Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

«Εγώ λέω αντιδημοφιλή πράγματα εδώ και πολλά χρόνια»

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από την 
Ιούλιος 2012, Αθήνα, Ζάππειο. Ο Σταύρος Τσακυράκης αγορεύει σε υπαίθριο δημόσιο μάθημα στους φοιτητές του, της Νομικής Αθηνών, στη διάρκεια κατάληψης της σχολής. Όρθιος, ο επίσης καθηγητής της σχολής, Φίλιππος Σπυρόπουλος.  Ιούλιος 2012, Αθήνα, Ζάππειο. Ο Σταύρος Τσακυράκης αγορεύει σε υπαίθριο δημόσιο μάθημα στους φοιτητές του, της Νομικής Αθηνών, στη διάρκεια κατάληψης της σχολής. Όρθιος, ο επίσης καθηγητής της σχολής, Φίλιππος Σπυρόπουλος. Αρχείο Σταύρου Τσακυράκη

Σταύρος Τσακυράκης, «Από πού κι ως πού όλοι οι αγώνες είναι δίκαιοι;». Μια συζήτηση με τον Απόστολο Δοξιάδη για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2018, 120 σελ.

Δεν βρίσκεις συχνά ανθρώπους που να έχουν επιλέξει, απ' όλα τα πιθανά σχέδια ζωής, να βρουν την ευτυχία τους στο να γίνουν αληθινοί δάσκαλοι, υπερασπιστές δικαιωμάτων και μαχητές υπέρ της ελευθερίας και της ισότητας, ανθρώπους που να μπορούν να λένε και να το εννοούν «εγώ λέω αντιδημοφιλή πράγματα εδώ και πολλά χρόνια», και μάλιστα με το κόστος που αναλογεί σε απόψεις κόντρα. Ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης παρουσιάζεται τώρα σε ένα βιβλίο, απάνθισμα μιας δημόσιας συνομιλίας του με τον Απόστολο Δοξιάδη, έτσι όπως είναι. Μαχητικός και χιουμορίστας, ώριμος και τόσο απλός... Ένα ηθικό παράδειγμα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 86, Μάιος 2018.

 

Δεν μου έκανε καμία εντύπωση που όταν μπήκα στο βιβλιοπωλείο να ψάξω το τελευταίο βιβλίο του Τσακυράκη πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο βασισμένο σε μια συνομιλία. Σε όλους τους δασκάλους αρέσουν οι συνομιλίες, είναι περισσότερο παιδαγωγικές, κι ο Τσακυράκης νοιάζεται και να καταλάβεις αυτό που λέει και ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι. Καταγεγραμμένη στο νέο βιβλίο η φωνή και η επιχειρηματολογία του παραμένουν δυναμικές και ενοχλητικές, αγγίζουν πολλά ταμπού της κοινής μας ζωής και σίγουρα δικαιώνουν όσους θελήσουν να περάσουν λίγο χρόνο σκεπτόμενοι. Πάντως, το βιβλίο, παρά τη σοβαρότητα των θεμάτων του, είναι κι αστείο, έχει πλάκα και ζωντάνια.

Πριν αρχίσω το διάβασμα του βιβλίου έφερα στο μυαλό μου τον Τσακυράκη ως καθηγητή. Δεν ήταν και δύσκολο, επειδή η συζήτηση που περιέχεται σ' αυτό γίνεται στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με έναν άλλο διανοούμενο, τον Απόστολο Δοξιάδη και υποθέτω ότι παρακολουθούν φοιτητές και καθηγητές. Ξέρω πολλούς ανθρώπους που διαφωνούν με τον Τσακυράκη και πολύ καλά κάνουν, όμως απ' όσους έχουν κατά καιρούς διαφωνήσει μαζί του ένας πρώην φοιτητής του έχει για μένα μεγάλη σημασία.

Ο Τσακυράκης ερχόταν στο μάθημα και μας έλεγε ότι πρέπει να είναι κανείς ελεύθερος να ζήσει τη ζωή που θέλει, να κάνει ένα σχέδιο ζωής και να το ακολουθήσει. Πρόκειται για μια κλασική φιλελεύθερη θέση, ότι τα άτομα είναι ελεύθερα να επιλέγουν πώς θα ευτυχούν κι ότι μόνο αυτά μπορούν να προσδιορίζουν τι σημαίνει ευτυχία για την περίπτωσή τους. Επίσης, τα έβαζε με τον συνδικαλισμό, τον οποίο εξακολουθεί να βρίσκει εντελώς αποτυχημένο ως προς τη στόχευση και τις διεκδικήσεις του, και ειδικά τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Μιλούσε στο αμφιθέατρο υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, δεν καταλάβαινε γιατί να μην κοπούν οι συντάξεις και, φυσικά, διαρκώς επέμενε στο απαράδεκτο του να κρίνουν οι ίδιοι οι δικαστές το αν είναι νόμιμο να κοπεί ο μισθός τους, ενώ, την ίδια ώρα, κόβονταν οι μισθοί όλων των υπολοίπων. Εν ολίγοις, έλεγε πράγματα που σχεδόν όλους τους έβαζαν σε σκέψεις και πολλούς τους ενοχλούσαν πολύ. Πρέπει να έχει κανείς κατά νου ότι το ακροατήριο αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από συνδικαλιστές φοιτητές αριστερής ή αριστερίστικης κατεύθυνσης, αλλά και από γιους και κόρες δικαστών.

Ο φοιτητής που μας ενδιαφέρει ήταν ο κλασικός φοιτητής που έρχεται από νωρίς στο μάθημα, τέλεια προετοιμασμένος, ακούει για ένα μισάωρο τον καθηγητή, οπλίζει τα αντεπιχειρήματα που ήδη έχει σημειώσει στο τετράδιό του και σηκώνει το χέρι να επιτεθεί και να δείξει στο αμφιθέατρο ότι αυτός έχει δίκιο κι ο καθηγητής άδικο. Ο συγκεκριμένος φοιτητής μάλιστα ήταν πολύ καλός και μιλούσε πολύ πειστικά και μια χαρά θα μπορούσε να είχε δίκιο, αν δεν είχε άδικο, άλλωστε ο Τσακυράκης και τις αυθεντίες μισεί και χαίρεται άμα καταφέρεις να του την πεις με επιχειρήματα.

Ο Τσακυράκης μας προέτρεπε να συμμετέχουμε μάλιστα και μας άφηνε να μιλάμε, συνήθως να απαντάμε στις ερωτήσεις του. Προσπαθούσε πολύ να μας μάθει να μην κάνουμε επικλήσεις σε διάφορες αυθεντίες. Έπρεπε να βρούμε επιχειρήματα. Αυτό ήταν και το δυσκολότερο, η ηθική θεμελίωση όσων λέγαμε. Στα περισσότερα μαθήματα της νομικής μπορεί κανείς να μην είναι φιλόσοφος, αρκεί να είναι καλός στο ψάξιμο και να έχει διαβάσει. Στο μάθημα του Τσακυράκη, δυστυχώς, έπρεπε να σκεφτούμε λόγους γι’ αυτό που λέγαμε, να βρούμε επιχειρήματα και αυτό ήταν πολύ κουραστικό, μας ξεβόλευε. Ο επίμονος αντιρρησίας όμως δεν κουραζόταν, σήκωνε το χέρι του και μας μιλούσε για μαρξισμό και για συλλογικές διεκδικήσεις.

 

 

Επιχειρήματα σε έναν επικριτή

Ο Τσακυράκης τον άκουγε πάντα κι όχι μόνο τον άφηνε να μιλάει, αλλά τον προέτρεπε κιόλας. Διαφωνούσαν σε όλα, καθώς ο φοιτητής ήταν ανοιχτά κομμουνιστής κι ο Τσακυράκης ανοιχτά υπέρ του φιλελευθερισμού, του νικητή της μάχης των ιδεών. Η διαφωνία τους είχε πλάκα και σιγά σιγά αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε πού τα έβρισκε ο Τσακυράκης αυτά που του έλεγε, επειδή το εγχειρίδιο του μαθήματος έλεγε άλλα κι οι άλλοι καθηγητές (πλην αυτών της φιλοσοφίας δικαίου) έλεγαν επίσης άλλα. Τελικά βρήκαμε πού τα έβρισκε και μερικοί αρχίσαμε να παλεύουμε να διαβάσουμε Τζον Στιούαρτ Μιλ και σημαντικές αποφάσεις του SupremeCourtαπό το ίντερνετ. Δημιούργησα τότε μια λίστα με βιβλία τα οποία έπρεπε να διαβάσω, που μού κράτησε πολλά χρόνια και είμαι πολύ ευγνώμων. Βασιζόταν στις αναφορές του καθηγητή και σε τόπους άντλησης ηθικών επιχειρημάτων. Περιείχε αποφάσεις του SupremeCourtγια την ελευθερία του λόγου, τα βιβλία σπουδαίων φιλοσόφων όπως οι Τζον Ρωλς και Ρόναλντ Ντουόρκιν, ακόμη και πλατωνικούς διαλόγους.        

Καταλαβαίναμε πολύ λίγα απ' όλα αυτά στην αρχή, αλλά σε πολλούς από μας ασκούσαν μια έλξη, κυρίως επειδή αφορούσαν το πώς να ζούμε, το τι είναι δίκαιο και πώς πρέπει να πράττει κανείς σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Πολλοί από μας νιώθαμε ότι το μάθημα δικαιολογούσε την επιλογή μας να σπουδάσουμε νομική. Τα παραδείγματα που έφερνε ήταν το ένα καλύτερο απ' το άλλο, σπαζοκεφαλιές. Τα περισσότερα τα χρησιμοποιεί και στις δημόσιες τοποθετήσεις του, επειδή είναι απλές καταστάσεις μεν, που θέτουν πολύ δύσκολα ηθικά ερωτήματα δε.

Στα μαθήματα, πάντως, ο κομμουνιστής συμφοιτητής συνέχιζε ακούραστος να κάνει την αντιπολίτευση, κάθε μέρα. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι είναι δίκαιο να πληρώνουμε εισιτήριο στα μέσα. Μαζί του έκανε κερκίδα και μια θρησκόληπτη συμφοιτήτρια που ενοχλούνταν από την άποψη του Τσακυράκη ότι σε μια φιλελεύθερη κοινωνία δεν έχεις δικαίωμα να μην ενοχλείσαι. Δεν μπορούσε με τίποτα να αποδεχθεί ότι πρέπει να επιτρέπονται αντιθρησκευτικές απόψεις ή έργα τέχνης που μεταχειρίζονται την Παναγία και τον Χριστό χωρίς κανέναν ιερό ή άλλου τύπου σεβασμό. Κάθε μέρα ξεκινούσε μια νέα μάχη στο αμφιθέατρο. Να παντρεύονται οι γκέι ή όχι; Να λέμε ό,τι θέλουμε ή υπάρχουν περιορισμοί; Να κοπούν οι συντάξεις ή να αυξηθούν; Ελεύθερες μετακινήσεις ή με εισιτήριο; Πίνακες και έργα με το Χριστό ή απαγόρευση «βλάσφημων» έργων; Με μεγάλη υπομονή, ο Τσακυράκης προσπαθούσε να εξηγήσει στον επικριτή του συμφοιτητή και σε όλους μας όσα λέει ο Ρωλς στη Θεωρία της δικαιοσύνης (κυκλοφορεί στα ελληνικά απ' τις εκδόσεις Πόλις) και να τα συνδέσει με την αξίωση σε μία δίκαιη κοινωνία κανείς να μην αντιμετωπίζεται διαφορετικά εξ αιτίας τυχαίων χαρακτηριστικών του όπως το φύλο, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, το χρώμα ή επιλογών του όπως η θρησκεία. Ακόμη, επέμενε συστηματικά να επανέρχεται στο ζήτημα της ελευθερίας επιλογής από τα άτομα της ζωής που θέλουν να ζήσουν, του τρόπου που θα περάσουν τα χρόνια τους, της ελευθερίας να κάνουν αυτά αυτό που θέλουν με το σώμα, το χρόνο τους, τα ταλέντα και τις δεξιότητές τους, να αναφέρεται δηλαδή σ’ αυτές τις αρχές που όλα τα ολοκληρωτικά άτομα και καθεστώτα εχθρεύονται βαθύτατα.

Βρίσκαμε αξιοπερίεργη την υπομονή του να εξηγεί συγκεκριμένα στον κομμουνιστή συμφοιτητή μας, σε κάθε μάθημα, τα ίδια πάνω-κάτω πράγματα, τόσο που φτάσαμε να τον ευχαριστούμε που έκανε το πνεύμα αντιλογίας, επειδή είχαν όλα ειπωθεί τόσο συχνά που σχεδόν προς το τέλος του εξαμήνου δεν νιώθαμε κανένα άγχος να διαβάσουμε, διότι θυμόμασταν τα μαθήματα λόγω αυτών των συγκρούσεων. Μια μέρα, η απορία μας λύθηκε. Προς το τέλος ενός μαθήματος, ο Τσακυράκης παραδέχθηκε ότι δεν γίνεται σ’ έναν νέο άνθρωπο να μην εξηγείς το σωστό, να μην του δίνεις την ευκαιρία ν' αλλάξει, να διαβάσει, να δει μια άλλη γνώμη απ' τη δική του. Όλοι όσοι σκέφτονται είναι καταδικασμένοι ν’ αλλάζουν, «μόνο οι πεθαμένοι δεν αλλάζουν γνώμες», είχε πει κι είχαμε γελάσει. Τελικά ο συμφοιτητής μας συνέχισε να παρακολουθεί τον Τσακυράκη συστηματικά, πήρε μάλιστα και το μάθημα επιλογής που διδάσκει.

Τον ίδιο συμφοιτητή τον βρήκα στο δρόμο τρία χρόνια μετά. Είχε αλλάξει απόψεις, είχε παραδεχθεί ότι ο Τσακυράκης είχε δίκιο σε όλα. Δεν ήταν μια δουλική παραδοχή, δεν υπήρχε και κανένα κίνητρο για κάτι τέτοιο, είχαμε κι οι δυο ξεμπερδέψει με τη σχολή. Ήταν μια δουλεμένη, επεξεργασμένη προσωπική μεταστροφή που με εντυπωσίασε, σχεδόν ζήλεψα που εγώ δεν είχα ζήσει κάτι παρόμοιο. Βασιζόταν στα διαβάσματά του και στις συζητήσεις με τον καθηγητή. Στη λίστα που είχε κι αυτός συγκρατήσει κάπου με αφορμή τις αναφορές του Τσακυράκη στο μάθημα και την οποία είχε προφανώς μελετήσει, με αποτέλεσμα να θέλει να αλλάξει εαυτό. Τους θαύμασα και τους δύο για την αλληλεπίδραση και την ειλικρίνειά τους, τη βρήκα σπάνια και ρομαντική.

 

 

Πάντα σε εγρήγορση

Στο βιβλίο Από πού κι ως πού είναι όλοι οι αγώνες δίκαιοι; περιέχονται πολλά απ' αυτά που ο Σταύρος Τσακυράκης λέει στους φοιτητές του στα μαθήματά του, αλλά και αυτά για τα οποία έχει τοποθετηθεί δημόσια, μέσω αναρτήσεων, συζητήσεων, ομιλιών, εντός και εκτός πανεπιστημίου, και μέσω πλούσιας αρθρογραφίας. Μιλάει για αγώνες, αλλά όχι από θέση ασφαλείας. Έχει δώσει και δίνει ακόμα πολλούς. Μάλιστα, ειδικά για τους αγώνες του κατά της δικτατορίας επιλέγει να μη μιλά πολύ. Αν δεν ήταν η επιμονή του Απόστολου Δοξιάδη, συνομιλητή του στη συγκεκριμένη συζήτηση, δεν ξέρουμε αν θα μιλούσε γι’ αυτό στην Οξφόρδη (σελ. 11-16). Όμως, έχει τη φοβερή ικανότητα να ξεσκεπάζει όσους δίνουν αγώνες στην πλάτη άλλων και να μη σταματά ποτέ μπροστά στην ιδιότητα αυτού που δίνει έναν ψευδο-αγώνα. Ο Τσακυράκης δεν βλέπει πρόσωπα, όταν ασκεί κριτική, δεν ξέρει από λογοκρισία, «λέει αντιδημοφιλή πράγματα εδώ και πολλά χρόνια».

Αυτό συνέβη και με την περίπτωση της Βασιλικής Θάνου η οποία παρουσιάζεται στο βιβλίο εν μέσω απολαυστικά ανάλαφρων σχολίων του Τσακυράκη για το θέμα («εγώ όταν το άκουσα δεν το πίστευα ότι μου έκανε μήνυση»). Βρέθηκε να τον εγκαλεί η τότε πρόεδρος του Αρείου Πάγου επειδή την αποκάλεσε «αφελή» και επειδή εξήγησε ότι έπραξε μετά το δημοψήφισμα κατά ανάρμοστο τρόπο.[1] Παρέθεσε αναλυτικά τους λόγους του για να κριθούν, τους κατέγραψε. Ο Τσακυράκης κλήθηκε από την κυρία Θάνου να δώσει εξηγήσεις για την επιλογή του να την κρίνει σε μία πλήρη αντιστροφή αυτού που κανονικά συμβαίνει σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία: ενώ η εξουσία οφείλει να κρίνεται και να δικαιολογεί τις αποφάσεις και τις πράξεις της, ο πολίτης που έκρινε την εξουσία, βρέθηκε κρινόμενος, μηνύθηκε.[2] Ασφαλώς, στη συνέχεια δεν βρέθηκε σοβαρός νομικός ή δικαστικός που να μη διαφωνεί με την κυρία Θάνου.[3] Πιθανόν, λόγω της γενικευμένης κατακραυγής η υπόθεση δεν έφτασε τελικά στο ακροατήριο και μπήκε τελικά στο αρχείο.[4] Όλο αυτό το φιάσκο της απαράδεκτης κίνησης της Βασιλικής Θάνου, πάντως, δεν ήταν παρά άλλη μία ευκαιρία για να εμπεδώσουμε την αξία των ατομικών δικαιωμάτων σε μια δημοκρατική κοινωνία, αυτών για τα οποία ο Τσακυράκης αγωνίζεται όλη του τη ζωή ως δικηγόρος και ως πανεπιστημιακός δάσκαλος: σε μία κοινωνία όπου δεν μπορείς να μιλήσεις κατά αυτών που έχουν την εξουσία, δεν σε σέβονται ως άνθρωπο, θίγουν την αξία σου, ενώ είναι εντελώς ανυπόφορο να μην μπορείς να εκφράζεις γνώμες που ενοχλούν. Η προσπάθεια της κ. Θάνου να σωπάσει μία ενοχλητική φωνή ήταν ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε στην πράξη την τεράστια αξία της ελευθερίας της έκφρασης, με την οποία ο Τσακυράκης ασχολείται ως νομικός όλα αυτά τα χρόνια. Κατά τα άλλα, θα είχε μόνο πολλή πλάκα, αν δεν ήταν ταυτόχρονα μία επικίνδυνη αντιδημοκρατική, αντιθεσμική παρέμβαση.

Αλλά και πριν απ’ αυτό, στα αμφιθέατρα της νομικής, σε διάφορες συζητήσεις όπου τον καλούσαν ως ομιλητή, ο Τσακυράκης δεν είχε στιγμή διστάσει να ενοχλήσει το καθηγητικό ή το πολιτικό κατεστημένο λέγοντας τα δικά του, σε μια περίοδο που ό,τι πίστευε δεν ήταν καθόλου δημοφιλή. Ήταν όταν ξεκινούσε η αντιμνημονιακή μανία. Τότε εμφανίστηκε ως δικαιολογημένη από κάποιους και η βία κατά πολιτικών ή δημοσιογράφων. Στα πανεπιστήμια δεν ήταν σπάνια, ακόμη δεν είναι, η άποψη ότι μερικές φορές η βία δικαιολογείται. Ο Τσακυράκης δεν χαρίστηκε ούτε τότε στον λαϊκισμό και δεν νοιάστηκε ποτέ να πει αυτό που μπορεί να θέλανε τότε ν’ ακούσουν οι φοιτητές ή οι συνάδελφοί του, το ακροατήριο των ομιλιών. Δεν έχασε στιγμή την πίστη του στην αξία του δημοκρατικού διαλόγου, μιλώντας αμέτρητες φορές δημόσια κατά της βίας, την περίοδο της μουντζωμένης Βουλής και των Αγανακτισμένων, την περίοδο των επιθέσεων με αυγά και μπογιές κατά διαφόρων προσώπων που προπηλακίζονταν ως Γερμανοτσολιάδες, μνημονιακοί και μερκελιστές. Ως μοναδική διέξοδο πρόβαλε και πάλι την απεριόριστη ελευθερία της έκφρασης, αυτήν δηλαδή που περιλαμβάνει και το μίσος ή την απέχθεια, και τις αρνητικές αξιολογικές κρίσεις και τις λέξεις που ενοχλούν και προκαλούν αναστάτωση. Αυτή η θέση εκφράστηκε με την ίδια συνέπεια πάντοτε, ανεξαρτήτως του ποιος θα φάνταζε «ωφελούμενος» κάθε φορά. Κι αυτό γιατί ο Τσακυράκης δεν κουράζεται να τοποθετείται επί της αρχής κατά των εκδηλώσεων βίας προς πρόσωπα και να συνδέει τη θέση του αυτή με την ελευθερία της έκφρασης, τη μόνη επιτρεπτή κριτική, αυτήν που περιορίζεται στη μεταχείριση λέξεων. Όλες οι γνώμες πρέπει να επιτρέπονται, ανεξάρτητα απ’ το περιεχόμενο των γνωμών, και όλες οι πράξεις βίας πρέπει να απαγορεύονται, ανεξάρτητα από το ποιος είναι αυτός που δέχεται τη βία.

Στην κατά γενική παραδοχή συντηρητική σχολή όπου διδάσκει, μιλούσε για το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών να έχουν παιδιά όταν σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί του, συνταγματολόγοι και αστικολόγοι, δεν ήθελαν καν να το διανοηθούν. Αλλά συζητούσε και το δικαίωμα να βλάπτεις τον εαυτό σου, αφού δεν βλάπτεις τους άλλους, πολύ πριν αρχίσει να απασχολεί την ελληνική κοινωνία το ζήτημα της ελεύθερης χρήσης κάποιων ναρκωτικών. Και πάντοτε μιλούσε και μιλάει για τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας και την κεφαλαιώδη σημασία του για μια δημοκρατία, ενώ τώρα τον απασχολεί έντονα το ζήτημα της στέρησης της ελευθερίας χωρίς δικαστική απόφαση, η προφυλάκιση, πάλι ανεξάρτητα από το τι είναι αυτός ή αυτή που προφυλακίστηκε και ανεξάρτητα από το πόσο απεχθής φαντάζει στα μάτια της κοινωνίας (που, φυσικά, δεν είναι δικαστήριο).

Πολλά απ' αυτά περιέχονται στο βιβλίο, μαζί με δύο ακόμα σημαντικές απόψεις. Η πρώτη είναι η άποψη του Τσακυράκη ότι η δικτατορία έχει τραυματίσει φιλοσοφικά τους Έλληνες. Ο καθηγητής ισχυρίζεται ότι τους έχει αφήσει μια απερίσκεπτη βιασύνη να αποδέχονται ως δίκαιους όλους τους αγώνες, χωρίς να τους εξετάζουν, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να εξηγούν για ποιο λόγο αγωνίζονται κάθε φορά και για ποιο λόγο η κοινωνία πρέπει να ανεχθεί τον αγώνα ή ακόμη και να συμπορευθεί προς τους σκοπούς του. Ο Δοξιάδης ανασύρει από τα λεγόμενα του Τσακυράκη το στοιχείο της ενοχής. Πρόκειται για την ενοχή που έχεις για ό,τι δεν έπραξες. Εν ολίγοις, επειδή τελικά οι ίδιοι συχνά δεν αγωνίζονται ή δεν αγωνίστηκαν στο παρελθόν για έναν δίκαιο αγώνα, κατά της χούντας για παράδειγμα, οι Έλληνες δεν μπαίνουν στον κόπο να εξετάσουν αν όλοι αυτοί που αγωνίζονται έχουν να προβάλουν λόγους που να δικαιολογούν τους αγώνες τους ή κατατρύχονται απλά από την επιθυμία να πάρουν κάτι – στερώντας το φυσικά από τους άλλους, αφού όσο κι αν μαλώνουμε έχουμε μία κοινωνία, έναν προυπολογισμό, ένα κράτος και πεπερασμένους πόρους που μοιραζόμαστε.

Ακόμη, έχει κανείς την ευκαιρία να διαβάσει μία αρκετά σημαντική σκέψη του καθηγητή, δοσμένη απλά, αυτήν που αναιρεί τη σύγκρουση ελευθερίας και ισότητας. Ο Τσακυράκης φαίνεται να τις βρίσκει αναγκαίες και τις δύο και τονίζει: «την ισότητα την καταργεί οποιαδήποτε πρακτική ή αντίληψη δεν αναγνωρίζει στον καθέναν το δικαίωμα που έχει να επιλέξει έναν τρόπο ζωής και ένα σχέδιο ζωής» (σελ. 50). Ενώ η ελευθερία απορρέει από την ισότητα. Είναι η ελευθερία να διαλέξει κανείς το δρόμο του στη ζωή, το σχέδιο της ζωής του, και να δράσει σύμφωνα μ’ αυτό, απαλλαγμένος από πατερναλισμούς και παρεμβατικές συμπεριφορές. Για τον Τσακυράκη, το ότι όλοι είμαστε ίσοι σημαίνει ότι όλοι έχουμε δικαίωμα για ένα σχέδιο ζωής, έχουμε δικαίωμα να βρούμε την ευτυχία μας εκεί όπου θέλουμε, όπως την ορίζουμε εμείς οι ίδιοι. Έτσι οδηγούμαστε στην ανάγκη για ελευθερία.

Η συζήτηση είναι ζωντανή και αστεία. Ο Δοξιάδης βοηθάει. Δίνει λεπτομέρειες και τονίζει σημεία που βοηθούν στην κατανόηση της κουβέντας, ενώ ωθεί τον Τσακυράκη στις υπέροχες απαντήσεις του που διακρίνονται για την ευγένεια, τη γεναιοδωρία, το ήθος και τη σπάνια αμεσότητα τους. Κανείς δεν έχει ποζάρει για τη συζήτηση, το κλίμα είναι χαλαρό κι ευχάριστο. Τίποτα δεν είναι σοβαροφανές, τίποτα σ’ αυτήν δεν είναι στημένο, κυλάει άνετα με γέλια και σκέψεις. Τα επιχειρήματα ξαφνιάζουν με την καθαρότητα και το βάθος τους.

Δεν βρίσκεις συχνά ανθρώπους που να έχουν επιλέξει, απ' όλα τα πιθανά σχέδια ζωής, να βρουν την ευτυχία τους στο να γίνουν αληθινοί δάσκαλοι, υπερασπιστές δικαιωμάτων και μαχητές υπέρ της ελευθερίας και της ισότητας, ανθρώπους που να μπορούν να λένε και να το εννοούν «εγώ λέω αντιδημοφιλή πράγματα εδώ και πολλά χρόνια». Όσα λέει για τις γνώμες που έχει εκφράσει δεν τα λέει με πίκρα, παρ’ όλο που κάθε φορά πλήρωνε κάποιο τίμημα. Μάλλον με περηφάνια δηλώνει (και γελώντας υποθέτω) ότι λέει αυτό που σκέφτεται κι ας είναι αντιδημοφιλές, κι ας τσούξει, κι ας ενοχλήσει, κι ας φανεί συγκρουσιακό και έντονο σε μια περίοδο που όλοι σε συμβουλεύουν να είσαι χλιαρός και χυλώδης στις τοποθετήσεις σου, για να είσαι ασφαλής κι ας είσαι αδιάφορος, κι ας μην έχεις τίποτα να μάθεις στους άλλους, τίποτα να μοιραστείς, αρκεί να παράγεις θόρυβο.

Υπονοώντας ο ίδιος την απάντηση στο ερώτημα του τίτλου, μας λέει:

Όλοι αγωνίζονται. Για τι αγωνίζονται; Για να πάρουν παραπάνω λεφτά. Σοβαρά; Αυτοί είναι οι αγώνες που υποτίθεται ότι κάνουν; (σελ. 33)

Προφανώς ο καθηγητής πιστεύει ότι υπάρχουν κι άλλοι αγώνες, καλοί, με νόημα, δίκαιοι, αυτοί που βασίζονται στις αξίες. Κάποιους τους έχει δώσει και ο ίδιος, δημόσια, γραπτά ή προφορικά. Πρόκειται για πολύτιμα μαθήματα που μπορούν να εμπνεύσουν όλους τους ενοχλητικούς και θρασείς, αυτούς που προτιμούν τις δικές τους απόψεις από τις έτοιμες. Ευχαριστούμε.

 

 

 


[1] Ο Τσακυράκης επέκρινε την πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κυρίως, επειδή ως ανώτατη δικαστής σε επιστολή που απέστειλε σε ευρωπαίους συναδέλφους της έγραφε και τα εξής: «Οι ΄Ελληνες δεν επιθυμούν μία λύση που θα είναι σε βάρος των λαών των άλλων λαών-μελών της Ευρωζώνης, όπως, επίσης ανακριβώς, θέλουν να εμφανίζουν ορισμένοι από τους ευρωπαίους πολιτικούς για να είναι αρεστοί στους δικούς τους ψηφοφόρους, αλλά αναμένουν από τους ευρωπαίους εταίρους να επιτευχθεί με την ελληνική κυβέρνηση μια συμφωνία, η οποία θα προβλέπει ρύθμιση του ελληνικού χρέους κατά τρόπο που να επιφέρει ανάπτυξη της οικονομίας και μείωση της ανεργίας. Αναμένουν από τους ευρωπαίους εταίρους να σκεφθούν όχι μόνο τους αριθμούς και τα οικονομικά μεγέθη, αλλά και της ηθικές αξίες που επιβάλλει η Ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης». Ο Τσακυράκης πιστεύει ότι η κ. Θάνου «όχι μόνο δεν κατανοεί την επιταγή της αποχής της ιδίας από πολιτικές κρίσεις αλλά είναι τόσο αφελής ώστε δεν υποψιάζεται καν ότι οι δικαστές των άλλων χωρών θα τραβούν τα μαλλιά τους διαπιστώνοντας ότι ανώτατος δικαστικός λειτουργός μιλά ως πολιτικάντης.

Η επιστολή της κ. Θάνου καταβαραθρώνει τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, εκθέτει την χώρα μας και μας ευτελίζει πολιτισμικά. Δεν μπορεί να παραμένει στη θέση της. [...]». Ολόκληρο το επικριτικό σημείωμα του Τσακυράκη έχει περιληφθεί στις σελίδες του προσωπικού ιστολογίου του: https://tsakyrakis.wordpress.com/page/3/

[2] Ο Τσακυράκης είχε χαρακτηρίσει τη δίωξή του «νομικά έωλη και θεσμικά επικίνδυνη». Βλ. http://booksjournal.gr/slideshow/item/1917-%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%AD%CF%89%CE%BB%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B7

[3] Μεταξύ άλλων, τη στήριξή της στον καθηγητή εξέφρασε και η γενική συνέλευση της Νομικής Αθηνών, που εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση: «Η Γενική Συνέλευση της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αφού ενημερώθηκε και συζήτησε για την κατάθεση έγκλησης από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου κατά του καθηγητή της Νομικής Σχολής, Σταύρου Τσακυράκη, επαναλαμβάνει την προσήλωσή της στις ακαδημαϊκές ελευθερίες και την ελευθερία της έκφρασης και εκφράζει τη συμπαράστασή της στο συνάδελφο». Βλ. http://www.kathimerini.gr/851783/article/epikairothta/ellada/yper-st-tsakyrakh-h-nomikh-a8hnwn. Ανακοίνωση υπέρ Τσακυράκη υπέγραψαν και οι καθηγητές Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Σπ. Βλαχόπουλος, Γιώργος Γεραπετρίτης, Γιάννης Δρόσος, Ιφιγ. Καμτσίδου, Ξεν. Κοντιάδης, Λίνα Παπαδοπούλου, Αντώνης Μανιτάκης, Παν. Μαντζούφας, Αντώνης Παντελής, Γιάννης Τασόπουλος, Γιώργος Σωτηρέλης, Φίλιππος Σπυρόπουλος και Πηνελόπη Φουντεδάκη, βλ. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=779672

[4] Η υπόθεση Θάνου κατά Τσακυράκη δεν έφτασε στο δικαστήριο, με επίκληση του άρθρου 8 του ν. 4411/20016. Κατά τον Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, «το άρ. 8 είναι μια κρυπταμνηστεία, όλως οριακής συνταγματικότητας, με την οποία ελπίζει από καιρού εις καιρόν το άπελπι Υπουργείο Δικαιοσύνης ότι θα ελαφρύνει τα υπέρβαρα πινάκια των ποινικών δικαστηρίων, εξαλείφοντας το αξιόποινο σωρείας ελαφρών πλημμελημάτων». Κριτική της μεθόδευσης να μη γίνει η δίκη από τον Α. Αναγνωστόπουλο, στο άρθρο του «Θάνου κατά Τσακυράκη: μια δίκη στο αρχείο»: http://booksjournal.gr/slideshow/item/2316-thanou-vs-tsakyrakis

Βίβιαν Στεργίου

Δικηγόρος, υποψήφια διδάκτωρ της Νομικής Αθηνών. Μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο της (λογοτεχνικό) βιβλίο, Μπλε Υγρό (2017).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά