Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Πώς ηττηθήκαμε οι ερασιτέχνες της πολιτικής

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Ιστορία
ΛΕΖΑΝΤΕΣ  Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μακεδονία, της 26ης Οκτωβρίου 1971, με την είδηση και το δοτό ρεπορτάζ της αστυνομίας της χούντας, για τη σύλληψη 36 αριστερών αντιστασιακών, που εντοπίστηκαν μετά από αποτυχημένη τοποθέτηση βόμβας με αφορμή την επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου Σπύρο Άγκνιου. Στην κορυφή της σελίδας αναγγέλλεται η δημοσίευση των ονομάτων όσων πέτυχαν στα πανεπιστήμια. Στις εσωτερικές σελίδες δημοσιευόταν και το όνομα της αδελφής του τρίτου από αριστερά της δεύτερης σειράς, της αδελφής δηλαδή του Δημήτρη Ψυχογιού που είχε περάσει στην Αρχιτεκτονική του Μετσόβιου Πολυτεχνείου.  ΛΕΖΑΝΤΕΣ Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μακεδονία, της 26ης Οκτωβρίου 1971, με την είδηση και το δοτό ρεπορτάζ της αστυνομίας της χούντας, για τη σύλληψη 36 αριστερών αντιστασιακών, που εντοπίστηκαν μετά από αποτυχημένη τοποθέτηση βόμβας με αφορμή την επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου Σπύρο Άγκνιου. Στην κορυφή της σελίδας αναγγέλλεται η δημοσίευση των ονομάτων όσων πέτυχαν στα πανεπιστήμια. Στις εσωτερικές σελίδες δημοσιευόταν και το όνομα της αδελφής του τρίτου από αριστερά της δεύτερης σειράς, της αδελφής δηλαδή του Δημήτρη Ψυχογιού που είχε περάσει στην Αρχιτεκτονική του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Αρχείο Δημήτρη Ψυχογιού

Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης Επαναστάτης. Προσωπική μυθιστορία, Ίκαρος, Αθήνα 2018, 1056 σελ.

 

Πράγματι, δεν είναι πολιτική ιστορία αυτά που κάναμε στη Χούντα. Ούτε καν στις υποσημειώσεις της Ιστορίας δεν θα αναφέρονται το Αντιστήριγμα, η 20ή Οκτώβρη, ο Βαλντέν, ο Απόστολος, εγώ, οι αγαπημένοι Σταύροι – ο Ερασιτέχνης Επαναστάτης πιστεύω θα βρει μια γωνιά στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας, όχι όμως στο πολιτικό σώμα της Ελλάδας. Εκεί έχουν θέση μόνο οι επαγγελματίες πολιτικοί, είτε επαναστάτες είτε μεταρρυθμιστές είτε συντηρητικοί. Οι ερασιτέχνες δεν περιλαμβάνονται σε καμιά «κλαδική» ιστορία ούτε διαμορφώνουν τους κλάδους. Αυτό νομίζω δίδαξε η δεκαετία της κρίσης και η πλήρης αυτονόμηση του πολιτικού από το κοινωνικό, η θεσμική ιδιοτέλεια, η εργαλειακή χρήση της δημοκρατίας.

Δεν μου περνούσε από το μυαλό πως κάναμε τέχνη, πως γράφαμε μυθιστόρημα εκείνη τη δύσκολη, τη μαύρη εποχή· νόμιζα πως κάναμε πολιτική – για την ακρίβεια, στην αρχή πίστευα πως έκανα το «καθήκον» μου, όπως είχε υποχρέωση κάθε πολίτης και κάθε δημοκράτης, σύμφωνα με όσα με είχαν μάθει στο σχολείο και στους προσκόπους· μετά, νόμιζα πως έκανα πολιτική, επαναστατική μάλιστα. Και να που με περίμενε, μισό σχεδόν αιώνα αργότερα, βαθύς και πλατύςωκεανός λέξεων στις 1056 σελίδες του Ερασιτέχνη Επαναστάτη Απόστολου Δοξιάδη, να μου πει ρητά πως όλα εκείνα ήσαν «προσωπικές μυθιστορίες». Κάτι που είχα και εγώ αρχίσει να υποπτεύομαι προσπαθώντας να κατανοήσω τι έγινε, όχι τότε, αλλά αυτά τα τελευταία χρόνια της κρίσης.

 

Το διπλό πένθος

Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω; Κάθε σελίδα από τις πρώτες περίπου 500, από κτίσεως Απόστολου Δοξιάδη έως ότου έγινε 19 ετών, ανακαλούσε κάτι μέσα μου – και στο υπόλοιπο μισό, δηλαδή στις πεντακόσιες επόμενες και τελευταίες σελίδες που ξεκινούν από το 1972, όταν ο ήρωάς του μεταφέρεται στο Παρίσι, κάθε όνομα ανθρώπου ή τόπου, κάθε περιστατικό, μου θύμιζε άλλα δέκα. Μονορούφι το διάβασα. Καθεαυτό αλλά και για λογαριασμό μου, γιατί οι τρεις κεντρικοί ήρωες αυτής της δεύτερης περιόδου έγιναν και δικοί μου φίλοι αργότερα, κάπου στη μέση του χρόνου που μας χωρίζει από την αφήγηση. Και πρώτη φορά κατάλαβα πόσα τους χρωστάω, πόσα χρωστάω σε αυτά τα μεθοδικά και οργανωμένα κολλεγιόπαιδα ο τσαπατσούλης αυθόρμητος αριστεριστής της εποχής εκείνης. Εννοώ τους αγαπημένους Σταύρο Ιωαννίδη και Σταύρο Τσακυράκη που έφυγαν βιαστικά από τη ζωή και τον Σωτήρη Βαλντέν που ζει, μισοπολιτεύεται ακόμη και γράφει και αυτός για τον πατέρα του και την αντίσταση[1] – και αναρωτιέμαι αν αναγνωρίζει τον εαυτό του στην περσόνα που κατασκεύασε ο συγγραφέας ή αυτή υπηρετεί μόνο τις αφηγηματικές του ανάγκες.

Νομίζω πως αυτό που με έδεσε χειροπόδαρα με το βιβλίο ήταν το σημείο που ο ήρωας, φθάνοντας στο Παρίσι, παραδίνεται στην καθοδήγηση του Άξελ-Σωτήρη Βαλντέν και αφιερώνει όλο το χρόνο του στην κομματική δουλειά γιατί νιώθει «διπλό πένθος (αρρώστια του πατέρα, μαθηματικά) και από την άλλη την ανάγκη φυγής από αυτό». Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1971, την ίδια εποχή περίπου που ο Ερασιτέχνης Επαναστάτης μαθαίνει για τη θανάσιμη ασθένεια του πατέρα του, είχα νιώσει το ίδιο διπλό πένθος. Ο πατέρας μου ήταν μια χαρά στην υγεία του, ευτυχώς, αλλά στην Αθήνα είχαν πιάσει τους συντρόφους μετά από αποτυχημένη τοποθέτηση βόμβας με αφορμή την επίσκεψη του θλιβερού αμερικανού αντιπροέδρου Σπύρο Άγκνιου στην Αθήνα: «παιδί μου, τον Γιώργο δεν θα τον ξαναδείς», είχε πει ο κυρ-Σίμος, ο πατέρας του Γιώργου Σαγιά όταν, παραβαίνοντας όλους τους συνωμοτικούς κανόνες, τηλεφώνησα από τη Σιτέ στο σπίτι του στην Αθήνα ελπίζοντας να του μιλήσω, ελπίζοντας ότι θα διαψεύδονταν οι φόβοι μου ότι η σιωπή του Γιώργου οφειλόταν σε αμέλεια ή λάθος. Αλλά δεν διαψεύστηκαν – πώς λοιπόν να συνεχίσεις σπουδές όταν ο Γιώργος, ο Νίκος, ο άλλος Νίκος, ο Τόλης είναι στα χέρια των βασανιστών της ασφάλειας; Πώς να δουλέψεις για το διδακτορικό στη θεωρητική φυσική που ονειρευόσουν να κάνεις όταν στο στρατοδικείο τούς ρίχνουν κατακέφαλα πολύχρονες φυλακίσεις εξαφανίζοντας από τους φίλους σου τη δυνατότητα για σπουδές, επαγγελματικές προοπτικές, προσωπική ελευθερία, αγάπες και έρωτες; Δεν μένει τίποτα άλλο παρά ο απελπισμένος αγώνας – η φυγή προς τα μπρος που δεν οδηγεί πουθενά, αλλά δεν το ξέρεις ακόμη.

Οι φωτογραφίες όλων μας, συλληφθέντων και μη, ήσαν πρωτοσέλιδες στις εφημερίδες της 26 Οκτωβρίου 1971 – ήταν η γιορτή μου, και στις τελευταίες σελίδες των ίδιων εφημερίδων ήσαν οι κατάλογοι με τα ονόματα των επιτυχόντων στα πανεπιστήμια, ανάμεσα σε αυτά και της μικρής μου αδελφής Φανής, στην Αρχιτεκτονική του Μετσόβιου. Πώς θα χειρίζονταν οι γονείς στην Αθήνα τούτη την τρομερή ανάμειξη λύπης και χαράς; Αλλά πάνω από τα δικά μας οκτώ κεφάλια, άλλα οκτώ, ανθρώπων άλλης ηλικίας και άλλης κουλτούρας:   του γραμματέα Μπάμπη Δρακόπουλου, του Μήτσου Παρτσαλίδη (δώρο για τη γιορτή του και σε αυτόν) και συντρόφων τους – της ηγεσίας του ΚΚΕ Εσωτερικού δηλαδή, στο οποίο είχε στρατευθεί από τον ξάδελφό του Αρίστο Δοξιάδη στην Αμερική ο πρωταγωνιστής του ιδιότυπου Bildungsroman που διάβασα.

 

Κιμ Φίλμπυ, Μποαναβεντούρα Ντουρούτι, Γιώργος Θαλάσσης

Κατά τη διάλεκτο της εποχής, όλοι αυτοί του ΚΚΕ Εσωτερικού ήσαν «παρτσαλιδικοί» ενώ οι άλλοι του ΚΚΕ Σκέτο ήσαν οι «κολιγιαννικοί» – ορολογία που εξαφάνιζε τον γραμματέα Μπάμπη Δρακόπουλο γιατί αντιμετώπιζε την πρόσφατη διάσπαση σαν συνέχεια της εικοσαετούς ενδοκομμουνιστικής διαμάχης μεταξύ Ζαχαριάδη-Παρτσαλίδη. Ορολογία που τη χρησιμοποιούσαν κυρίως οι ίδιες οι εμπλεκόμενες πλευρές γιατί ήταν ακατανόητη για τους εκτός ΕΔΑ-ΚΚΕ, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων: για τη διάσπαση του ΚΚΕ κάτι ήξερα, αλλά ονόματα και παρατσούκλια δεν γνώριζα, ώσπου βρέθηκα για πρώτη φορά στο Παρίσι (σαν επισκέπτης) τον Σεπτέμβριο του 1969, για να ξαναβρώ επαφή με παλιούς συντρόφους της Δημοκρατικής Άμυνας που ήσαν υπέρ της «δυναμικής δράσης». Και όταν, στις 20 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, ο Κωστής (που μας άφησε και αυτός) έβαλε τις πρώτες βόμβες της οργάνωσης, κάπου κοντά στα γραφεία του πατέρα του ερασιτέχνη επαναστάτη –όχι για λόγους ταξικούς: έμενε στο Κολωνάκι και τον βόλευε–, γίναμε «Κίνημα 20 Οκτώβρη», όπως ήταν της μόδας εκείνη την εποχή λόγω του «Κινήματος 26Ιουλίου» του Κάστρο και της τεράστιας επιτυχίας του «Κινήματος 22 Μάρτη» του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και των συντρόφων του στα απολύτως πρόσφατα, τότε, παρισινά «Γεγονότα του Μάη». Ήταν ουδέτερος ιδεολογικά ο τίτλος, νομίζαμε, δεν είχε κομμουνιστικές, σοσιαλιστικές, εργατικές ή επαναστατικές, ή βενιζελικές (όπως το «Δημοκρατική Άμυνα») συνδηλώσεις. [Ας συμπληρώσω εδώ, εντελώς παρενθετικά, ότι ο βενιζελισμός και οι βενιζελικοί δεν είχαν τόσο ένδοξη και καθαρή ιστορία, όπως φαίνεται να νομίζει ο ερασιτέχνης επαναστάτης. Ο Στέφανος Σαράφης, που τόσο αντιπαθεί, είναι ένα από τα δείγματα κακών βενιζελικών. Και στις ρίζες της δικτατορίας, βρίσκεται ξανά η σύγκρουση για την εξουσία βασιλικών-βενιζελικών.]

Κατανόησα απόλυτα και ένα άλλο χαρακτηριστικό του πρωταγωνιστή Ερασιτέχνη Επαναστάτη: ότι προσπάθησε και αυτός αλλά δεν κατάφερε να γίνει κομμουνιστής, μαρξιστής-λενινιστής. Διότι εκτός από το Διονυσιακό και το Απολλώνειο (στο οποίο μάλλον υπάγεται ο μαρξισμός), υπάρχει και το Ευκλείδειο πνεύμα προσέγγισης του κόσμου, το πνεύμα των επιστημών που έχουν εργαλείο τα μαθηματικά. Όσο μεγάλες και αν είναι οι επιστημολογικές συζητήσεις για τη θέση τους στον κόσμο και στο νου, είναι λίγο δύσκολο για κάποιον με ευκλείδεια κουλτούρα να δεχθεί ως επιστήμη αυτά που προτείνουν «η διαλεκτική του συγκεκριμένου» του Κόσικ, ο «επιστημονικός σοσιαλισμός» του παλιομοδίτη (αποστάτη του ευκλείδειου πνεύματος) Κόρνφορθ ή ο «ιστορικός υλισμός» του μοντέρνου τότε Αλτουσέρ, που τον στήριζε επιπλέον η δύναμη και η αυθεντία του ΚΚ Γαλλίας. Εξίσου δύσκολο είναι, ακόμη και αν νιώθεις διπλό πένθος όπως ο Απόστολος Δοξιάδης, να δεχθείς ότι ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός» είναι δημοκρατία και όχι στρατιωτική πειθαρχία ή ότι το «Πολυτεχνείο» ήταν προβοκάτσια των χουντικών κατά της φιλελευθεροποίησης των Παπαδόπουλου-Μαρκεζίνη.

Και έτσι καταφεύγει να εμπνέεται από τον μεγάλο προδότη (της Δύσης, της Αγγλίας, της Oxbridge διανόησης, της MI6), τον περίφημο κατάσκοπο Κιμ Φίλμπυ ο μεγαλοαστός Ερασιτέχνης Επαναστάτης που προσπαθεί να βρει ερείσματα για τη συμπεριφορά του, ιδέες και κουράγιο όταν κατεβάζει ο ίδιος ή στέλνει με ακάματους ιταλούς συντρόφους (όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν τέτοιους πρόθυμους συμπαραστάτες) προκηρύξεις και περιοδικά στην Ελλάδα ή προσπαθεί να βοηθήσει συντρόφους να διαφύγουν τη σύλληψη. Οι μικροαστοί των αριστερίστικων «δυναμικών» οργανώσεων αντλούσαμε έμπνευση και εργαλεία από την κοινή τροφή των αγοριών της εποχής – τον Μικρό Ήρωα Γιώργο Θαλάσση–, από τροτσκιστές του Πάμπλο και εξόριστους ισπανούς αναρχικούς της CNT, γηραιά κατάλοιπα της εποχής Ντουρούτι – α, και από τους Τουπαμάρος φυσικά, τους τρομερούς Τουπαμάρος, που ένας από τους τότε ηγέτες τους έγινε, το 2010, ειρηνικά και δημοκρατικά, πρόεδρος της Ουρουγουάης. Τους Γερμανούς της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός» τους θεωρούσαμε ημιφασίστες, με τους δολοφονικούς Παλαιστίνιους δεν είχες τι να μοιραστείς, οι ιταλικές Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί, δεν είχαν ξεκινήσει τα τρομερά «μολυβένια χρόνια» της τρομοκρατίας – περισσότερο σαν παρτιζάνους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μάς αντιμετώπιζαν τους έλληνες βομβιστές οι αρχές και οι δημοκρατικοί άνθρωποι της Ευρώπης εκείνης της εποχής.

 

Μεγαλοαστοί κομμουνιστές, μικροαστοί αριστεριστές, πληβείοι χουντικοί

Δηλαδή, είναι Bildungsroman πολυτελείας αυτό του Ερασιτέχνη Επαναστάτη μας: όλοι σχεδόν οι ήρωες που συνοδεύουν τον πρωταγωνιστή στην πορεία προς την πολιτική ωρίμανση και τον βοηθούν να υποφέρει το δράμα του πατέρα που παραλύει σιγά σιγά και φεύγει, είναι uppermiddleclass και άνω, απόφοιτοι του Κολλεγίου Αθηνών και φοιτητές φημισμένων πανεπιστημίων της Αμερικής, Βρετανίας, Γαλλίας. Η οικονομική άνεση είναι εμφανής, όπως και οι διακεκριμένες σταδιοδρομίες που είχαν οι περισσότεροι στη συνέχεια – και κυρίως η μεθοδικότητα στη δράση που πήγαζε προφανώς από δεκαετίες παράνομης και νόμιμης οργανωμένης δουλειάς του ΚΚΕ, της ΕΔΑ, των Λαμπράκηδων, αλλά τη βοηθούσε και το managerial, θα έλεγα, πνεύμα των νεωτέρων που προορίζονταν για ανώτερες θέσεις σε επιχειρήσεις ή στο κράτος. Για τούτο, οι κωμικές σκηνές της επίσημης απονομής (δυο φορές!) του βαρύτατου τίτλου «μέλος του Κόμματος» στον πρωταγωνιστή της μυθιστορίας, επίσημες σαν να προσφερόταν συμμετοχή στο Τάγμα της Περικνημίδος, δείχνουν πως η νεανική έπαρση των κομμουνιστών «μηχανοδηγών της ιστορίας» δένει αρμονικά με τον εκ καταγωγής, σπουδών και προσωπικότητας αναμενόμενο ηγετικό κοινωνικό ρόλο. Για τούτο τόσα και τόσα επιτυχημένα στελέχη κομμάτων, κράτους, επιχειρήσεων πέρασαν από την ΚΝΕ ή τον Ρήγα κατά τη μεταπολίτευση, για τούτο «σαν έτοιμοι από καιρό» ανέλαβαν προθύμως να κυβερνήσουν τη χώρα οι συριζαίοι – για τούτο, εν τέλει, δεν είχε νόημα η αγωνία του Σωτήρη Βαλντέν να προφυλάξει την (ιδεατή και ιδεολογική) ταξικότητα του ΚΚΕ Εσωτερικού από τον αστισμό του ίδιου και των ομοίων του.

Για τούτο ακόμα, κάθε άλλο παρά θα σεβόταν η πληβειακή χούντα, αν έπεφταν στα χέρια της, τα κολλεγιόπαιδα των πλούσιων και καλών οικογενειών. Οι χουνταίοι θα ένιωθαν ακόμη μεγαλύτερο μίσος για αυτούς που δεν αναγνώριζαν την ανωτερότητά τους και οι βασανιστές ακόμη μεγαλύτερη ευχαρίστηση να τους λιανίσουν: αυτός ήταν ο τρόπος τους να καθιερωθούν σαν νέα εξουσιαστική ελίτ. Αν υπήρχε κάποια «ταξικότητα» στην αναμέτρησή μας με τη χούντα, δεν ήταν αυτή που θέλαμε (ή έπρεπε να θέλουμε βάσει των εγχειριδίων) οι αντιστασιακές οργανώσεις: οι ταπεινοί χουνταίοι προσπαθούσαν με τη βία των όπλων να γίνουν κυρίαρχη αυταρχική ελίτ. Αλλά η παράδοση απαιτούσε κάθε αριστερίστικη φοιτητική οργάνωση που σεβόταν τον εαυτό της να έχει και έναν τουλάχιστον εργάτη στις τάξεις της προς επίδειξιν. Και κάθε άλλο παρά καλό ήταν συνήθως αυτό για την οργάνωση.

Αλλά υπήρχαν και οι «αντιθέσεις στο εσωτερικό του λαού (μας)»: επειδή αντιπαθούσαν τους μικροαστούς αριστεριστές, οι μεγαλοαστοί κομμουνιστές τρέχουν σε πολυτελή μπορντέλα στην Ελβετία να βρουν το πλαστό διαβατήριο που θα έσωζε τον Σταύρο Ιωαννίδη και γύριζαν άπρακτοι – ενώ θα αρκούσε να χτυπήσουν το κουδούνι του επίσης ερασιτέχνη (αλλά όχι μηχανοδηγού) επαναστάτη της διπλανής πόρτας στο Παρίσι. Και ευτυχώς βρέθηκε κάποιος που (αργότερα, δεκαετία του 1980 πια) ήταν από τους δικούς μας, ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, να βρει διαβατήριο στον Σταύρο να φύγει, αλλιώς ακόμη θα περίμενε τον Αποστόλη και τον Σωτήρη να τον σώσουν. Και τα φιλμ βέβαια για τη μεταφορά μηνυμάτων με φωτογράφισή τους, μόνο παρτσαλιδικοί λόγιοι θα μπορούσαν να τα θεωρούν εν έτει 1972 τεχνολογική καινοτομία – και ο άριστος τρόπος μεταφοράς τους ήταν να ενσωματώνονται στα εξώφυλλα επί τούτου βιβλιοδετημένων βιβλίων. Τούτο, η παλιά και τιμημένη τέχνη της βιβλιοδεσίας ήταν φυσικά το δύσκολο. Καταφεύγαμε λοιπόν και εμείς κάπου κάπου στα πακέτα τσιγάρων για κρυψώνα τους – κάτι τέτοια, μέσα σε όμορφο πακέτο «Δελφοί», ξεχάστηκαν στη Μουριά, το καφενείο που βρίσκεται γωνία Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη το Πάσχα του 1971, χωρίς ευτυχώς συνέπειες. Ολόκληρη αποστολή εκρηκτικών που είχαν κατεβάσει ακάματοι ιταλοί σύντροφοι θα πήγαινε χαμένη αν είχαν φθάσει τα φιλμ ώς την Ασφάλεια.

À part ça, που θα λέγαμε τότε, ότι δεν εμπιστεύονταν το πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος των αριστεριστών οι «Αντιστηριγματικοί» (δεν ήξερα τότε τη λέξη), δεν κατανοούσα ποτέ τα απορριπτικά σχόλια για τους «Κολωνακιώτες» ή τα «Κολλεγιόπαιδα» που ακούγονταν τότε για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στη χούντα – ιδιαίτερα από ανθρώπους που είναι σήμερα σύντροφοι ή ψηφίζουν τον Ευκλείδη Τσακαλώτο του Saint Paul’s. Όπως δεν κατανοώ και την απόρριψη των ανηκόντων στη «Γενιά του Πολυτεχνείου» που έγιναν μετά πολιτικοί (όπως π.χ. η Μαρία Δαμανάκη, ο Κώστας Λαλιώτης, ο Πέτρος Ευθυμίου), ότι δήθεν «εξαργύρωσαν» την αντιστασιακή τους δράση, που ακούγαμε κατά καιρούς. Πολύ περισσότερο που αυτοί οι χολερικοί «υπεράνω», που κατηγορούσαν Κολωνακιώτες και «Ιούδες», πολιτεύονταν στα μικρά τους μέτρα και έσπευσαν να γίνουν βουλευτές, υπουργοί και σύμβουλοι όταν ήγγικεν η ώρα της βασιλείας του ΣΥΡΙΖΑ. Τα έλεγαν για να εξασφαλίσουν οι ίδιοι «ηθικό πλεονέκτημα» μειώνοντας ηθικά τους άλλους· επειδή δεν είχαν πάει σε καλά σχολεία ή πανεπιστήμια, έχτιζαν τα προσόντα τους με τον παραδοσιακό τρόπο που γίνονται οι πλίθες, με άχυρα για τους οπαδούς και λάσπη για τους αντίπαλους – εχθρούς μάλλον, στη συγκρουσιακή ιδεολογία τους.

Άλλωστε όλοι οι επαναστάτες, πρωτίστως οι επαγγελματίες σαν τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Ουλιάνωφ Λένιν, αγαπάνε τις πολυτέλειες και, θα απαντούσε, στη θέση του ερασιτέχνη μας, «ταξιδεύω με BMW 2002 γιατί θέλω και οι προλετάριοι να έχουν τέτοια αυτοκίνητα, όχι μόνο οι μεγαλοαστοί που δεν πιστεύουν κιόλας στην εργασιακή θεωρία της αξίας». Και από εμάς, όσοι μετέφεραν εκρηκτικά από χώρα σε χώρα, πρώτη θέση ταξίδευαν στα TGV για να περάσουν με ασφάλεια τα σύνορα, που ήσαν πολύ πιο αναπαυτικά από BMW και από Mercedes. Επιπλέον, στα τρένα δεν κινδυνεύεις να σκοτωθείς αν σε πάρει ο ύπνος, όπως τους συνέβαινε καμιά φορά και αντί να βρεθούν στη Ρώμη έφθαναν στη Νάπολη.[2]

 

Ψευδώνυμα, ακρώνυμα, προσωπικές ιστορίες

Θέτει πλήθος ζητήματα για πρόσωπα και πράγματα το βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη, πολιτικά και μη. Κυριάρχησαν πάνω μου μεταφερμένες από τις σελίδες του η αγωνία της επιτυχίας της δράσης, ο φόβος της σύλληψης –εγκαθιδρυμένος βαθιά μέσα μου, με ακολουθούσε για χρόνια, και μετά την πτώση της χούντας– και η αγωνία για τον πατέρα που αργοπεθαίνει. Θυμήθηκα τη δική μου οδυνηρή κατάσταση αναμονής του θανάτου του πατέρα –ολιγόμηνη μόνο– που αναποδογύρισε μέσα μου αξίες και ανέδειξε άγνωστα ώς τότε συναισθήματα.

Αλλά το θέμα «γιοι και πατέρες» δεν είναι της στιγμής, ας μείνουμε στα πολιτικά του Ερασιτέχνη Επαναστάτη. Μου φαίνεται τα πρόσωπα είχαν καλύτερες σταδιοδρομίες από τις οργανώσεις – το αποδεικνύει το παράδειγμα του συγγραφέα και πολλών συντρόφων του άλλωστε: ποιος θυμάται (αν τα ήξερε) το «Αντιστήριγμα», το «ΠΑΜ Νέων», τον «Αγώνα» στο Παρίσι, τον «Άρη», την Κομμουνιστική Οργάνωση Σπουδαστών, το «Εσωτερικό», τη Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση, τα διάφορα ΚΚΕ (ΜΛ), το «Κίνημα 20ής Οκτώβρη», εκτός από λίγους παλαίμαχους αριστερούς; Αλλά η Αγγέλα Καστρινάκη συνεχίζει να γράφει για τον Ρήγα των Βορείων Προαστίων που δεν υπάρχει πια,[3] όπως και ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Σωτήρης Βαλντέν γράφουν για το «Αντιστήριγμα» που ούτε τη λέξη είχα ακούσει τότε· μόνο ελάχιστοι μυημένοι γνώριζαν αυτόν τον απόκρυφο μηχανισμό μέσα στον κρυφό και παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Γνωρίζαμε βέβαια πως κάποια δεξιά οπορτουνιστική ομάδα προσπαθούσε να υφαρπάσει τον παλιό καλό Ρήγα Φεραίο και ήταν σε σύγκρουση με την ομάδα «Άρης του Ρήγα Φεραίου» (άλλοτε εντός και άλλοτε εκτός ΚΚΕ Εσωτερικού, άλλοτε συνεργαζόμενη και άλλοτε διαφωνούσα με τον παρισινό Αγώνα) που συνεργαζόμασταν. Ήταν ακριβώς η απόκρυφη ομάδα για την οποία δούλευε ο αφηγητής Ερασιτέχνης Επαναστάτης. Και ο επικεφαλής της Σωτήρης Βαλντέν ήταν γνωστό δεξιό σκουλήκι, τον είχαμε μάθει από άρθρο που είχε γράψει (στην Ελεύθερη Ελλάδα της Ρώμης, μάλλον) με υπογραφή «B.Σ.» και μας περνούσε όλους εμάς (μικροαστοί τυχοδιώκτες ήμασταν, νομίζω, κατά τα δεξιά σκουλήκια) γενεές δεκατέσσερις. Ούτε καν φανταζόμουν πως ο «B.Σ.» ζούσε λίγα μέτρα μακριά από εμένα (ήμουν ένοικος του «Ελληνικού Σπιτιού» της Σιτέ, εκείνος του «Σουηδικού Σπιτιού»). Η παρανομία των συνεπών κομμουνιστών του Εσωτερικού ήταν βαθύτερη και από τη δική μας, των τρομοκρατών – και ακόμη βαθύτερα ήσαν τα παιχνίδια εξουσίας: ποιος είναι με ποιον, ποιος ελέγχει ποιον, τίνος τάδε είναι τσιράκι ο δείνα, τα εξηγεί όλα αυτά ο Αλέξανδρος Κύρτσης στον Απόστολο Δοξιάδη. Από το αν το μαζικό προπέτασμα του Κόμματος θα λεγόταν «ΠΑΜ Νέων» ή «Ρήγας Φεραίος», αν (αργότερα) θα ήταν «Πανελλαδική Οργάνωση Νέων» (ΠΟΝ-ΡΦ) ή «Ελληνική Κομμουνιστική Οργάνωση Νεολαίας» (ΕΚΟΝ-ΡΦ) κάποιος κέρδιζε και κάποιος έχανε ρούμπους στο πολιτικό γραφείο του ΚΚΕ Εσωτερικού – που θα πει, κάποιος από τους επαγγελματίες κομματικούς επαναστάτες έπαιρνε προαγωγή και κάποιος άλλος ίσως έχανε τη δουλειά του.

 

Τυχοδιωκτισμού εγκώμιο αλλά και οι βλαβερές συνέπειές του

Τρομοκράτες, ο θεός να μας κάνει τους μικροαστούς τυχοδιώκτες: η «δυναμική αντίσταση», όπως ονομάζαμε όσο ήμασταν στην Ελλάδα αυτό που στην επαναστατική πλειοδοσία του εξωτερικού έγινε «ένοπλος αγώνας», ήταν θέμα έντονης αντιπαράθεσης μέσα σε όλες τις οργανώσεις. Πλην του ΠΑΚ, καμιά από τις «μεγάλες» οργανώσεις δεν την είχε υιοθετήσει επίσημα, αλλά και το Πατριωτικό Μέτωπο και η Δημοκρατική Άμυνα προσέφυγαν σε τέτοιες βίαιες μορφές, ευθύς εξ αρχής – ο Σάκης Καράγιωργας είχε χάσει το χέρι του προσπαθώντας να συσκευάσει βόμβα που του είχε δώσει ο Κώστας Σημίτης· είχε μάλιστα τοποθετήσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός του εκσυγχρονισμού αντιαμερικανική βόμβα σε πρατήριο της EssoPappas. Και ποιος αντιχουντικός μπορούσε να πει κακά λόγια για τον κορυφαίο της «δυναμικής αντίστασης» Αλέκο Παναγούλη; Μόνο να βλαστημάει την τύχη που απέτυχε η απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου μπορούσε.

Αλλά το 1969 όλα αυτά έχουν τελειώσει: Άμυνα, ΠΑΜ, Ρήγας Φεραίος έχουν διαλυθεί από την ασφάλεια, το ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΚ ουσιαστικά μόνο στο εξωτερικό είχε δράση. Από τα κουρέλια τους προκύπτουν η «20ή Οκτώβρη», ο «Άρης» και (από άλλα κουρέλια, αριστερίστικα) η «Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση». Η χούντα έχει θριαμβεύσει απόλυτα, τα πανεπιστήμια είναι νεκροταφεία, είμαστε ξοφλημένοι – ενώ στο εξωτερικό οι φοιτητές θριαμβεύουν, εξεγείρονται ενάντια στην καταπίεση και στην αδικία, διαδηλώνουν, χορεύουν, ακούν Beatles, RollingStones, Τζόαν Μπαέζ και Μπομπ Ντύλαν, το σεξ κυλάει στους δρόμους και περιμένει να σκύψεις να το μαζέψεις – ενώ οι σταλινικοί (νομίζαμε) νοιάζονται μόνο για το πού βρίσκεται η εξουσία.[4] Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, κάτι που το κάνει ο ερασιτέχνης επαναστάτης όταν καταδικάζει τους βομβιστές, πως ήταν μέλη της ομάδας Άρης (του Ρήγα Φεραίου, ακόμη) ο Τσικουρής και η Αντζελόνι που ανατινάχθηκαν έξω από την αμερικανική πρεσβεία.

Βεβαίως, τα πράγματα κάθε άλλο παρά ειδυλλιακά ήσαν στις οργανώσεις μας, όπως αποδείχθηκε μετά την πτώση της χούντας: τις διαλύσαμε μεν, πλειοψηφικά όλες τάχθηκαν κατά της συνέχισης οποιασδήποτε μορφής ένοπλης δράσης, αλλά οι δύο ισχυρότερες τρομοκρατικές ομάδες της μεταπολίτευσης με πρωτοβουλία παλαιών συντρόφων ιδρύθηκαν: ο «Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας» (ΕΛΑ) από την «20ή Οκτώβρη» και τον «Άρη» και η δολοφονική «17 Νοέμβρη» από τη «Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση» (ΛΕΑ).[5]

Για τούτο, μισό αιώνα μετά από όλα αυτά, ακόμα μόνο τα ονόματα «καμένων» γράφω πλήρη όταν αφηγούμαι ιστορίες εκείνης της εποχής – γιατί οι Αμερικανοί δεν συγχωρούν το ότι στραφήκαμε εναντίον τους τότε, ή ίσως πιστεύουν πως είχαμε σχέσεις με τη «17Ν». Και δεν ξέρω πώς θα αντιμετωπίσουν τον Απόστολο Δοξιάδη τώρα που αποκαλύπτει πως ήταν μέλος κομμουνιστικού πυρήνα επί αμερικανικού εδάφους και έπαιρνε μέρος σε «αχτίφ» σε εποχή που για να πας εκεί έπρεπε να υπογράφεις δήλωση πως δεν είχες και δεν έχεις καμιά απολύτως σχέση με τον κομμουνισμό και τις παραφυάδες του. Θα πρέπει να κάνουμε το δικό μας #MeToo movement όλοι αυτοί, από τον διάσημο Πολάνσκι ώς τον ταπεινό γράφοντα, που το αμερικανικό κράτος (οι μυστικές του υπηρεσίες και οι δυνητικοί Φίλμπυ τους για την ακρίβεια) θεωρεί ότι κάτι του χρωστάμε.

 

Ερασιτέχνες και επαγγελματίες πολιτικοί

Αλλά οι οργανώσεις εξαφανίστηκαν, έμειναν τα επαγγελματικά πολιτικά σχήματα – έτσι πρέπει άλλωστε. Και το εννοώ απολύτως: η πολιτική είναι πολύ δύσκολη και σοβαρή υπόθεση για να την ασκούν ερασιτέχνες, επαναστάτες ή όχι – κυρίως δεν πρέπει να την ασκούν όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν για να προσφέρουν. Οι ακριβοί μας φίλοι, οι δύο Σταύροι Ιωαννίδης-Τσακυράκης, δεν έγιναν πολιτικοί, καθηγητές πανεπιστημίου έγιναν, υπηρέτησαν τις επιστήμες τους, απέκτησαν φοιτητές αλλά όχι ψηφοφόρους – και όταν ο Σταύρος Τσακυράκης στα χρόνια της κρίσης αισθάνθηκε την ανάγκη να πολιτευθεί πάλι, λίγους μήνες άντεξε ανάμεσα στους άλλους ερασιτέχνες που είχαν αποφασίσει να γίνουν επαγγελματίες πολιτικοί.

Ο Άγγελος Ελεφάντης όμως, του Αγώνα στο Παρίσι, του Πολίτη στην Αθήνα, άντεξε χρόνια σαν εκδότης αλλά κυρίως σαν «γκουρού», όπως σωστά τον αποκαλεί ο Δοξιάδης. Ασκούσε ισχυρή γοητεία ο Άγγελος στους ανθρώπους, τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν πολλοί. Αλλά προκαλούσε και εξίσου ισχυρές απογοητεύσεις, και επομένως πάθη – μου φαίνεται όμως πρωτίστως πολιτικός ήταν και δευτερευόντως διανοούμενος. «Ο Άγγελος έπρεπε να είναι γραμματέας του Κόμματος, είναι σκάλες ανώτερος από Δρακόπουλους και Παρτσαλίδηδες», μου έλεγε με θαυμασμό ο φίλος και κουμπάρος μου Περδίκκας (δυστυχώς, από τους οριστικώς αποχωρήσαντες και αυτός), μέλος του ΚΚΕ Εσωτερικού στο Παρίσι, που όταν είδε και απόειδε να περιμένει να γίνει ο Άγγελος γραμματέας, προσχώρησε στην 20ή Οκτώβρη. Άλλωστε, έγιναν 4-5 υπουργοί από τον κύκλο του Πολίτη επί ΣΥΡΙΖΑ.[6] Είμαι σίγουρος πολύ θα τη χαιρόταν την «Πρώτη Φορά Αριστερά» στην κυβέρνηση. Θα είχε γίνει τιμητικά βουλευτής επικρατείας και πρόεδρος της Βουλής, το πιστεύω αυτό, για να σηματοδοτήσει την κουκουέδικη εκδίκηση επί των νικητών του εμφυλίου, ή μάλλον του βουνού επί των αστών. Δεν πρόλαβε όμως να έχει αυτή τη χαρά, όπως άλλοι συνομήλικοί του που μου την εξομολογήθηκαν.

Έμειναν οι άνθρωποι και τα πάθη τους, λοιπόν. Ο Ερασιτέχνης Επαναστάτης μάς μιλά μόνο για τα πολιτικά πάθη τους – και τα μουσικά, κινηματογραφικά, αναγνωστικά, κάπου κάπου. Απουσιάζει το μεγαλύτερο, το κεντρικό για εκείνη την εποχή: το σεξ και το ερωτικό πάθος. Κατανοητό, μόνο σε μη προσωπική μυθιστορία θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε αυτά.

Αλλά ακόμη και αποφεύγοντας τόσο τους έρωτες όσο και τις επικίνδυνες αναφορές, θα έπρεπε να γράψω σελίδες επί σελίδων για να αναφερθώ σε όλα αυτά που τσιγκλάει στη μνήμη μου ο Αποστόλης Δοξιάδης – θα έπρεπε να γράψω πολυσέλιδο βιβλίο σαν το δικό του, που δεν έχω τα κότσια να το κάνω. Μένει όμως να συζητήσουμε το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: Αν τη χούντα δεν την έριξε το Πολυτεχνείο –που δεν την έριξε, συμφωνώ απολύτως με τον Δοξιάδη, η τουρκική εισβολή έριξε τον Ιωαννίδη–[7] τότε τι κάναμε εμείς ως αντιστασιακοί, είτε κομματικοί είτε μαζικοί είτε τρομοκράτες, είτε γραφειοκράτες είτε αγωνιστές; Ποια ήταν η συνεισφορά μας στη μεγάλη αλλαγή; Το ότι «οξύναμε τις αντιθέσεις» στο εχθρικό στρατόπεδο, έκανε λάθος κινήσεις και αυτό έφερε την καταστροφή του; Ήμασταν δηλαδή αντάρτικο κίνημα που πλαγιοκοπούσε τη χούντα, όλοι μαζί, από το βασιλιά, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο ώς τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο της 17 Νοέμβρη και τον Κώστα Αγαπίου του ΕΛΑ;

Μπορεί – αλλά αν εμείς είχαμε τόσες διαφορές μεταξύ μας, γιατί να μην είχαν και οι χουνταίοι; Γιατί θα τις οξύναμε εμείς και όχι οι ίδιοι, από μόνοι τους, λόγω των φιλοδοξιών και των συμφερόντων τους; Μου φαίνεται πως ο Ιωαννίδης θα εύρισκε κάποια άλλη ευκαιρία να διεκδικήσει την εξουσία για τον εαυτό του, έτσι ή αλλιώς.

 

Για μια γωνιά στο σώμα της ιστορίας

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα κάτι: όσο είχαν δίκιο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο Γεώργιος Μαύρος να είναι αναφανδόν υπέρ της κατάληψης του Πολυτεχνείου, άλλο τόσο δίκιο είχαν κομμουνιστές όπως ο Μπάμπης Δρακόπουλος και ο Λεωνίδας Κύρκος (αλλά και το ΚΚΕ) να είναι επιφυλακτικοί, να μη θέλουν να αποτύχει η μέσω του Μαρκεζίνη φιλελευθεροποίηση. Διότι Κανελλόπουλος-Μαύρος γνώριζαν ότι ήσαν τελειωμένοι πολιτικά με Παπαδόπουλο πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν επρόκειτο ποτέ να γίνουν υπουργοί ή πρωθυπουργοί, δεν τους ενδιέφερε αν το πείραμα Μαρκεζίνη αποτύγχανε. Οι τότε κομμουνιστές όμως γνώριζαν εξίσου καλά ότι υπουργοί-πρωθυπουργοί δεν θα γίνονταν ποτέ, όπως δεν κατάφερε να γίνει ο Μπερλινγκουέρ. Το θέμα ήταν να μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους χωρίς φυλακίσεις και εξορίες, άρα κάθε βηματάκι προς αυτή την κατεύθυνση ήταν πολύτιμο, δεν έπρεπε να διακυβεύεται.

Αλλά λίγοι από εμάς είχαν τότε στόχο να γίνουν μέλη της πολιτικής ελίτ της χώρας – και πάντως ελάχιστοι τέτοιοι υπήρχαν μεταξύ των ερασιτεχνών, επαναστατών, μικροαστών τυχοδιωκτών, κομμουνιστών, τροτσκιστών ή ότιδήποτε άλλο. Η δημοκρατία και η ελευθερία ήταν κάτι που αφορούσε εμάς σαν τρόπος ζωής, δεν τα υπολογίζαμε (κακώς) σαν όρους άσκησης της πολιτικής ως επάγγελμα. Μου φαίνεται δεν ήμασταν κάτι παραπάνω από «μικροί ήρωες» με το κεφάλι γεμάτο ηρωικά παραδείγματα, σαν του Κολοκοτρώνη και του Τσε Γκεβάρα που τους θαύμαζε και ο μικρός Απόστολος, που υποτίθεται δήλωναν «για τη λευτεριά πολεμάμε».

Θέλω να πω πως, πράγματι, είναι προσωπική μυθιστορία και όχι πολιτική ιστορία αυτά που κάναμε. Ούτε καν στις υποσημειώσεις της δεν θα αναφέρονται το Αντιστήριγμα, η 20ή Οκτώβρη, ο Βαλντέν, ο Απόστολος, εγώ, οι αγαπημένοι Σταύροι – ο Ερασιτέχνης Επαναστάτης πιστεύω θα βρει μια γωνιά στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας, όχι όμως στο πολιτικό σώμα της Ελλάδας. Εκεί έχουν θέση μόνο οι επαγγελματίες πολιτικοί, είτε επαναστάτες είτε μεταρρυθμιστές είτε συντηρητικοί. Οι ερασιτέχνες δεν περιλαμβάνονται σε καμιά «κλαδική» ιστορία (μουσική, θεατρική, μαθηματική κ.λπ.) ούτε διαμορφώνουν τους κλάδους. Αυτό νομίζω δίδαξε η δεκαετία της κρίσης και η πλήρης αυτονόμηση του πολιτικού από το κοινωνικό, η θεσμική ιδιοτέλεια, η εργαλειακή χρήση της δημοκρατίας. Αυτή είναι η ρεαλιστική και, για τούτο, απαισιόδοξη αποτίμησή μου της συνεισφοράς των ερασιτεχνών στην πολιτική. Και ας μας κόστισε βαριά πένθη και διαζύγια με στόχους ζωής, και ας ήταν οδυνηρή και σίγουρα καθόλου ευχάριστη εποχή – «μακριά από εσάς» έλεγα στους φοιτητές μου, που μας θαύμαζαν για τα «ηρωικά χρόνια» που ζήσαμε. Έτσι είχαν καταλάβει από την επέτειο του Πολυτεχνείου που γιόρταζαν, άλλο αν δεν ήξεραν να βάλουν σε χρονολογική σειρά 21η Απριλίου, 17η Νοεμβρίου, 24η Ιουλίου, όπως ενίοτε συμβαίνει και με την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου. Φυσικά, είχε και την ωραιότητά της και τη γλύκα της η εποχή, ήταν η νεότητά μας, διάολε. Αλλά βρίσκονται σε όσα αποκρύπτονται στο βιβλίο, σε εκείνα που μόνο μέσα από την καθαρή μυθοπλασία μπορούν να δοθούν.

Αυτά – και επειδή δεν μπορώ να γράψω βιβλίο ολόκληρο πρέπει να συνοψίσω. Ο Ερασιτέχνης Επαναστάτης είναι σπουδαίο έργο: γραμμένο με τέχνη, πολυεπίπεδο, πολύπλοκο. Συναρπαστικό σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, επιμορφωτικό σαν εγκυκλοπαίδεια, πολιτικό σαν αυτοκριτική συνεδρίαση κόβας, πολεμικό σαν αφήγηση παλαιού πολεμιστή, ανθρώπινο σαν έργο γιου, αδελφού και φίλου. Θα το απολαύσουν ακόμα και οι νεότεροι που δεν έζησαν την εποχή, ακόμα και εκείνοι που σιχαίνονται την πολιτική.

 


[1] Σωτήρης Βαλντέν: Από τη Λαπωνία στην Ακρόπολη (Πόλις, 2017)· Δικτατορία και Αντίσταση 1967-1974 (Θεμέλιο, 2018).

[2] Δημήτρης Ψυχογιός, «Σπαγγέτι πέστο αλά Γκουίντο-Γκράμσι», Γευστικές Αναμνήσεις (Επίκεντρο, 2016).

[3] Αγγέλα Καστρινάκη, Και βέβαια αλλάζει! (Κίχλη, 2014)· έρχεται και η συνέχεια, έχω μάθει.

[4] Κώστας Κορνέτης, Τα παιδιά της δικτατορίας (Πόλις, 2015).

[5] Αλέξης Παπαχελάς, Τάσος Τέλογλου, Φάκελος 17 Νοέμβρη (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2003).

[6] Νίκος Αλιβιζάτος, «Πόσο κομμουνιστικές είναι οι καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ;», The BooksJournal, τεύχος 90, Σεπτέμβριος 2018.

[7] Δημήτρης Ψυχογιός, «Η χούντα και το Πολυτεχνείο τότε και τώρα», στο Η Πολιτική Βία στην Ελληνική Κοινωνία (Επίκεντρο, 2013).

Δημήτρης Κ. Ψυχογιός

Δημοσιογράφος στο Βήμα και στα Νέα, υπήρξε καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει γράψει αρκετά βιβλία, πιο πρόσφατα είναι το μυθιστόρημα Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες (2011), το πολιτικό δοκίμιο Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία (2013), το χρονικό Στιγμές της μεταπολίτευσης 1974-1984 (2014) και τις Γευστικές αναμνήσεις (2016).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά