Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Το αστείο και το πολιτικό κακό. Τα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα ως πρακτική πολιτική σοφία

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία Χρονικό Τεύχος 88
Καυκασιανός χορός. Γαλλικό πόστερ της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, από την οργάνωση Ειρήνη και Ελευθερία, στο οποίο δεσπόζει γελοιογραφική απεικόνιση του Στάλιν ο οποίος χορεύει το Χορό των Σπαθιών και πάνω από την Ευρώπη, μεγάλο μέρος της οποίας ανήκε στο κομμουνιστικό μπλοκ. Καυκασιανός χορός. Γαλλικό πόστερ της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, από την οργάνωση Ειρήνη και Ελευθερία, στο οποίο δεσπόζει γελοιογραφική απεικόνιση του Στάλιν ο οποίος χορεύει το Χορό των Σπαθιών και πάνω από την Ευρώπη, μεγάλο μέρος της οποίας ανήκε στο κομμουνιστικό μπλοκ. Ιδιωτική συλλογή

Γιώργος Τσακνιάς (εισαγωγή, επιμέλεια, απόδοση), Η πίπα του Στάλιν και άλλα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα, Κίχλη, Αθήνα 2017, 216 σελ.

Τα ανέκδοτα και αυτές οι αστείες, παράλογες και πικρές βινιέτες που συνθέτουν την παρούσα συλλογή την οποία επιμελήθηκε ο Γιώργος Τσακνιάς, δείχνουν ότι και στον ολοκληρωτισμό οι άνθρωποι, κάποιοι άνθρωποι, μπορούσαν να σκέφτονται με το γέλιο.

Στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα, λοιπόν, στο Πολιτμπιρό πραγματοποιείται μια θυελλώδης συνεδρίαση: θα υπάρχει χρήμα στον κομμουνισμό ή όχι; Η αριστερή φράξια των τροτσκιστών υποστηρίζει ότι δεν θα υπάρχει χρήμα, αφού είναι απαραίτητο μόνο σε κοινωνίες όπου υπάρχει ατομική ιδιοκτησία, ενώ οι οπαδοί του Μπουχάριν, ως δεξιά φράξια, υποστηρίζουν ότι φυσικά και θα υπάρχει χρήμα στον κομμουνισμό, αφού κάθε οργανωμένη κοινωνία χρειάζεται το χρήμα για να ρυθμίσει την ανταλλαγή των προϊόντων. Όταν, τελικά, παρεμβαίνει ο σύντροφος Στάλιν, απορρίπτει και τις δεξιές και τις αριστερές αποκλίσεις, υποστηρίζοντας ότι η αλήθεια είναι μια υψηλή διαλεκτική σύνθεση των αντιθέτων. Όταν τα άλλα μέλη του Πολιτμπιρό τον ρωτάνε πώς θα είναι αυτή η σύνθεση, ο Στάλιν απαντάει ήρεμα: «Και θα υπάρχει χρήμα και δεν θα υπάρχει. Κάποιοι θα έχουν και κάποιοι δεν θα έχουν»

Žižek’s Jokes, Did You Hear the One about Hegel and Negation?, MIT Press, σ. 29

 

Ένας από τους χαρακτηριστικούς φόβους του εικοστού αιώνα ήταν ότι οι δικτατορίες, μάλιστα ο ιδιαίτερος τύπος δικτατορίας που ονομάστηκε ολοκληρωτική, θα μπορούσαν να «καταργήσουν» το γέλιο. Ο Όργουελ ανησυχούσε –πριν ακόμα γράψει το δυστοπικό του 1984[1]–, ότι η ανθρώπινη φύση θα μπορούσε να μεταβληθεί  και να δούμε χώρες όπου το γέλιο δεν θα έχει πλέον θέση, εκτός από το χαιρέκακο γέλιο μπροστά στον νικημένο και συντετριμμένο εχθρό. Προέκταση αυτής της ανησυχαστικής διαίσθησης είναι η αναπαράσταση της ολοκληρωτικής κοινωνίας ως μονολιθικής και αγέλαστης οντότητας δίχως ρωγμές. Aπό τις σελίδες του Όργουελ έως το άλμπουμ ΤheWall των PinkFloyd, η πειθαρχική/ιεραρχική/ολοκληρωτική τάξη σκιαγραφείται ως τάξη συνοφρυωμένη και στενάχωρη. Η ίδια εξάλλου η έκφραση «σιδηρούν παραπέτασμα» παραπέμπει σε αυτό που ο Κώστας Παπαϊωάννου (1925-81) ονόμαζε ψυχρή ιδεολογία.[2] Η ιστορία, ωστόσο, και ειδικά η πολιτισμική και κοινωνική ιστορία των κομμουνιστικών κοινωνιών έχει αναδείξει το χάος κάτω από την ομοιογένεια, τις πολλαπλές αντιθέσεις κάτω από τα συμπαγή στρώματα της ιδεολογίας. Όλα τα φαινόμενα, από την άσκηση της κρατικής τρομοκρατίας έως τις καθημερινές μορφές επιτήρησης, είχαν μια πολύ επεισοδιακή και ασύμμετρη ανάπτυξη, ανάλογα με τις τοπικές πραγματικότητες, τις επιμέρους πρωτοβουλίες στελεχών, τις συγκυριακές κρίσεις ή τους αδυσώπητους ανταγωνισμούς μέσα στους μηχανισμούς εξουσίας.[3]

 

Το γέλιο στον ολοκληρωτισμό

Τα ανέκδοτα και αυτές οι αστείες, παράλογες και πικρές βινιέτες που συνθέτουν την παρούσα συλλογή την οποία επιμελήθηκε ο Γιώργος Τσακνιάς, δείχνουν ότι και στον ολοκληρωτισμό οι άνθρωποι, κάποιοι άνθρωποι, μπορούσαν να σκέφτονται με το γέλιο. Μπορούσαν να σκέφτονται, να κρίνουν, να αποδοκιμάζουν και να κάνουν ένα σωρό νεύματα μέσα από ένα ανέκδοτο. Καμιά κοινωνία δεν εξηγείται από την κεντρική της ιδέα, από το σώμα των ιδεολογικών της αρχών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ιδεολογία δεν υπήρξε σημαντική. Ειδικά στη σοβιετική περίπτωση θα είναι σημαντική, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι από κάτω της θα αναπτυχτεί πολύς οπορτουνισμός, υποκρισία και κοινή εξουσιομανία. 

Υπάρχει ένας μεγάλος όγκος μελετών για το κωμικό, για τα ανέκδοτα, τις μορφές λαϊκού χιούμορ. Εδώ και καιρό όλα αυτά έχουν γίνει μια επιμέρους γνωστική περιοχή μέσα στο χώρο της κοινωνικής επιστήμης και της θεωρίας του πολιτισμού. Από τη δική μου σκοπιά –ας την πούμε της πολιτικής σκέψης – θέλω να επισημάνω ορισμένα σημεία που έχουν να κάνουν με την κριτική λειτουργία αυτών των ανεκδότων. Η κριτική λειτουργία είναι το ακριβώς αντίθετο της λογοκριτικής συνθήκης και της εκάστοτε παγίωσής της. Η κριτική, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι εδώ, είναι η άσκηση της ελευθερίας κάποιου να αποδεσμεύεται από τις παραδεδομένες ερμηνείες και τις ιδεολογικές ταξινομήσεις του κοινωνικού κόσμου. 

Ο γνωστός ρώσος ιστορικός και βιογράφος του Στάλιν, Ρόι Μεντβέντεφ, εκτιμά ότι κατά τη δεκαετία του 1930 συνελήφθησαν κάπου 200.000 πολίτες για συμμετοχή σε «αντισοβιετικές συνομιλίες». Τα ανατρεπτικά ανέκδοτα κατατάσσονταν στις γενικότερες κατηγορίες προσβολής των ηγετών του κράτους και του κόμματος, της αντεπαναστατικής παρέκκλισης και είχαν βρει τη θέση τους στο περιβόητο άρθρο 58 του ποινικού κώδικα.[4]

Από μια άλλη πλευρά, ωστόσο, το ίδιο το καθεστώς ενθάρρυνε τον γέλωτα με τους εχθρούς, ένα είδος εγκεκριμένου και επιθυμητού γέλιου που σκοπό είχε είτε τη διασκέδαση των ηγετών είτε την πολιτική γελοιοποίηση και καταρράκωση του εκάστοτε «στόχου». Ο Στάλιν, ως γνωστόν, έσκαγε στα γέλια όταν ο σωματοφύλακας και γελωτοποιός του Πάουκερ μιμούνταν τις ύστατες στιγμές του εξευτελισμένου και ικέτη Ζηνόβιεφ, λίγο πριν από την εκτέλεσή του. Και ο ίδιος ο Μπουχάριν, που κάποια χρόνια πριν εκτελεστεί είχε χριστεί ηγέτης της «δεξιάς αντιπολίτευσης», έκανε την αυτοκριτική του ή προσπαθούσε να αποσείσει τις υποψίες εις βάρος του λοιδορώντας τους κουλάκους, τους «πλούσιους αγρότες» που ήταν ο στόχος της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης των αρχών της δεκαετίας του 1930.  Επειδή ως «δεξιός» είχε στιγματιστεί για συμβιβαστικές θέσεις με την  πλούσια αγροτιά, η ανάνηψή του έπρεπε να πάρει τη μορφή της ειλικρινούς μεταμέλειας υπερθεματίζοντας στην τιμωρία των κουλάκων και στην κοροϊδία τους. Υπήρχε και υπάρχει έτσι το γέλιο του αυτοεξευτελισμού, το ανέκδοτο της δουλικότητας, το κωμικό στην υπηρεσία της εξουσίας και της τρομοκρατίας. Το γέλιο, σε αντίθεση με την αναρχο-καρναβαλική του αποθέωση ως παράγοντα απελευθέρωσης, δεν είναι πάντα αθώο.

Στα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα βρισκόμαστε στον αντίποδα αυτής της χρήσης. Θα ήθελα να προτείνω να δούμε αυτά τα ανέκδοτα ως μια λαϊκή μορφή πολιτικού στοχασμού: μια πρακτική πολιτική σοφία που δρα διαβρωτικά ως προς ένα κυρίαρχο σώμα ερμηνειών και δοξασιών. Η λειτουργία τους είναι απομυθευτική και πλαγίως παραμυθητική. Δεν υπονομεύουν μόνο τις επίσημες αλήθειες, τις επικυρωμένες στατιστικές και τις πλαστές εικόνες ζωής· μας δίνουν και μια εικόνα για τη δημιουργική φαντασία με την οποία οι άνθρωποι «σχολιάζουν» τη βία, την πενία, την καταπίεση. Μας αποκαλύπτουν πως κάποιοι πολίτες των χωρών αυτών αντέστρεφαν τα στερεότυπα για τη Δύση, αλλοίωναν τον καθεστωτικό λόγο και αμφισβητούσαν το ιδεολογικό και ηθικό πλεονέκτημα του υπαρκτού σοσιαλισμού ως προς άλλες κοινωνίες. 

Για να έρθω και σε ένα άλλο ζήτημα, η πυκνή παρουσία των ανεκδότων στα κομμουνιστικά κράτη μαρτυρά ότι ο ολοκληρωτισμός είναι μεν ένας χρήσιμος ιδεότυπος για να κατανοήσουμε συγκεκριμένες μορφές κοινωνίας και πολιτικής αλλά, ευτυχώς, η πρόθεσή του δεν πραγματώνεται ποτέ πλήρως.  Τα χάσματα, τα κενά εξουσίας, οι εμπειρίες άρνησης και ψυχικής ανυπακοής συνεχίζουν να υπάρχουν, ακόμα και αν οι άνθρωπο συνθλίβονται πολιτικά.[5]

Είναι γνωστό, επίσης, πως αυτά τα ανέκδοτα, παρά το ρίσκο τους, κυκλοφορούσαν ιδιαίτερα στους κύκλους της διανόησης και σε στελέχη των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων. Θα μπορούσε να είναι ένα είδος αυτοκριτικής, μια στιγμή διαύγειας, η στιγμιαία συνάντηση του κομματικού και του γραφειοκράτη με τον παραλογισμό της σοσιαλιστικής πραγματικότητας – αυτής δηλαδή της πρακτικής ζωής η οποία, σύμφωνα με τον μαρξισμό, θα απελευθερωνόταν από τον ζυγό των αφηρημένων εννοιών; Μακάρι  να συνέβαινε αυτό, όμως το πιθανότερο είναι πως οι αξιωματούχοι έπλητταν και έβρισκαν τρόπους να ξεγελούν αυτή την αγιάτρευτη πλήξη τους. 

Το ανέκδοτο μοιάζει εν τέλει με εισβολή του αψιμυθίωτου, ακατέργαστου πραγματικού μέσα στο αφηρημένο σύμπαν της ιδεολογικά κατασκευασμένης αλήθειας. Ήταν πάλι ο Όργουελ που  έγραφε ότι «η πολιτική γλώσσα –κι αυτό με παραλλαγές ισχύει για όλα τα πολιτικά κόμματα, από Συντηρητικούς μέχρι Αναρχικούς– είναι σχεδιασμένη να κάνει τα ψέματα να ακούγονται σαν αλήθειες και το έγκλημα σαν αξιοπρέπεια, και να δίνει μια εικόνα στερεότητας σε αέρα κοπανιστό».[6]

Τα ανέκδοτα φαίνεται να μας λένε το αντίθετο από αυτά τα παραπειστικά εφέ της «πολιτικής γλώσσας» που αηδίαζαν τον βρετανό συγγραφέα: σαν να μας διδάσκουν ότι τίποτα καλό δεν μπορεί να θεμελιωθεί πάνω στη βασιλεία του ψεύδους και στην ιδεολογική μεταμφίεση εγκληματικών πρακτικών. Διαθέτουν έτσι έναν εγγενή σκεπτικιστικό και αντι-ουτοπικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και βρίσκονται μακριά από το λυρικό πνεύμα, από το πνεύμα της λυρικής εξαγγελίας στο οποίο καταφεύγουν όσοι θέλουν να αποδράσουν από την πραγματικότητα δίχως να συγκρουστούν μαζί της.

 

Η επαναστατικότητα του ανεκδότου

Το ανέκδοτο είναι μια μορφή λεκτικής επίθεσης. Μέσα από την ιλαρότητα, την υπερβολή, την καρικατούρα και την αδύνατη σύγκριση. Γίνεται όμως αληθινά επαναστατικό όταν δεν αποκαθηλώνει μόνο κάποιους αξιωματούχους και δεν υποδεικνύει μικρούς παραλογισμούς, αλλά θέτει σε αμφισβήτηση τους ίδιους τους θεμέλιους λίθους του καθεστώτος. Όταν αποκαθηλώνει τον ίδιο τον Αρχηγό του Κράτους ή αναρωτιέται για τη φύση του «σοσιαλισμού» ως καλύτερου κοινωνικού συστήματος. Τότε ένα ανέκδοτο μπορεί να αγγίζει την πολιτική ιεροσυλία ενσωματώνοντας την πιο πικρή ειρωνεία. Και μεταβάλλεται σε επώδυνη υπενθύμιση και αβάσταχτο φορτίο για όσους ξεκίνησαν ενδεχομένως τη ζωή τους αγωνιζόμενοι κατά του απολυταρχισμού, για να ενδυθούν μια από τις πιο ακραίες μορφές απολυταρχίας.

Αυτούς σαν να αδειάζει και η γιαγιά στο παρακάτω ανέκδοτο με το οποίο κλείνω αυτό το σημείωμα:

Περί κομμουνισμού

Μια γιαγιά ρωτάει την εγγονή της:

—Τι είναι, παιδάκι μου, αυτός ο κομμουνισμός που λένε;

—Γιαγιά, όταν θα φτάσουμε στον κομμουνισμό, τα μαγαζιά θα είναι γεμάτα! Θα έχει κρέας, τυριά, λουκάνικα… Θα μπορείς να πηγαίνεις και να αγοράζεις ό,τι θέλεις!

—Αχ, τι ωραία! Όπως με τον τσάρο, δηλαδή!

*Το κείμενο διαβάστηκε σε εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Αναδημοσιεύεται εδώ, με τις σημειώσεις του, από το τεύχος 88 του ΒοοksJournal.


[1] George Orwell, Essays, Everyman, Λονδίνο, 2002, σ. 111.

[2] Κώστας Παπαϊωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία. Δοκίμιο για τον μαρασμό του μαρξισμού, μετάφραση: Μπάμπης Λυκούδης, Ύψιλον, Αθήνα 2015.

[3] Sheila Fitzpatrick, Everyday Stalinism. Οrdinary Life in Extraordinary Times. Soviet Russia in the 1930s, Oxford University Press, 1999.

[4] Iain Lauchlan, “Laughter in the Dark: Humour under Stalin”, στον τόμο Le Rire Européen (επιμέλεια: Anne Chamayou - Alasdair b. Dunkan, Presses Universitaires de Perpignan, 2010, σ. 260.

[5] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στο κείμενο «Να ξεχάσουμε τον ολοκληρωτισμό; Μεταξύ μνήμης, θεωρίας και εμπειρίας», στο Νικόλας Σεβαστάκης, Φαντάσματα του καιρού μας. Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία, Αθήνα, Πόλις, 2017, σ. 57-81.

[6] G. Orwell, “Politics and the English Language”, http://www.orwell.ru/library/essays/politics/english/e_polit.

Νικόλας Σεβαστάκης

Αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ., ποιητής, και συγγραφέας. Βιβλία του: Φιλόξενος μηδενισμός, Μια σπουδή στον homo democraticus (2008), Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα (2009), Δοκιμές και αναγνώσεις (2011), Η τυραννία του αυτονόητου (2012). Κυκλοφορούν ακόμα οι συλλογές διηγημάτων του, Γυναίκα με ποδήλατο (2014) και Άνδρας που πέφτει (2015).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το αντιμνημόνιο πρέπει να συντριβεί

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά