Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Ξαναδιαβάζοντας τον μαγικό ρεαλισμό

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Κριτική Τεύχος 90
   O Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες με τον ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο. Για τη φιλία του αυτή, ο Μάρκες είχε δεχτεί πολλές επικρίσεις ενώ φαίνεται ότι χάλασε τη σχέση του με τον ομότεχνό του, επίσης νομπελίστα συγγραφέα, Μάριο Βάργκας Λιόσα. Φωτογραφία άγνωστου φωτογράφου, που δεν έγινε δυνατόν να προσδιοριστεί η χρονολογία της.  O Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες με τον ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο. Για τη φιλία του αυτή, ο Μάρκες είχε δεχτεί πολλές επικρίσεις ενώ φαίνεται ότι χάλασε τη σχέση του με τον ομότεχνό του, επίσης νομπελίστα συγγραφέα, Μάριο Βάργκας Λιόσα. Φωτογραφία άγνωστου φωτογράφου, που δεν έγινε δυνατόν να προσδιοριστεί η χρονολογία της. Harry Ransom Center

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Εκατό χρόνια μοναξιά. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα ισπανικά: Μαρία Παλαιολόγου, Ψυχογιός, Αθήνα 2018, 496 σελ.

Πενήντα ένα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το κλασικό βιβλίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες επανακυκλοφορεί, με νέα μετάφραση, στα ελληνικά – θα ακολουθήσουν και τα άλλα βιβλία του συγγραφέα. Ο σημερινός αναγνώστης καλείται να θυμηθεί, ή να γνωρίσει, τον αλχημιστή αφελή γίγαντα Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, τη Ρεμπέκα που τρέφεται με χώμα και ασβέστη, τη μοχθηρή αδελφή της Αμαράντα που ετοιμάζει το σάβανό της, τον έκλυτο γιο Χοσέ Αρκάδιο που γύρισε 65 φορές τον κόσμο, τον πατέρα Νικανόρ ο οποίος ανυψώνεται 12 εκατοστά από το έδαφος μόλις πιει μια ζεστή κούπα σοκολάτα και, φυσικά, τον συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία – πολλούς ακόμα. Τι είναι, όμως, σήμερα ο μαγικός ρεαλισμός; Και γιατί οι νεότεροι λατινοαμερικανοί συγγραφείς (Βάσκες, Γκαμπόα, Ρονκαλιόλο), αναγνωρίζουν μεν την προσφορά του «Γκάμπο» αλλά προτιμούν το ρεαλισμό; Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 90, Σεπτέμβριος 2018.

Από καθαρή σύμπτωση, το βιβλίο Εκατό χρόνια μοναξιά του κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1982, κυκλοφόρησε στις αρχές Ιουνίου του 1967. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει ο πιο ψυχεδελικός δίσκος των Μπητλς, το Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band.

Ούτε στα πιο άγρια όνειρά τους μπορούσαν να φανταστούν οι Βρετανοί Μπητλς ότι ο συγγραφέας που θα εγκαινίαζε τον «μαγικό ρεαλισμό», ένα νέο λογοτεχνικό ρεύμα της Λατινικής Αμερικής, θα εμπνεόταν από τη μουσική τους. Κι όμως, ο Μάρκες παρακολουθούσε ήδη από το 1963 τους «Τέσσερις του Λίβερπουλ» και, όπως είχε δηλώσει, ένιωθε ότι «το σύμπαν έχει μολυνθεί απ’ αυτούς». Το αγαπημένο τραγούδι του Μάρκες από το Sgt. Peppers ήταν το “Lucy in the Sky with Diamonds”, τραγούδι γεμάτο χρώματα και παραμορφωτικές εικόνες, με σαφή υπαινιγμό στα ναρκωτικά και ειδικά στο LSD το οποίο άκουγε μετά μανίας – όπως ο ίδιος ο συγγραφέας ανέφερε στη νεκρολογία που έγραψε για τον Τζων Λέννον μετά τη δολοφονία του, το 1980.    

 

Απέναντι στο ρεαλισμό

Δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο άνεμος της ψυχεδέλειας που φυσούσε ήδη στις δυτικές μητροπόλεις συνέβαλε στην έμπνευση και τη συγγραφή του βιβλίου του Εκατό χρόνια μοναξιά, στην Πόλη του Μεξικού, όπου ο Μάρκες ήταν τότε εγκατεστημένος. Με τον τρόπο του, όμως, το βιβλίο συνδέθηκε υπογείως με το πνεύμα του «Καλοκαιριού της Αγάπης» του 1967, αφού οι έρωτες, παράφοροι και ενίοτε αχαλίνωτοι, αποτελούν από τα βασικά μοτίβα του. Κυρίως, όμως, το βιβλίο, αποκάλυψε στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό ότι «μια άλλη λογοτεχνία ήταν εφικτή», καθιστώντας τον Μάρκες έναν από τους πατριάρχες των σύγχρονων λατινομερικανικών γραμμάτων και το τροπικό σύμπαν των βιβλίων του, τον κόσμο των ακτών της Καραϊβικής, με τις δυνατές βροχές, τα πολύχρωμα πουλιά, την οργιώδη βλάστηση και τους ήρωες που είτε ζουν αιώνια είτε πετούν στους ουρανούς, το πλέον εξαγώγιμο λογοτεχνικό προϊόν της Κολομβίας.

Η «άλλη» λογοτεχνία που πρότεινε ο Μάρκες, ο οποίος είχε ήδη κυκλοφορήσει τα πρώτα του βιβλία τη δεκαετία του 1950, παρουσιάστηκε ως το αντίπαλον δέος στο ρεαλισμό και το ρασιοναλισμό της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης. Ο Μάρκες πάντως είχε ευδόκιμη εμπειρία ως «ρεαλιστής», δεδομένου ότι είχε εργαστεί ως ρεπόρτερ σε εφημερίδες αναφοράς της Μπογκοτά, όπως η εφημερίδα El Espectador, και μάλιστα καλύπτοντας τα αιματηρά γεγονότα με τους δεκάδες νεκρούς που ακολούθησαν την δολοφονία του λαϊκού προοδευτικού ηγέτη Γκαϊτάν, το 1948. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Μάρκες πίστευε στην αντικειμενική δημοσιογραφία. Σε σχετικό άρθρο του στην ισπανική εφημερίδα El Pais το 1996, με τίτλο «Το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου», αναπτύσσει με ενάργεια τις απόψεις του για τη δημοσιογραφία και, ώς ένα βαθμό, αποδεικνύεται προφητικός για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται πλέον το επάγγελμα αλλά και για την επάρκεια των νέων δημοσιογράφων.

Όταν ωστόσο άρχισε να γράφει τα Εκατό χρόνια μοναξιά, ο ρεαλισμός του Μάρκες έγινε μαγικός.

Για την ιστορία, δεν ήταν ο κολομβιανός συγγραφέας εκείνος που επινόησε τον όρο «μαγικός ρεαλισμός». Ήταν ο γερμανός κριτικός τέχνης, Φραντς Ροχ, το 1925, με αφορμή έναν πίνακα, την τεχνοτροπία του οποίου θέλησε να αντιδιαστείλει στον εξπρεσιονισμό. Ωστόσο, τα «δάνεια» είναι συχνά στις τέχνες, και ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 για να προσδιορίσει ένα νέο ρεύμα λατινοαμερικανών συγγραφέων το οποίο εκπροσωπούσαν ο Κουβανός Αλέχο Καρπεντιέρ, (Ο αιώνας των φώτων, μτφ. Ισμήνη Κανσή - Βικτώρια Τράπαλη, Εξάντας, 1986), ο Μεξικανός Χουάν Ρούλφο, (Πέδρο Πάραμο, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, Πατάκη, 2005) και, κυρίως, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, με το έργο του οποίου ο όρος ταυτίστηκε.

 

 

Η λογοτεχνία και η ταυτότητα

Ο μαγικός ρεαλισμός είναι το πρώτο και διασημότερο λογοτεχνικό ρεύμα της Λατινικής Αμερικής που οι δημιουργοί του διεκδίκησαν με πάθος και το οποίο οδήγησε, χάρη στα Εκατό χρόνια μοναξιά, στο λατινομερικανικό “boom”, στην «έκρηξη» της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, την περίοδο 1967-74. Ήταν η απάντηση στα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής, ένα είδος «εξέγερσης» των λατινοαμερικανών συγγραφέων στις ευρωπαϊκές σχολές λογοτεχνίας, οι οποίες ήσαν πιο εγκεφαλικές, πιο δωρικές.

Στον μαγικό ρεαλισμό, το αληθινό με το μαγικό αναμειγνύονται, το μαγικό εισέρχεται με τρόπο φυσικό στην πραγματικότητα, ζωντανοί συνυπάρχουν και συνομιλούν με τους νεκρούς, ήρωες αιωνόβιοι παραπέμπουν σε πρόσωπα της Βίβλου, εμφανίζονται ασθένειες τρομακτικές που όμως αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικά φαινόμενα. Ο ίδιος ο Μάρκες είχε αναφέρει ότι τα όσα μαγικά, ή εξωπραγματικά, διαδραματίζονται στα Εκατό χρόνια μοναξιά, είναι απολύτως φυσιολογικά, δεδομένου ότι ήδη από τις διηγήσεις της γιαγιάς του,οι οποίες χρησίμευσαν ως μαγιά για το βιβλίο του, ήταν συνήθη στην πατρίδα του.

Στο ίδιο πλαίσιο, η έννοια του χρόνου διαστέλλεται: το παρόν με το παρελθόν μπλέκονται διαρκώς, κι αυτό σχετικοποιεί και την έννοια του θανάτου. Ο θάνατος, έτσι, παύει να παρουσιάζεται τόσο τρομακτικός, αντίθετα λογίζεται ως τμήμα της ζωής και σύντροφός της – χωρίς πάντως αυτό να ακυρώνει την αγωνία του τέλους της ζωής ούτε άλλες θεμελιώδεις ανθρώπινες αγωνίες όπως η μοναξιά, η απομόνωση, το ψυχικό κενό. Σύμφωνα με μια θεωρία, ένα από τα αίτια που οδήγησαν στη δημιουργία του μαγικού ρεαλισμού ήταν η κρίση της θρησκείας, την οποία προκάλεσαν οι σημαντικές πρόοδοι της τεχνολογίας τον εικοστό αιώνα. Η κρίση της θρησκείας ώθησε τους ανθρώπους και τους συγγραφείς να ανατρέξουν σε «αρχέγονα» συναισθήματα και σε επικές ιστορίες για να απαλύνουν τις ανησυχίες τους.

Από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι ο μαγικός ρεαλισμός είναι το πρώτο αμιγώς λατινοαμερικανικό λογοτεχνικό ρεύμα, ήταν αναπόφευκτο ότι θα συνδεθεί και με τη διεκδίκηση της λατινοαμερικανικής ταυτότητας, πάντα σε αντιδιαστολή με την ευρωπαϊκή. Σε όλη της την ιστορία, άλλωστε, η Λατινική Αμερική βρισκόταν «σε αντιπαλότητα» με τη μοντέρνα Δύση, αντιπαραθέτοντας τη δική της παράδοση των αυτοχθόνων στους απόγονους των αποικιοκρατών.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι, τη δεκαετία του 1960, την εποχή δηλαδή που ο μαγικός ρεαλισμός άρχισε να κατακτά τον κόσμο, η λατινοαμερικανική ήπειρος βρισκόταν ακόμη υπό την επήρεια του θριάμβου της κουβανικής επανάστασης του Φιντέλ Κάστρο: όταν κυκλοφόρησαν τα Εκατό χρόνια μοναξιά, ο Τσε Γκεβάρα ήταν ήδη μύθος αλλά ήταν ακόμη ζωντανός, η δικτατορία της Βραζιλίας (1964) δεν είχε αρχίσει να δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο, στη Χιλή αναδυόταν το άστρο του Αλλιέντε και στην Αργεντινή η στυγνή δικτατορία του Βιντέλα θα αργούσε μια δεκαετία ακόμη.

Ξαναδιαβάζοντας σήμερα τα Εκατό χρόνια μοναξιά, στη νέα μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου, από τις εκδόσεις Ψυχογιός, 51 χρόνια μετά την πρώτη τους κυκλοφορία, αντιλαμβανόμαστε γιατί το βιβλίο είχε τόσο μεγάλη απήχηση στην εποχή του αλλά και τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

 

 

Η σάγκα των Μπουενδία

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (ή Γκάμπο, όπως τον αποκαλούσαν οι δικοί του άνθρωποι, και οι αναγνώστες που τον λάτρεψαν) είναι δεινός παραμυθάς: οι ιστορίες των ηρώων του μπλέκουν διαρκώς το σήμερα με το χθες, το παρόν των ηρώων του μπλέκεται με το παρελθόν τους. Συχνά πρόκειται για ιστορίες εξωφρενικές, όπως επιτάσσει ο μαγικός ρεαλισμός. Με φόντο το Μακόντο, ένα φανταστικό χωριό, που θα μπορούσε να είναι και η Αρακατάκα, το χωριό των 20 σπιτιών στο οποίο ο Μάρκες γεννήθηκε σε μια οικογένεια 16 παιδιών το 1927, παρακολουθούμε τη «σάγκα» της οικογένειας Μπουενδία. Στις πρώτες εκατό σελίδες του βιβλίου κυριαρχεί ο οργιώδης ρυθμός των τροπικών, δεσπόζουν οι υπερβολικοί χαρακτήρες των δεισιδαιμόνων ιδρυτών του Μακόντο, οι οποίοι διέσχισαν οροσειρές για να ιδρύσουν το χωριό. Γίνεται σύντομα αντιληπτό ότι, στη συγκεκριμένη κολομβιανή κοινωνία της εποχής, κουμάντο κάνουν οι γυναίκες. Ο πιο συνετός ήρωας είναι η Ούρσουλα Ιγουαράν, η «γενάρχης» των Μπουενδία, η οποία διοικεί το σπίτι της καλύτερα και από στρατηγό σε πόλεμο.

Στο Μακόντο, οι εκκεντρικοί ήρωες δεν είναι οι περιφερόμενοι τσιγγάνοι, οι οποίοι συνήθως φέρνουν την πρόοδο και τις τελευταίες ανακαλύψεις –όπως τον πάγο και το τηλεσκόπιο– αλλά οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού: ο φιλοπρόοδος αλλά μανιακός Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, κάτι μεταξύ αλχημιστή και αφελούς γίγαντα, τον οποίο δένουν, μέχρι το βαθύ του γήρας, στην καστανιά της αυλής προκειμένου να τον συγκρατήσουν από την τρέλα. Η θετή κόρη των Μπουενδία, Ρεμπέκα, η οποία τρέφεται με χώμα και ασβέστη για να καταπνίξει την ερωτική της απογοήτευση. Η μοχθηρή αδελφή της Αμαράντα, που διατηρεί την παρθενία της και περνάει χρόνια ετοιμάζοντας το σάβανό της. Ο έκλυτος γιος, Χοσέ Αρκάδιο, που έφυγε έφηβος για να γυρίσει ως ναυτικός 65 φορές τον κόσμο και επέστρεψε ως ασυγκράτητος εραστής. Ο πατήρ Νικανόρ, ο οποίος ανυψώνεται 12 εκατοστά από το έδαφος μόλις πιει μια ζεστή κούπα σοκολάτα. Και φυσικά, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, μικρότερος γιος της Ούρσουλα και του Χοσέ Αρκάδιο, ο οποίος, από ντροπαλός νεαρός αργυροχόος, ερωτευμένος με ένα όμορφο κοριτσάκι που δεν έχει μπει στην εφηβεία, εξελίσσεται σε κραταιό πολεμιστή για την επικράτηση του Φιλελεύθερου Κόμματος.

Ο Μάρκες όμως δεν είναι μόνο παραμυθάς. Το βιβλίο γίνεται πιο πολιτικό όταν ο Αουρελιάνο Μπουενδία αποφασίζει να πολεμήσει επί μια εικοσαετία στο πλευρό του Φιλελεύθερου Προοδευτικού Κόμματος εναντίον των Συντηρητικών. Ο συγγραφέας δίνει το στίγμα των Φιλελεύθερων που ήταν αντικληρικαλιστές, ήταν υπέρ της αναγνώρισης των δικαιωμάτων των νόθων παιδιών και υπέρ της δικαιότερης κατανομής γαιών. Οι διάλογοι του Αουρελιάνο Μπουενδία με τους συμπολεμιστές για το παράλογο του πολέμου είναι από τους πιο ενδιαφέροντες: «να πολεμάς, όπως εσύ, για κάτι που δεν σημαίνει τίποτε και για κανέναν» (σ.166). Εξουθενωμένος από τους πολέμους και έχοντας διαπράξει και ο ίδιος τερατωδίες, παρ’ ότι μαχόταν με τους Φιλελεύθερους –σαφής τοποθέτηση του Μάρκες στο ότι η εξουσία διαφθείρει–, ο μοναχικός Αουρελιάνο Μπουενδία επιστρέφει έπειτα από δεκαετίες στο σπίτι του, χωρίς να έχει ξεπεράσει ποτέ τη συστολή ούτε την άβολη θέση στην οποία τον έφερε συχνά ο πόλεμος. Σε μια στιγμή, αναλογίζεται «αν το μυστικό των καλών γηρατειών δεν είναι τίποτε άλλο από μια έντιμη συμφωνία με τη μοναξιά» (σ. 246).

Η νέα μετάφραση του βιβλίου από τη Μαρία Παλαιολόγου είναι επαρκής, αλλά αποδίδει μόνον ώς ένα βαθμό το ύφος του πρωτοτύπου. Ιδιαίτερα χρήσιμες είναι οι διευκρινιστικές σημειώσεις της μεταφράστριας, αν και θα απαιτούνταν ακόμη περισσότερες, δεδομένου ότι, παρά τη μεγάλη απήχηση του έργου στο ελληνικό κοινό, οι έλληνες αναγνώστες δεν είναι εξοικειωμένοι ούτε με την ιστορία ούτε με την κοινωνική πραγματικότητα της Κολομβίας. Από τη νέα έκδοση λείπει, επίσης, ένα διαφωτιστικό επίμετρο, δεδομένου ότι πρόκειται για πανηγυρική επανέκδοση: ένα επίμετρο που θα τοποθετούσε το έργο ιδωμένο και διαβασμένο 50 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του. Λείπει επίσης ένα διάγραμμα της οικογένειας Μπουενδία, ανάλογο με αυτό που υπήρχε στην προγενέστερη μετάφραση του βιβλίου από την Κλαίτη Σωτηριάδου, στις εκδόσεις Λιβάνη, το 1983[1]. Δεδομένου ότι στο γένος των Μπουενδία, παλαιοί και νέοι ήρωες φέρουν τα ίδια ονόματα, το διάγραμμα θα ήταν πολύ πρακτικό για τον αναγνώστη ο οποίος ενδεχομένως μπερδεύεται. Στις αστοχίες της μετάφρασης σημειώνουμε ενδεικτικά, την απόδοση ορισμένων λέξεων και εκφράσεων όπως «καπατσοκαταφερτζήδ[ες]» (σ. 265), «κυριεύονταν από μια παράξενη συναρπαγή» (σ. 281), «γέλιο που έμοιαζε με κουκουρουκουκού περιστερίσιο» (σ. 463) – όπως αποδίδεται το γουργούρισμα περιστεριού.

Πενήντα χρόνια αργότερα, τα Εκατό χρόνια μοναξιά εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικό μέρος της γοητείας τους. Ωστόσο, το είδος του μαγικού ρεαλισμού, όπως τουλάχιστον το υπηρέτησαν οι επίγονοι του Μάρκες, π.χ. η Ισαβέλ Αλλιέντε, η πιο πολυδιαβασμένη εν ζωή λατινοαμερικανή συγγραφέας, δεν έχουν πολλά να προσθέσουν. Ο μαγικός ρεαλισμός έχει μάλλον ολοκληρώσει τον κύκλο του, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι τα Εκατό χρόνια μοναξιά δεν εξακολουθεί να παραμένει βιβλίο αναφοράς για τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία.

Η μεγαλύτερη ένδειξη, πάντως, που συνηγορεί ότι το συγκεκριμένο ρεύμα έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του ως λογοτεχνικό είδος, είναι ότι η νέα γενιά των σημαντικών και ήδη πολυβραβευμένων συγγραφέων της Κολομβίας έχει εντελώς διαφορετικά πράγματα να πει.  

 

 

Μια νεότερη γενιά

Επίγονοι του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι πολυμεταφρασμένοι και εκτός Κολομβίας νεότεροι συγγραφείς Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, Σαντιάγο Γκαμπόα, αλλά και ο Περουβιανός Σαντιάγο Ρονκαλιόλο. Οι τρεις προαναφερθέντες είναι μόνο ορισμένοι από τους εξαιρετικούς σύγχρονους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής οι οποίοι έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, γνωρίζοντας μάλιστα ιδιαίτερη επιτυχία. Προσωπικώς, είχα την τύχη, την τελευταία διετία, να συνομιλήσω επί μακρόν και με τους τρεις, καθώς βρέθηκαν στην Αθήνα για να παρουσιάσουν τα βιβλία τους.

Μεταξύ άλλων, στις συζητήσεις μας, τους έθεσα ερωτήματα σχετικά και με τον Γκαρσία Μάρκες, την επιρροή του έργου του αλλά και τη σχολή του μαγικού ρεαλισμού. Όλοι τους αναγνωρίζουν το ταλέντο του, αλλά και όλοι συμφωνούν στο ότι ο συγγραφέας που τούς καθόρισε είναι ο περουβιανός Μάριο Βάργκας Λιόσα – ο οποίος επίσης τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2010[2].

Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες[3], γεννημένος στην Κολομβία το 1973, μου ανέφερε χαρακτηριστικά:

Ο Γκαρσία Μάρκες διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη απόφασή μου να ασχοληθώ με τη γραφή. Τα Εκατό χρόνια μοναξιά ήταν ένα από τα δύο τρία βιβλία που έβαλαν στο μυαλό μου την ιδέα να γίνω συγγραφέας. Ωστόσο, παρ’ ότι ο Μάρκες ταυτίστηκε με τον μαγικό ρεαλισμό, εγώ ένιωθα ότι δεν μπορώ να ακολουθήσω την ίδια οδό. Ο μαγικός ρεαλισμός ήταν μια θαυμάσια επινόηση ενός λογοτεχνικού είδους της δεκαετίας του 1960, πολύ χρήσιμου, γιατί μάς άνοιξε ένα παράθυρο για την ερμηνεία της λατινοαμερικανικής πραγματικότητας. Ο μαγικός ρεαλισμός γεννήθηκε από την ιδιοσυγκρασία, την κουλτούρα και το ταμπεραμέντο των ανθρώπων της Καραϊβικής. Μια κουλτούρα εντελώς διαφορετική από τη δική μου που μεγάλωσα στην Μπογκοτά, την πρωτεύουσα της Κολομβίας, μια πόλη κρύα, ανάμεσα σε βουνά, πολύ μακριά από την κουλτούρα της Καραϊβικής. Η λογοτεχνία γεννιέται και από τις προσωπικές εμπειρίες του καθενός. Ο Γκαρσία Μάρκες, που είχε μεγαλώσει στις ακτές της Κολομβίας στην Καραϊβική, και εγώ, που μεγάλωσα στην Μπογκοτά, έχουμε τελείως διαφορετικές εμπειρίες. Πέραν όμως αυτού, ο μαγικός ρεαλισμός ως εργαλείο, δεν μπορούσε να μού είναι χρήσιμος γιατί όταν εγώ άρχισα να γράφω, το ρεύμα αυτό είχε ήδη εξαντληθεί, δεν αποτελούσε κάτι καινούργιο, δημιουργούσε απλώς σχολές συγγραφέων αυτού του ύφους ανά τον κόσμο. Αντίθετα, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα υπήρξε πολύ σημαντικότερος για μένα, υπό την έννοια ότι καθόρισε τι είδους συγγραφέας ήθελα να γίνω και πώς να το καταφέρω. Με καθόρισε η ιδέα του ότι η λογοτεχνία είναι πειθαρχία, ότι ο συγγραφέας είναι κάποιος που παρατηρεί, που διερευνά τη σκοτεινή πλευρά των κοινωνιών μας. Ο Βάργκας Λιόσα είναι επίσης πολύ σημαντικός για μένα και ως προσωπικότητα που μετέχει στον δημόσιο διάλογο.[4]

Ο Σαντιάγο Γκαμπόα[5], γεννημένος επίσης στην Μπογκοτά, το 1965, αναγνωρίζει ότι χάρη στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες η υφήλιος γνώρισε μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων της λατινοαμερικανικής «έκρηξης», στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Επίσης, ο Μάρκες ήταν ο άνθρωπος που βοήθησε τον νεαρό Γκαμπόα να εργαστεί στην UNESCO. «OΜάρκες», τόνιζε ο Γκαμπόα σε συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει πέρυσι[6], «με πρότεινε στον τότε πρόεδρο της Κολομβίας, τον Άλβαρο Ουρίμπε, για μια θητεία τεσσάρων ετών. Όλοι οι πρέσβεις υπό τους οποίους υπηρέτησα γνώριζαν ότι δεν υποστήριζα τον πρόεδρο Ουρίμπε. Ο Μάρκες με συμπαθούσε, και επιπλέον ήταν πανίσχυρος, ήταν θεσμός στην Κολομβία, όπως η Εκκλησία και τα πολιτικά κόμματα».

Και ο Γκαμπόα, όπως και ο Βάσκες, δεν διστάζει να μιλήσει για τις επιρροές του: ο συγγραφέας που θαύμασε και ο οποίος τον συνόδευσε περισσότερο στη ζωή του, λέει, δεν είναι ο Μάρκες ούτε ο αργεντινός Χούλιο Κορτάσαρ, αλλά ο Περουβιανός Μάριο Βάργκας Λιόσα:

Διαβάζοντας και μελετώντας τον Λιόσα, δεν διατρέχεις τον κίνδυνο να τον αντιγράψεις, όπως μπορεί να σου συμβεί με τον Μάρκες ή τον Ρομπέρτο Μπολάνιο. Δεν υπάρχουν φράσεις του Λιόσα που μπορείς να αντιγράψεις, μπορείς όμως να μάθεις τόσα πολλά μελετώντας τη δομή των έργων του.[7]

Ο Σαντιάγο Γκαμπόα υπενθυμίζει ότι η νέα γενιά των λατινοαμερικανών συγγραφέων, πέραν των Κολομβιανών, περιλαμβάνει και τον Περουβιανό Σαντιάγο Ρονκαλιόλο[8], καθώς και τον Χιλιανό Αλεχάντρο Σάμπρα[9]. Και προσθέτει ότι, σε αυτή τη γενιά συγγραφέων, «κανείς μας δεν επισκιάζει τους υπόλοιπους όπως συνέβαινε με τον Μάρκες ο οποίος επισκίαζε όλους τους υπόλοιπους. Οι περισσότεροι είμαστε παιδιά γονέων που έζησαν εκτός της Λατινικής Αμερικής, είτε για πολιτικούς είτε για άλλους λόγους. Αναγκαστικά είμαστε πιο κοσμοπολίτες και δεν γράφουμε υποχρεωτικά μόνο για τις χώρες μας. Είμαστε ελεύθεροι να φτιάξουμε τη δική μας γενεαλογία, τη δική μας βιβλιοθήκη. Μιλάμε ξένες γλώσσες, διαβάζουμε ξένους συγγραφείς στο πρωτότυπο».

Με τους προηγούμενους συγγραφείς συντονίζεται και ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, ο οποίος δηλώνει:

Η γενιά μου ενδιαφέρεται περισσότερο για την Ιστορία αλλά και για την πλοκή του μυθιστορήματος, για τις ιστορίες που αφηγούμαστε. Η γλώσσα δεν είναι ο πρωταγωνιστής των βιβλίων μας, όπως, για παράδειγμα, στις Τρεις ταλαίπωρες τίγρεις (στα ελληνικά, εκδ. Τόπος) του Κουβανού Καμπρέρα Ινφάντε. Επίσης μας ενδιαφέρουν περισσότερο οι «μικροί», καθημερινοί άνθρωποι. Οι ήρωές μας δεν είναι δικτάτορες, είναι έφηβοι σε σχολεία, οικογένειες, η μεσοαστική τάξη, άνθρωποι συνηθισμένοι και όχι πολιτικές προσωπικότητες-σύμβολα.[10]

 

 

Μάρκες και Φιντέλ Κάστρο

Η προτίμηση των νέων κολομβιανών συγγραφέων στον Βάργκας Λιόσα και όχι στον συμπατριώτη τους, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, είναι ευεξήγητη για κοινωνικούς λόγους. Ούτε ο Βάσκες ούτε ο Γκαμπόα αισθάνονται ότι μπορούν να εκφραστούν μέσω του μαγικού ρεαλισμού. Παιδιά της πόλης, μεγαλωμένα χωρίς τους μύθους της υπαίθρου αισθάνονται ότι έχουν περισσότερα κοινά με τον αστό Βαργκας Λιόσα ο οποίος κατάφερε να διακριθεί δημιουργώντας ένα έργο πολύπλευρο, χωρίς να αποτάσσεται ποτέ τη λογοτεχνική παράδοση της Ευρώπης.

Υπάρχει ωστόσο και ένας ακόμα λόγος που δικαιολογεί την αποστασιοποίηση, ένας λόγος που έχει να κάνει με την πολιτική: οι νέοι λατινοαμερικανοί συγγραφείς κρίνουν τις πολιτικές φιλίες του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, και κυρίως τη σχέση του με τον Φιντέλ Κάστρο, επικεφαλής της κουβανικής επανάστασης τον οποίο θεωρούν κατοπινό δικτάτορα. Αυτή ακριβώς η σχέση του Μάρκες με τον Κάστρο, άλλωστε, ήταν η αιτία να διαταραχθεί η φιλία του Γκάμπο με τον Βάργκας Λιόσα.

Στην συνομιλά στην οποία προαναφέρθηκα, ο Σαντιάγο Γκαμπόα μού επεσήμανε ότι «ο Μάρκες είχε στενές σχέσεις με πολλούς ηγέτες. Ήταν προσωπικός φίλος του Κάστρο αλλά πολύ φίλος και του αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον. Αλλά μιλώντας για την Κολομβία, η εκάστοτε κυβέρνηση είχε έναν μόνο τρόπο να επικοινωνεί με τους αριστερούς αντάρτες: το έκανε μέσω της Κούβας. Ο Μάρκες βοήθησε σε αυτό. Δεν ήταν απλώς μεγάλος συγγραφέας, ήταν μια προσωπικότητα που υπηρέτησε πολύ τη χώρα του. Ναι, ήταν φίλος του Φιντέλ – όχι όμως και του προέδρου της Βενεζουέλας, Ούγκο Τσάβες». Για τον Γκαμπόα, «ο Μάρκες και ο Κάστρο έτρεφαν γνήσια αγάπη ο ένας για τον άλλο, ήταν και οι δύο άνδρες της Καραϊβικής».

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, που δεν είναι γέννημα-θρέμμα της Καραϊβικής, εξέφρασε τη θλίψη του όταν πέθανε ο Μάρκες το 2014, παρ’ ότι είχε να μιλήσει μαζί του 38 ολόκληρα χρόνια. «Είναι λυπηρό να ανακαλύπτω ότι είμαι ο τελευταίος εκείνης της γενιάς», είχε γράψει τότε.    

Οι δύο συγγραφείς είχαν γνωριστεί στη Βενεζουέλα, το 1967, τη χρονιά που κυκλοφόρησαν τα Εκατό χρόνια μοναξιά. Ο Λιόσα ήταν χαρούμενος για την επιτυχία του Μάρκες. Άλλωστε, όπως υποστήριζε, το βιβλίο αυτό «προκάλεσε λογοτεχνικό σεισμό στη Λατινική Αμερική. Και έκανε, εν μία νυκτί, το συγγραφέα του τόσο διάσημο όσο ένας ποδοσφαιριστής ή ένας τραγουδιστής μπολέρο [είδος λατινοαμερικανικών τραγουδιών]». Έγιναν φίλοι. Μεταξύ άλλων, τους ένωσε η κοινή τους αγάπη για τον αμερικανό συγγραφέα Ουίλλιαμ Φώκνερ (βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1949) και το ότι συνειδητοποίησαν πως ήταν Λατινοαμερικανοί όταν, λίγο αργότερα, και οι δύο εγκαταστάθηκαν στη Βαρκελώνη.

Τον Φεβρουάριο του 1976, στην πρεμιέρα μιας κινηματογραφικής ταινίας στην Πόλη του Μεξικού, ο Μάρκες, χαμογελώντας, πήγε να χαιρετήσει το φίλο του. Αλλά ο Βάργκας Λιόσα, ερασιτέχνης πυγμάχος στα νιάτα του, του έριξε μια γροθιά στο πρόσωπο. Κανείς τους δεν εξήγησε ποτέ τι πυροδότησε εκείνο το περιστατικό, το οποίο έδωσε αφορμή για πλείστα σχόλια και εικοτολογίες στους λογοτεχνικούς κύκλους, επί δεκαετίες.  

Με τον θάνατο του Μάρκες, το 2014, ο νομπελίστας πλέον Λιόσα δήλωσε στην εφημερίδα ElPais ότι «ο Γκάμπο δεν έδειχνε αρχικά κανένα ενθουσιασμό για την κουβανική επανάσταση, δεδομένου ότι είχε εκδιωχθεί από το κομμουνιστικό κόμμα όταν εργαζόταν ως δημοσιογράφος για το ειδησεογραφικό πρακτορείο PrensaLatina. Ήταν όμως πρακτικός άνθρωπος και συνειδητοποίησε ότι μάλλον ήταν καλύτερα για εκείνον να είναι υπέρ της Κούβας και όχι εναντίον της. Κατόρθωσε να αποφύγει όλη τη λάσπη που έριξαν σε μας, που επικρίναμε την κουβανική επανάσταση, επειδή εξελίχθηκε από φιλελεύθερη και σοσιαλιστική σε κομμουνιστικό καθεστώς».

Να ήταν, άραγε, η γροθιά τρόπος διαμαρτυρίας για την υποστήριξη του Μάρκες στον Κάστρο; Η σχέση, πάντως, ανάμεσα στους δύο άντρες, τον ηγέτη της Κούβας και τον κολομβιανό συγγραφέα έγινε στενότερη μετά το 1977, όταν ο ίδιος ο Φιντέλ αποφάσισε να προσεγγίσει τον Μάρκες. Ο Γκάμπο, αργότερα, παρουσίαζε τον Κάστρο ως μανιώδη αναγνώστη και λάτρη της λογοτεχνίας, ικανό να ολοκληρώσει την ανάγνωση ενός βιβλίου σε μια ημέρα. Υποστήριζε ότι τους συνέδεε όχι η πολιτική, αλλά η αγάπη για τη λογοτεχνία και το καλό φαγητό.

Πάντως, το 1982, στην τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο Μάρκες δεν εμφανίστηκε με φράκο, όπως επέβαλλε η περίσταση, αλλά ντυμένος στα άσπρα, φορώντας το παραδοσιακό πουκάμισο της Κολομβίας, το “liquiliqui”, κουμπωμένο μέχρι ψηλά στον γιακά, τύπου Μάο. Στην ομιλία του, πάντως, για την τιμή που του έκανε η Σουηδική Ακαδημία, τόνισε ότι αποδέχεται το Νόμπελ, ένα βραβείο που είχε κατακρίνει παλαιότερα, στο όνομα «του λατινοαμερικανικού λαού ο οποίος έχει καταπιεστεί από τον ιμπεριαλισμό». Αντιφατικός;

Πάντως, ώς το τέλος της ζωής του, ο Μάρκες περνούσε μεγάλα διαστήματα της ζωής του στην Αβάνα, μαζί με τη σύζυγό του, σε σπίτι που τους είχε παραχωρήσει το κουβανικό καθεστώς. Είναι πάντως γεγονός ότι αν υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν φοβόταν να επικρίνει τον Κάστρο, αυτός ήταν ο κολομβιανός συγγραφέας. Στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους διαφωνούσαν συχνά, όπως στην περίπτωση του συνταγματάρχη Τόνυ ντε λα Γκουάρδια, ο οποίος εκτελέστηκε το 1989 από το κουβανικό καθεστώς για λαθρεμπόριο ναρκωτικών και εσχάτη προδοσία. Η κόρη του Ντε λα Γκουάρδια παραδέχτηκε ότι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες επιχείρησε να μεσολαβήσει στον Κάστρο για να σώσει τον πατέρα της. Εις μάτην.

Ο Γκάμπο γνώριζε καλά, ήδη από την εποχή που είχε εμπνευστεί τον συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία, ότι η εξουσία είναι άτιμο πράγμα.  

 

 


[1] Είχε προϋπάρξει ακόμα μια μετάφραση, της Αγγέλας Βερυκοκάκη-Αρτέμη, που εκδόθηκε επίσης από τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη το 1979 (τότε: Νέα Σύνορα - Λιβάνης), αρχικά με τίτλο Εκατό χρόνια μοναξιάς, που ξεσήκωσε τεράστια συζήτηση για την ορθότητά του στα ελληνικά, με αποτέλεσμα να διορθωθεί σε Εκατό χρόνια μοναξιά. Η μετάφραση εκείνη αποσύρθηκε γρήγορα, και ο οίκος Λιβάνη επανεξέδωσε το βιβλίο, και τα επόμενα βιβλία του Μάρκες, στη μετάφραση της Σωτηριάδου – πιθανόν μετά την αγορά των δικαιωμάτων του έργου του συγγραφέα από τον τότε εκδότη, Αντώνη Λιβάνη. Έως τότε, τα βιβλία και του Μάρκες (όπως και πολλών ακόμα συγγραφέων) κυκλοφορούσαν στα ελληνικά χωρίς πολλοί οίκοι να πληρώνουν πνευματικά δικαιώματα.

[2] Η πόλη και τα σκυλιά (1963) είναι το πρώτο δημοφιλές έργο του Λιόσα (στα ελληνικά κυκλοφορεί στις εκδόσεις Καστανιώτη). Άλλα βιβλία του, όπου μεταξύ άλλων ξεδιπλώνει τη θεματολογία του κατά των δικτατοριών, του θρησκευτικού φανατισμού και υπέρ των ελευθεριών: Το πράσινο σπίτι (1966), Κουβέντα στον καθεδρικό ναό (1969), Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες (1973). Το 1993 κυκλοφόρησε στην Ισπανία, όπου ζει μονίμως, η αυτοβιογραφία του, Το ψάρι στο νερό (στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη).

[3] Στα ελληνικά, τα βιβλία του Βάσκες κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΄Ικαρος. Πιο πρόσφατο, η Μορφή των λειψάνων, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

[4] Από προσωπική συνομιλία μου με τον συγγραφέα στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 2015.

[5]Το βιβλίο του Γκαμπόα, Νυχτερινές ικεσίες, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση Βασιλικής Κνήτου.

[6] Βλ. «Σαντιάγο Γκαμπόα: Πολεμώντας με τη σκιά του Μάρκες», εφημερίδα Ελευθερία του Τύπου, 2/7/2017.

[7] Στην ίδια συνέντευξη, ό.π.

[8] Τα βιβλία του Ροκανλιόλο κυκλοφορούν στα ελληνικά στις εκδόσεις Καστανιώτη. Πιο πρόσφατο, Καρφίτσες στην άμμο, σε μετάφραση του Κώστα Αθανασίου.

[9] Τα βιβλία του Σάμπρα στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πιο πρόσφατο, Τεστ δεξιοτήτων, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

[10] Από αδημοσίευτη ακόμα συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο.

Μαρίλια Παπαθανασίου

Δημοσιογράφος. Έχει εργαστεί στο Βήμα και στην Καθημερινή. Μέλος της συντακτικής ομάδας του Books' Journal.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά