Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Ο Σταύρος Τσιώλης και ο Γιάννης Δαλιανίδης

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Μαρτυρίες Τεύχος 2
Ο Σταύρος Τσιώλης (κέντρο) με τον Γιάννη Δαλιανίδη (δεξιά), στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2006. Αριστερά, ο τότε πρόεδρος του Φεστιβάλ, ο ηθοποιός Γιώργος Χωραφάς. Ο Σταύρος Τσιώλης (κέντρο) με τον Γιάννη Δαλιανίδη (δεξιά), στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2006. Αριστερά, ο τότε πρόεδρος του Φεστιβάλ, ο ηθοποιός Γιώργος Χωραφάς. Αρχείο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Στις 23 Ιουλίου 2019 πέθανε ο σκηνοθέτης του κινηματογράφου (και σεναριογράφος, και θεατρικός συγγραφέας) Σταύρος Τσιώλης. Φίλος παλιός, ο εκλιπών είχε εισφέρει στο παρελθόν συνεργασίες του στο Books' Journal. Ανασύραμε από το τεύχος 2 (Δεκέμβριος 2010) τη νεκρολογία του για τον συνάδελφό του (και δάσκαλό του) Γιάννη Δαλιανίδη. Εκτός από μια συναρπαστική μαρτυρία, η αφήγηση εκείνη του Σταύρου Τσιώλη, που ακολουθεί, περιέχει και ισχυρά επιχειρήματα υπεράσπισης και, εν τέλει, αποκατάστασης της αξίας του κινηματογράφου της εποχής των ιδιωτικών στούντιο - και ιδίως της Φίνος Φιλμ.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης αποκαλούσε τους κομπάρσους «μικρούς ηθοποιούς» και χαιρόταν όταν και ’μείς, οι βοηθοί του, τους ονομάζαμε έτσι! Σε κείνο το νυχτερινό γύρισμα, στον τεράστιο περίβολο των πλατώ της Φίνος Φιλμ στους Αγίους Αναργύρους, είχαμε ενενήντα «μικρούς ηθοποιούς». Στο πλάνο που ετοιμάζαμε πολλοί θα ήσαν οι δημοσιογράφοι, άλλοι οι φωτορεπόρτερς και οι υπόλοιποι λαός. Θα κατέφθανε μία κυρία με μαύρη Μπουίκ, θα ορμούσαν οι δημοσιογράφοι και θα ζητούσαν δηλώσεις, τα φλας των φωτογράφων θα άστραφταν, ο μισός λαός θα αποδοκίμαζε, ο άλλος μισός θα επιδοκίμαζε, κι αυτή, αμίλητη, θα προχωρούσε και θα χανόταν πίσω από μια πολυτελή ακαθόριστη είσοδο.

Η αγωνία τού Γιάννη και η δική μου –σαν βοηθού– ήταν μεγάλη. Είχαμε στον περίβολο πέντε σκηνές, μέχρι το ξημέρωμα έπρεπε να τις τελειώσουμε, δεν έπαιρνε νερό, η ημερομηνία της προγραμματισμένης προβολής στους κινηματογράφους ήταν κοντά. Φωτίσαμε λοιπόν όσο ακόμα ήταν μέρα τον περίβολο και με το σούρουπο κάναμε τις διορθώσεις και ήμασταν έτοιμοι για την πρώτη λήψη: τη μεγαλοπρεπή είσοδο της Μπουίκ. Αλίμονο όμως! Η Μπουίκ απουσίαζε! Και από τα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματά μου στο στούντιο συμπέρανα αυτό που φοβόμουν: ο φροντιστής μας περνούσε μία περίοδο έντονης πλατωνικής σχέσης με μια «μικρή ηθοποιό». Και αφού υπολόγισε πως ο φωτισμός του περιβόλου θα κρατούσε πάνω από δύο ώρες μετά το νύχτωμα, τον έπαιρνε να πάει έναν περίπατο με το κορίτσι, παραθαλάσσια, έως το Καβούρι. Κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε. Και τη σκηνή δεν μπορούσαμε να τη γυρίσουμε με άλλο αυτοκίνητο, η Μπουίκ ήταν ρακόρ.

Ο Γιάννης έμεινε βουβός. Το σώμα του σκλήρυνε, τα μάτια του κατέβηκαν στο χώμα. Πρώτη φορά έβλεπα, ένα χτύπημα, μια ατυχία στο γύρισμα, να του στοιχίζει τόσο. Όταν επανήλθε, μπροστά στο βουβό συνεργείο, με έπιασε από το μπράτσο, «έλα να δεις κάτι…» μου είπε. Φτάσαμε κοντά στην είσοδο του περιβόλου. Στην άκρη της μάντρας, από ό,τι θυμάμαι από τότε που πάτησα το πόδι μου στη Φίνος, υπήρχε εγκαταλειμμένο ένα τετράτροχο κάρο, ερειπωμένο, φαγωμένο από τη βροχή και τον ήλιο. «Μ’ αυτό θα ’ρθει…» μου είπε. Πάγωσε το αίμα μου. «Τι λες Γιάννη;» «Είναι εκκεντρική, κάνει την επανάστασή της, δεν ξέρει πώς να την κάνει βέβαια, είναι σε αδιέξοδο, ζαλισμένη, σα να ’χει φάει γροθιά» είπε. Ο ενθουσιασμός του και η πίστη του σε αυτή την αλλόκοτη λύση με ανέβασαν και μένα. «Ο κύριος Φιλοποίμην... Θα του αρέσει... Δεν μείναμε με σταυρωμένα χέρια... Μπορεί και να μας πει “μπράβο”», είπα. «Η καρδιά μου το ξέρει!», ίσα που άκουσα τον Γιάννη.

Όρμησα να υλοποιήσω το σχέδιό του. Έφερα τέσσερα παιδιά, τεχνίτες των ντεκόρ, με ό,τι μπογιές είχανε άρχισαν να βάφουν με διαστημικές ταχύτητες τις ρόδες και τα άρμπουρα τού κάρου, άσπρα, κίτρινα, κόκκινα, μπλε, πανδαισία! Λίγο πιο κάτω ήταν το σπίτι ενός αμαξά, είχε βγει στη σύνταξη αλλά κρατούσε το άλογό του. Το έφερε πρόθυμα, παρ’ όλο που «το καημένο είναι άρρωστο, με πυρετό», όπως μας είπε. Από τα γειτονικά σπίτια οι γυναίκες κουβαλήσανε πολύχρωμες κουβέρτες. Ντύσαμε το κάρο, δε χόρταινες να το βλέπεις. Ζέψαμε το άλογο, κάναμε και την πρώτη πρόβα χωρίς την πρωταγωνίστρια. Οι «μικροί ηθοποιοί» όρμησαν στους ρόλους τους, καβάλησαν κιόλας πάνω στο κάρο που, φανταχτερό, έδινε μια πρωτοφανέρωτη μεγαλοπρέπεια, σ’ ένα πλάνο από τα ωραιότερα που στήσαμε ποτέ. Ο Γιάννης έλαμπε. «Φέρτε την κυρία!», είπε. Πήραμε το κάρο, το ξαναπήγαμε στην αφετηρία, στην είσοδο του περιβόλου. Η κάμερα στο τράβελινγκ, οι «μικροί ηθοποιοί» στις θέσεις τους, κατέφθασε και η κυρία (πόσο λυπάμαι που δεν θυμάμαι πια ποια ήταν) ακολουθούμενη από την αμπιγιέζ της, τη μακιγιέζ της και την κομμώτριά της. Την ανεβάζουμε στο τετράτροχο κάρο (παρά την αρνητική έκπληξή της) και μπουκάρει στον περίβολο η Μπουίκ! Κατεβαίνει ο φροντιστής μας «ασυνείδητος, ήσυχος κι ευτυχής» και μας βάζει τις φωνές: «ακόμα δεν τελειώσατε τα φώτα;» Ο Γιάννης κατευθύνθηκε προς το λαιμό του αλλά τον συνεκράτησε με ήρεμη κίνηση ο οπερατέρ μας.

Το πρόβλημα πια δεν ήταν η τιμωρία του φροντιστή, ήταν… η επιλογή! Κάρο ή Μπουίκ; Με κοίταξε χλωμός. Κατέβασα τα μάτια. «Με την Μπουίκ, Γιάννη», του είπα. (Οι βοηθοί έπρεπε να είμαστε συντηρητικοί, χωρίς πρωτοβουλίες). «Να μην τολμήσουμε;», βγήκε η φωνή του. «Ο κύριος Φιλοποίμην θα θυμώσει», είπα. Όλοι, εκατόν πενήντα άνθρωποι, περίμεναν με προσδοκία. Το ’βλεπες καθαρά, το αισθανόσουν. Ήθελαν το κάρο. «Με την Μπουίκ», είπε ο Γιάννης. «Να το γυρίσουμε με το κάρο, να το γυρίσουμε και με την Μπουίκ», πρότεινε ο οπερατέρ μας. «Με την Μπουίκ», είπε ο Γιάννης με σκληρή άχρωμη φωνή. «Το πήραμε, το άγιο λείψανο (το τετράτροχο κάρο), το πήγαμε «εν αγάπη και εν τιμή» στη θέση του...

Μετά δύο χρόνια και παραπάνω (ήταν η τελευταία ταινία που δούλεψα βοηθός του) βγήκαμε απ’ το πλατώ μετά το νυχτερινό γύρισμα, είχε ξημερώσει, κατεβαίναμε στη Χίου να προετοιμάσουμε το γύρισμα της επόμενης μέρας. Στην έξοδο σταμάτησε. Γύρισε και κοίταξε. Κοίταξα κι εγώ. Το κάρο κοίταζε. Είχε ξεβάψει πια, τα χρώματα είχαν ανακατευτεί από τη βροχή και τον ήλιο, αισθανόσουν το τέλος του, ένα άχρηστο, σακατεμένο κάρο. «Δεν τολμήσαμε…» είπε και σαν να έκρυψε τα μάτια του. «Μην το σκέφτεσαι, Γιάννη» απάντησα.

Τώρα σ’ εκείνον τον περίβολο έχουν χτιστεί πολυκατοικίες, μου είπαν. Τι να έγινε το κάρο; Κι ο Γιάννης τι να έγινε, πού είναι; Αλλά πήραμε και ’μείς σειρά τώρα.

Σταύρος Τσιώλης

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας (1937-2019). Τελευταία ταινία του: Γυναίκες που περάσατε από δω (2018).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά