Κυριακή, 09 Ιουνίου 2019

Ανεξάρτητη ή εξαρτημένη οικονομία και πολιτική;

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 98
1962, Αθήνα. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέπτεται την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να ενημερωθεί για τις οικονομικές εξελίξεις της χώρας. Σε αίθουσα όπου θα προβληθούν τα οικονομικά διαγράμματα, τον πρωθυπουργό περιμένουν διάφοροι οικονομικοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων ο Ξενοφών Ζολώτας (τρίτος από αριστερά).  1962, Αθήνα. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέπτεται την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να ενημερωθεί για τις οικονομικές εξελίξεις της χώρας. Σε αίθουσα όπου θα προβληθούν τα οικονομικά διαγράμματα, τον πρωθυπουργό περιμένουν διάφοροι οικονομικοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων ο Ξενοφών Ζολώτας (τρίτος από αριστερά). Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος

Μόνο με ταχύρυθμη ανάπτυξη επιτυγχάνεται βιώσιμη ανακατανομή του εισοδήματος. Διαφορετικά, μια μεσαίου μεγέθους ύφεση, η οποία χτυπάει συνήθως τις ασθενέστερες κατηγορίες, μπορεί εύκολα να εκδηλωθεί. Το γεγονός ότι και η μεσαία τάξη πτωχεύει υπό το βάρος της υπερβολικής φορολογίας δεν είναι παρηγοριά για τους πλέον φτωχούς. Υπερχρεωμένες χώρες με σοβαρές οικονομικές ανισορροπίες και στρεβλώσεις, που έθεσαν σε πρώτη προτεραιότητα την ανακατανομή του εισοδήματος με υπέρμετρη φορολογία αντί την ανάπτυξη, αποτυγχάνουν. Η μεταπολεμική ιστορία της ελληνικής οικονομίας και οι στρατηγικές της ανάπτυξης. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 98, Μάιος 2019.

Από την κούνια της η Ελλάδα ήταν εξαρτημένη από τις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες κατά περιόδους επηρέαζαν την εξωτερική και οικονομική πολιτική περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, επειδή η γεωγραφική της θέση προσελκύει το ενδιαφέρον αντίπαλων δυνάμεων. Ταυτόχρονα, πολλοί ξένοι ρομαντικοί υμνώντας την Αρχαία Ελλάδα αισθάνονται την ηθική υποχρέωση να μας στηρίζουν, επεμβαίνοντας όμως και στα εσωτερικά μας. Επίσης, από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) το 1981 και ιδιαίτερα στην ευρωζώνη το 2001, οι θεσμοί έχουν την υποχρέωση να παρακολουθούν επισταμένως όχι μόνο την οικονομία αλλά και τη λειτουργία του κράτους και να προειδοποιούν όταν παρεκκλίνουμε από το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ και τις ευρωπαϊκές αξίες.

Μην ξεχνάμε πώς δημιουργούνται οι εξαρτήσεις:

Α) Ο εμφύλιος μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών υποχρέωσε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Αγώνος να συνάψει με άγγλους τραπεζίτες δύο δυσβάστακτα δάνεια –1824 και 1825. Τα χρήματα όμως κατασπαταλήθηκαν και τα λίγα μόνο που φθάσανε στον προορισμό τους δεν άλλαξαν τους στρατιωτικούς συσχετισμούς, ωστόσο οι οφειλές παρέμειναν. Εγκαινιάστηκε έτσι η περιοδική υπερχρέωση που περιορίζει την ανεξαρτησία μας, και ελπίζω η τελευταία πράξη να είναι αυτή που διανύουμε σήμερα.  

Β) καταστροφή του αιγυπτιακού-τουρκικού στόλου στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, από τον αγγλο-γαλλικο-ρωσικό στόλο, απέτρεψε το σχέδιο σφαγής των Πελοποννησίων ή/και τη μεταφορά τους στο μεγάλο σκλαβοπάζαρο του Καΐρου. Και η μετέπειτα εκκαθαριστική εκστρατεία των Γάλλων εναντίον Αιγυπτίων και Τούρκων εξασφάλισε την Ανεξαρτησία. Οι Έλληνες στη φάση αυτή είχαν βοηθητικούς ρόλους. Λίγοι ιστορικοί αποδίδουν την παρέμβαση των ξένων στην επιθυμία τους να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή των δανείων. Εγώ πιστεύω ότι και δεν τους συνέφερε μια ανανεωμένη δυνατή Οθωμανική Αυτοκρατορία, περισσότερο όμως επενέβησαν για ανθρωπιστικούς λόγους, καθώς είχε φουντώσει ο φιλελληνισμός και ήθελαν να δώσουν τέλος στα εγκλήματα των Τουρκο-Αιγυπτίων κατά των απογόνων των Αρχαίων Ελλήνων.

Γ) Ύστερα από μερικές δεκαετίες, το 1850, ο αγγλικός στόλος απείλησε να βομβαρδίσει την Αθήνα διότι η Ελλάδα δεν ήθελε να πληρώσει τις οφειλές της προς άγγλο υπήκοο, κάτοικο της Ελλάδος, του οποίου την κατοικία είχε λεηλατήσει ο αθηναϊκός όχλος: Υπόθεση DonPacifico.

Δ) Το καλοκαίρι του 1933 συνήλθε η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών (τα προπολεμικά Ηνωμένα Έθνη) να εξετάσουν τη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδος: συζητείται εάν η Ελλάδα θα έχει τη δυνατότητα να ξεπληρώσει τo χρέη της (και πλανάται η ιδέα της περικοπής τους) ή/και να αυξηθεί η φορολογία (κάτι θυμίζει).

Ε) Ο 20ός αιώνας βρίθει από εθνικές καταστροφές που οδήγησαν σε οικονομική αιμορραγία, υπάρχουν όμως και περίοδοι οικονομικής αιμοδοσίας από τους συμμάχους, αλλά και παρεμβάσεις που περιόρισαν την Ανεξαρτησία μας.

Ορισμένες καταστροφές προήλθαν από εξωτερικά γεγονότα που δεν μπορούσε να ελέγξει η μικρή Ελλάδα αλλά και άλλες πολλές από εμάς τους ίδιους, λόγω των επαναλαμβανομένων διχασμών και λανθασμένων πολιτικών, που υποχρέωναν την Ελλάδα να ζητήσει βοήθεια από φίλες μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες μας ανάγκαζαν να υπακούμε στα κελεύσματά τους. Εκτός από την οικονομική βοήθεια, πολλές παρεμβάσεις ή συμβουλές ήταν σωστές, πρέπει όμως να τονίσω ότι οι σύμμαχοι δεν ήσαν πάντα αμέτοχοι των γεγονότων που οδήγησαν στις καταστροφές – όπως, π.χ., της Μικρασιατικής Καταστροφής που οδήγησε στο ξεκλήρισμα εκατομμυρίων Ελλήνων από την πάνω από 2500 χρόνια πατρίδα τους. Επίσης, αν και η σημερινή βαθιά οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση έχει εγχώριες ρίζες, εν τούτοις η έκτασή της θα είχε περιοριστεί εάν οι αγορές και οι εταίροι μας της ΕΕ, όπως έχουν καθήκον, δεν αγνοούσαν τα προειδοποιητικά σημάδια για την πορεία της οικονομίας που είχαν ανάψει πολύ πριν από το 2010.

Θα αναφέρω προσωπικές εμπειρίες που υπογραμμίζουν την εξάρτησή μας από τις ΗΠΑ, για μια 25ετία μετά το τέλος του πολέμου. Έπειτα από τις καταστροφές του Β’Παγκόσμιου Πολέμου, η οικονομική ανάκαμψη των δυτικοευρωπαϊκών κρατών θα καθυστερούσε πολύ χωρίς το Σχέδιο Μάρσαλ. Ιδιαίτερα αυτό ίσχυε στην Ελλάδα, λόγω του Εμφυλίου, που τελείωσε το 1949. Επίσης, λόγω του Ψυχρού Πολέμου και του απειλητικού κομμουνιστικού μπλοκ στα βόρεια σύνορά μας, η άμυνά μας και η Δημοκρατία εξαρτούνταν από τη βοήθεια των ΗΠΑ και της συμμαχίας μας, μετέπειτα, στο ΝΑΤΟ.

Όταν το 1957 υπέβαλα την αίτησή μου για το LondonSchoolofEconomics (LSE), αυτή έπρεπε να συνοδεύεται από συστατικές επιστολές. Όταν ερώτησα τη μητέρα μου για γνωριμίες, μου ανέφερε τον SirTheodoreGregory. Τον επισκέφτηκα στο γραφείο του, 10 μέτρα από το γραφείο του Ξενοφώντος Ζολώτα, διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ). Εκ των υστέρων έμαθα ότι οι μεγάλες αποφάσεις για την ελληνική οικονομική πολιτική διαμορφώνονταν στη Νομισματική Επιτροπή (με μέλη τους βασικότερους υπουργούς επί των Οικονομικών και τον διοικητή της ΤτΕ), που έδρευε στην ΤτΕ. Τις εισηγήσεις έκανε η Διεύθυνση Μελετών της ΤτΕ που συγκέντρωνε τους καλύτερους οικονομολόγους της Ελλάδος. Ο Sir Theodore Gregory ενημερωνόταν και οι περισσότερες συμβουλές του εισακούονταν. Παρ’ όλα αυτά, διατηρούσε πολύ χαμηλό προφίλ και λίγοι ήξεραν την επιρροή του.

 

Η δυναμική της οικονομίας

Το 1963/64 ήμουν σμηνίας αποσπασμένος στο γραφείο του Γεωργίου Μαύρου, υπουργού Συντονισμού της Ενώσεως Κέντρου. Ανήμερα το Πάσχα 1964, ο Γεώργιος Μαύρος, ο υφυπουργός Θανάσης Κανελλόπουλος και εγώ ως γραμματέας συναντηθήκαμε με τον Τομ Πάππας που θα έκανε το πρώτο διυλιστήριο (ESSO-PAPPAS) στην Ελλάδα, μια από τις 2 μεγάλες επενδύσεις (η άλλη ήταν του Αλουμινίου της Πεσινέ) που είχε εξασφαλίσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Όπως συνήθως, η επόμενη κυβέρνηση ήθελε να αναθεωρήσει τη σύμβαση για να βάλει και αυτή τη σφραγίδα της. Η συνάντηση έγινε στις 5 το απόγευμα στο ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών), γωνία Πανεπιστημίου και Αμερικής, μακριά από το υπουργείο για να μην το μάθουν οι δημοσιογράφοι. Το τελευταίο επίμαχο θέμα ήταν η προέλευση του αργού πετρελαίου. Ο Τομ Πάππας για εύλογους λόγους ήθελε τη Μέση Ανατολή, ενώ η κυβέρνηση ήθελε τη Ρωσία, επειδή τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, με τη Ρωσία καθώς και με άλλα κράτη, είχαμε μόνο διμερές εμπόριο, το clearing. Αγοράζαμε πετρέλαιο και το πληρώναμε με γεωργικά προϊόντα (πορτοκάλια, λάδι, βερίκοκα, ροδάκινα κ.λπ.). Εάν δεν αγοράζαμε ρωσικό αργό πετρέλαιο, οι αγρότες μας δεν θα έκαναν εξαγωγές και το εισόδημά τους θα μειωνόταν. Προκλήθηκε μεγάλη ένταση με τον φιλήσυχο Γεώργιο Μαύρο να απειλεί τον Τομ Πάππας ότι δεν θα του παράσχει αστυνομική προστασία όταν θα διαδηλώνουν οι αγρότες έξω από το σπίτι του. Ο Τομ Πάππας αποχώρησε λέγοντας ότι θα επιστρέψει σε μία ώρα. Ύστερα από 50 λεπτά κάλεσε στο τηλέφωνο ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου και λέει στον Μαύρο: «με ζάλισε στο τηλέφωνο ο αμερικανός πρέσβης, σε παρακαλώ υπόγραψε γιατί έχουμε άλλα σημαντικά θέματα». Προφανώς εννοούσε την ανάγκη υποστήριξής μας από τις ΗΠΑ στο Κυπριακό. Υπογράψαμε τη σύμβαση με πολλές τυμπανοκρουσίες, αλλά για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ο ρόλος του ξένου παράγοντα, με την οικονομία να θυσιάζεται χάριν υψηλότερης σημασίας εθνικών συμφερόντων.                      

Τον Μάρτιο του 1974, προερχόμενος από την Ουάσινγκτον, ο Ξενοφών Ζολώτας πέρασε από το Παρίσι και, ένα μεσημέρι, φάγαμε μαζί στο εστιατόριο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ, OECD με έδρα το Παρίσι), ο Βασίλης Γόντικας, υποδιευθυντής της Διεύθυνσης (Μακρο)Οικονομικών (Economic Department of the OECD) και εγώ, Senior Economist. Μας είπε ότι από τις συναντήσεις που είχε με γερουσιαστές και έναν υφυπουργό (Undersecretary του State Department) κατάλαβε ότι οι Αμερικανοί θα ρίξουν τη χούντα, αλλά με κάποιον τρόπο ενέπλεκαν την Κύπρο. Ο Ζολώτας είπε στους Αμερικανούς ότι είναι πολύ βαρύ το τίμημα που απαιτούν για να φύγει η χούντα και οι αξιώσεις των Τούρκων για την Κύπρο είναι παράλογες, κι ότι συνέπεια θα ήταν η άνοδος των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Τη συνέχεια την γνωρίζουμε.

Όταν μας προσέφεραν οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί συμφέρουσες λύσεις για το Κυπριακό κλωτσήσαμε τρεις ευκαιρίες. Το εθνικιστικό μας σύνθημα «Ή ταν ή επί τας» δεν αρμόζει σε όλες τις περιστάσεις: το «όλα ή τίποτα» αποκλείει συμβιβασμούς και, συχνά, με το τίποτα, τα χάνουμε όλα και παγιώνονται δυσμενείς καταστάσεις για αιώνες.

Πολλοί πολιτικοί μας δεν αξιολογούν σωστά τις διεθνείς συγκυρίες και αλληλοεξαρτήσεις και το ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν απροκάλυπτα την επιρροή και τη δύναμή τους όταν το θεωρούν σκόπιμο για τα συμφέροντά τους. Οι ΗΠΑ, το 1964, απέτρεψαν απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο, αλλά το 1974 άλλαξαν στάση φοβούμενοι τα ανοίγματα του Μακαρίου προς τους Αδέσμευτους (Νάσερ, Νεχρού, Σουκάρνο), όταν το Δόγμα του Φόστερ Ντάλες, υπουργού Eξωτερικών των ΗΠΑ, ήταν «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας». Φοβήθηκαν μια μελλοντική συνεργασία των Αδεσμεύτων, και ιδιαίτερα της Κύπρου, με το σοβιετικό μπλοκ, σε μια ζωτική για τη Δύση περιοχή (Μέση Ανατολή), όπου η Σοβιετική Ένωση είχε αρχίσει να διεισδύει.

Με βάση τα σχέδια που είχαν αρχίσει να επεξεργάζονται οι Αμερικανοί με τον Γεώργιο Καρτάλη, υπουργό Συντονισμού της κυβέρνησης Νικολάου Πλαστήρα, επί κυβερνήσεως Αλεξάνδρου Παπάγου (1952-55), ο υπουργός Συντονισμού Σπύρος Μαρκεζίνης υποτίμησε κατά 50% τη δραχμή το 1953, πράξη που συνοδεύτηκε από σταθεροποιητικά μέτρα. Η νομισματική σταθεροποίηση συνέβαλε στη δυναμική ανάπτυξη που γνώρισε η Ελλάδα για σχεδόν μία εικοσαετία. Υπό την πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1955-63, κυβέρνηση ΕΡΕ), άρχισαν τα μεγάλα δημόσια έργα (δρόμοι κ.λπ.). Και ενθαρρύνοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία, και δη στη βιομηχανία, η Ελλάδα είχε τον δεύτερο ταχύτερο (πρώτη, η Ιαπωνία) ρυθμό ανάπτυξης (6-7%) των χωρών του ΟΟΣΑ (δηλαδή των δυτικών δημοκρατιών), χαμηλό πληθωρισμό και σχεδόν μηδενικό δημοσιονομικό έλλειμμα. Εκμεταλλευθήκαμε σωστά τη γενναιοδωρία του Σχεδίου Μάρσαλ. Συγχρόνως, όμως, οι ΗΠΑ παρενέβαιναν σε στρατηγικούς τομείς, ενέκριναν ακόμη και την τοποθέτηση υπουργών σε καίρια υπουργεία (Άμυνας, Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης κ.λπ.). Το 1963, όταν έφυγε ο Καραμανλής, η Ελλάδα ήταν μια αναζωογονημένη χώρα, τελείως διαφορετική από αυτή των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Παρά τις πολιτικές αναταράξεις, από το καλοκαίρι το 1965 που άνοιξαν την πόρτα στη στρατιωτική δικτατορία, η οποία έφερε πολλά δεινά, η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Οι στρεβλώσεις που προξένησαν οι δικτάτορες, μεταξύ άλλων προσπαθώντας να σχηματίσουν μια φιλική προς αυτούς νέα επιχειρηματική τάξη, επιβράδυνε μόνο λίγο την ανάπτυξη. Η οικονομία υπερίσχυσε της πολιτικής και η εξάρτησή μας από τις ΗΠΑ ήταν επωφελής για την οικονομία μας, αλλά όχι όσον αφορά τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Βοήθησαν τη δικτατορία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, και οι ελληνικές, ήσαν υπέρμαχες του ελεγχόμενου (με στοχευόμενες κρατικές παρεμβάσεις) καπιταλισμού που είχε πετύχει να επουλώσει τις καταστροφές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και να βελτιώσει σημαντικά το βιοτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να θέλγει όλο και λιγότερους το συγκεντρωτικό οικονομικό μοντέλο της κομμουνιστικής Ρωσίας. (Σας συνιστώ να διαβάσετε το κύριο άρθρο της Ελένης Βλάχου, εκδότριας της Καθημερινής, με την επανέκδοση της εφημερίδας μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, που αναλύει πολύ καλύτερα από μένα την υπό επιτήρηση «ανεξάρτητη» Ελλάδα και το ρόλο των Αμερικανών.)

 

Μετά τη χούντα

Μετά τη χούντα, επί της δεύτερης πρωθυπουργίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ανεξαρτητοποιηθήκαμε και, με την οικονομική συμπαράσταση των Ελλήνων του εξωτερικού και εφοπλιστών, πετύχαμε, την περίοδο 1975-1979, τον δεύτερο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (5,3%) στην Ευρώπη. Συγχρόνως, νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ, κλείνοντας το πολύ δυσάρεστο κεφάλαιο του Εμφυλίου. Ενδυναμώθηκε έτσι η δημοκρατία. Λόγω όμως της ανάμειξης των ΗΠΑ κατά την περίοδο της χούντας, η κυβέρνηση δεν αντιστάθηκε στον λαϊκιστικό αντιαμερικανισμό και προχώρησε σε μια ηρωική αλλά απερίσκεπτη ενέργεια. Αποσύρθηκε από το στρατιωτικό σκέλος τού ΝΑΤΟ και, κατά ακολουθία, της επιχειρησιακής παρακολούθησης του εναέριου χώρου της Ανατολικής Μεσογείου που ώς τότε ελέγχαμε. Έκτοτε, η Τουρκία άρχισε τις καθημερινές υπερπτήσεις άνευ εγκρίσεως πάνω από το Αιγαίο ενάντια στο διεθνές δίκαιο. Λάθος ήταν και η κρατικοποίηση της Εμπορικής Τράπεζας και μικρότερες παρεμβάσεις σε άλλες ιδιωτικές εταιρείες. Αυτή η πολιτική ήταν αντίθετη εκείνης που ακολούθησε στην πρώτη θητεία του (1955-63) ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Παρ’ ότι τα αποτελέσματα της ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής της δεύτερης διακυβέρνησης του Καραμανλή επηρέασαν ανεπαίσθητα τον ρυθμό ανάπτυξης, εν τούτοις είχαν μακροχρόνιες επιπτώσεις. Ο ασυνήθης για δεξιά κυβέρνηση παρεμβατισμός και οι παραχωρήσεις αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε συνδικαλιστικά όργανα, ιδιαίτερα στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς (ως υπουργός Εργασίας, oΚωνσταντίνος Λάσκαρης δεν κρατούσε την απαιτουμένη ισορροπία, διότι έκλινε υπέρ των συνδικαλιστικών απαιτήσεων για «συνδιοίκηση»), άρχισε να προλειαίνει το έδαφος για τη λαϊκιστική πολιτική και την κρατικοδίαιτη οικονομία της δεκαετίας του 1980. Δυνάμωσε έτσι ο κρατισμός.

Βεβαίως η είσοδος (το 1981) της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ, που αργότερα μετονομάστηκε σε ΕΕ) οφείλεται εξ ολοκλήρου στον Καραμανλή που συνειδητοποίησε τα μεγάλα πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Με τη στήριξη του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερύ Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατόρθωσε να μεταπείσει τον καγκελάριο της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ να μετατραπεί, από πολέμιος της εισόδου της Ελλάδος στην ΕΟΚ, σε υπέρμαχο. Λόγω των αντιευρωπαϊκών συνθημάτων «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» του ΠΑΣΟΚ, αμφιβάλλω εάν οι Ευρωπαίοι θα μας δέχονταν πριν από το τέλος της δεκαετίας του 1980, δηλαδή μετά την Ισπανία και την Πορτογαλία. Θα χάναμε έτσι, μεταξύ άλλων, σημαντικά κονδύλια, από τα οποία επωφελήθηκαν εκατομμύρια συμπατριώτες μας, ιδιαίτερα οι αγρότες που έως τότε είχαν πολύ χαμηλό επίπεδο διαβίωσης.

 

Η άνοδος του κρατισμού

Το 1981 (την ίδια χρονιά που έγινε η Ελλάδα πλήρες μέλος της ΕΟΚ), ο Ανδρέας Παπανδρέου ανήλθε στην εξουσία. Στηρίχθηκε στο λαϊκισμό και, με την αντιεπιχειρηματική νοοτροπία να εδραιώνεται, προχώρησε σε κοινωνικοποιήσεις, έμμεσες κρατικοποιήσεις δηλαδή μεγάλων εταιρειών, και στην ικανοποίηση συνδικαλιστικών διεκδικήσεων που η οικονομία δεν άντεχε, ιδιαίτερα επειδή είχε απορρυθμισθεί και η διεθνής οικονομία λόγω της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης με την επανάσταση στο Ιράν. Το 1982 εδραιώθηκε ο στασιμοπληθωρισμός που διήρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πλην μικρών αναλαμπών (1985-87). Συνολικά, την περίοδο 1981-93 το μέσο εισόδημα των Ελλήνων έμεινε στάσιμο, με πληθωρισμό 16-23%, και το δημοσιονομικό χρέος εκτοξεύθηκε από το 23% του ΑΕΠ στο 100%. Εισέρευσαν δανεικά κεφάλαια σημερινής αξίας περί τα 120 δισ. ευρώ. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε, με την είσοδό μας στην ΕΟΚ, τις επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις αξίας 60 δισ. ευρώ, περίπου τα χρόνια μεταξύ 1981 και 1993, κατασπαταλήθηκαν 180 δισ. ευρώ, με το μέσο εισόδημα να παραμένει στάσιμο, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα στην ΕΟΚ των 15 αυξανόταν κατά ποσοστό περίπου 2% ετησίως.

Τη 10ετία του 1980, η κοινωνική πολιτική υπερίσχυσε της οικονομικής ορθότητας που απαιτεί ισορροπία μεταξύ κοινωνικών απαιτήσεων και αναγκών της οικονομικής ανάπτυξης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου εφήρμοσε πολιτική ανακατανομής του εισοδήματος υπέρ των χαμηλόμισθων και ενσωμάτωσε στην κοινωνία λαϊκά στρώματα που είχαν παραμεληθεί επί δεκαετίες – ιδίως πρώην αγροτικοί πληθυσμοί που είχαν εισρεύσει στα αστικά κέντρα. Βελτιώθηκε το σύστημα υγείας και άρχισαν να αυξάνουν οι συντάξεις – αλλά το δικαίωμα άμεσης παροχής σύνταξης έπειτα και από μόνο 15 χρόνια εργασία, μάλιστα βασιζόμενης στον τελευταίο μισθό, εκτόξευσε τις συνταξιοδοτικές δαπάνες κατά 75% ως ποσοστού του ΑΕΠ μεταξύ 1980-90, δηλαδή πλησίον του 15% του ΑΕΠ, υποσκάπτοντας τα θεμέλια ενός διατηρήσιμου μακροχρόνια συνταξιοδοτικού συστήματος. Πιο ισορροπημένη πολιτική, που δεν θα ανταγωνιζόταν την ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά θα εισήγαγε κανόνες λειτουργίας της ώστε να μην είναι ανεξέλεγκτη, συνδυασμένη με καλύτερη αξιολόγηση των δανείων από τράπεζες και οργανισμούς (υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, δες την ΕΤΒΑ που χρεοκόπησε) θα επιτύγχανε, χωρίς να υπερχρεωθεί η χώρα, ταχεία ανάπτυξη με τη βιομηχανία να ευημερεί (αντί να συρρικνώνεται). Συγχρόνως, οι καρποί της ανάπτυξης θα εξασφάλιζαν και δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, ικανοποιώντας έτσι τα αιτήματα των συμπολιτών μας.

Μόνο με ταχύρυθμη ανάπτυξη επιτυγχάνεται βιώσιμη ανακατανομή του εισοδήματος. Διαφορετικά, μια μεσαίου μεγέθους ύφεση, η οποία χτυπάει συνήθως τις ασθενέστερες κατηγορίες, μπορεί εύκολα να εκδηλωθεί. Το γεγονός ότι και η μεσαία τάξη πτωχεύει υπό το βάρος της υπερβολικής φορολογίας δεν είναι παρηγοριά για τους πλέον φτωχούς. Υπερχρεωμένες χώρες με σοβαρές οικονομικές ανισορροπίες και στρεβλώσεις, που έθεσαν σε πρώτη προτεραιότητα την ανακατανομή του εισοδήματος με υπέρμετρη φορολογία αντί την ανάπτυξη, αποτυγχάνουν. Παράδειγμα, οι λατινοαμερικανικές χώρες που γνωρίζουν χρόνιο οικονομικό μαρασμό. Αντίθετα, η ανάπτυξη δημιουργεί εισοδήματα, παράγει υγιή φορολογικά έσοδα (δεν προέρχονται από αύξηση των φορολογικών συντελεστών αλλά από την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας) και απελευθερώνει πόρους για ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους (βλέπε τις βόρειες και τις δυτικές χώρες της ΕΕ).

Ο Ανδρέας Παπανδρέου μπόρεσε να εφαρμόσει ανεξάρτητη οικονομική πολιτική, διότι η Ελλάδα διέθετε πολύ μεγάλους βαθμούς ελευθερίας στον οικονομικό τομέα, καθώς η ΕΟΚ δεν είχε ακόμη θεσμοθετήσει κανόνες καλής οικονομικής διακυβέρνησης. Ακόμη δεν υπήρχε αυστηρός έλεγχος για τις επιχορηγήσεις και τις επιδοτήσεις της ΕΟΚ στην Ελλάδα, που ετησίως κυμαίνονταν στο 3% του ΑΕΠ. Εάν όμως υπολογίσουμε ότι τα εισερχόμενα κεφάλαια έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή (διότι οι δαπάνες αυτών που πρωτοωφελούνται από τις εισροές δημιουργούν εισοδήματα σε άλλους Έλληνες), η συνολική θετική τους επίπτωση θα έπρεπε να έχει μεγεθύνει το Εθνικό Εισόδημα περίπου 4,5% (ενώ αντ’ αυτού...). Πράγματι, το οικονομικό πείραμα της δεκαετίας του 1980 είναι παράδειγμα προς αποφυγήν.

Την ανεξαρτησία που είχαμε δεν την διαχειριστήκαμε καλά. Μέχρι το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990, ο ΟΟΣΑ είχε τον πρωταρχικό ρόλο επιτήρησης των ευρωπαϊκών οικονομιών (η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα [ΕΚΤ] δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή [Εεπιτροπή] δεν είχε ακόμη «ενηλικιωθεί»). Επειδή όμως ο ΟΟΣΑ δεν έδινε ούτε δάνεια ούτε επιδοτήσεις, δεν υπήρχε τρόπος εξαναγκασμού της Ελλάδος σε συμμόρφωση προς τις επιταγές μιας καλής οικονομικής διακυβέρνησης. Το όπλο του ΟΟΣΑ ήταν οι ετήσιες εκθέσεις, που τόνιζαν την ανάγκη σώφρονος οικονομικής πολιτικής επηρεάζοντας τις αγορές αλλά και τις απόψεις των κυβερνήσεων των χωρών του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα. Πλην όμως η ελληνική κυβέρνηση προτιμούσε να τις αγνοεί, μάλιστα ο Γεράσιμος Αρσένης είχε αναφέρει στη Βουλή ότι οι εκθέσεις που επέκριναν την οικονομική πολιτική επηρεάζονταν από τους «Έλληνες-Ανθέλληνες του ΟΟΣΑ», δηλαδή τον Βασίλη Γόντικα και εμένα. Συγχρόνως, με τη βοήθεια έλληνα ενδιάμεσου, μεγάλη ιαπωνική τράπεζα χορηγούσε αφειδώς υψηλότοκα δάνεια στην Ελλάδα επιτρέποντας στην κυβέρνηση Παπανδρέου να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα για μερικά ακόμη χρόνια, παρά τις προειδοποιήσεις του ΟΟΣΑ για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του υψηλού χρέους. Το 2018, η Ιταλία, με μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα και ισχυρότερη βιομηχανία από εμάς, δεν είχε ακόμη ορθοποδήσει, με το ΑΕΠ να υπολείπεται του προ κρίσεως επιπέδου, διότι την εμποδίζει το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.

 

Προσαρμογή στο ρεαλισμό

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προσπάθησε να εξισορροπήσει την οικονομία, αλλά ο χρόνος διακυβέρνησής του (1990-93) ήταν βραχύς για να αποδώσουν τα μέτρα που έλαβε – η δυναμική του χρέους, ιδίως, ήταν δύσκολο να αντιστραφεί γρήγορα. Αλλά παρά τις αντιξοότητες, έγιναν τα πρώτα βήματα φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, αποκαλύφθηκαν συγκεκαλυμμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και παρατηρήθηκε μικρή υποχώρηση του πληθωρισμού. Αλλά το θετικό που ο Μητσοτάκης κληρονόμησε στη χώρα ήταν ότι, εισακούοντας τις προτάσεις του ΟΟΣΑ, προχώρησε στα πρώτα βήματα εξορθολογισμού του συνταξιοδοτικού με το νόμο Σιούφα, το 1992. Το 2001, αντίθετα, σύσσωμη η αντιπολίτευση και πάρα πολλοί κυβερνητικοί βουλευτές δεν άφησαν τον Σημίτη να ολοκληρώσει την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος που, αν είχε πραγματοποιηθεί, θα είχε αποτρέψει τις πολύ μεγάλες περικοπές των συντάξεων των τελευταίων ετών. Η αλλαγή πολιτικής έδωσε επίσης την ευκαιρία στους Έλληνες να δουν ότι υπάρχουν και άλλες δυνατότητες για τη χώρα και να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ελλάδα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα είχε διολισθήσει, όπως και στην Πορτογαλία, στην κατώτερη βαθμίδα της ΕΟΚ. Η ανάγκη αλλαγής της οικονομικής πολιτικής ήταν προφανής και συνήγειρε τα εθνικά μας αντανακλαστικά και την υπερηφάνεια, γεγονός που βοήθησε τη δεύτερη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να αναπροσαρμόσει την οικονομική πολιτική της στις αξιώσεις της εποχής.

Όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στη δεύτερη θητεία του έκανε στροφή 45-90 μοιρών, ο Ανδρέας Παπανδρέου στη δική του δεύτερη θητεία του 1993-95 έκανε ακόμη μεγαλύτερη στροφή στην οικονομική αλλά και στην εξωτερική πολιτική. Η θετική συσχέτιση πολιτικής και οικονομίας ήταν προφανής. Η στροφή επέτρεψε στο ΠΑΣΟΚ να παραμείνει στην εξουσία 11 χρόνια (με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη, το διάστημα 1996-2004 – όσο και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, 1955-63, με την ΕΡΕ). Μετά την επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου στον Λευκό Οίκο σταμάτησαν οι αμφισημίες όσον αφορά τις αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Και έπειτα από μια σύντομη θητεία του Γιώργου Γεννηματά, που πέθανε πρόωρα, ο Παπανδρέου όρισε υπουργό Εθνικής Οικονομίας τον Γιάννο Παπαντωνίου. Λόγω της επιβαρυμένης υγείας του, άφησε μάλιστα στον Παπαντωνίου μεγάλους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής.

Ο Γιάννος Παπαντωνίου, εξαιρετικός οικονομολόγος με σπουδές και λαμπρή σταδιοδρομία στο εξωτερικό, είχε συνειδητοποιήσει ότι βιώσιμη ανάπτυξη δεν συμβιβάζεται με υψηλό πληθωρισμό και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα (βλέπε, σε αντιπαράθεση, τη χρόνια μιζέρια των λαών της Λατινικής Αμερικής, όπου μεγάλες ομάδες πληθυσμού ζουν σε φαβέλες). Ο Παπαντωνίου έστρεψε την προσοχή του στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, που πρώτα διαβρώνει τις αξίες αφήνοντας στους κερδοσκόπους ελεύθερο πεδίο δράσης, ύστερα πλήττει την εθνική ανταγωνιστικότητα και τέλος διαιωνίζει τον στασιμοπληθωριστικό φαύλο κύκλο καταποντίζοντας την οικονομία. Για παράδειγμα, όταν ο πληθωρισμός του προηγούμενου δωδεκάμηνου ήταν 20%, η κυβέρνηση συμφωνούσε σε ισοδύναμη (περί το 20%) αύξηση μισθών για να μη μειωθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Οι επιχειρηματίες διατηρούσαν η επαύξαναν προληπτικά το περιθώριο κέρδους τους, με αποτέλεσμα ο εγχώριος πληθωρισμός να διατηρείται πλησίον του 20%. Αλλά λόγω του πολύ χαμηλότερου πληθωρισμού στην ευρωζώνη, η κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να προχωρεί σε αντίστοιχη μεγάλη υποτίμηση της δραχμής, προκειμένου να μην πληγεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος και να μη μειωθούν οι εξαγωγές, με άμεση άνοδο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων και υπηρεσιών. Το σπιράλ εδραιώθηκε με κυβερνητική απόφαση για περίπου 30% αύξηση μισθών μεγάλων κατηγοριών το 1982, σε αντίθεση με την αντιπληθωριστική πολιτική στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ.

 

Άξια η Ελλάδα στο ευρώ

Αντί ο υψηλός πληθωρισμός του προηγούμενου έτους να είναι το σημείο εκκίνησης, ο Παπαντωνίου έθεσε στόχο πολύ χαμηλότερο πληθωρισμό στο τέλος του τρέχοντος έτους και, βάσει αυτού, δόθηκαν μικρότερες αυξήσεις μισθών, με ασφαλιστική ρήτρα εάν ο πληθωρισμός υπερέβαινε το στόχο να καλύπτεται εκ των υστέρων η απώλεια της αγοραστικής δύναμης. Ο Χρήστος Πρωτόπαπας και ο Χρήστος Πολυζωγόπουλος, πρόεδροι της ΓΣΕΕ, στήριξαν την εμπροσθοβαρή αυτή πολιτική. Καθώς όμως το εργατικό κόστος είναι ο βασικός παράγοντας του πληθωρισμού, ο αποπληθωρισμός που είχε αρχίσει το 1992-93 επιταχύνθηκε, με τον πληθωρισμό να υποχωρεί στο 8,5% τό 1995-96, από 17,5% το 1991/92. Ο Κώστας Σημίτης, που την περίοδο 1985-87 είχε κάνει τα πρώτα βήματα να σπάσει τον φαύλο κύκλο του στασιμοπληθωρισμού, αλλά δεν αφέθηκε να ολοκληρώσει, μόλις έγινε πρωθυπουργός, στις αρχές του 1996, δραστηριοποίησε όλη την κυβέρνηση για την επιτυχή εφαρμογή της στρατηγικής ένταξης της Ελλάδος στην ευρωζώνη. Τα κριτήρια ένταξης που καθορίστηκαν με τη Συμφωνία του Μάαστριχτ ήταν σαφή: δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ, χαμηλός πληθωρισμός πλησίον του 2%, χαμηλά επιτόκια δανεισμού του Δημοσίου κ.λπ. Η ικανοποίηση των κριτηρίων θα σταθεροποιούσε την ελληνική οικονομία ώστε η ανάπτυξη να στηρίζεται σε γερά θεμέλια, επιπρόσθετα ως μέλος του στενού κύκλου των κρατών της ευρωζώνης η Ελλάδα θα είχε λόγο για όλες τις σημαντικές αποφάσεις της ΕΕ. Οι οικονομικοί στόχοι συμβάδιζαν έτσι με την εθνική πολιτική επανένταξης της Ελλάδας στη διεθνή πολιτική σκηνή. Ο στόχος ένταξης στην ευρωζώνη δεν ήταν μόνο οικονομικός αλλά και εθνικός για τη χώρα μας, η οποία βρίσκεται σε ασταθή γεωπολιτική περιοχή με συχνές αναφλέξεις και επηρεάζεται από τα ωστικά τους κύματα που φθάνουν έως αυτήν. Η νέα κυβέρνηση συνειδητοποίησε τον θετικό ρόλο που μια ισχυρή οικονομικά Ελλάδα θα μπορούσε να παίξει στην οικονομική ανοικοδόμηση της περιοχής και στη συμφιλίωση των λαών μετά την κατάλυση του σοβιετικού μπλοκ. Τη δεκαετία του 1990, οι ελληνικές τράπεζες ήταν οι πρώτες που άνοιξαν θυγατρικές στις βαλκανικές χώρες και ελληνικές επιχειρήσεις ήσαν οι πρώτοι σημαντικοί ξένοι επενδυτές. Εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή στενής συνεργασίας και φιλίας των λαών στα πρότυπα των σκανδιναβικών κρατών.

Ουσιαστική ήταν η συμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) με διοικητή τον Λουκά Παπαδήμο. Εφαρμόζοντας με επιτυχία πολιτική ελεγχόμενης διολίσθησης της δραχμής, συνέβαλε σημαντικά στον αποπληθωρισμό. Ξένοι, και πολλοί Έλληνες, πόνταραν στην αποτυχία της στρατηγικής αυτής, θεωρώντας αναπόφευκτη μια υποτίμηση τουλάχιστον 25%, η οποία όμως θα αναζωπύρωνε τον πληθωρισμό και θα καθιστούσε ανέφικτη την επίτευξη του στόχου για πληθωρισμό 2-3%, που ήταν βασικό κριτήριο ένταξης της χώρας στην ευρωζώνη. Δεν ξεχνώ μια μεγάλη κερδοσκοπική επίθεση από δύο hedgefundsσε ένα απόγευμα, στα μέσα του Σεπτεμβρίου 1997, όταν η ΤτΕ έχασε σχεδόν το 1/5 των συναλλαγματικών αποθεμάτων της. Τους επόμενους έξι μήνες δεχόμαστε συνεχείς κερδοσκοπικές επιθέσεις, αλλά τις αποκρούσαμε όλες, διαψεύδοντας αγορές και αμφισβητίες. Η ΤτΕ δεν δίστασε να αυξήσει προσωρινά το πραγματικό επιτόκιο πάνω από 450% (συμπεριλαμβανομένης της ημερήσιας ποινής 1%), προκαλώντας μεγάλες ζημιές στους κερδοσκόπους που συνήπταν δάνεια σε δραχμές και τα μετέτρεπαν σε ευρώ, δολάρια κ.λπ., η συνήπταν μελλοντικά συμβόλαια αγοράς δραχμών πιέζοντας έτσι την ισοτιμία της δραχμής, με την ελπίδα να υποχρεωθεί η ΤτΕ να υποτιμήσει το εθνικό νόμισμα και να αποκομίσουν μεγάλα κέρδη όταν θα ξεπλήρωναν το δραχμικό χρέος τους με λιγότερο συνάλλαγμα. Τα χριστούγεννα του 1997 έλαβα δώρο μια υπερμεγέθη φιάλη σαμπάνια Κrug, πολύ μεγάλης αξίας, από ένα από τα δυο hedgefunds που πρωτοστάτησαν στην κερδοσκοπία. Τηλεφώνησα στον γενικό διευθυντή του fund και τον ρώτησα «γιατί το μεγάλο δώρο, όταν κερδοσκοπώντας εναντίον της δραχμής το fund υπέστη μεγάλες ζημιές;» Μου απάντησε ότι γρήγορα κατάλαβε ότι η κυβέρνηση και η ΤτΕ ήσαν αποφασισμένες να μην παρεκκλίνουν από την εισοδηματική πολιτική και την ελεγχόμενη διολίσθηση και αντέστρεψε τις θέσεις του, παίζοντας μεγάλα ποσά εναντίον αυτών που συνέχισαν να κερδοσκοπούν εναντίον της δραχμής, έτσι αποκόμισε μεγάλα κέρδη. Θέλησε λοιπόν να μας ευχαριστήσει για την επιμονή μας στην πολιτική των 3Cs ή 3Σ (Consistency, Coordination, Continuity, δηλαδή: Συνεπής/Συνεκτική πολιτική, Συντονισμός, Συνέχεια).  

Οι κερδοσκόποι νόμιζαν ότι θα μας εξαναγκάσουν να κάνουμε πολύ μεγάλη υποτίμηση, έχοντας υπόψη τις υποτιμήσεις της αγγλικής λίρας, της ισπανικής πεσέτας και της ιταλικής λιρέτας το 1992, υπό την πίεση μεγάλων κερδοσκοπικών επιθέσεων με πρωταγωνιστή τον Τζορτζ Σόρος στην υπερτιμημένη αγγλική λίρα. Εμείς κάναμε επιτυχημένη υποτίμηση μόνο 12,3% (15% περισσότερες δραχμές ανά ECU), στις 13 Μαρτίου 1998, που δεν θα ανέτρεπε την αντιπληθωριστική διαδικασία. Δεν μας επέβαλαν την υποτίμηση οι αγορές. Τις αιφνιδιάσαμε – γιατί η παρατεταμένη κερδοσκοπία τους προκαλούσε ζημίες και, από τα μέσα Φεβρουαρίου, η κερδοσκοπία άρχιζε να κοπάζει. Η λελογισμένη υποτίμηση, η οποία είχε συμφωνηθεί στην τηλεδιάσκεψη του Διοικητικού Συμβούλιου (Δ.Σ.) της ΕΚΤ, το απόγευμα της 13ης Μαρτίου 1998, και είχε επικυρωθεί την 14η από το Οικονομικό και Νομισματικό Συμβούλιο της ΕΕ (με τον Γιάννη Στουρνάρα επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας) επέτρεψε την άμεση συμμετοχή μας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ, με κεντρική ισοτιμία 357 δραχμές = 1 ECU, και με επιτρεπόμενο εύρος διακύμανσης της δραχμής +/- 15% από την κεντρική ισοτιμία). Επί σχεδόν 3 χρόνια δοκιμάστηκαν επιτυχώς οι αντοχές της οικονομίας μας μέχρι την είσοδο μας στην ευρωζώνη. Πράγματι, οι ξένοι οίκοι, στον ενδιάμεσο χρόνο, είχαν θετικά αποτιμήσει την πορεία της οικονομίας. Και οι ανοδικές πιέσεις των αγορών υπέρ της δραχμής είχαν αποτέλεσμα η δραχμή να κυμαίνεται κάτω (λιγότερες δραχμές) από την κεντρική της ισοτιμία. Η ΤτΕ αποδέχτηκε την ανατιμητική τάση και η μετάβασή μας στην ευρωζώνη, την 1/1/2001, έγινε με ισοτιμία 340,75 δραχμές = 1 ευρώ, μειώθηκε δηλαδή η αρχική (σε σύγκριση με την προ 13/3/1998 ισοτιμία) υποτίμηση σε 9%.

Η υποτίμηση της 13ης Μαρτίου είχε ουσιαστικά κλείσει 15 ημέρες νωρίτερα στο κρυφό μου ταξίδι, ως υποδιοικητής της ΤτΕ, στη Φρανκφούρτη, όπου συνάντησα τον διοικητή της Bundesbank, δρα Χανς Τιτμάγιερ (σκληρό διαπραγματευτή και εξαιρετικό οικονομολόγο) και, κατόπιν, στο Παρίσι, τον διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας Ζαν-Κλοντ Τρισέ (εξαιρετικό γνώστη των οικονομιών της Ευρώπης). Τους έπεισα ότι προσήκουσα ήταν μια υποτίμηση έως 15%, και όχι γύρω στο 25% που, υποστηριζόμενες από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, ήθελαν οι αγορές, για να προσκομίσουν μεγάλα κερδοσκοπικά κέρδη – αλλά και πρότειναν πολλοί αναλυτές στις δικές τους κεντρικές τράπεζες. Λίγες ημέρες πριν από την 13η Μαρτίου, λίγοι ακόμη διοικητές και από τον υπουργό Γιάννο Παπαντωνίου είχαν ενημερωθεί υπουργοί της ΕΕ για την επικειμένη υποτίμηση. Τίποτα όμως δεν διέρρευσε, γεγονός που αποδεικνύει την επαγγελματικότητα αλλά και την αίσθηση ευθύνης που έχουν οι συμμετέχοντες στα ανώτατα όργανα της ΕΕ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την 13η Μαρτίου, ώρα 15.30, τρία υψηλόβαθμα στελέχη μιας από τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες (η οποία είχε μεγάλη συμμετοχή στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, αλλά και στην ελληνική) με επισκέφθηκαν για να με ψαρέψουν εάν θα γινόταν υποτίμηση. Τους κράτησα στο γραφείο μου όσο μπορούσα, μέχρι σχεδόν να κλείσουν οι χρηματαγορές στο Λονδίνο (ώρα Ελλάδος 17.00), επειδή εάν διαπίστωναν κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας ότι σχεδιάζουμε μια υποτίμηση δεν θα δίσταζαν να δώσουν αμέσως στην τράπεζά τους εντολή να κερδοσκοπήσει εναντίον της δραχμής. Όπως όταν παίζεις πόκερ, εγώ έπρεπε να έχω ανέκφραστο πρόσωπο (pokerface), διότι διαισθάνθηκα ότι πρόσεχαν κάθε μου κίνηση, έκφραση και λέξη μου, καθώς επιχειρηματολογούσα ότι δεν συμφέρει στην οικονομία η υποτίμηση. Τήρησα τους κανόνες του παιχνιδιού, διότι όπως στο σκάκι ο αντίπαλός σου δεν πρέπει να καταλάβει ποια είναι η επόμενη κίνησή σου. Φεύγοντας μού είπαν ότι «τους έπεισα πως δεν θα γίνει υποτίμηση». Ανακουφίστηκα και ύστερα από 5 λεπτά πήγα στο γραφείο του Λουκά Παπαδήμου, όπου αυτός στο τηλέφωνο, με εμένα δίπλα του, στην τηλεδιάσκεψη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, επιχειρηματολογούσε υπέρ μικρής υποτίμησης, που ύστερα από περίπου μιάμιση ώρα την ψήφισαν όλα τα μέλη (διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών και μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΕΜΙ –μετέπειτα ΕΚΤ– με πρόεδρο τον Βιμ Ντούιζενμπεργκ).

Η επιτυχής ένταξή μας στην ευρωζώνη μάς ανύψωσε στην ευρωπαϊκή και στη διεθνή πολιτική σκηνή, ακόμη περισσότερο διότι όταν ξεκινήσαμε τη σύγκλιση στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ελάχιστοι ξένοι (αλλά και Έλληνες) πίστευαν ότι θα πετύχουμε. Η συμμετοχή μας στην ευρωζώνη δεν μας εξασφαλίζει μόνο νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα (άραγε αναλογίζονται οι Έλληνες ποια θα ήταν η τύχη των τραπεζικών καταθέσεών τους μετά το 2011 εάν δεν ήμαστε μέλος της ευρωζώνης;), αλλά και τη συμμετοχή μας στον στενό κύκλο της ΕΕ όπου διαμορφώνονται οι συμμαχίες και λαμβάνονται αποφάσεις για οικονομικά και εθνικά θέματα. Η είσοδός μας δεν θα πραγματοποιούνταν αν ο Κώστας Σημίτης δεν είχε αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης με Κολ, Σιράκ, Ζοσπέν, Σραίντερ και άλλους ηγέτες, οι οποίοι εκτιμούσαν τις ικανότητές του, τις γνώσεις του για τα ευρωπαϊκά θέματα και την προσωπικότητα μετριοπαθούς πολιτικού που δεν έδινε κενές υποσχέσεις. Και ο Γιάννος Παπαντωνίου είχε πολύ καλές σχέσεις –σχέσεις εμπιστοσύνης και φιλίας– με υπουργούς Οικονομικών – όπως ο Λοράν Φαμπιούς (πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας), ο Γκόρντον Μπράουν (μετέπειτα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου), ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ κ.ά. – που του αναγνώριζαν το πολύ θετικό του ρόλου του στο Εκοφίν (Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών) και γενικότερα στην ΕΕ, με παρεμβάσεις που αφορούσαν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς εξελίξεις.

Η ΤτΕ έχαιρε επίσης εκτιμήσεως από τους κεντρικούς τραπεζίτες, την ΕΚΤ και τα ανώτατα όργανα της ΕΕ, διότι η διοίκηση, με τις συχνές παρεμβάσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και σε άλλα όργανα και επιτροπές της ΕΕ, είχε αποδείξει την ανεξαρτησία της, την ακεραιότητά της και τις γνώσεις της, όπως αποδεικνύεται με την εκλογή του Λουκά Παπαδήμου στο αξίωμα του αντιπροέδρου της ΕΚΤ το 2002. Η Ελλάδα είχε αποκτήσει αξιοπιστία έπειτα από σχεδόν εικοσαετία κατά την οποία ξένες κυβερνήσεις, οργανισμοί και αγορές μάς αντιμετώπιζαν με μεγάλη δυσπιστία. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι εταίροι μας εξέλεξαν διαπρεπείς Έλληνες σε ανώτατες θέσεις ευρωπαϊκών οργανισμών: αντιπρόεδρος της ΕΚΤ (Λουκάς Παπαδήμος), αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Χρήστος Ροζάκης), ο Ευρωπαίος Συνήγορος του Πολίτη (Νικηφόρος Διαμαντούρος) κ.ά.

Όπως όλα τα κράτη που προσδοκούσαν να αποκομίσουν τα σημαντικά πολιτικά και οικονομικά οφέλη υιοθετώντας το ευρώ, η Ελλάδα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, παρέδωσε μέρος της οικονομικής ανεξαρτησίας της. Έπρεπε να εφαρμόσουμε τους κοινούς κανόνες και να πετύχουμε τα κριτήρια της Συμφωνίας του Μάαστριχτ για την ένταξή μας στην ευρωζώνη και μετά την ένταξή μας να προσαρμόσουμε την πολιτική μας στις απαιτήσεις της ΕΚΤ, στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας συμμετέχει και ο διοικητής της ΤτΕ. Εκτός από την ΕΚΤ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των αρχηγών κρατών, το Εκοφίν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν υποχρέωση να επιτηρούν τις οικονομικές εξελίξεις των κρατών της ΕΕ, ούτως ώστε οι πολιτικές τους να συνάδουν με τις υποχρεώσεις τους ως μέλη της ΕΕ. Ο βασικός εθνικός στόχος μας ήταν η ένταξη στην ευρωζώνη το 2001.

Οι τεχνοκράτες στην κυβέρνηση και στην ΤτΕ γνώριζαν και τα τεράστια οικονομικά άλλα και εθνικά οφέλη που θα αποκομίζαμε: συνέπλεαν οι οικονομικοί στόχοι της χώρας μας με τους πολιτικούς. Ώς τα μέσα της δεκαετίας του 2000, στηριζόμενη σε στέρεες βάσεις (ετήσια αύξηση των επενδύσεων περί το 7%, αντί μείωσης το διάστημα 1981-93), επετεύχθη αυτοδοτροφούμενη ταχύρυθμη ανάπτυξη με 3,8% ετήσιο ρυθμό αύξησης του εθνικού εισοδήματος (εξαπλάσιο αυτού του 1981-93 και σχεδόν διπλάσιο της ευρωζώνης), υποχώρηση του πληθωρισμού στο 3,5%, σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους στο 101% του ΑΕΠ έπειτα από την εξωφρενική πορεία του (27% του ΑΕΠ το 1981, στο 100% το 1993). Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο δανεισμού του Δημοσίου έπεσε κάθετα, από 23,5% (γερμανικό 6,5%) στις αρχές του 1990, φθάνοντας στο χαμηλό 3,6% το 2005 (γερμανικό 3,4%), δηλαδή μηδαμινή διαφορά – το spreadήταν στις 20 μονάδες βάσης, σε σύγκριση με τις σχεδόν 380 στην έκδοση (Μάρτιος 2019) του δεκαετούς ομολόγου, παρ’ όλη τη σημαντική βελτίωση που έχει σημειωθεί τον τελευταίο χρόνο. Μετά την πρώτη δεκαετία σταθεροποίησης της οικονομίας με την κατά 50% υποτίμηση του 1953, η Ελλάδα δεν είχε γνωρίσει σταθερότητα και άλλη τόσο μακρά περίοδο δεκαετούς δυναμικής ανάπτυξης (μέσα δεκαετίας του 1990 έως μέσα δεκαετίας του 2000) και αναγνώρισης της θέσης που της αξίζει να κατέχει στη διεθνή σκηνή. Κι αυτό, γιατί προσπαθούσαμε να είμαστε συνεπείς στις διεθνείς υποχρεώσεις μας, παρά το δυσκίνητο κράτος και τις στρεβλώσεις, έναντι της ΕΕ αλλά και των υπόλοιπων εταίρων μας. Η επιτυχής διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και τα μεγάλα έργα (μετρό, αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, Αττική Οδός, περάτωση αυτοκινητοδρόμων και δρόμων ταχείας κυκλοφορίας, σήραγγες κ.λπ.) διευκόλυναν την καθημερινή ζωή του πολίτη, αλλά και συντέλεσαν η Αθήνα να αρχίσει να προσελκύει συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τουριστών – ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος τα χρόνια της κρίσης, που χάρη κυρίως στον τουρισμό είδαμε τελευταία να σταθεροποιείται το οικογενειακό εισόδημα και να μειώνεται η ανεργία.  

 

 

Στη διεθνή σκηνή

Όπως επί της πρώτης εποχής του Κωνσταντίνου Καραμανλή που εισηγήθηκαν οι Ευρωπαίοι να γίνει η Ελλάδα μέλος της ΕΟΚ (τότε την είχε απορρίψει, μάλλον φοβούμενος τις επιπτώσεις στις ελληνικές «ανήλικες» βιομηχανίες από τον διεθνή ανταγωνισμό), η οικονομική επιτυχία τη 10ετή περίοδο έως περίπου το 2005 συνοδεύτηκε και από μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες. Η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ ήταν αποκλειστικά προσωπική επιτυχία του Κώστα Σημίτη ο οποίος, με την επιμονή του, τα επιχειρήματά του και τις συμμαχίες που είχε καλλιεργήσει στους κόλπους της ΕΕ έκαμψε τις αντιρρήσεις μεγάλων Ευρωπαίων που φοβούνταν περιπλοκές. Τις διαπραγματεύσεις τις έκανε ο ίδιος κρυφά από όλους και στο πρωινό, λίγο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής των αρχηγών κρατών στο Ελσίνκι, το 2002, πληροφόρησε τον τότε υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Παπανδρέου και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Γιάννο Παπαντωνίου ότι το πρωί, στη Σύνοδο, θα ψηφιζόταν η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ.  

Η δεύτερη επιτυχία, που αποτελούσε και την πρώτη διπλωματική νίκη της Ελλάδας εναντίον των Τούρκων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν η απόφαση των κρατών μελών της ΕΕ στο Ελσίνκι να διακοπούν οι ενταξιακές διαδικασίες της Τουρκίας στην ΕΕ, το Δεκέμβριο του 2004, εάν η Τουρκία δεν συναινούσε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προκειμένου να επιλυθούν θέματα όπως η ΑΟΖ, η υφαλοκρηπίδα, η αιγιαλίτιδα ζώνη. Εκείνη την εποχή ο Ερντογάν αδημονούσε να βάλει την Τουρκία στην ΕΕ και φαινόταν πρόθυμος να κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς με την Ελλάδα.

Τη δεκαετία που αρχίζει το 1995, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ επόπτευαν στενά την Ελλάδα, και ο βαθμός ελευθερίας στη διαμόρφωση και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής της χώρας ήταν περιορισμένος. Κατ΄ ουσίαν, δεν είχαμε «ανεξαρτησία», όπως και αλλά κράτη της ευρωζώνης. Αλλά πετύχαμε να αναστρέψουμε την καταστροφική οικονομική δίνη, ξεκλειδώνοντας τον ενάρετο κύκλο ανάπτυξης, με το μέσο εισόδημα του Έλληνα να αυξάνει με ρυθμό περί το 2,7%, αντί για τη μικρή μείωση που είχε την προηγούμενη 13ετία. Επηρεαζόμενοι από την πολύ καλή επίδοση της προηγούμενης δεκαετίας, μετά το 2005 η παρακολούθηση χαλάρωσε. Ο μεμψίμοιρος όμως Έλληνας, παρωθούμενος από τα ΜΜΕ, τα συνδικάτα, την αντιπολίτευση κ.λπ., μιλούσε καθημερινά για λιτότητα και απαιτούσε γρήγορη σύγκλιση μισθών με αυτούς των Γερμανών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι το ύψος των μισθών είναι συνάρτηση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών κι ότι μόνο κράτη που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας έχουν τη δυνατότητα να συντηρούν μεγάλους μισθούς. Αυτό το νοσηρό κλίμα, με παράλογες ετήσιες μισθολογικές αυξήσεις, αρχίζοντας με την ευφορία που επικράτησε μετά την είσοδό μας στην ευρωζώνη και κορυφώθηκε σχεδόν στο 6% μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες (2,2% ευρωζώνη), οδήγησε στην επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Συγχρόνως, μια πολύ χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, που εκτρεφόταν και από τα πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού του Δημοσίου, εξέτρεψε την οικονομία από τον ευθύ δρόμο και, με τη διεθνή κρίση να χτυπάει τις αδύναμες οικονομίες εντονότερα, οδηγηθήκαμε στο τέλος της δεκαετίας του 2000 στη σοβαρότερη οικονομική και πολιτική κρίση των τελευταίων 40 και πλέον ετών, η οποία δυστυχώς συνεχίζεται. Συνένοχες υπήρξαν και οι επιπόλαιες, άκριτες και αδίστακτες αγορές και οι ξένοι οίκοι, που εκθείαζαν τον υψηλό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ πριν από το 2008, χωρίς να ερευνούν τα σαθρά θεμέλια της οικονομίας (ορισμένοι μάλιστα είχαν αρχίσει να κατατάσσουν την Ελλάδα στις λεγόμενες «τίγρεις», στα κράτη δηλαδή με εξαιρετικές οικονομικές επιδόσεις, όπως η Ιρλανδία). Αυτό οφείλεται εν μέρει και στην ελλιπή παρακολούθηση των θεσμών, που παρασύρθηκαν από τα επιφανειακά στοιχεία ανάπτυξης και παρέβλεψαν τις υποβόσκουσες στρεβλώσεις και ανισορροπίες της οικονομίας. Το σήμα κινδύνου έπρεπε να είχε δοθεί ήδη το 2007, βλέποντας ότι η ανάπτυξη συνέχιζε να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις δημόσιες δαπάνες και στην ιδιωτική κατανάλωση, με αποτέλεσμα το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών να φθάσει στο 11,6% του ΑΕΠ το 2006 και στο 15,2% το 2007 (υπερδιπλάσιο των πρώτων ετών ένταξης στην ευρωζώνη), υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη εξάρτησή μας από τα ευμετάβλητα βραχυ-μεσοπρόθεσμα ξένα κεφάλαια. Η άλλη άποψη του νομίσματος, που υπογράμμιζε την καταναλωτική στροφή της οικονομίας, ήταν η κατακόρυφη πτώση της εθνικής αποταμίευσης (16-17% του ΑΕΠ για μια 15ετία, ώς το 2004), στο 8,7% το 2008. Η ανεπάρκεια εγχώριων κεφαλαίων να στηρίξουν την ανάπτυξη τελικά μας οδήγησε στα μνημόνια και στην εξάρτησή μας από τους θεσμούς. Αλλά και από την άνοιξη του 2008, τα δημοσιευμένα δημοσιονομικά στατιστικά της ΤτΕ έδειχναν μεγάλη απόκλιση του προϋπολογισμού. Φάνηκε ξεκάθαρα στα στατιστικά δελτία της ΤτΕ στις αρχές του 2009, που έδειξαν την απότομη αύξηση του δημοσίου ελλείμματος για το σύνολο του 2008 να είναι πολλαπλάσια της αύξησης του ονομαστικού εθνικού εισοδήματος, που βεβαίως αυτό οφείλεται και στη μείωση του πραγματικού ΑΕΠ. Δυστυχώς, οι περισσότεροι Έλληνες και ξένοι αναλυτές αγνόησαν τους καθοριστικούς προπορευόμενους ή προγνωστικούς (leadingindicators) οικονομικούς δείκτες.

Η ευφορία τόσο των ξένων όσο και των Ελλήνων ήταν τέτοια που αγνοούσαν και τις προειδοποιήσεις της ΤτΕ στις Εκθέσεις της (αλλά και τα δημοσιευμένα στοιχεία στο Στατιστικό της Δελτίο) για την επικίνδυνη δυναμική των δημοσίων ελλειμμάτων και του χρέους και τη ραγδαία επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας (30% περίπου τη δεκαετία του 2000 με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, μετά την αφαίρεση δηλαδή της αύξησης της παραγωγικότητας). Οι κυβερνήσεις συνηθίζουν να θεωρούν τις κεντρικές τράπεζες πολύ συντηρητικές, απαισιόδοξες. Παραβλέπουν όμως ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να αναλύουν όχι μόνο τις βραχυχρόνιες επιπτώσεις αλλά, επειδή η οποιαδήποτε πολιτική έχει και μακροχρόνιες επιπτώσεις που αγγίζουν όλες τις πλευρές της οικονομίας, οι κεντρικές τράπεζες είναι υποχρεωμένες (εκ του καταστατικού τους, και ιδιαίτερα μετά τη θεσμοθέτηση της Ανεξαρτησίας τους και ως μέλη της ευρωζώνης) να αναλύουν συνολικά όλες τις επιπτώσεις με στόχο τη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας και της σταθερότητας και της ευρωστίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, ανάλογα, να προειδοποιούν ή/και να παίρνουν μέτρα. Οι κυβερνήσεις, πολλές φορές επηρεαζόμενες από τον εκλογικό κύκλο, παίρνουν βραχυχρόνια μέτρα για να κλείσουν διάφορες τρύπες. Αλλά αφήνοντας στην επόμενη κυβέρνηση το βάρος να διορθώσει τα κακώς κείμενα, παρατείνεται άσκοπα η οικονομική-κοινωνική δυσπραγία.

*Μερικά αποσπάσματα αυτού του κειμένου εκφωνήθηκαν σε εκδήλωση του Ροταριανού Ομίλου Αθήνας-Λυκαβηττού, στις 26/2/2019.  

 

 

 

Παναγιώτης (Tάκης) Θωμόπουλος

Senior Economist στον ΟΟΣΑ-OECD (1966-1994), υποδιοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδος (1994-2009), πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητος (ΤΧΣ), 2010-2013, πρόεδρος του δ.σ. της Eurobank (2014-2015), πρόεδρος του δ.σ. της Εθνικής Τράπεζας (2016-2017).                                                                                                                           

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά