Σάββατο, 07 Ιουλίου 2018

Μία πρώτη αποτίμηση της συμφωνίας για το Μακεδονικό

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
17 Ιουνίου 2018. Ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υποδέχεται τον πρωθυπουργό της πΓΔ της Μακεδονίας Ζόραν Ζάεφ, στους Ψαράδες Πρεσπών. 17 Ιουνίου 2018. Ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υποδέχεται τον πρωθυπουργό της πΓΔ της Μακεδονίας Ζόραν Ζάεφ, στους Ψαράδες Πρεσπών. Andrea Bonetti / Γραφείο πρωθυπουργού

Με την ανάλυση που ακολουθεί, επιχειρώ μια πρώτη αποτίμηση της Τελικής Συμφωνίας για το Μακεδονικό που υπογράφηκε στις Πρέσπες στις 17 Ιουνίου του τρέχοντος. Εκκινώ από τα κύρια σημεία της συμφωνίας, αλλά επεκτείνομαι και σε πιο τεχνικά ζητήματα που, μέχρι σήμερα, δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς. Επιδίωξη μου είναι να συμβάλω με τρόπο εποικοδομητικό -τώρα ιδίως που οι τόνοι πέφτουν- στο διάλογο και στη νηφάλια αξιολόγηση της συμφωνίας.

Οι επισημάνσεις και τα σχόλια που ακολουθούν αναφορικά με τα θετικά σημεία της συμφωνίας, αλλά και σχετικά με επιμέρους βελτιώσεις ή διασαφηνίσεις που ιδανικό θα ήταν να υπήρχαν, δεν επιδιώκουν να την αποδομήσουν. Τα σχόλιά μου είναι εν μέρει κριτικά, αλλά, στο σύνολό τους, όχι επικριτικά. Δύο κυρίως λόγοι εξηγούν τη στάση μου. Πρώτον, ως γνωστό, «όποιος είναι έξω από το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει». Δεν μπορώ να γνωρίζω ποιες από τις παρατηρήσεις (κυρίως τις πιο τεχνικές) που ακολουθούν προβλημάτισαν τους διαπραγματευτές των δύο πλευρών, αν τις συζήτησαν και τις απέρριψαν στο πλαίσιο του ευρύτερου δούναι και λαβείν και της εξυπηρέτησης του κύριου στόχου -που είναι η εξεύρεση αμοιβαίως αποδεκτής λύσης που να είναι ρεαλιστική, λειτουργική, βιώσιμη και οριστική- ή, γενικότερα, το πλήρες σκεπτικό με το οποίο κατέληξαν τα συμβαλλόμενα μέρη στο κείμενο που υπογράφηκε πριν λίγες ημέρες. Δεύτερον, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με το «πακέτο» λύσης του προβλήματος και πέρα από τις πιο τεχνικές κριτικές επισημάνσεις που έπονται στο παρόν, από νομικής έποψης, η σύμβαση είναι καλογραμμένη, ισορροπημένη, λεπτομερής και κατά βάση νομικά άρτια. Δεν παραβλέπω τις λιγότερο ικανοποιητικές διαστάσεις της και, μάλιστα, αναδεικνύω και ορισμένες άλλες, όχι τόσο προφανείς. Ωστόσο, στο σύνολό της, τόσο από τεχνικής/νομικής πλευράς, όσο και σε ό,τι αφορά στον τρόπο που ρυθμίζει τη χρονίζουσα διαφορά της χώρας μας με τη γείτονα, η συμφωνία είναι μία ικανοποιητική συμφωνία. Η Ελλάδα κερδίζει πολλά και σημαντικά, όπως το σύνθετο όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων, εσωτερικά και διεθνώς, συνταγματική αναθεώρηση και διαφοροποίηση από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Παράλληλα, αποτρέπεται ο κίνδυνος της ενδυνάμωσης της επιρροής τρίτων κρατών. Κυρίως, ανοίγονται προοπτικές στις διμερείς μας σχέσεις και η ελπίδα κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος στη βάση ταυτότητας αξιών και αμοιβαίων συμφερόντων.

Η ανάλυση που ακολουθεί είναι χωρισμένη σε τρία κύρια μέρη. Στο πρώτο συζητώ τα γενικά χαρακτηριστικά της συμφωνίας, εστιάζοντας, μεταξύ άλλων, σε κάποιες ιδιαιτερότητές της. Το μέρος αυτό αναφέρεται και στη σχέση της συμφωνία με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Το σημείο αυτό είναι, θεωρώ, βαρύνουσας σημασίας και δεν έχει φωτιστεί επαρκώς στο δημόσιο διάλογο. Η συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Δεν προέκυψε από νομικό κενό. Όπως έχω ήδη υποστηρίξει (εδώ και εδώ), αν απορριφθεί από την ελληνική βουλή, όπως κάλλιστα δύναται αυτή να πράξει όταν κληθεί να κυρώσει τη συμφωνία για να της προσδώσει νομική ισχύ, η χώρα μας δεσμεύεται από τη -σε σύγκριση με τη συμφωνία των Πρεσπών- επαχθέστερη για εμάς προηγούμενη συμφωνία, την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Το δεύτερο μέρος αποτιμά με κριτικό πνεύμα τα θετικά σημεία της συμφωνίας. Υπογραμμίζω τα οφέλη, αλλά και το πώς θα μπορούσαν αυτά να είχαν μεγιστοποιηθεί μέσω τεχνικών μέσων που προσφέρει το διεθνές δίκαιο. Μεταξύ άλλων, συζητώ τί πραγματικά μπορεί να κομίσει η συμφωνία ως προς το κύριο σημείο της διαφοράς, δεδομένου ιδίως ότι έχει πλέον εμπεδωθεί το όνομα «Μακεδονία» για τη γείτονα. Στο σημείο αυτό αναπτύσσω το κυριότερο κριτικό μου επιχείρημα: πέρα από την «παθητική» αποδοχή του ονόματος και της υποχρέωσης να συστήνεται η γείτων στις διεθνείς της σχέσεις με αυτό, η συμφωνία θα μπορούσε να είναι εξοπλισμένη με όρους και να δημιουργεί υποχρεώσεις πιο «ενεργητικής» προώθησης του νέου ονόματος, ώστε αυτό να μην μείνει μόνο στα χαρτιά. Το τρίτο και τελευταίο κύριο -πριν τις συμπερασματικές σκέψεις- μέρος αφορά στα «αγκάθια» της συμφωνίας. Κάποιες από τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί δεν δημιουργούν ανησυχία. Υπάρχουν, όμως, και σημεία που αφήνουν σε πολλούς πικρή γεύση, γεγονός το οποίο δεν υποτιμώ. Ωστόσο, στη συμφωνία υφίστανται σημαντικοί όροι που μετριάζουν τη γεύση αυτή, ιδίως γιατί προσδιορίζουν και περιορίζουν χωροχρονικά τη «μακεδονικότητα» (αν μου επιτρέπεται ο όρος) της γείτονος, της γλώσσας και του λαού της. Στο σύνολό της, η συμφωνία έχει θετικό πρόσημο και, σε κάθε περίπτωση, είναι προτιμότερη της προηγούμενης συμφωνίας που, επαναλαμβάνω, θα συνεχίσει να ισχύει αν δεν τεθεί η τωρινή συμφωνία σε ισχύ.              

 

Το «προφίλ» της συμφωνίας

Τα κύρια σημεία και ρυθμίσεις της συμφωνίας για το όνομα, την ιθαγένεια, τη γλώσσα, την αναθεώρηση του συντάγματος της γείτονος και την είσοδό της, κατόπιν, σε διεθνείς οργανισμούς έχουν συζητηθεί εκτενώς τις προηγούμενες ημέρες. Αποφεύγω, επομένως, να τα επαναλάβω εδώ. Κατά τα λοιπά, το «προφίλ» της συμφωνίας θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί ως εξής.

Η Τελική Συμφωνία είναι, τρόπον τινά, διφυής. Αφενός ρυθμίζει τα κύρια σημεία της διαφοράς που χωρίζει τα δύο κράτη εδώ και δεκαετίες. Αφετέρου, θέτει ένα πλαίσιο για την προώθηση της φιλίας και της συνεργασίας, ενδεικτικό της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών να ανοίξουν μία νέα σελίδα στις διμερείς τους σχέσεις. Η γλώσσα της συμφωνίας είναι σε πολλά σημεία «μαλακή» (όπως συνηθίζεται να λέγεται). Δηλαδή, μέρη του κειμένου της περιέχουν διακηρύξεις που δεν είναι αναγκαστικά συστατικές νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τα συμβαλλόμενα κράτη, ενώ άλλα σημεία είναι γραμμένα κατά τρόπο γενικό. Περισσότερη λεπτομέρεια και ακρίβεια θα ήταν ίσως επιθυμητή σε επιμέρους προβλέψεις (π.χ. σχετικά με τη νομική φύση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 12 -αν έχει δηλαδή διεθνή νομική προσωπικότητα- και τη νομική φύση και δεσμευτικότητα των πράξεών του). Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή είναι μάλλον ήσσονος σημασίας. Τέτοιοι όροι είναι μάλλον συνήθεις. Ευρύτερα, η μαλακή και γενική γλώσσα είναι συνηθισμένη σε συμβάσεις φιλίας, καλής γειτονίας και συνεργασίας. Κύριος σκοπός τους δεν είναι να θέσουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις, αλλά πρωτίστως να δείξουν προς μία κατεύθυνση. Αντίθετα, το μέρος της συμφωνίας που αφορά στην επίλυση της διαφοράς είναι νομικά πιο συμπαγές και, στα περισσότερα σημεία του, γεννά συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Αν αποτύχουν μέσα όπως η διαπραγμάτευση, τυχόν διαφορές από την εφαρμογή της σύμβασης θα λύνονται από το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών. Επομένως, η συμφωνία είναι εξοπλισμένη με τρόπους υποχρεωτικής επίλυσης των διαφορών που βελτιστοποιούν την αποτελεσματική εφαρμογή της. Η γενικότερη εντύπωσή μου είναι ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι νομικά μεστή και άρτια -χωρίς να απουσιάζουν κάποια ενδεχομένως πιο αδύναμα σημεία, μερικά εκ των οποίων σταχυολογώ και συζητώ στο παρόν.

Η Τελική Συμφωνία αποτελεί συνέχεια και πατάει στα χνάρια της προηγούμενης συμφωνίας, της προαναφερθείσας Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995. Θα επανέλθω και στη συνέχεια στο θέμα αυτό. Επί του παρόντος, αρκεί να επισημάνω ότι το άρθρο 1(1) ορίζει ρητά ότι η Τελική Συμφωνία καταργεί την Ενδιάμεση Συμφωνία -άρα, αποδεσμεύει την Ελλάδα από τις δυσμενείς υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Λογικά τεκμαίρεται ότι, αν η Τελική Συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, η προηγούμενη σύμβαση, η Προσωρινή Συμφωνία δηλαδή, εξακολουθεί να ισχύει, με όλες της τις δεσμεύσεις για τα δύο μέρη. Η Τελική Συμφωνία θα μπορούσε να είναι πιο σαφής ως προς αυτό το σκέλος. Το σίγουρο (και αυτονόητο) είναι ότι, με την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 20(4) της Τελικής Συμφωνίας (η σημασία της οποίας δεν είναι προφανής σε εμένα), ότι δηλαδή, εκκρεμούσης της θέσης σε ισχύ της συμφωνίας, εφαρμόζεται προσωρινά το άρθρο 8(5) αυτής, και όπως το ίδιο το άρθρο 20(4) ορίζει, αν η συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, δεν δημιουργεί δεσμεύσεις.

Σίγουρα, δεν πρόκειται για μία τυπική ή συνηθισμένη διμερή σύμβαση. Η παρατήρηση αυτή αφορά στο μέρος της συμφωνίας που ρυθμίζει τη διαφορά μεταξύ των κρατών. Ενδεικτικές της «ιδιοσυγκρασίας» της σύμβασης είναι οι προϋποθέσεις για τη θέση σε ισχύ (άρθρα 20(2) που προβλέπει κύρωση από τα κοινοβούλια των συμβαλλομένων και 20(3), αμφότερα τα οποία παραπέμπουν στο άρθρο 1) οι οποίες ορίζουν μία σειρά από διαδοχικά βήματα, όπως η συνταγματική αναθεώρηση στη γείτονα πριν την κύρωση της συμφωνίας από την Ελλάδα (άρθρα 1(4) -ιδίως εδάφια dέως f). Δηλαδή, πριν καν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία και ως προϋπόθεση για να τεθεί, τα μέρη θα έχουν, τρόπον τινά, υλοποιήσει ορισμένες από τις προβλέψεις της. Η γείτων θα έχει τροποποιήσει το σύνταγμά της σύμφωνα με τις προδιαγραφές της συμφωνίας. Από την πλευρά της, η χώρα μας, αφού πρώτα η γείτων κυρώσει τη συμφωνία και πριν αυτή κυρωθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο, θα δηλώσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι υποστηρίζει την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων και στο ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζει την αποστολή πρόσκλησης ένταξης. Η ένταξη, όμως, δεν θα πραγματοποιηθεί παρά μόνο όταν η χώρα μας κυρώσει τη συμφωνία, οπότε θα κυρώσει και μία δεύτερη διεθνή συμφωνία, το Πρωτόκολλο δηλαδή ένταξης της γείτονος στο ΝΑΤΟ. Επ’ αυτού, έχει υποστηριχθεί η -λανθασμένη, κατ’ εμέ- άποψη ότι, λόγω των προϋποθέσεων και τρόπον τινά «δεσμεύσεων» που κάθε μέρος αποδέχεται πριν από και ως προϋπόθεση για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας, η συμφωνία, πριν καν ακόμα τεθεί σε ισχύ, θα έχει αναπτύξει δεσμευτικότητα. Δηλαδή, ένα μέρος της συμφωνίας τίθεται σε ισχύ με κύρωση, ενώ ένα άλλο λειτουργεί ως σύμφωνο απλοποιημένης μορφής που παράγει αποτελέσματα από της υπογραφής. Δεν μπορώ να συνταχθώ με τη θέση αυτή. Θα επανέλθω και στο τρίτο μέρος του παρόντος στο ζήτημα αυτό, στο σημείο που εξετάζω αν ο συγχρονισμός των προβλεπόμενων από την συμφωνία κινήσεων πριν τη θέση της σε ισχύ γεννά κινδύνους για τη χώρα μας και οδηγεί σε ένταξη στο ΝΑΤΟ πριν καταστεί δεσμευτική η συμφωνία. Για την ώρα, αρκεί να σημειώσω ότι, αν ίσχυε η άποψη που εξετάζω εδώ, ότι δηλαδή μέρος τη συμφωνίας τέθηκε ουσιαστικά ήδη σε ισχύ από την υπογραφή της, η «παραβίαση» των προϋποθέσεων ένταξης δεν θα ναρκοθετούσε μόνο τη θέση της συμφωνίας σε ισχύ, αλλά θα συνιστούσε και διεθνώς παράνομη πράξη για παραβίαση κανόνων του διεθνούς δικαίου. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι αυτή είναι η βούληση των μερών. Οι μόνες σχετικές διεθνώς παράνομες πράξεις που μπορούν να νοηθούν πριν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία των Πρεσπών είναι από παραβίαση του γενικού διεθνούς δικαίου (συγκεκριμένα του άρθρου 18 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των συνθηκών μεταξύ κρατών) που προβλέπει μία «ήπια» υποχρέωση να συμπεριφερθούν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη με τρόπο καλόπιστο, που δεν θα υπονομεύει δηλαδή τα όσα η συμφωνία επιδιώκει, αλλά και, πρωτίστως, από παραβίαση των όρων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η οποία -επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά για να το υπογραμμίσω- είναι ακόμα σε ισχύ και θα συνεχίσει να είναι μέχρι να τεθεί ή αν δεν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία των Πρεσπών. Επομένως, οι όροι και οι προϋποθέσεις της Τελικής Συμφωνίας των Πρεσπών για να τεθεί αυτή σε ισχύ, αποτελούν κατά βάση πολιτική δέσμευση των μερών.

Στο πλαίσιο αυτό, η γείτων θα προβεί σε μία ιδιαζόντως δραστική και εν πολλοίς επαχθή για εκείνη κίνηση, τη σημασία της οποίας για τη χώρα μας έχω επισημάνει παλαιότερα. Θα αναθεωρήσει το σύνταγμά της. Στην επώδυνη κίνηση αυτή θα προβεί προκειμένου να εκπληρώσει μία βασική προϋπόθεση για να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία, καίτοι αυτή δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ. Η συνταγματική αναθεώρηση θα γίνει στη βάση καλής θέλησης και πίστης, εμπιστοσύνης και προσδοκίας ότι το έτερο συμβαλλόμενο μέρος, η χώρα μας δηλαδή, θα δεχτεί εντέλει να δεσμευτεί νομικά από τη συμφωνία. Στόχος, επομένως, είναι να ικανοποιηθεί η ελληνική πλευρά. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το εξής. Από νομικής πλευράς, όταν η ελληνική βουλή κληθεί να κυρώσει τη συμφωνία, μπορεί κάλλιστα να την καταψηφίσει και να αρνηθεί να τη θέσει σε ισχύ. Αναμφίβολα, θα υπάρξουν πολιτικές πιέσεις, ιδίως αν η γείτων έχει, καλοπίστως δρώσα, αναθεωρήσει το σύνταγμά της. Επομένως, τυχόν καταψήφιση της συμφωνίας από ελληνικής πλευράς θα πρέπει να συνοδεύεται από μία πειστική στα μάτια της διεθνούς κοινότητας εξήγηση. Η ελληνική βουλή, πέραν άλλων κριτηρίων, θα πρέπει ουσιαστικά να κρίνει αν η αναθεώρηση του συντάγματος της γείτονος έγινε με τρόπο που καλύπτει τις ελληνικές ευαισθησίες, όπως αυτές έχουν εξειδικευτεί στους όρους που προβλέπει η συμφωνία σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση της γείτονος. Αν η γείτων λειτουργήσει με καλή πίστη, το ίδιο καλόπιστα θα πρέπει ως προς το σκέλος αυτό να δράσει το ελληνικό κοινοβούλιο. Αν η ελληνική πλευρά προφασιστεί ότι δεν είναι πλήρως ικανοποιημένη από τη συνταγματική αναθεώρηση της γείτονος ή θέσει νέους όρους, ενώ η γείτων έχει λειτουργήσει με τρόπο καλόπιστο που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της συμφωνίας για τη συνταγματική της αναθεώρηση, ευλόγως θα ενταθούν οι διεθνείς πολιτικές πιέσεις. Το ίδιο πιστεύω θα γίνει όποια πρόφαση (π.χ. ότι η γείτων δεν τροποποίησε το σύνταγμά της εντός του προσδιοριζόμενου στη συμφωνία, μάλλον ασφυχτικού, χρονοδιαγράμματος) τυχόν επικαλεστεί κακόπιστα η ελληνική πλευρά. Πολιτικές πιέσεις θα υπάρξουν ούτως ή άλλως αν η γείτων αναθεωρήσει το σύνταγμά της. Αν η χώρα μας όμως φανεί κακόπιστη, θα είναι ακόμα πιο δύσκολο να πείσει τη διεθνή κοινότητα για την ύπαρξη σημαντικών λόγων που να δικαιολογούν τη μη κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών από πλευράς της και τη συναφή παρεμπόδιση της ένταξης της γείτονος σε διεθνείς οργανισμούς και ιδίως στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, οι επισημάνσεις αυτές αφορούν κυρίως στην πολιτική και επικοινωνιακή διαχείριση. Όπως, όμως, συζητώ και στη συνέχεια, υπάρχει επίσης μία ιδιαιτέρως σημαντική νομική παράμετρος που καθιστά συμφέρουσα για τη χώρα μας τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας των Πρεσπών. Η μη παρεμπόδιση ένταξης της γείτονος σε διεθνείς οργανισμούς αποτελεί υποχρέωση της Ελλάδας βάσει του διεθνούς δικαίου και, πιο συγκεκριμένα, του άρθρου 11(1) της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που θα παραμείνει ως εφαρμοστέο δίκαιο αν δεν κυρώσουμε την Τελική Συμφωνία των Πρεσπών. Το δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην Τελική Συμφωνία των Πρεσπών και σε πλήρη ελευθερία κινήσεων για τη Ελλάδα, αλλά ανάμεσα στη συμφωνία αυτή και στις υποχρεώσεις που η χώρα μας ανέλαβε με την προηγούμενη συμφωνία του 1995. Υπενθυμίζω δε ότι το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών μας καταδίκασε για παραβίαση του άρθρου 11(1) της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από το ελληνικό βέτο στην ένταξη της γείτονος στο ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι.

Για να επανέλθω στα γενικά χαρακτηριστικά της συμφωνίας, μία άλλη αξιόλογη ρύθμιση που θεωρώ χαρακτηριστική της «ιδιοσυγκρασίας» της βρίσκεται στο άρθρο 20(9), που ορίζει ότι βούληση των μερών είναι η συμφωνία τους να είναι αμετάκλητη και να παραμείνει σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι η σύμβαση μπορεί (προφανώς κοινή συναινέσει) να τροποποιηθεί, εκτός από τα άρθρα 1(3) και 1(4), που αφορούν στον πυρήνα της επίλυσης της διαφοράς. Η συμφωνία, επομένως, δεν αρκείται στο να αποκλείσει τη μονομερή καταγγελία της. Ουσιαστικά, «κλειδώνει» τα δύο προαναφερθέντα άρθρα. Αυτό ίσως να είναι πιο συνηθισμένο σε συνταγματικά κείμενα τα οποία απαγορεύουν κατ’ ουσία στους θεσμούς (π.χ. κοινοβούλιο) που έχουν την εξουσία να τροποποιήσουν το σύνταγμα να το κάνουν ως προς ορισμένα σημεία. Δεν είμαι πεπεισμένος, ωστόσο, ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει στο πλαίσιο μίας διμερούς συμφωνίας. Ούτε είμαι πεπεισμένος για το αμετάκλητο της συμφωνίας. Η νομική της δεσμευτικότητα αρύεται από τη σύμπτωση της βούλησης των δύο κρατών, όπως αυτή εκφράζεται από τις κυβερνήσεις τους. Με τον ίδιο τρόπο μπορούν στο μέλλον να συνομολογήσουν νέα σύμβαση που να καταργεί την τωρινή ή mutatismutandisνα τροποποιήσουν όποια ρύθμιση ή διάταξη της Τελικής Συμφωνίας επιθυμούν. Βέβαια, αν και νομικά ατελέσφορη, η λογική του «κλειδώματος» των προαναφερθεισών διατάξεων της συμφωνίας αντανακλά τη σημασία τους για τα συμβαλλόμενα μέρη. Προδίδει, όμως, και μία ανασφάλεια ή έλλειψη εμπιστοσύνης στις επερχόμενες κυβερνήσεις, μην «ακουμπήσουν» τις ρυθμίσεις αυτές και καταρρεύσει η συνολική αρχιτεκτονική και ισορροπία της συμφωνίας σαν τραπουλόχαρτο.         

Τέλος, η «ισορροπία» είναι το άλλο κύριο χαρακτηριστικό της συμφωνίας της 17ης Ιουνίου. Δεν είναι μία λεόντειος συμφωνία. Κάθε πλευρά μπορεί να βρει θετικά, αλλά και αρνητικά σημεία σε αυτή. Αυτά που χαροποιούν τους μεν, δυσαρεστούν τους δε. Αν δεν συνέβαινε αυτό, είτε δεν θα υπήρχε διαφορά μεταξύ των μερών, είτε η μία πλευρά θα είχε πλήρως επιβάλει τους όρους της στην άλλη. Το δεύτερο μπορεί να προσφέρει προσωρινή ικανοποίηση, μακροπρόθεσμα όμως συμβάλλει στη δυσαρέσκεια και συντηρεί την έριδα και την εχθρότητα. Καλλιεργεί και δεν θεραπεύει τον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό.

 

Πόσο θετικά είναι τα θετικά στοιχεία της συμφωνίας;

Από ελληνικής πλευράς έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε ικανοποιημένοι. Σε προηγούμενη παρέμβασή μου είχα αναφερθεί σε ορισμένα επιχειρήματα υπέρ της επίλυσης, στους κινδύνους που ελλοχεύουν από την παράταση της διαφοράς, στη λανθασμένη εντύπωση για τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας μας, αλλά και στη χρησιμότητα εργαλείων όπως η συνταγματική αναθεώρηση στη γείτονα και η θέσπιση ρητών προϋποθέσεων (conditionality) για την ένταξή της σε διεθνείς/υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία καλύπτει πλήρως τις προηγούμενες θέσεις μου. Προσφέρει ιδίως, όπως προανέφερα, σημαντικά οφέλη για την Ελλάδα (και τους συμμάχους της) σε σχέση με την αποτροπή περαιτέρω επιρροής από τρίτες χώρες στη γείτονα ή ενδυνάμωσης του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αρμοδιότεροι όμως εμού να μιλήσουν για τους κινδύνους που σοβούν αν η συμφωνία δεν ευοδωθεί είναι οι ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις.

Πριν συζητήσω τα κύρια θετικά σημεία της συμφωνίας για τη χώρα μας, ας σημειώσω ότι το κείμενό της συμπεριλαμβάνει ορισμένες ρυθμίσεις με ιδιαίτερα θετικό πρόσημο ως προς αυτό που επιδιώκουν, που όμως δεν έτυχαν στον μέχρι σήμερα δημόσιο διάλογο της προσοχής που πιστεύω ότι τους αξίζει. Για παράδειγμα, στη σύμβαση υπάρχουν άρθρα που προβλέπουν για την αλυτρωτική συμπεριφορά όχι μόνο των ίδιων των κρατών και των οργάνων τους, αλλά και ιδιωτών (η συμπεριφορά των οποίων δεν καταλογίζεται στο κράτος βάσει των κανόνων του διεθνούς δικαίου για τη διεθνή ευθύνη). Αν και δεν την κατονομάζει, η συμφωνία θέτει υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας (duediligence) κατά τη σχετική ορολογία, με σκοπό την έμπρακτη αντιμετώπιση από κάθε κράτος συμπεριφορών από ιδιώτες που δυνητικά εξυπηρετούν τον αλυτρωτισμό. Το άρθρο 3(4) δημιουργεί υποχρέωση για τα δύο κράτη, μεταξύ άλλων, να μην επιτρέπουν στο έδαφός του ιδιώτες να προβαίνουν σε αποσχιστικές δράσεις. Στο ίδιο πνεύμα, τα άρθρα 6(2) και 6(3) θεσπίζουν υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας όταν ιδιώτες υποδαυλίζουν τη βία, το μίσος, την εχθρότητα, το σωβινισμό, τον αλυτρωτισμό και τον αναθεωρητισμό. Η ρητή επέκταση (μέσω της αρχής της δέουσας επιμέλειας) ορισμένων εκ των ρυθμίσεων της συμφωνίας στις πράξεις ιδιωτών είναι μία ιδιαίτερα θετική «πινελιά». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει χώρος για βελτίωση. Αν και εντελώς δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με ό,τι έπεται, στο πλαίσιο μίας πιο κριτικής αποτίμησης των ρυθμίσεων αυτών θα μπορούσα να δώσω το παράδειγμα του άρθρου 6(2). Πολύ σωστά, θέτει την προϋπόθεση της προηγούμενης γνώσης από το κράτος για τη δράση των ιδιωτών. Η γνώση ότι κάποιο πρόβλημα υφίσταται είναι μία από τις κύριες προϋποθέσεις της προαναφερθείσας γενικής αρχής της δέουσας επιμέλειας. Ωστόσο, η σύμβαση θα μπορούσε να θέσει ρητά πιο αυστηρά standardsκαι η επίδειξη επιμέλειας να είναι επιβεβλημένη όχι μόνο όταν το κράτος γνωρίζει για τη δράση ιδιωτών, αλλά και όταν εύλογα οφείλει να γνωρίζει. Αν, για παράδειγμα, η αντίθετη με το άρθρο 6(2) δράση ομάδας πολιτών έχει τύχει προβολής από τα μέσα ενημέρωσης ή έχει εκδηλωθεί δημόσια, οι αρχές του κράτους δεν μπορούν να αγνοούν το πρόβλημα, ούτε και να υποκρίνονται άγνοια ή να «κρύβονται» πίσω από αυτή, ακόμα κι αν είναι πραγματική. Στο ίδιο πνεύμα βελτίωσής της, η συμφωνία θα μπορούσε να προσδιορίζει ορισμένα από τα μέτρα (όπως η ποινικοποίηση βάσει του εσωτερικού δικαίου) τα οποία θα πρέπει να λάβουν τα κράτη στο εσωτερικό τους, εξειδικεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσουν οι εθνικές αρχές για την επίδειξη δέουσας επιμέλειας. Τέλος, θα μπορούσαν οι σχετικές ρυθμίσεις να αναγνωρίζουν τα λεπτά ζητήματα που τίθενται ως προς τη συμβατότητά τους με τα δικαιώματα του ανθρώπου (π.χ. ελευθερία έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι και ίδρυσης νομικών προσώπων). Τί θα γίνει, για παράδειγμα, αν ένας ιστορικός ή γλωσσολόγος εκφράσει απόψεις που εκλαμβάνονται από το άλλο μέρος ως υποδαυλίζουσες τον αλυτρωτισμό, τον αναθεωρητισμό ή την εχθρότητα; Ούτως ή άλλως, ανεξάρτητα από το τί προβλέπει ρητά η συμφωνία, οι διεθνείς κανόνες για την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεσμεύουν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη. Τα εσωτερικά τους όργανα, και ιδίως η δικαστική εξουσία σε κάθε κράτος θα πρέπει να προβεί στις αναγκαίες λεπτές σταθμίσεις ανάμεσα στην υποχρέωση των δύο κρατών να καταπολεμήσουν συμπεριφορές από ιδιώτες που αντιβαίνουν στη συμφωνία, από τη μία πλευρά, και στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από την άλλη. Τα μέσα επίτευξης της δέουσας επιμέλειας πρέπει να μην πλήττουν δυσανάλογα τα σχετικά ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ελληνική πλευρά και ιδίως για την ελληνική δικαιοσύνη, οι ατυχείς χειρισμοί της οποίας έχουν οδηγήσει την Ελλάδα σε επώδυνες καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε υποθέσεις σχετιζόμενες με το Μακεδονικό (υποθέσεις Σιδηρόπουλου, Ουράνιου Τόξου, Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού).

Σε ό,τι αφορά τώρα στον πυρήνα της μεταξύ μας διαφοράς, η γείτων αναλαμβάνει την υποχρέωση να αλλάξει το όνομά της, ενώ αναγνωρίζει ότι η αρχαία Μακεδονία, η ιστορία και η πολιτιστική της κληρονομιά, είναι ξένες προς την εθνική της ταυτότητα. Με μία φράση, η συμφωνία αλλάζει το εθνικό αφήγημα της γείτονος (θέμα στο οποίο θα επανέλθω στο τρίτο μέρος του παρόντος), αλλά και προσδιορίζει την οικογένεια στην οποία ανήκει η γλώσσα της. Άρα, η ελληνική πλευρά διεκδίκησε και πέτυχε πολλά περισσότερα πέραν του γνωστού τσιτάτου «σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, ergaomnes». Πολλά από αυτά θεωρούνταν μη επιτεύξιμα μόλις λίγους μήνες νωρίτερα. Οι βόρειοι γείτονές μας δεσμεύονται να αλλάξουν από τις πινακίδες των αυτοκινήτων τους, μέχρι τον καταστατικό χάρτη της πολιτείας του, το ίδιο τους δηλαδή το σύνταγμα (ιδίως σε ό,τι αφορά σε διατάξεις που μπορούν να ερμηνευθούν ως εκδηλώσεις αλυτρωτισμού). Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 1(3)(g) της συμφωνίας, η υιοθέτηση του νέου ονόματος και της συναφούς ορολογίας για τη γλώσσα και ιθαγένεια σύμφωνα με την εσωτερική διαδικασία, την αναθεώρηση δηλαδή του συντάγματος, θα είναι αμετάκλητη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μελλοντικές συνταγματικές αναθεωρήσεις δεν μπορούν να τροποποιήσουν το όνομα της γείτονος χωρίς να παραβιαστεί η συμφωνία. Τέτοιος βαρύς όρος δεν προβλέπεται σχετικά με τις άλλες συνταγματικές αλλαγές που δεσμεύεται βάσει του άρθρου 1(12) η γείτων να κάνει. Ωστόσο, τα άρθρα 4(1) και 4(3) ορίζουν ότι τυχόν μελλοντικές συνταγματικές αλλαγές ή και το παρόν σύνταγμα δεν μπορούν να ερμηνευθούν ή να θέσουν βάση για διεκδίκηση εδαφών εκτός των υφισταμένων συνόρων ή για παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του αντισυμβαλλόμενου κράτους ακόμα και για λόγους προστασίας του καθεστώτος και των δικαιωμάτων προσώπων που δεν είναι πολίτες του. Το τί φωτογραφίζει η συμφωνία εδώ είναι ηλίου φαεινότερον. Παραδείγματα έδωσα νωρίτερα, αναφερόμενος στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η ρύθμιση αυτή της συμφωνίας δεσμεύει τα όργανα των δύο κρατών, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής εξουσίας, ως προς το πώς θα ερμηνεύσουν το σύνταγμα. Ωστόσο, είναι εύλογο και θεμιτό να μην μπορούν να οδηγήσουν στην απεμπόληση του δικαιώματος της γείτονος να εγείρει ζητήματα διεθνούς ευθύνης της χώρας μας (για παράδειγμα, ενώπιον του προαναφερθέντος Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο πλαίσιο διακρατικής προσφυγής ή γενικότερα βάσει του άρθρου 48 της κωδικοποίησης της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των κανόνων για τη διεθνή ευθύνη των κρατών) για τυχόν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων οποιουδήποτε πολίτη ή, ευρύτερα, ατόμου υπό τη δικαιοδοσία της. Γενικότερα, πέρα από την όποια ουσιαστική τους αξία, οι μεταρρυθμίσεις αυτές στο εσωτερικό δίκαιο της γείτονος έχουν βαρύ συμβολισμό. Ίσως το ευρύ κοινό να τον υποτιμά, αλλά, αν δούμε το θέμα με τη δέουσα απόσταση, ένα κυρίαρχο κράτος δεσμεύει ένα άλλο κυρίαρχο κράτος (και όχι κρατίδιο), μέλος των Ηνωμένων Εθνών να αλλάξει (εν μέρει αμετακλήτως) το σύνταγμά του, και το πώς συστήνεται στον κόσμο, τη στιγμή μάλιστα που η διεθνής κοινότητα, στην πλειονότητά της, το αναγνωρίζει με τον τρόπο που αυτοπροσδιοριζόταν και συστηνόταν μέχρι τώρα. Αυτό εξηγεί γιατί ο διεθνής τύπος παρουσίασε την είδηση ως αποδοχή από τη γείτονά μας να αλλάξει το όνομά της.

Στο σημείο όμως αυτό έρχεται η πιο σημαντική κριτική παρατήρηση που έχω να κάνω σε σχέση με την συμφωνία. Αναλύω στη συνέχεια το επιχείρημά μου διεξοδικότερα, αλλά μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Λόγω και του χρόνου που μεσολάβησε, την «παρτίδα» για το όνομα την έχουμε εν πολλοίς χάσει. Μην περιμένουμε μαγικά αποτελέσματα από τη συμφωνία. Δύσκολα μπορεί να αλλάξει μια εμπεδωμένη πραγματικότητα. Οι συντάκτες της συμφωνίας, όμως, θα μπορούσαν ίσως να την είχαν εξοπλίσει καταλληλότερα, ώστε να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά της και η γείτων να μετονομαστεί εν τοις πράγμασι «Βόρεια Μακεδονία» -όχι μόνο στα χαρτιά.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Τι κέρδος πραγματικά αποκομίζουμε σε σχέση με το όνομα; Η (για άλλους περισσότερο, για άλλους λιγότερο) πικρή αλήθεια είναι ότι η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) υφίσταται ως ΠΓΔΜ μόνο στα επίσημα έγγραφα της κρατικής και διεθνούς «γραφειοκρατίας», στα κείμενα υπουργείων εξωτερικών και διεθνών οργανισμών. Ο υπόλοιπος πλανήτης, τα περισσότερα κράτη του κόσμου, το εμπόριο, ο διεθνής τύπος, οι καθημερινοί άνθρωποι στις συζητήσεις τους την ξέρουν ως και την αποκαλούν «Μακεδονία», τους πολίτες της «Μακεδόνες» και τη γλώσσα «μακεδονική». Όπως έχω υποστηρίξει και για το Κυπριακό (εδώ και, πιο αναλυτικά, εδώ), ο χρόνος δεν είναι σύμμαχός μας σε τέτοιες καταστάσεις. Το όνομα, η γλώσσα και η ιθαγένεια της γείτονος έχουν ήδη παγιωθεί. Η τωρινή συμφωνία που διαπραγματεύτηκε η χώρα μας έχει ως κύριο στόχο να αλλάξει την παγιωμένη αυτή κατάσταση, τουλάχιστον ως προς το όνομα, και να διαχωρίσει τα εθνικά αφηγήματα των δύο κρατών. Επομένως, μια διμερής διεθνής σύμβαση καλείται να ανατρέψει το εδραιωμένο statusquo. Μπορεί να τα καταφέρει; Έχουν τέτοια δύναμη οι διεθνείς κανόνες που συμφωνούν μεταξύ τους δύο κράτη;

Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι ο στόχος είναι δύσκολος. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Όσο περνά ο καιρός και «ριζώνει» κάποια κατάσταση, τόσο πιο δύσκολα αυτή αλλάζει. Όσο καθυστερεί μία συμπεφωνημένη λύση, τόσο πιο δύσκολο είναι να ανατραπεί το statusquo. Αν πρέπει να είμαι αισιόδοξος ως προς το σκέλος αυτό της συμφωνίας, ας μου επιτραπεί να είμαι συγκρατημένα μόνον.

Καταρχάς, η συμφωνία είναι ένα διμερές «συμβόλαιο» μεταξύ δύο κρατών. Ως τέτοιο, η γενική αρχή είναι ότι γεννά αμοιβαίες υποχρεώσεις στη βάση του διεθνούς δικαίου για τα συμβαλλόμενα μέρη -και μόνον. Θα επανέλθω στη συνέχεια στο θέμα αυτό με πιο κριτικές επισημάνσεις, αλλά το κύριο σημείο που πρέπει να καταστεί σαφές είναι ότι, καταρχήν, η συμφωνία δεν μπορεί να δημιουργήσει νομικές υποχρεώσεις για τρίτους. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, τρίτο κράτος επιθυμεί να συνεχίσει να αναγνωρίζει και να αποκαλεί τη γείτονα με όνομα άλλο από το «Βόρεια Μακεδονία», καταρχήν, η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα στη βάση της διμερούς της συμφωνίας με τη γείτονα να υποχρεώσει το κράτος αυτό να χρησιμοποιεί τον όρο «Βόρεια Μακεδονία». Μπορεί -στη βάση του άρθρου 1(13) της συμφωνίας- να εγείρει το ζήτημα, να αιτηθεί δηλαδή από το τρίτο κράτος να αναγνωρίσει ως και να αποκαλεί τη γείτονα «Βόρεια Μακεδονία». Θα μπορούσε ακόμα και να ασκήσει για το σκοπό αυτό όποια θεμιτή και νόμιμη πίεση μπορεί σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Όμως, δεν έχει νομική αξίωση -παρά μόνο αν, όπως συζητώ στη συνέχεια, ερμηνευθεί ότι η Τελική συμφωνία παράγει αντικειμενικά -και όχι διμερή, δι-υποκειμενικά- αποτελέσματα, αν η χώρα μας δεσμεύσει με διεθνή συμφωνία το τρίτο κράτος ή αν επιτύχει τέτοια δέσμευση με «πλάγια» μέσα, όπως ένα νομικά υποχρεωτικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Ακόμα, όμως, και αν υπάρξει βάση για νομική δέσμευση των τρίτων κρατών να αναγνωρίσουν τη γείτονα με το νέο της όνομα, τα αποτελέσματα θα ήταν περιορισμένα. Η διεθνής «γραφειοκρατία» θα χρησιμοποιεί το επίσημο όνομα και η καθημερινή ζωή στον πλανήτη μας, όπου δεν απαιτείται επίσημη γλώσσα, θα ονομάζει τη γείτονα όπως έχει συνηθίσει να την αποκαλεί εδώ και δεκαετίες. Αυτό σε ό,τι αφορά στους διεθνείς οργανισμούς και στα κράτη. Οι ιδιώτες δεν δεσμεύονται από τη συμφωνία. Το CNN ή η Wikipedia δεν δεσμεύονται. Ο σκοπός της συμφωνίας δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι αυτός. Στόχος της είναι να δεσμεύσει, καταρχήν, τη γείτονα και να την υποχρεώσει να χρησιμοποιεί την ορολογία που συμφωνήθηκε στο εσωτερικό της και στις διεθνείς της σχέσεις. Πιο απλά, στόχος της συμφωνίας είναι να χρησιμοποιείται η συμπεφωνημένη ορολογία στα διαβατήρια της γείτονος· όχι στους Times της Νέας Υόρκης. Δηλωτικό αυτού είναι το άρθρο 1(3)(f) που ορίζει σε ό,τι αφορά στους ιδιώτες ότι, καταρχήν, οι επιθετικοί προσδιορισμοί που χρησιμοποιούνται από αυτούς είναι δυνατόν (άρα όχι υποχρεωτικό) να ευθυγραμμίζονται με τις ρυθμίσεις (άρθρα 7(3) και 7(4) της συμφωνίας) που προσδιορίζουν τους όρους «Μακεδονία» και «μακεδονικός/ή/ό» κατά τρόπο που τους διαχωρίζει από την αρχαία Μακεδονία και τον πολιτισμό της.

Γενικότερα, αν και δεν υποτιμώ τη βαρύτητα και χρησιμότητα του νόμου ως «εργαλείου» που χρησιμοποιούν οι κοινωνίες για την επίτευξη στόχων, δεν πάσχω από νομικό ρομαντισμό ή φετιχισμό. Ξέρω ότι ο νόμος, όπως κάθε εργαλείο, έχει όρια στο τί μπορεί να κάνει, στο τί αποτελέσματα μπορεί να παράξει και στο πόσο μπορεί να αλλάξει μία εμπεδωμένη πραγματικότητα. Κοντολογίς, διερωτώμαι αν μία διεθνής συμφωνία, μπορεί να είναι αποτελεσματική στη μετονομασία εν τοις πράγμασι της γείτονος σε «Βόρεια Μακεδονία» και συμμερίζομαι το σκεπτικισμό όσων υποστηρίζουν ότι η γείτων ενδέχεται να παραμείνει γνωστή ως «Μακεδονία» ακόμα και μετά τη συμφωνία της με την Ελλάδα. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η συμφωνία. Αντιθέτως, ίσως να φταίει το ότι η συμφωνία άργησε τόσα χρόνια. Όσοι αντιτίθεντο ή/και εξακολουθούν ν’ αντιτίθενται στη σύνθετη ονομασία και στη συμφωνία που αυτή τη στιγμή υπάρχει στο τραπέζι, ουσιαστικά, άθελά τους ενδεχομένως, συντελούν στην παγίωση, έτι περαιτέρω, του ονόματος «Μακεδονία».

Παρεμπιπτόντως, ανοίγω μία παρένθεση εδώ για να πω ότι η ίδια λογική διέπει το σκεπτικό μου αναφορικά με το αν νομικά «εργαλεία», όπως μία διεθνής σύμβαση ή η αλλαγή του εθνικού συντάγματος, μπορούν να εξαλείψουν τον αλυτρωτισμό. Σίγουρα συμβάλλουν, ορίζοντας ένα πλαίσιο και θέτοντας «κόκκινες» γραμμές και υποχρεώσεις. Δεσμεύουν τους θεσμούς. Τον αλυτρωτισμό όμως δεν θα τον ξεριζώσει ο νόμος από το μυαλό των ανθρώπων. Αυτό θα το καταφέρουν, αν το καταφέρουν, άλλες πολιτικές και ο χρόνος. Το θετικό με τη συμφωνία που μας παρουσίασαν οι δύο κυβερνήσεις είναι ότι τίθενται βάσεις και εκδηλώνεται η βούληση για συνεργασία μεταξύ των δυο κρατών σε πλήθος πεδίων, όπως η παιδεία και η οικονομία, που θα μπορούσαν να φέρουν τους δύο λαούς -και ιδίως τη νεότερη γενιά- κοντύτερα, να επουλώσουν πληγές του παρελθόντος, να αμβλύνουν την καχυποψία, να χτίσουν εμπιστοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό. Η όποια αισιοδοξία μου, επομένως, δεν στηρίζεται στην ίδια τη συμφωνία ως νομικό μέσο, όσο κυρίως στην κατεύθυνση προς την οποία αυτή δείχνει. Κυρίως, στην προοπτική ένταξης της γείτονος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν η νέα γενιά Γάλλων και Γερμανών άφησε πλήρως πίσω της το παρελθόν, το ίδιο μπορούμε και εμείς.

Κλείνω τη σύντομη αυτή παρένθεση και επιστρέφω στο θέμα του ονόματος και στα εξής δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν όντως είναι έτσι και το θέμα του ονόματος είναι χαμένο για χαμένο, γιατί να δεχτούμε τη συμφωνία αυτή; Δεύτερον, τί παραπάνω θα μπορούσε να προβλέπει η συμφωνία ώστε να είναι πιο αποτελεσματική σε σχέση με το όνομα; Πώς θα μπορούσαν, δηλαδή, οι συντάκτες της συμφωνίας να διευκολύνουν την παραγωγή αποτελεσμάτων ώστε το όνομα να καταστεί «αντικειμενικό» (εξηγώ τον όρο αυτό στη συνέχεια);

Η απάντηση σε ό,τι αφορά στο πρώτο ερώτημα είναι σύντομη. Πρώτον, χωρίς τη συμφωνία δεν κερδίζουμε τίποτα, μόνο χάνουμε. Για λόγους που έχω εξηγήσει παλαιότερα και αναφέρει ακροθιγώς νωρίτερα στο παρόν, δεν αποκλείεται η ΠΓΔΜ να ενταχθεί σε διεθνείς οργανισμούς με το όνομα αυτό. Ιδίως αν στο «blamegame» (στο παιχνίδι, δηλαδή, απόδοσης ευθυνών) φανεί στα μάτια της διεθνούς κοινότητας ότι η Ελλάδα φταίει για ενδεχόμενο μελλοντικό «ναυάγιο» της συμφωνίας, η χώρα μας θα δυσκολευτεί πολύ να εμποδίσει με τρόπο νόμιμο την ένταξη της γείτονος σε οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ. Δεύτερον, χωρίς (μία κάποια) συμφωνία, ελλοχεύουν οι λοιποί κίνδυνοι που οι ειδικοί στις διεθνείς σχέσεις έχουν αναδείξει. Τρίτον, με τη σύμβαση, η γείτων θα έχει το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» στο σύνταγμά της, στα διαβατήριά της και θα μετέχει με αυτό σε διεθνείς οργανισμούς και δη στα Ηνωμένα Έθνη. Δεν είναι λίγα όλα αυτά.

Προχωρώ στο δεύτερο ερώτημα. Θα μπορούσε να κάνει κάτι η συμφωνία ώστε το «Βόρεια Μακεδονία» να γίνει η νέα αντικειμενική (objective), παγκόσμια (universal) ονομασία της γείτονος; Η απάντηση είναι ναι -και αυτό είναι το κύριο σημείο κριτικής μου στη συμφωνία. Κάνω σχετικά δύο προτάσεις.

Η πρώτη σχετίζεται με την ιδέα της αντικειμενικής/παγκόσμιας ονομασίας της γείτονος. Η θέση μου είναι ότι οι όροι αυτοί θα έπρεπε να αναφέρονται ρητά και να συμπληρώνουν τον όρο ergaomnesστη συμφωνία, η οποία και προσδιορίζει το περιεχόμενό του (κάπως καθυστερημένα ενδεχομένως, δεδομένου ότι ο όρος ergaomnesείναι σημαντικός και απαντάται ήδη νωρίτερα στο κείμενο της συμφωνίας) στο άρθρο 1(8). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η συμπεφωνημένη ορολογία, συμπεριλαμβανομένης της ονομασίας του κράτους, θα ισχύει ergaomnes, δηλαδή «εσωτερικά, σε όλες τις διμερείς σχέσεις και σε όλους τους περιφερειακούς και διεθνείς οργανισμούς». Πέρα από την κυριολεκτική σημασία του, δηλαδή «έναντί όλων», ο όρος ergaomnes είναι ένας τεχνικός όρος στο διεθνές δίκαιο. Αναφέρεται σε μία ιδιαίτερη κατηγορία διεθνών υποχρεώσεων που αποσκοπούν στην προστασία συλλογικών αξιών/συμφερόντων, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υποχρεώσεων νομικών, δηλαδή, αναφορικά με αξίες και συμφέροντα που δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κανένα κράτος, αλλά είναι κοινό κτήμα όλων και προασπίζουν το γενικό συμφέρον. Τα κράτη υποχρεούνται να τηρήσουν τις υποχρεώσεις αυτού του είδους έναντι όλων των άλλων κρατών, καθένα εκ των οποίων μπορεί να εγείρει ζητήματα διεθνούς ευθύνης του «κράτους-παραβάτη», συμβάλλοντας έτσι στη συλλογική επιβολή της διεθνούς νομιμότητας στο, κατά βάση, αποκεντρωμένο σύστημα του διεθνούς δικαίου. Ο όρος ergaomnesαπαντάται όμως και ως συστατικό μίας άλλης έννοιας του διεθνούς δικαίου. Αναφέρομαι στις συμβάσεις που δημιουργούν μία αντικειμενική κατάσταση ή ένα αντικειμενικό καθεστώς (objectiveregime). Μπορεί η προαναφερθείσα Σύμβαση της Βιέννης να προωθεί στα άρθρα 34-38 την αρχή της σχετικότητας/δι-υποκειμενικότητας (principleofrelativity), βάση της οποίας είναι ότι (λόγω της κυρίαρχης ισότητας) η συμφωνία μεταξύ κρατών δεν γεννά δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτα κράτη, παρά μόνο αν αυτά συναινέσουν, όμως γίνεται δεκτό ότι ορισμένες συμβάσεις, όπως, για παράδειγμα, συμφωνίες χάραξης συνόρων ή επίλυσης διαφορών, δημιουργούν αντικειμενικά αποτελέσματα που δεσμεύουν όλα τα κράτη, συμβεβλημένα ή μη. Αφήνω εκτός της συζήτησης εδώ το θεωρητικό ερώτημα του αν οι συμβάσεις αυτού του είδους που δημιουργούν αντικειμενικές καταστάσεις περιέχουν προς το σκέλος τους αυτό υποχρεώσεις ergaomnes και αν, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο όρος αυτός έχει την προαναφερθείσα έννοια της υποχρέωσης ενός δεσμευόμενου κράτους έναντι όλων των άλλων κρατών και της απότοκης συλλογικής επιβολής της νομιμότητας. Ούτε και συζητώ εδώ τί έννομα αποτελέσματα παράγει η ενδεχόμενη ergaomnesφύση υποχρεώσεων που δημιουργούνται από μία διμερή συμφωνία που επιδιώκει να παράξει αντικειμενικά αποτελέσματα και αν οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να είναι ergaomnespartes -το οποίο και για λόγους τεχνικούς, που παρέλκει να εξηγηθούν εδώ, δεν έχει νόημα σε μία διμερή σύμβαση. Το επιχείρημά μου είναι ότι, ανεξαρτήτως των θεωρητικών ζητημάτων που ανακύπτουν, ο όρος ergaomnesστη συμφωνία των Πρεσπών μπορεί (και δέον είναι) να ερμηνευθεί ως δηλωτικός της βούλησης των δύο κρατών τα συμπεφωνημένα τους ως προς το όνομα (και τη σχετική ορολογία που άπτεται της διαφοράς που επιλύει η συμφωνία) να δημιουργήσουν μία αντικειμενική κατάσταση (objectiveregime). Ιδανικά, αυτό θα έπρεπε να είναι ρητά εκπεφρασμένο στη συμφωνία. Θα βοηθούσε δε η χρήση ορολογίας όπως «objective» και «universal» αναφορικά με την ονομασία της γείτονος. Ομολογουμένως, το άρθρο 20(7) της συμφωνίας αδυνατίζει την ερμηνεία που προτείνω. Ωστόσο, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 1(13), αν, έστω και εκ παραδρομής, δεν γίνεται σωστή αναφορά του ονόματος στις διεθνείς σχέσεις της γείτονος, είτε η ίδια, είτε η χώρα μας μπορούν να αιτηθούν θεραπεία του προβλήματος και μη επανάληψη στο μέλλον. Θέση μου είναι ότι η μεταγενέστερη πρακτική της Ελλάδας καλό θα ήταν να κινηθεί ως προς το σκέλος του ονόματος και της συναφούς συμπεφωνημένης ορολογίας προς την κατεύθυνση αυτή, αξιώνοντας συστηματικά από τρίτα κράτη να αποκαλούν τη γείτονα «Βόρεια Μακεδονία». Επαναλαμβάνω ότι, ιδανικά, η αντικειμενική φύση των ρυθμίσεων για την ορολογία σχετικά με τη διαφορά των δύο κρατών θα έπρεπε να είναι ρητά εκπεφρασμένη στη συμφωνία. Αν η ειλικρινής βούληση της γείτονος είναι το «Βόρεια Μακεδονία» να είναι το παγκόσμιο, αντικειμενικό της όνομα, θα μπορούσε να δεχτεί να δηλώσει από κοινού με την Ελλάδα ότι δέχεται η συμφωνία να στοχεύει να παράξει αντικειμενικά αποτελέσματα. Από εκεί και ύστερα, όλα είναι θέμα ερμηνείας. Τόσο, όμως, η βούληση των μερών, όσο και το ευρύτερο πλαίσιο (context), η συναπόφαση δηλαδή επί του ονόματος ως μέσο αντιμετώπισης αλυτρωτισμού και πρόληψης έγερσης εδαφικών διεκδικήσεων και αλλαγής συνόρων, το γεγονός ότι η συμφωνία επιλύει μία διεθνή διαφορά και συνιστά μέσο αποτροπής διενέξεων και προστασίας της ειρήνης, ότι εξυπηρετεί δηλαδή σκοπούς που δεν είναι αποκλειστικά «ιδιωτικοί» (προς ίδιον, δηλαδή, όφελος των συμβαλλόμενων μερών), αλλά ευρύτερου ενδιαφέροντος και γενικού συμφέροντος, θα συνηγορούσαν υπέρ μίας ερμηνείας συμπερίληψης της συμφωνίας στην κατηγορία αυτών που δημιουργούν ένα «objectiveregime», υποχρεωτικό για και σεβαστό από όλους, συμπεριλαμβανομένων των μη συμβαλλομένων κρατών.

Η δεύτερη πρόταση σχετίζεται με την προαναφερθείσα αρχή της δέουσας επιμέλειας. Με τη συμφωνία, η γείτων δέχεται να μετονομαστεί σε «Βόρεια Μακεδονία». Σύμφωνα με το άρθρο 1(5) θα χρησιμοποιεί το όνομα αυτό (και ευρύτερα την ορολογία που συμφωνείται αναφορικά με όλες τις άλλες διαστάσεις της διαφοράς) στο πλαίσιο της συμμετοχής της σε διεθνείς οργανισμούς, αλλά και στις διμερείς της σχέσεις με τα άλλα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο 1(6) εξειδικεύει την υποχρέωση της γείτονος να ειδοποιήσει τους διεθνείς οργανισμούς και foraστα οποία συμμετέχει (1(6)(a)) και όλα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών (1(6)(b)) για το νέο όνομα και, ευρύτερα, την ορολογία που συμφωνήθηκε με τη χώρα μας και να αιτηθεί (απλά και μόνον) να γίνεται εφεξής χρήση αυτών. Το πλαίσιο αυτό μεταφράζεται κατ’ ουσίαν σε μία, κατά κύριο λόγο, αρνητική υποχρέωση αποτελέσματος (σύμφωνα με τη σχετική τεχνική κατηγοριοποίηση) να μη χρησιμοποιεί η γείτων στις διεθνείς της σχέσεις άλλο όνομα. Αν η συμφωνία δεν ερμηνευθεί ως δημιουργούσα μία αντικειμενική κατάσταση, κανένα τρίτο μέρος δεν υποχρεούται να αποκαλεί τη γείτονα «Βόρεια Μακεδονία». Πολλοί θα το κάνουν οικειοθελώς. Άλλοι ενδεχομένως όχι. Εδώ, όμως, έχει σημασία η δέουσα επιμέλεια που θα μπορούσε η συμφωνία να αξιώνει από τη γείτονα. Πέρα, δηλαδή, από αρνητικές υποχρεώσεις αποτελέσματος, η συμφωνία ιδανικά θα έπρεπε να προβλέπει και θετικές υποχρεώσεις μέσου, να υποχρεούται δηλαδή η γείτων, στο μέτρο που της είναι εφικτό (εξ ου και υποχρέωση μέσου και όχι αποτελέσματος) να αξιώνει με κάθε νόμιμο μέσο από τα τρίτα κράτη να την αποκαλούν «Βόρεια Μακεδονία» και να αντιδρά (ιδανικά με τρόπους που θα εξειδίκευε η συμφωνία) όταν αυτό δεν συμβαίνει. Με απλά λόγια, προκειμένου η συμφωνία να είναι αποτελεσματική ως προς το όνομα, θα έπρεπε να αξιώνει από τη γείτονα, όχι μόνο την παθητική αποδοχή του νέου ονόματός της και να συστήνεται στις διεθνείς της σχέσεις με αυτό, αλλά και την ενεργητική προώθησή του -όσο ενεργά προωθούσε το όνομα «Μακεδονία» τόσα χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η κύρια και μεγαλύτερη τεχνική αδυναμία της συμφωνίας.                                      

 

Πόσο αρνητικά είναι τα αρνητικά σημεία;

Καταλαβαίνω, όμως, ότι για πολλούς υπάρχουν πιο σημαντικοί λόγοι να βλέπουν το ποτήρι (μισο)άδειο. Αν με ρωτούσε κάποιος την προτίμησή μου, το «Νέα Μακεδονία», μου φαίνεται καλύτερο από το «Βόρεια Μακεδονία», κυρίως διότι τα πρώτο όνομα καθιστά πιο ξεκάθαρη τη διαφοροποίηση από την αρχαία Μακεδονία. Ιδανικό, προφανώς, για τη δική μας πλευρά θα ήταν να μην υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στην ονομασία του κράτους και την ιθαγένεια, να ονομάζονται δηλαδή οι πολίτες της «Βόρειας Μακεδονίας» «Βορειομακεδόνες», και η γλώσσα τους «βορειοακεδονική» ή makedonski, που αντανακλά τη σλάβικη φύση της γλώσσας. Σε μία συμφωνία, ωστόσο, παίρνεις, αλλά και κάνεις και υποχωρήσεις. Θα επανέλθω στα θέματα αυτά, αφού πρώτα αναφερθώ εν συντομία σε δύο άλλες «μομφές» που αναλυτές έχουν προσάψει στη συμφωνία.

Η πρώτη αφορά σε ζητήματα που η συμφωνία αφήνει εκκρεμή. Ένα παράδειγμα είναι το άρθρο 13 σχετικά με τις διευκολύνσεις που θα παρέξει η χώρα μας στη γείτονα που είναι περίκλειστο κράτος (χωρίς πρόσβαση δηλαδή στη θάλασσα). Το άρθρο αυτό παραπέμπει στις διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (άρθρα 124 και επόμενα). Η διάταξη αυτή υπάρχει και στην Ενδιάμεση Συμφωνία -κατά σύμπτωση στο άρθρο 13 και πάλι. Το ζήτημα αυτό είναι εν πολλοίς ήδη ρυθμισμένο μεταξύ των δύο κρατών μετά την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Ενδεχόμενη μελλοντική αλλαγή θα είναι συμπεφωνημένη, άρα αποδεκτή από τη χώρα μας. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι το άρθρο 1(3)(h) που αφορά στην εμπορική χρήση της ορολογίας (π.χ. μακεδονικός) που ρυθμίζει η συμφωνία και στα εμπορικά σήματα. Λόγω της σημασίας του θέματος αυτού για τη χώρα μας, καλό θα ήταν να έδινε η συμφωνία ένα πιο σαφές πλαίσιο. Ωστόσο, δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας διότι η συμφωνία ρητά διατηρεί το σημερινό statusquo, το οποίο η δική μας πλευρά θα εξετάσει στο μέλλον αν επιθυμεί να το αλλάξει και ποιες είναι οι αλλαγές στις οποίες θα ήθελε να συναινέσει.

Ένα άλλο σημείο που σχολιαστές εντόπισαν ως προβληματικό είναι ο κίνδυνος να ενταχθεί η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ με το όνομα αυτό πριν τεθεί η συμφωνία σε ισχύ (το λεγόμενο θέμα «συγχρονισμού»). Στα δικά μου μάτια, η κριτική στη συμφωνία ως προς το ΝΑΤΟ δεν πείθει. Πρώτον, βρίσκω τις εγγυήσεις που δίνει το άρθρο 2(4)(b)(ii) ικανοποιητικές και τη διατύπωσή του εναργή. Εισδοχή στο ΝΑΤΟ δεν θα υπάρξει, παρά μόνο παράλληλα με και αν τεθεί η συμφωνία σε ισχύ, αφού πρώτα η γείτων θα έχει εκπληρώσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της συνταγματικής αναθεώρησης. Δεύτερον, θα παραπέμψω και πάλι στο προηγούμενο κείμενό μου για το Μακεδονικό και θα επαναλάβω αυτό που ήδη ανέφερα και νωρίτερα στο παρόν σημείωμα, προκειμένου να υπογραμμίσω τη βαρύτητα που έχει για τη χώρα μας η σε βάρος της απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου των Ηνωμένων Εθνών στην υπόθεση που έφερε ενώπιόν του η ΠΓΔΜ, λόγω των εμποδίων που η ελληνική κυβέρνηση παράνομα έθεσε στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Πολλοί υποτιμούν την απόφαση αυτή ή υποκρίνονται ότι δεν υπάρχει. Όπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει (νωρίτερα στο παρόν, αλλά και αλλού), αν απορριφθεί η Τελική Συμφωνία, ισχύει το προηγούμενο νομικό πλαίσιο, δηλαδή η Ενδιάμεση Συμφωνία που καθιστά δυσχερή, αν όχι ανέφικτη (ως διεθνώς παράνομη πράξη) την παρεμπόδιση εισόδου της ΠΓΔΜ με το όνομα αυτό στο ΝΑΤΟ. Αντίθετα, όπως και πάλι ήδη εξήγησα νωρίτερα, η τωρινή συμφωνία (άρθρο 1(1)) τερματίζει με ρητό τρόπο την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτή για τη χώρα μας. Άρα, λύνει τα χέρια της Ελλάδας και της επιτρέπει να εμποδίσει την ένταξη της γείτονος στο ΝΑΤΟ αν δεν εκπληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις, ενώ αναγνωρίζει ρητά ότι η ένταξη αυτή εξαρτάται από τη συναίνεση της χώρας μας, αφού πρώτα η γείτων τηρήσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Με απλούστερα λόγια, η τωρινή συμφωνία αποδεσμεύει την Ελλάδα από τις ρυθμίσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και δη το άρθρο 11(1) αυτής για την παραβίαση του οποίου η χώρα μας καταδικάστηκε από το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών λόγω της στάσης της στο Βουκουρέστι. Το να εκκινήσουν οι διαδικασίες για την ένταξη της γείτονος στο ΝΑΤΟ (όπως προβλέπει το άρθρο 2(4)(b)(ii)) πριν τεθεί σε ισχύ η μεταξύ μας συμφωνία δεν εγκυμονεί κινδύνους για την ελληνική πλευρά. Είναι, εξάλλου, σύμφωνο με τις ισχύουσες υποχρεώσεις της χώρας μας βάσει της συμφωνίας του 1995 που (ας το πω μία ακόμα φορά για να εντυπωθεί) εξακολουθεί να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από την τωρινή συμφωνία. Είναι, επίσης, ένα βήμα καλής πίστης και οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Γεννά ενδεχομένως ενδιαφέροντα θεωρητικά ερωτήματα, όπως το τί θα γίνει αν ένα μέρος της συμφωνίας δεν εκπληρώσει εντός των οριζόμενων προθεσμιών τα όσα προβλέπονται ως προϋποθέσεις πριν από και για να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία ή αν η Ελλάδα θα έχει διεθνή ευθύνη σε περίπτωση που δεν συναινέσει στην έναρξη των διαπραγματεύσεων για την είσοδο της γείτονος στο ΝΑΤΟ ενώ η συμφωνία δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ. Αν και τα ερωτήματα αυτά εκφεύγουν του παρόντος, όπως ήδη εξήγησα στο πρώτο μέρος της συζήτησής μου, η γνώμη μου είναι ότι δεν γεννάται ζήτημα διεθνούς ευθύνης στη βάση της συμφωνίας των Πρεσπών πριν αυτή τεθεί σε ισχύ, παρά μόνο με τρόπο «πλάγιο», στη βάση του γενικού διεθνούς δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 18 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 που ορίζει ότι τα κράτη έχουν υποχρέωση (καλής πίστης) να μην προβούν σε πράξεις που αντιτίθενται στον σκοπό (τελεολογία) μίας σύμβασης που έχουν υπογράψει, αλλά όχι ακόμα θέσει σε ισχύ. Επαναλαμβάνω και υπογραμμίζω εμφατικά ωστόσο, ότι στοιχειοθετείται διεθνής ευθύνη αν η χώρα μας παραβιάσει την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, η οποία εξακολουθεί να είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. Σε κάθε δε περίπτωση, αν κάποιος θα έπρεπε να είναι λιγότερο ευχαριστημένος με τις ρυθμίσεις της συμφωνίας σχετικά με την ένταξη σε διεθνείς οργανισμούς, αυτοί δεν είμαστε εμείς. Είναι η γείτων, η οποία θα μπει σε διαδικασία αλλαγής του συντάγματός της με την προσδοκία (που αντανακλά την εμπιστοσύνη της ότι θα συμπεριφερθούμε έντιμα και καλόπιστα) ότι, όταν έρθει η ώρα, εμείς θα θέσουμε σε ισχύ τη συμφωνία (που προϋποθέτει έγκριση του ελληνικού κοινοβουλίου, αφού πρώτα η γείτων έχει, μεταξύ άλλων, αλλάξει το σύνταγμά της) και θα συνυπογράψουμε την εισδοχή της στο ΝΑΤΟ.  

Σε ό,τι αφορά, τέλος, το πιο φλέγον και ακανθώδες ζήτημα της γλώσσας και της ιθαγένειας, αμφότερα είναι πρωτίστως θέματα πολιτικής/ιδεολογικής προτίμησης. Εννοώ ότι λίγα πράγματα μπορούν να λεχθούν σχετικά από την τεχνική πλευρά του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Το πού βάζει κάποιος την κόκκινη γραμμή του είναι πρωτίστως ζήτημα αξιακό και άρα υποκειμενικό. Για κάποιους η γλώσσα και η ιθαγένεια ενδεχομένως να έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχουν για άλλους -γεγονός το οποίο δεν υποτιμώ. Η θέση μου ωστόσο είναι ότι, αν και μη ιδανικές για πολλούς, οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν ως ανεκτές. Καταρχάς, τις προσεγγίζω μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της συμφωνίας, που, όπως κάθε συμφωνία, ενέχει δούναι και λαβείν. Επιπλέον, ιδωμένη υπό το πρίσμα της λογικής της ανάλυσης κόστους/οφέλους (costandbenefitanalysis), η συμφωνία περιέχει θετικά που υπερκεράζουν τα δύο αυτά «αγκάθια». Το πλέον σημαντικό όμως επιχείρημα ερείδεται στο άρθρο 7, το οποίο προσδιορίζει τη γλώσσα ως σλαβομακεδονική (ανήκουσα στην ομάδα των νοτίων σλαβικών γλωσσών), τραβώντας έτσι μία ξεκάθαρη γραμμή που διαχωρίζει την ταυτότητα της γείτονος από την αρχαία Ελλάδα. Το άρθρο αυτό είναι μία σημαντική «κατάκτηση» για την ελληνική πλευρά. Μπορεί να είναι γραμμένο κατά τρόπο κυρίως διακηρυκτικό (declaratory) που θυμίζει περισσότερο προοίμιο διεθνούς συμφωνίας, παρά το κύριο κείμενό της, μπορεί να μην γεννά -έτσι διατυπωμένο- συγκεκριμένες υποχρεώσεις, κομίζει όμως δύο εξαιρετικά σημαντικά οφέλη για τη χώρα μας. Πρώτον, αποτελεί την (ερμηνευτική/δικαιολογητική) βάση για μία σειρά από άλλες ρυθμίσεις, είτε μελλοντικές (π.χ. για την ερμηνεία ιστορικών γεγονότων και τη διδασκαλία τους, στο πλαίσιο που θέτει το άρθρο 8(5) της συμφωνίας, το οποίο προβλέπει για το σκοπό αυτό τη δημιουργία επιτροπής εμπειρογνωμόνων), είτε παρούσες στη συμφωνία (όπως τα άρθρα 8(2) και 8(3), σχετικά με μνημεία ή σύμβολα, όπως ο ήλιος της Βεργίνας, που η γείτων δεν επιτρέπεται εφεξής να χρησιμοποιεί και τον οποίο θα πρέπει να αφαιρέσει από το δημόσιο χώρο). Δεύτερον, σε συνδυασμό με όλες τις άλλες διατάξεις και τα μέτρα που δεσμεύεται η γείτων να λάβει για την καταπολέμηση του αλυτρωτισμού, το άρθρο 7 προσδιορίζει, οριοθετεί και περιορίζει χωρικά και χρονικά τη χρήση του όρου «Μακεδονία» και των παραγώγων της. Η «Βόρεια Μακεδονία» αναγνωρίζει ότι οι πολίτες της μιλούν μία σλάβικη γλώσσα και ότι η κουλτούρα, η πολιτιστική κληρονομιά και η ιστορία της δεν είναι ελληνικές. Δεν έχει καμία εδαφική διεκδίκηση και αποδέχεται τα υφιστάμενα σύνορα, εγκαταλείποντας οποιαδήποτε ρητορική διαμελισμού και επέκτασης του (όποιου) αφηγήματός της πέραν των συνόρων της. Από εκεί και πέρα, η γείτων αναπτύσσει το δικό της, διακριτό γλωσσικά, ιστορικά και πολιτιστικά εθνικό αφήγημα, το οποίο διασταυρώνεται με το δικό μας σε ό,τι αφορά στη γεωγραφική περιοχή (Μακεδονία) και στην απορρέουσα ορολογία την οποία προσδιορίζει η συμφωνία. Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτά είναι επαρκή. Το επίσημο εθνικό αφήγημα της γείτονος αλλάζει με τη συμφωνία. Η γείτων αποκηρύσσει (και εμπράκτως) των αλυτρωτισμό και επιβεβαιώνει ότι αποδέχεται τα μεταξύ μας σύνορα Όπως όμως εξήγησα, ο καθένας μπορεί να βάλει τη δική του κόκκινη γραμμή όπου επιθυμεί. Πέρα όμως από την -εν πολλοίς ακαδημαϊκή- συζήτηση που τα ζητήματα αυτά σηκώνουν από πλευράς ιστορίας, γλωσσολογίας, αλλά και διεθνούς δικαίου (αυτοπροσδιορισμός), όσοι, φοβούμενοι ότι η συμφωνία δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις, τάσσονται εναντίον της, παραβλέπουν ουσιαστικά το γεγονός ότι μη συμφωνία ισοδυναμεί με εμπέδωση του statusquo. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, η συμφωνία αυτή δεν έρχεται exnihilo (από το πουθενά). Αντικατοπτρίζει μία πραγματικότητα. Για παράδειγμα, όπως έχει ευρέως συζητηθεί και όπως αναγνωρίζει και η ίδια η συμφωνία (άρθρο 1(3)(c)), η επίσημη γλώσσα της ΠΓΔΜ ήταν και είναι η μακεδονική. Με άλλα λόγια, οι ρυθμίσεις για την ιθαγένεια και τη γλώσσα αποτυπώνουν μία πραγματικότητα, ένα είδος (δυσάρεστου για πολλούς) «κεκτημένου» για τη γείτονα που δημιουργήθηκε, συν τω χρόνω, εδώ και πολλές δεκαετίες. Στην παγίωση της πραγματικότητας αυτής σημαντικό ρόλο έχει παίξει και η παρέλευση πλέον των είκοσι ετών από την προηγούμενη, Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Κοντολογίς, η συμφωνία δέχεται κατ’ όνομα το statusquo ως προς τη γλώσσα, αλλά το συνδιαμορφώνει, το ετεροπροσδιορίζει και το διακρίνει από την αρχαία ελληνική Μακεδονία. Αυτό είναι το κύριο κέρδος που αποκομίζουμε. Αντίθετα, χωρίς τη συμφωνία, διατηρείται σε ισχύ η Ενδιάμεση Συμφωνία, εδραιώνεται το αρνητικό για εμάς statusquoκαι χάνονται τα θετικά στοιχεία της συμφωνίας, τόσο σε σχέση με τη μεταξύ μας διαφορά, όσο και σε ό,τι αφορά στη μελλοντική συνεργασία σε διμερές, αλλά και πολυμερές επίπεδο στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών.    

 

Εν κατακλείδι

Η μακροσκελής αποτίμησή μου κάλυψε, πέρα από τα κύρια σημεία, ορισμένα πιο τεχνικά ζητήματα της συμφωνίας και των ρυθμίσεών της. Παρά τις κριτικές επισημάνσεις μου, καταλήγω ότι, ως σύνολο, η συμφωνία είναι νομικά άρτια. Για όλους τους λόγους που προεκτέθηκαν, κυρίως γιατί τα θετικά της συμφωνίας είναι περισσότερα και σημαντικότερα από τα όποια αρνητικά της, τάσσομαι ανοιχτά υπέρ αυτής. Αξίζουν συγχαρητήρια στο Υπουργείο Εξωτερικών και σε όσους εργάστηκαν για να επιτευχθεί η συμφωνία, πρωτίστως δε στους συντάκτες της. Θεωρώ τη συμφωνία λελογισμένα χαλεπή (όπως κάθε συμβιβασμός εξάλλου), αλλά στο σύνολό της πολιτικά επωφελή, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τη γείτονά μας και τους κοινούς μας συμμάχους. Είθε να παράξει αποτελέσματα και, κυρίως, να ανοίξει το δρόμο για επούλωση των πληγών του παρελθόντος, καλόπιστη και δημιουργική συνεργασία, και ένα κοινό, ευρωπαϊκό μέλλον. Γιατί υπάρχει αμοιβαιότητα συμφερόντων· γιατί δεν έχουμε ως κράτος την πολυτέλεια να διατηρούμε ανοιχτές τέτοιες διαφορές· γιατί μας χωρίζουν λιγότερα από όσα μας ενώνουν· γιατί πρέπει να βρουν επιτέλους ηρεμία και προκοπή τα Βαλκάνια· γιατί το χρωστάμε στα παιδιά μας.

                       

Βασίλης Τζεβελέκος

Αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, μέλος του Ελληνικού Φόρουμ Δημόσιας Πολιτικής.                                                                                                                                               

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ Επιστροφή στο παρελθόν

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά