Σάββατο, 05 Μαΐου 2018

Μην ξεχνάμε τη Μαρφίν

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
5 Μαΐου 2010. To κτίριο της Μαρφίν φλέγεται ενώ οι διαδηλωτές συνεχίζουν κανονικά την πορεία, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. 5 Μαΐου 2010. To κτίριο της Μαρφίν φλέγεται ενώ οι διαδηλωτές συνεχίζουν κανονικά την πορεία, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Φωτογραφία Αρχείου

Ο αντιμνημονιακός αγώνας έχει συνδυαστεί στην Ελλάδα με το ξέσπασμα της βίαιης οργής των ελλήνων πολιτών που έβλεπαν τη χώρα να παραδίδει μέρος της ανεξαρτησίας της στους δανειστές. Η οργή αυτή εκδηλώθηκε για πρώτη φορά με μεγάλη βιαιότητα, αλλά και με οδυνηρά αποτελέσματα, στις 5 Μαΐου 2010 – όταν άγνωστοι πυρπόλησαν το παράρτημα της τράπεζας Μαρφίν στην οδό Σταδίου, μπροστά από την οποία περνούσε διαδήλωση που προορισμό είχε το Σύνταγμα. Κι όμως, είναι μια μέρα που τείνει να εξαφανιστεί από τη συλλογική μας μνήμη. Ελάχιστοι θυμούνται τι ακριβώς έγινε εκείνη την ημέρα. Η προφορά της λέξης Μαρφίν, κινεί μεν το μηχανισμό της μνήμης, δύσκαμπτα όμως και αμήχανα. Και σπανίως γίνεται μνεία στα ονόματα των νεκρών εκείνου του εγκλήματος – της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου (που ήταν έγκυος), της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη.

Η 5η Μαΐου είναι ίσως η πιο πικρή μέρα της πρόσφατης ιστορίας μας – ημέρα ορόσημο, όπως άλλωστε ημέρα ορόσημο είναι και η 6η Δεκεμβρίου 2008, η δολοφονία Γρηγορόπουλου και το κύμα βίας που ακολούθησε στο κέντρο της Αθήνας. Γιατί όμως ενώ όλοι θυμούνται το περιστατικό του 2008, το φονικό περιστατικό της 5ης Μαΐου σχεδόν μένει αποσιωπημένο; Άλλωστε, έχουν γραφτεί τόσα πολλά γι’ αυτή την υπόθεση τα χρόνια που ακολούθησαν ώστε κανείς να μην μπορεί να υποστηρίξει πως δεν γνωρίζει ή ότι δεν θυμάται.

Εκείνη η Τετάρτη, ήταν ημέρα μεγάλης διαδήλωσης, της ογκωδέστερης διαδήλωσης κατά την περίοδο μετά τη χρεοκοπία της χώρας και τα μνημόνια. Δεν είχε όμως στόχο για όλους την εύλογη, δημοκρατική διαμαρτυρία. Πολλοί από τους συμμετέχοντες ονειρεύονταν «κάτι διαφορετικό», και προσπάθησαν γι’ αυτό: ήθελαν έναν νέο «Δεκέμβρη», να καεί η Αθήνα και να μπουν στη Βουλή. Το περίφημο σύνθημα «Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή» ήταν ο βασικός στόχος τους. Οι δυνάμεις της Ελληνικής Αστυνομίας που παρατάχθηκαν μπροστά από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη δεν επέτρεψαν αυτό το στόχο, απέτρεψαν τα χειρότερα και κράτησαν όρθια τη δημοκρατία εκείνη την ημέρα.

Ήταν 5 Μαΐου 2010. Η εισβολή κατά του Κοινοβουλίου ήταν γεγονός. Και ίσως αυτό το γεγονός να δέσποζε στη συνέχεια στη συλλογική μνήμη, αν την ημέρα εκείνη δεν συνέβαινε το βίαιο και θανατηφόρο περιστατικό της Μαρφίν. Όπου τρεις νέοι άνθρωποι (32 έως 36 ετών) πέθαναν από ασφυξία, απλά επειδή βρίσκονταν στον εργασιακό χώρο τους. Οι εικόνες και οι διηγήσεις από εκείνη την ημέρα, ακόμη και τώρα που έχουν περάσει οκτώ χρόνια, σοκάρουν. Μασκοφόροι με εμπρηστικές βόμβες, που ακολουθούσαν τη διαδήλωση, έσπασαν ανενόχλητοι την τζαμαρία του κτιρίου της οδού Σταδίου 23 και το πυρπόλησαν. Η φωτιά φούντωσε αμέσως και εγκλώβισε στο εσωτερικό του κτιρίου τον κόσμο που ήταν μέσα. Προσπάθησαν φεύγοντας προς τους πάνω ορόφους να γλιτώσουν, προσπαθώντας να φύγουν από τις στέγες ή βγαίνοντας στα μπαλκόνια. Οι πυροσβέστες και οι διασώστες προσπάθησαν να απεγκλωβίσουν τους παγιδευμένους εργαζομένους. Τρεις απ’ αυτούς, δεν έγινε δυνατόν να σωθούν, πέθαναν από ασφυξία που προκάλεσαν οι αναθυμιάσεις της πυρκαγιάς.

Οκτώ χρόνια μετά, δεν αποδόθηκε. Καταδικάστηκαν οι εκπρόσωποι της τράπεζας για τις ελλείψεις πυρασφάλειας και για ελλιπή σχέδια εκκένωσης του κτιρίου, όμως οι δολοφόνοι, οι άνθρωποι που πέταξαν τπυς εμπρηστικούς μηχανισμούς προκαλώντας τρεις θανάτους δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί. Δικαιοσύνη δεν απονεμήθηκε ούτε σε αυτό το περιστατικό

Αλλά μαζί με την αδυναμία της πολιτείας να διερευνήσει το περιιστατικό, τα χρόνια που ακολούθησαν αναδεικνύουν τη συλλογική αμνησία για το περιστατικό, ως προσβολή όχι μόνο στη μνήμη των θυμάτων που πέθαναν άδικα αλλά, κυρίως, ως ύβρι στα ίδια τα ιστορικά περιστατικά που μας καθόρισαν και θα έπρεπε να συμβάλουν στην ιστορική μας αυτογνωσία.

Μια κοινωνία κρίνεται σε σημαντικό βαθμό από τον τρόπο που αναμετράται με το παρελθόν της – και αν προκειμένω με το πώς αναγνωρίζει, μνημονεύει και τιμά τα θύματα της ωμής βίας. Η μνήμη των θυμάτων είναι συστατικό κύτταρο ανθεκτικότητας μιας κοινωνίας και συγκολλητική ουσία της εύρυθμης λειτουργίας της. Δυστυχώς όμως, η κοινωνία μας δεν θέλει να θυμάται τους νεκρούς της Μαρφίν, ίσως γιατί δεν έπεσαν θύματα της κρατικής βίας της «κακής βίας», ίσως επειδή στο «αντιμνημονιακό πεδίο» του εθνολαϊκισμού που κυριάρχησε μεθοδεύτηκε η συλλογική αμνησία επειδή «το δίκιο του λαού θα μπορούσε να δικαιολογήσει παράπλευρες απώλειες». Έχει, άλλωστε, χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα η ύβρις, ότι αν δεν δούλευαν εκείνη την ημέρα δεν θα είχαν πεθάνει.

Άρα, κομμάτι της κοινωνίας μας δεν ξεχνά συνειδητά τους νεκρούς της Μαρφίν, κάθε άλλο. Θυμάται, αλλά προκρίνει την αμνησία, επειδή αδυνατεί να επικρίνει τη βία και επειδή αδυνατεί να καταδικάσει την παραβίαση θεμελιωδών κανόνων της δημοκρατίας – τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, την ομαλότητα, την αξία της ανθρώπινης ζωής. Οι ηθελημένα ξεχασμένοι νεκροί είναι χαρακτηριστικό μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται απλώς τη βία, αλλά την επικροτεί. Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, η καταφυγή στη βία έχει αποκτήσει έντονα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και θεωρείται αποδεκτό μέσο πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο η κοινωνία που έχει ξεχάσει τους νεκρούς της Μαρφίν. Εξίσου ηθελημένα λησμονημένοι είναι κι από την πολιτεία – από την κυβέρνηση αλλά και από τη δημοτική αρχή. Τίποτα δε θυμίζει σήμερα, στη Σταδίου 23, εκείνο το περιστατικό – και μόνο τα ερείπια του παρακείμενου Αττικού, θυμίζουν ότι η ιδιότυπα έρημη περιοχή ενός τετραγώνου φορτισμένου από μνήμες πολιτικών εγκλημάτων (θάνατοι Χρήστου Λαδά και Σωτήρη Πέτρουλα) έχει υποστεί επιθέσεις με στόχο την καταστροφή της.

Τίποτα. Δεν υπάρχει καν μια αναθηματική πλάκα στην πρόσοψη του κτιρίου που να θυμίζει το περιστατικό – και τα ονόματα των τριών νεκρών. Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης έχουν παραδοθεί στη λήθη – όπως στη λήθη έχουν παραδοθεί οι δολοφόνοι τους, καθώς και το πολιτικό «αφήγημα» που όπλισε τα χέρια των δολοφόνων.

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Διεθνολόγος με ειδικότητα στα θέματα ασφάλειας και καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Βιβλία του: Πριν το Μνημόνιο δεν έβλεπες (2013), Σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω. Ισλαμικό κράτος, ευρωπαϊκή ασφάλεια και Ελλάδα (2016).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά