αυτών που πρέπει να γίνουν δεκτοί (ώστε αν όχι να τρομοκρατείται, πάντως να εντυπωσιάζεται η ούτως ή άλλως φοβισμένη κοινή γνώμη, με περαιτέρω αποτέλεσμα να ζητείται συρρίκνωση της προστατευτικής ασπίδας της Σύμβασης της Γενεύης), πολλά υπαρκτά προβλήματα, όπως η αντοχή μιας κοινωνίας να δεχτεί στους κόλπους της μεγάλο αριθμό έστω προσφύγων και μάλιστα τελείως διαφορετικής πολιτιστικής αφετηρίας κάνουν το ζήτημα ακόμη πιο δυσχερές στην πρακτική εφαρμογή του. Εξ οο και οι πολλές γνώμες που υποστηρίζονται από τα διάφορα κράτη[8] και η δυσκολία εξεύρεσης κοινά αποδεκτής πανευρωπαϊκής λύσης.

Εξ ου ακόμη και η ανάγκη να μπει ο διάλογος αυτός στη σωστή του βάση. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να ξαναθυμηθούμε τα θεμελιώδη. Ποια είναι η σημασία και ποιος είναι ο ρόλος του ανθρωπιστικού δικαίου γενικά και του δικαιώματος του ασύλου ειδικότερα στην έννομη τάξη μας[9]. Για ποιο λόγο έχει τη σημασία που έχει και πρέπει να του αποδίδεται στις σχετικές νομικές σταθμίσεις. Hξεχωριστή αυτή σημασία γίνεται αντιληπτή μόνο αν ανατρέξει κανείς στη βαθύτερη αιτιολόγηση και θεμελίωση του ήδη θεμελιωμένου νομικά δικαιώματος. Αυτό επιχειρεί να κάνει η σύντομη μελέτη του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, Οι πρόσφυγες και τα καθήκοντά μας απέναντί τους. Η προσπάθεια αυτή ξεκινά με μια βασική ηθικοφιλοσοφική παραδοχή ως θεμέλιο του δικαιώματος ασύλου (και του σύστοιχου καθήκοντός μας αρωγής προς τους πρόσφυγες) και καταλήγει στη θεμελίωσή του σε πολιτική βάση. Mια πολιτική βάση που ξεπερνάει τα όρια της κάθε συγκεκριμένης πολιτείας, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω. Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του βιβλίου. Διότι, εφ’ όσον αναφερόμαστε σε νομικό δικαίωμα και νομική υποχρέωση, γίνεται με τον τρόπο που χειρίζεται το θέμα ο συγγραφέας πιο ρεαλιστική και πιο πειστική η προεξάρχουσα σημασία του και στηρίζεται σε πιο σταθερά θεμέλια, παύοντας να γίνεται αντιληπτό ως ένα απλό ηθικό καθήκον.

Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου απλό, διότι το θέμα είναι πολύ φορτισμένο, αλλά νομίζω ότι ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου το αντιμετωπίζει με πολύ πειστικό τρόπο, μεταβαίνοντας πολύ προσεκτικά από στάδιο σε στάδιο του συλλογισμού του, για να καταλήξει σε μια ολοκληρωμένη άποψη, με την οποία μπορεί ίσως κάποιος να διαφωνεί, αλλά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν είναι σοβαρά υποστηρίξιμη από την άποψη της θεωρίας του δικαίου. Και απ’ όσο μπορώ να ξέρω, πρώτη φορά επιχειρείται η διατύπωση μιας τέτοιας πρωτότυπης και ολοκληρωμένης άποψης.

 

Η HΘΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου υποστηρίζει ότι υπάρχει ένα βασικό κανονιστικό επιχείρημα εκκίνησης για τα καθήκοντα που έχουμε όλοι απέναντι σε όσους προσφεύγουν σε μας, διότι έχασαν την ελευθερία τους και κινδυνεύουν στη χώρα προέλευσής τους. Το επιχείρημα αυτό, το οποίο δεν είναι, κατά την αντίληψή του, μόνο ηθικό, και το οποίο επεξεργάζεται και ως πολιτικό, άρα και «δικαιικό»,[10] στηρίζεται στη διαπίστωση ότι δεν νοείται δημοκρατική πολιτεία η οποία να μη στηρίζεται σε κάποιες αξίες. Αλλιώς έχουμε μια contradictioinadjecto. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα σύνολο διαδικαστικών κανόνων και δεν μπορεί να είναι αδιάφορη για το τι αποφασίζεται μέσα στο πλαίσιο των κανόνων αυτών. Έχει και μια ιδεατή διάσταση. Ο στόχος της δεν είναι μόνο η απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων, αλλά και η εξασφάλιση πλαισίου ελευθερίας σε όλους τους πολίτες της, για να μπορούν αυτοί να ολοκληρώνονται ως ηθικές προσωπικότητες και να ζουν τη ζωή τους αυτόνομα, έτσι ώστε να της δίνουν νόημα.[11] Αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι μια δημοκρατία αποτελείται αναγκαστικά από αυτόνομες ηθικά προσωπικότητες. Στηρίζεται σε αυτές και επιζεί μόνο όσο αυτές υπάρχουν.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η δημοκρατική πολιτεία (η κάθε δημοκρατική πολιτεία) είναι φορέας ενός αναπόδραστου καθολικού ηθικού μηνύματος[12]. Και αυτό είναι είναι ότι κάθε άνθρωπος, ως εκ της εγγενούς του αξίας ως ελλόγου όντος, ανήκει εξ ορισμού και ισότιμα σε μια τέτοια «ηθική κοινοπολιτεία» δημοκρατικών πολιτών. Και τούτο, είτε ζει σε ελεύθερη δημοκρατική πολιτεία είτε όχι.

Σε αυτή την ηθική βάση της «ίσης καθολικότητας» στηρίχτηκε ήδη –και προ της εγκαθιδρύσεως των πρώτων δημοκρατικών πολιτειών, τον 18ο και τον 19ο αιώνα– από την αρχαιότητα, με πρώτο τον Αισχύλο[13] και ύστερα από τους Στωικούς, αργότερα δε, με βάση τις χριστιανικές διδαχές,[14] το καθήκον αλληλεγγύης και συμπαράστασης προς κάθε διωκόμενο, διακινδυνεύοντα τη ζωή του, διότι αρνείται να αποδεχτεί τη στέρηση των ελευθεριών του.

Αυτή η κοινή σε όλους μας «ηθική κοινοπολιτεία» δεν είναι μόνο συναισθηματική ή εγκεφαλική κατάσταση. Απ’ αυτήν απορρέουν συγκεκριμένα καθήκοντα. Καθήκοντα πρακτικά. Ο συγγραφέας αναφέρει σχετικά το συγκινητικό παράδειγμα μιας απλής ταβερνιάρισσας της Σάμου, η οποία έδινε για πολύ καιρό κάθε μέρα τροφή σε πρόσφυγες οι οποίοι έφταναν στο νησί με αυτοσχέδιες λέμβους από την Τουρκία και η οποία, χωρίς να έχει προφανώς ποτέ διαβάσει τον Καντ,[15]έλεγε, όταν ρωτιόταν γιατί το κάνει: «μπορεί εγώ κάποτε να ήμουν στην θέση τους· δεν θα ήθελα τότε εγώ να έκαναν κάποιοι άλλοι τα ίδια για μένα;».

Δύο είναι οι ακόλουθες σκέψεις στις οποίες προβαίνει στο επόμενο βήμα των συλλογισμών του ο συγγραφέας, σε σχέση με τις συνέπειες αναγνώρισης της «ηθικής κοινοπολιτείας», επί του ζητήματος των καθηκόντων μας απέναντι στους πρόσφυγες.

Η πρώτη είναι ότι, στην εποχή μας, δεν πρόκειται για μεμονωμένους πρόσφυγες-ικέτες που καταφθάνουν πού και πού σποραδικά ζητώντας άσυλο, ύστερα από κάποιο ιστορικό «ατύχημα» στη χώρα τους, αλλά για κανονική πλημμυρίδα ατόμων που προσπαθούν να ξεφύγουν από βίαια, δικτατορικά ή αυταρχικά καθεστώτα ή από εμφύλιους ή θρησκευτικούς αλληλοσπαραγμούς. Σήμερα, μάλιστα, με τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης που έχουν φτάσει παντού, όλοι γνωρίζουν ότι υπάρχουν νησίδες δημοκρατίας, ειρήνης και ευημερίας στον πλανήτη (κυρίως στην Ευρώπη) και δεν είναι διατεθειμένοι πλέον να δέχονται ως δεδομένη, ως επιταγή της μοίρας την κατάσταση πολέμων, βαρβαρότητας και δικτατοριών στην οποία ζουν, όπως συνέβαινε παλαιότερα και ζητούν να έλθουν με κάθε μέσο στο ευρωπαϊκό «Ελντοράντο». Σήμερα, επίσης, τα συγκοινωνιακά μέσα καθιστούν πιο εύκολες τις μετακινήσεις. Ένα τέτοιο, λοιπόν, μαζικό φαινόμενο δεν μπορεί πια να αντιμετωπιστεί με την ατομική ιπποτική ελεημοσύνη, στη βάση της ατομικής ηθικής. Χρειάζεται μια θεσμική διαμεσολάβηση. Μετατρέπεται έτσι το επίμαχο καθήκον σε καθήκον κρατών.

Η δεύτερη σκέψη που είναι απόρροια της καθολικότητας της «ηθικής κοινοπολιτείας» και του καθήκοντος υποδοχής και επικουρίας των προσφύγων είναι ότι δεν πρέπει το ζήτημα αυτό να αντιμετωπίζεται με μια «εντός των τειχών» (π.χ. ενδοελληνική, ενδοευρωπαϊκή) λογική. «Δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε και να αποφασίζουμε για ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν άλλους ερήμην τους γιατί οποιαδήποτε συναισθήματα και αν έχουμε απέναντί τους, θετικά ή αρνητικά, οι πρόσφυγες ανήκουν στην ηθική κοινοπολιτεία», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας (σελ. 25). Δεν υπάρχει το «εμείς» και «αυτοί» στα πανανθρώπινα πράγματα και σε επίπεδο ηθικοπολιτικό, καθώς και σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, που κωδικοποιεί κάποιους κανόνες πανανθρώπινης ηθικής. Αν δεχτούμε κάτι άλλο είναι σαν να θεωρούμε ότι με τα άτομα εκτός της εθνικής μας κοινότητας, ή άλλων θρησκευτικών ή πολιτιστικών κύκλων, δεν μας συνδέει υποχρέωση αλληλεγγύης. Έτσι όμως θα τους αρνούμασταν την κοινή ηθική υπόσταση που συνδέει τους ανθρώπους. Εμάς και αυτούς.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν έχουμε και ειδικά καθήκοντα προς τους συμπολίτες μας, με τους οποίους μας συνδέει ο δεσμός της κοινής ιθαγένειας ή ότι τα καθήκοντα προς συμπολίτες και μη συμπολίτες είναι της ίδιας φύσεως. Τα πρώτα αυτά καθήκοντα και οι ανάλογες υποχρεώσεις καθορίζονται, όπως εκτίθεται και πιο κάτω, από το θετό δίκαιο της κάθε χώρας. Πέραν αυτών, όμως, υπάρχουν τα γενικότερα καθήκοντα που μας συνδέουν, όπως προαναφέρθηκε, με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, με βάση την τελευταία αυτή ιδιότητα. Το καθήκον επικουρίας του μακρινού άλλου είναι ένα καθήκον που επιβάλλεται σε επίπεδο ηθικό ως καθήκον προσωπικό όλων έναντι όλων, και σε επίπεδο νομικό ως ένα καθήκον, κατ’ αρχήν, των κρατών υποδοχής έναντι των υποβαλλόντων αίτημα για χορήγηση ασύλου. Μόνο ένα δημοκρατικό κράτος έχει την εξουσία και τη νομιμοποίηση (αυθεντία) να φέρει εις πέρας αυτή την αποστολή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου επιμένει ότι η υποχρέωση αρωγής των προσφύγων δεν απορρέει από ένα αφηρημένο ηθικό κοσμοπολιτισμό τύπου Μάρθα Νούσμπαουμ, ως προέκταση δηλαδή μιας φιλελεύθερης κοσμοθεωρίας, αλλά από το γεγονός ότι είμαστε πολίτες δημοκρατικών κρατών και, τόσο αυτά, όσο και εμείς, οι πολίτες τους, έχουμε καθήκον δημοκρατικό (και άρα πολιτειακό) συμπαράστασης στους συμμετέχοντες στην «ηθική κοινοπολιτεία», δηλαδή σε όλους τους συνανθρώπους μας οι οποίοι πρέπει να απολαμβάνουν ίση αξιοπρέπεια. Είναι αυτό που ονομάζει «μεικτή κρατικοκεντρική κοσμοπολίτικη αντίληψη». Αυτή είναι που δέχεται ότι τα καθήκοντα προς τους πρόσφυγες διαμεσολαβούνται από ανεξάρτητα δημοκρατικά κράτη[16].

 

ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας, ο Καντ, στη Θεμελίωση της μεταφυσικής των ηθών, έχει γράψει με απαράμιλλο τρόπο ότι

αν η αδιαφορία για τον άλλο επικρατούσε ως καθολικός νόμος, το ανθρώπινο είδος θα επιβίωνε ενδεχομένως, αλλά θα ήταν σαφώς αντιφατικό για εμάς, ως έλλογα όντα να («θέλουμε να») αποδεχτούμε την αδιαφορία προς τον συνάνθρωπο ως έναν καθολικό νόμο, δηλαδή χωρίς την παραμικρή εξαίρεση. (σελ. 40)

Όποιος αγαπάει τον εαυτό του ως ανθρώπινο ον, με τα ηθικά στοιχεία του ελλόγου όντος, με την εγγενή αξία που έχει, δεν μπορεί παρά να αγαπάει τους άλλους, όλους τους άλλους.[17] Επομένως, το καθήκον αρωγής απέναντι στους πρόσφυγες είναι ένα ζήτημα που έχει να κάνει όχι απλώς με την ηθική μας ακεραιότητα ως ατόμων, αλλά και με ένα καθήκον δικαιοσύνης προς τους άλλους. Έτσι, όπως οι άνθρωποι των οποίων απειλούνται ζωτικά συμφέροντα (ζωή, σωματική ακεραιότητα, ελευθερία) έχουν μια αξίωση απέναντί μας, εφ’ όσον έχουμε την ευχέρεια να βοηθήσουμε χωρίς τεράστιο και δυσανάλογο κόστος για μας, να το κάνουμε, έτσι και οι ικέτες ασύλου έχουν αξίωση αρωγής από ένα δημοκρατικό κράτος.[18]

Το ότι το καθήκον απέναντι στους πρόσφυγες δεν είναι μόνο, ή κυρίως, ηθικό, αλλά πολιτικό, ενός «καθολικού» ή «παγκόσμιου» δημοκρατικού πολίτη, πρέπει να μας κάνει να καταλάβουμε την ακριβή φύση αυτού που μας ζητούν οι πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες, όταν μας ζητούν βοήθεια, δεν μας τη ζητούν μόνο, ή κυρίως, ως άνθρωποι που απευθύνονται σε συνανθρώπους, αλλά ως άνθρωποι που έχουν διαφορετική από εμάς ιθαγένεια και απευθύνονται στη δική μας πολιτική κοινότητα, διότι αυτή διαθέτει εκείνο που δεν έχει η δική τους. Με άλλα λόγια, εκείνοι που εγκαταλείπουν τις εστίες τους και αναζητούν άσυλο και προστασία σε μια άλλη χώρα αξιώνουν μια συγκεκριμένη ηθική και πολιτική στάση και θέλουν, πάνω απ’ όλα, να αντιμετωπιστούν με αξιοπρέπεια, καθώς και να τους διατεθεί ένας ουσιαστικός και συμβολικός χώρος ύπαρξης και επικοινωνίας. Δεν περιμένουν απλώς τροφή, ρουχισμό και καταφύγιο και δεν προσβλέπουν αναγκαστικά σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Συνέπεια αυτού είναι ότι δεν πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε συγκαταβατικά, αφ’ υψηλού και πατερναλιστικά σαν να τους κάνουμε φιλανθρωπία. Διεκδικούν δικαίωμα που τους ανήκει.

 

ΤΑ ΕΞΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

Όταν συγκροτούμε τους όρους της δικής μας ελευθερίας, δεν κάνουμε κάτι μόνο για τον εαυτό μας, για να ωφεληθούμε εμείς. Οργανώνουμε μια πολιτική συνύπαρξη και για τους άλλους, για να έχουμε επικοινωνία μαζί τους. Και αυτό αφορά βεβαίως, σε πρώτη φάση, τους συμπολίτες μας απέναντι στους οποίους έχουμε συγκεκριμένα καθήκοντα που προδιαγράφονται από τους κοινούς μας πολιτειακούς νόμους. Αφορά όμως, σε άλλο επίπεδο, και όσους δεν είναι συμπολίτες μας. Απέναντι στους τελευταίους έχουμε «εξωπολιτικά» καθήκοντα, όπως τα αποκαλεί ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου. Τα τελευταία αυτά καθήκοντα είναι μεν διαφοροποιήσιμα ως προς τη φύση τους από τα πολιτικά, αλλά στηρίζονται στους ίδιους λόγους για τους οποίους θέλουμε να οργανώσουμε μια ελεύθερη δημοκρατική πολιτεία στη χώρα μας. Όταν θέλουμε δημοκρατία, και ελευθερίες, και αξιοπρέπεια για τον εαυτό μας, κατά λογική ακολουθία τη θέλουμε για όλο τον κόσμο· μοναχική και εγωιστική δημοκρατία δεν νοούνται. Από την καθολικότητα αυτή δεν μπορεί, λοιπόν, όπως ήδη εκτέθηκε, να εξαιρείται κανείς. Όποιος εξαιρείται και δεν συναντά στη χώρα του αυτά τα αγαθά, έχει δικαίωμα να τα διεκδικήσει από μια άλλη χώρα. Και η τελευταία, αν διαπιστώσει ότι τα έχει στερηθεί για λόγο μη αποδεκτό σε μια δημοκρατία, δεν μπορεί να αρνηθεί να του ανοίξει την πόρτα. Αυτή είναι η φύση του πολιτικού καθήκοντος αρωγής προς τους αιτούντες άσυλο. Το καθήκον αυτό, έτσι πλέον ιδωμένο, δεν προκύπτει (ή δεν προκύπτει κυρίως) από μεταφυσικές πεποιθήσεις ή από μια έμφυτη φιλαλληλία (όποτε αυτή υπάρχει, και καλώς υπάρχει). Στηρίζεται στην ύπαρξη μιας εν δυνάμει παγκόσμιας «κοινοπολιτείας» δημοκρατικών πολιτειών, που αναγνωρίζουν ως απαραβίαστα τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες και τα προστατεύουν. Το κενό που δημιουργείται στις περιπτώσεις που παραβιάζεται αυτός ο κανόνας δημοκρατίας και προστασίας πρέπει, για λόγους ισότητας και δικαιοσύνης, να αποκαθίσταται με τη χορήγηση ασύλου σε κάθε ατομική περίπτωση που το ζητάει. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, που ένας συνάνθρωπος έχει την αξίωση να αντιμετωπίζεται ως ελεύθερος πολίτης και δεν του προσφέρεται αυτή η δυνατότητα. Με άλλα λόγια, όταν ένα σύνολο ανθρώπων αποτυγχάνει να οργανωθεί ή να διατηρηθεί σε μια πολιτική κοινωνία ικανή να σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την αποτροπή του οποίου έχουμε ένα καθήκον. Όχι βέβαια επιβολής διά των όπλων μιας δημοκρατίας στη χώρα που αυτή έχει αποτύχει, διότι τότε παραβιάζουμε εμείς πια τους δημοκρατικούς κανόνες, και δεν έχουμε ποτέ το δικαίωμα να επιβάλλουμε με τη βία αυτό που εμείς θεωρούμε αγαθό· αλλά μέσω του καθήκοντος αρωγής αυτών που χτυπούν την πόρτα μας. Είναι μια υποχρέωση λυτρώσεως από κίνδυνο, γνωστή ούτως ή άλλως και στο Δίκαιο. Αν μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε αυτή την πολιτική, κατά βάση, προέλευση του συλλογικού μας καθήκοντος απέναντι στους πρόσφυγες, θα αντιληφθούμε καλύτερα ότι η προστασία που τους οφείλουμε έχει μια ευρύτερη οπτική από το να τους προστατέψουμε να μη φυλακιστούν, να μη βασανιστούν και να μην εκτελεστούν. Περισσότερο απ’ αυτό, πρόκειται για την αναγνώριση της αξίας τους, για την ηθική τους αναγνώριση ως ελευθέρων και αυτονόμων προσωπικοτήτων, όπως ακριβώς και εμείς. Πρόκειται για την παροχή σε αυτούς του θεμελιώδους δικαιώματος που έχουν στερηθεί να ζουν με όρους ελευθερίας, δικαιοσύνης και αυτοπραγμάτωσης. Τους οφείλουμε ό,τι θα είχαν αν λειτουργούσαν ορθά οι αποτυχημένες πολιτείες από τις οποίες δραπέτευσαν.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Στην ενότητα αυτή, ο συγγραφέας, αφού συμπυκνώνει όλα όσα έχουν προηγηθεί, σημειώνει, κάτι που είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό. Ότι το καθήκον βοηθείας είναι σημαντικό για τη Δημοκρατία, για την ποιότητά της, τις αρχές της. Είναι καθρέφτης του πόσο δημοκράτες είμαστε εμείς οι ίδιοι. Πόσο αντέχουμε τη δημοκρατία εκεί που πράγματι πονάει και γεννά δυσκολίες. Όταν δηλαδή εισπράττουμε διαφορά, μια ενοχλητική διαφορά, όταν εισπράττουμε διατάραξη αυτών που έχουμε συνηθίσει και η έλευση των διαφορετικών μας ταρακουνάει, μας ξεβολεύει. Δεν πρέπει να τους βλέπουμε ως «επαίτες ευημερίας». Κάτι τέτοιο συνιστά βαθύτατη προσβολή γι’ αυτούς. Πρόκειται για ανθρώπους που, όπως γράφει η Χάννα Άρεντ,[19]και υπενθυμίζει ο συγγραφέας,[20] που κάνουν αγώνα επιβίωσης για την ανάκτηση «ενός τόπου που καθιστά την έκφραση γνώμης ουσιώδη και τις πράξεις τους αποτελεσματικές».

Θα ήθελα να σημειώσω, στο τέλος της παρουσίασης αυτής, ότι βασικές αρετές της μελέτης είναι η βαθύτητα της σκέψης του συντάκτη της, που αποδίδεται με γλαφυρότητα και με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα (όσο γίνεται σε τόσο σύνθετα ζητήματα) και, κυρίως, με νηφαλιότητα. Ενώ καταπιάνεται με ένα θέμα το οποίο είναι επιρρεπές σε συναισθηματισμούς, σε ηθικολογίες και μεγαλοστομίες, ο συγγραφέας τα αποφεύγει όλα αυτά, χωρίς να ζημιώνει το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει. Έτσι γίνεται πιο πειστικός. Πρόκειται για ένα σύντομο βιβλίο, που αποκαθιστά ορισμένα «αυτονόητα» τα οποία, μέσα στη μεταμοντέρνα σχετικότητα, την πενία ιδεών και την πτώχευση της πολιτικής σκέψης και πράξης, που διέρχεται όχι μόνο η Ελλάδα αλλά και όλη η Ευρώπη, τείνουν να ανατραπούν, να θεωρηθούν ξεπερασμένα και να πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων.


[1]Από την προμετωπίδα του βιβλίου.

[2]Στην περίπτωση αυτή αναφέρομαι τόσο στους γνήσιους πρόσφυγες, εκείνους δηλαδή που υπάγονται ή μπορούν να υπαχθούν στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, όσο και στους απλούς μετανάστες, τους κάποιες φορές με ευκολία και προχειρότητα οικονομικούς επονομαζόμενους.

[3]Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ευρωπαϊκή ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα ως Christianitas χτίστηκε ήδη από την εποχή της μουσουλμανικής κατάκτησης της Ανδαλουσίας, της μάχης του Πουατιέ το 732, των Σταυροφοριών, των δύο τουρκικών πολιορκιών της Βιέννης, της ναυμαχίας της Ναυπάκτου το 1571, ως αντίθεση και ιερός πόλεμος προς το Ισλάμ. Το ίδιο ισχύει και από την αντίθετη πλευρά.

[4]Πολύ συχνά υποτιμάται η σημασία που έχουν για τους λαούς τα ζητήματα εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας και οι κατ’ αυτής απειλές (πραγματικές ή φαντασιωμένες)· στις περισσότερες περιπτώσεις, τους κινητοποιούν πολύ πιο πολύ απ’ ό,τι τα αιτήματα οικονομικού περιεχομένου.

[5]Του Ιουλίου 2018.

[6]Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι το δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, που οδήγησε στην επικράτηση του Brexit, είχε κύριο άξονα την «πλημμύρα» της Μεγάλης Βρετανίας από ξένους.

[7]Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της Σύμβασης αυτής, «εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως ο όρος "πρόσφυξ" εφαρμόζεται επί […] [π]αντός προσώπου όπερ συνεπεία γεγονότων […]και δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην».

[8]Πολλά από τα οποία, όπως οι λεγόμενες χώρες του Visegrad (Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβακία) χρησιμοποιούν υποκριτικά το επιχείρημα της ανάγκης μη υπέρβασης της οροφής τηε δυνατότητας απορρόφησης προσφύγων από κάθε χώρα, δεδομένου ότι πρακτικά έχουν δεχτεί μηδαμινό αριθμό προσφύγων εξ εκείνων που διήλθαν την Μεσόγειο. Από την άλλη υπάρχουν χώρες, οι οποίες ανεξάρτητα από το γεγονός έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν πολιτικές αντίθετες προς την Σύμβαση της Γενεύης και το Ενωσιακό πλέγμα κανόνων δικαίου προστασίας των προσφύγων, όπως η Ιταλία, η οποία επί κυβερνήσεως συνασπισμού   5 αστέρων/Λέγκας έχει αρχίσει την τακτική να μην επιτρέπει την προσέγγιση σε λιμάνια της πλοίων ανθρωπιστικών οργανώσεων ή και της ίδιας της Frontexπου μεταφέρουν περισυλλεγέντες από την Μεσόγειο ναυαγούς φυγάδες (που κανείς δεν γνωρίζει πριν εξετασθούν εξατομικευμένα οι αιτήσεις που ενδεχομένως θα υποβάλλουν αν δικαιούνται τελικά την αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ιδιότητας του πρόσφυγα ή όχι), έχουν, πάντως, σοβαρό πρόβλημα κορεσμού από την υποδοχή του μεγαλύτερου μέρους των ροών αυτών λόγω γεωγραφικής γειτινιάσεως με τις νοτίως της Μεσογείου χώρες προέλευσης. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η Ελλάδα. Οι κατηγορούν δικαίως τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ ότι δεν σηκώνουν και αυτές το βάρος που τους αναλογεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

[9]Ως τέτοια εννοώ όχι μόνο τους εσωτερικούς νόμους της Ελληνικής Πολιτείας, αλλά -και θα έλεγα- κυρίως τις διεθνείς συνθήκες (με προεξάρχουσα την ήδη αναφερθείσα Σύμβαση της Γενεύης) και το συναφές ενωσιακό δίκαιο που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη.

[10]Ο όρος χρησιμοποιείται εδώ στο πλαίσιο της διάκρισης δικαίου και ηθικής.

[11]“Without dignity our lives are only blinks of duration. But if we manage to lead a good life well, we create something more. We write a subscript to our mortality. We make our lives tiny diamonds in the cosmic sands”: Ronald Dworkin στο Justice for Hedgehogs.

[12]Όπως θυμίζει ο συγγραφέας, η Christine Korsgaard γράφει ότι «αν δεν αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη ταυτότητά μας και ως κανονιστική μας ταυτότητα, τότε καμιά ταυτότητά μας δεν μπορεί να είναι κανονιστική και δεν έχουμε καθόλου λόγους να δράσουμε». Christine Korsgaard, Τhe sources of normativity, Cambridge University Press, 1996.

[13] «[Π]οτιτρόπαιον αιδόμενος ούπερ [...] ιεροδόκα θεών λήμματ’ απ’ ανδρός αγνού» ([Τ]ις θυσίες εκείνου που ευσπλαχνίζεται τον ικέτη οι θεοί τιμούν ως προσφορές θεοσεβούμενου άνδρα), Αισχύλου, Ικέτιδες, στίχ. 349-351.

[14] Με το θέμα ασχολήθηκε ο Μάρκος ΤύλλιοςΚικέρων( 106 π.Χ. - 43 π.Χ.) και αργότερα στους νεότερους χρόνους ο Hugo Grotius (1583-1645), ο Samuel von Pufendorf (1632-1694) και ο Kαντ.

[15]Η περίφημη καντιανή κατηγορική προσταγή «πράττε έτσι ώστε η ρυθμιστική αρχή της βούλησής σου να μπορεί, συγχρόνως, να καταστεί καθολικός νόμος», άλλως: «πράττε σαν να έπρεπε το ηθικό αξίωμα της πράξης σου να θέλεις να γίνει καθολικός νόμος της φύσης». Από την Κριτική του Πρακτικού Λόγου (Κritik der Praktischen Vernunft), 1788.

[16]Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα καθήκοντα αυτά (της οργανώσεως, δηλαδή, και εφαρμογής στην πράξη του συστήματος χορηγήσεως ασύλου) εξαντλούνται μόνο στη σύστοιχη υποχρέωση των κρατών που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Γενεύης και δεν μπορεί να εμφανιστεί περίπτωση κατά την οποία και μεμονωμένα άτομα έχουν καθήκον να επικουρήσουν πολιτικούς φυγάδες σε περίπτωση που κινδυνεύει η ζωή τους ή η επιβίωσή τους.

[17]Πρβλ. υποσημείωση 28, σελ. 41, όπου γίνεται αναφορά στην μελέτη του Allen Wood με τίτλο “Duties to Oneself, Duites of Respect to Others” στο The Blackwell Guide to KantEthics, επιμ. Thomas E. Hill Jr., Wiley-Blackwell 2009.

[18]Το οποίο δεν μπορεί βέβαια να επικαλεσθεί κάποιο τεράστιο και δυσανάλογο κόστος –τέτοιο έχουν μόνο οι ιδιώτες– για να αρνηθεί να δεχτεί στο έδαφός του τον αιτούντα άσυλο και να εξετάσει, σύμφωνα με όλους τους κανόνες δικαίου που τις διέπουν, τις περιπτώσεις αυτές.

[19]Στο “The perplexities of the Rights of Man” στο «Τhe portable Hannah Arendt (επιμ. μαζίμεεισαγωγή Peter Baehr), Penguin, London, 2003, σελ. 37.

[20]Σελ 85.

Χρήστος Ράμμος

Πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Η Λούνα ανάμεσα στην Κλειώ και την Καλλιόπη

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά