Κυριακή, 04 Φεβρουαρίου 2018

Τι κρύβεται πίσω από την αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσίας

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
Πούτιν και Τραμπ. Λυκοφιλίες. Πούτιν και Τραμπ. Λυκοφιλίες. Φωτογραφία αρχείου

Οι ΗΠΑ, όπως είχαν προειδοποιήσει τα τέλη του καλοκαιριού της περασμένης χρονιάς, δημοσιοποίησαν την «Έκθεση Κρεμλίνο» με τα ονόματα των κυβερνητικών στελεχών, των διοικητών μεγάλων κρατικών οργανισμών αλλά και των ολιγαρχών, οι οποίοι κατά τους συντάκτες ανήκουν στο στενό περιβάλλον του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και οι οποίοι έχουν οικονομικές δραστηριότητες εντός και εκτός της Ρωσίας. 

Το Κογκρέσο των ΗΠΑ ανέθεσε στις μυστικές υπηρεσίες της χώρας να καταρτίσουν έναν κατάλογο υψηλόβαθμων πολιτικών αξιωματούχων και ολιγαρχών, τα μέλη των οικογενειών τους, στον βαθμό εγγύτητας στο καθεστώς, το ύψος των περιουσιών τους, τις διεθνείς οικονομικές τους σχέσεις, καθώς και έναν συμπληρωματικό κατάλογο με τους ημικρατικούς οργανισμούς , την περιγραφή του ρόλου τους στη ρωσική οικονομία, τις διεθνείς τους σχέσεις, συνεργασίες και εταιρικές σχέσεις κ.λπ. Ταυτόχρονα, οι συντάκτες της έκθεσης θα έπρεπε να περιγράψουν το βαθμό στον οποίο τα πρόσωπα και οι οργανισμοί αυτοί συμμετέχουν ενεργά στην οικονομία των ΗΠΑ, τις επιπτώσεις που αυτή θα έχει από την επιβολή κυρώσεων, καθώς επίσης και την πιθανή επίδραση από ένα δεύτερο κύμα κυρώσεων κατά αυτών των προσώπων και οργανισμών. 

Στην Έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα περιλαμβάνονται 210 πρόσωπα και 19 ημικρατικοί οργανισμοί. Ωστόσο, η απλή και μόνο ανάγνωση του ονομαστικού καταλόγου προκαλεί αμηχανία στον αναγνώστη. 

 

Οι πρώτες εντυπώσεις

Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η εν λόγω κατάσταση πιο πολύ μοιάζει με τον τηλεφωνικό κατάλογο της ρωσικής κυβέρνησης και της προεδρίας της δημοκρατίας, εμπλουτισμένη με ορισμένα ονόματα διεθνώς γνωστών, εδώ και χρόνια, Ρώσων ολιγαρχών. Οι συντάκτες της Έκθεσης προφανώς δεν εξέλαβαν την εντολή του Κογκρέσου στην ευρεία της έννοια και έτσι κατήρτισαν ένα κατάλογο προσώπων, χωρίς αναφορές στη δραστηριότητά τους, τις σχέσεις τους με τη ρωσική εξουσία, την προέλευση των κεφαλαίων τους αλλά και τον άτυπο ρόλο που διαδραματίζουν στην ιεραρχία της ρωσικής ελίτ. 

Μία δεύτερη παρατήρηση είναι ότι για την κατάρτιση του καταλόγου χρησιμοποίησαν δημόσιες πηγές, προσβάσιμες στον καθένα, δεν χρησιμοποίησαν δηλαδή απόρρητα στοιχεία ούτε καν μπήκαν στον κόπο να αναλύσουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην πρώτη παρατήρηση. 

Η τρίτη παρατήρηση αφορά τα κριτήρια που χρησιμοποίησαν οι συντάκτες και τα οποία, επιεικώς, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τυπικά, αφού έλαβαν υπ' όψη τους εκείνους που κατέχουν μόνο υψηλόβαθμες θέσεις στα όργανα εξουσίας και στους ημικρατικούςοργανισμούς, δηλαδή σε εκείνες τις ρωσικές εταιρείες στις οποίες το ρωσικό Δημόσιο κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο του 25% των μετοχών και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών μεγαλύτερο των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή υπάρχουν ενδείξεις πως η προσωπική τους περιουσία ξεπερνάει το 1 δισεκατομμύριο δολάρια, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες που διακινούνται δημοσίως. 

Μία τελευταία, αναγκαία, παρατήρηση, είναι ότι η Έκθεση έχει ένα δημόσιο και ένα μυστικό μέρος. Το πρώτο δημοσιοποιήθηκε, το δεύτερο παραμένει επτασφράγιστο μυστικό, ωστόσο γίνεται σε αυτό δύο φορές αναφορά: την πρώτη όταν σημειώνει «το μυστικό μέρος μπορεί να συμπεριλαμβάνει αναφορές σε πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στο δημόσιο μέρος και το αντίθετο» και η δεύτερη όταν αναφέρει πως «η ιστορία των ημικρατικών οργανισμών και οι απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα ως προς αυτές, σύμφωνα με τα σημεία 2 - 5, περιλαμβάνονται στο μυστικό μέρος της έκθεσης». Συνεπώς, θα ήταν παρακινδυνευμένη κάθε πρόβλεψη τόσο για την ποιότητα όσο και για την πληρότητα αυτής της έκθεσης. 

 

 

Μερικές αβλεψίες που προκαλούν

Στην Έκθεση αναφέρεται πως η συμβολή των ημικρατικών οργανισμών στο ρωσικό ΑΕΠ είναι της τάξεως του 70%. Προφανώς έχει γίνει λάθος γιατί ο εν λόγω κλάδος συνεισφέρει περίπου το 40% στο ρωσικό ΑΕΠ, ενώ όντως το 70% στο τομέα των δημόσιων οργανισμών, μεγέθη όμως διαφορετικά και διάφορα μεταξύ τους. 

Στην κατάσταση των προσώπων και των οργανισμών δεν υπάρχουν οι διοικήσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, οι τοπικές κυβερνήσεις των περιφερειών με εξαίρεση εκείνων της Μόσχας και της Πετρούπολης, της Ρωσικής Εταιρείας Νανοτεχνολογίας, της Ρωσικής Αγροτικής Τράπεζας κ.λπ. 

Επιπλέον, η κατάσταση των ολιγαρχών περιλαμβάνει όλες τις γενιές και διακλαδώσεις του νεορωσικού αυτού κοινωνικού στρώματος, δίχως να γίνεται διάκριση αν πρόκειται για στελέχη του κομμουνιστικού καθεστώτος που πλούτισαν την περίοδο των ιδιωτικοποιήσεων, για διάσημους επιστήμονες που με επιτυχία εισήλθαν σε ανταγωνιστικά τμήματα της αγοράς, για συγγενείς πολιτικών ή για ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν καμία οικονομική ή άλλη σχέση με το κράτος. Γενικά, η κατάσταση αυτή θυμίζει πολύ την αντίστοιχη που δημοσίευσε τον Απρίλιο του 2016 η ρωσική έκδοση του περιοδικού Forbes

Έπειτα από αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, ας δούμε τι σημαίνει αυτή η Έκθεση για τις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. 

 

 

Εποχές, πρόσωπα, σχέσεις

Παρατηρώντας στις σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες, δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε δύο επίπεδα, τα οποία προς χάριν της οικονομία της συζήτησης θα λέγαμε πως είναι:

α) προσωπικές και,

β) ιστορικές - πολιτικές. 

Σε προσωπικό επίπεδο, οι σχέσεις των ηγετών των δύο χωρών μέχρι πρόσφατα θα λέγαμε πως δεν ήταν άσχημες, αλλά ούτε και σήμερα μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως αυτό έχει αλλάξει επί τα χείρω. Τα τελευταία δύο χρόνια δύο πράγματα έχουν εντοπίσει οι αναλυτές των σχέσεων των δύο χωρών. Αφ' ενός την προεκλογική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, αφ' ετέρου την επιφυλακτική αισιοδοξία του Βλαντίμιρ Πούτιν, τις παραμονές των αμερικανικών εκλογών. Αμφότερες οι παρατηρήσεις, έχουν να κάνουν με λόγους τακτικής και των δύο πλευρών, ωστόσο ένα είναι σίγουρο: ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν αντιλαμβάνονται διαφορετικά την έννοια «πολιτική». 

Για το αμερικανικό κατεστημένο η Ρωσία παραμένει απειλή και είναι το βασικό της όπλο στη διαπάλη της με τον πρόεδρο Τραμπ. Από την άλλη πλευρά, για τη ρωσική ελίτ η «Αμερική» όπως την αποκαλούν είναι ο εξωτερικός εχθρός και, συνάμα, ο ακρογωνιαίος λίθος όχι μόνο της εξωτερικής αλλά και της εσωτερικής της πολιτικής. 

Εκείνο που είναι επίσης εμφανές, είναι πως ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά, θέλουν να εξωθήσουν την μεταξύ τους ένταση και τον ανταγωνισμό στα άκρα. Κι αυτό γιατί οι ΗΠΑ αυτή την περίοδο δεν έχουν κανένα λόγο να εντείνουν την αντιπαράθεσή τους με τη Ρωσία, η δε Ρωσία, παρά τη σκληρή της ρητορική, δεν έχει την πολυτέλεια να βρεθεί τελείως απομονωμένη από τον δυτικό κόσμο, δεδομένου ότι τόσο η ΕυρασιατικήΤελωνειακή Ένωση, όσο και ο Οργανισμός Συλλογικής Ασφάλειας της Σαγκάης δεν αναπτύσσονται με τους ρυθμούς που θα ήθελε η ρωσική ηγεσία. 

 

 

Η αμερικανική οπτική γωνία

Για την αμερικανική πλευρά, δηλαδή για τους πολιτικούς και στρατιωτικούς των ΗΠΑ, η ρωσική απειλή δεν είναι κενό γράμμα. Προσφάτως δημοσιεύτηκε η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, όπου η Ρωσία αποκαλείται αναθεωρητικό κράτος με το οποίο η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε στρατηγική αντιπαράθεσή μαζί του. 

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε πως η ίδια η Ρωσία δεν κρύβει τις αναθεωρητικές τάσεις της. Η αρθρογραφία των Σεργκέι Καραγκάνοφ (εκδότης του περιοδικού Russia in Global Affairs και σύμβουλος του Βλαντίμιρ Πούτιν)  και Φιοντόρ Λουκιάνοφ (διευθυντής του περιοδικού Russiain Global Affairs και επιστημονικός διευθυντής του think tank Valdai Clubενισχύει την άποψη περί αναθεώρησης του πλαισίου των διεθνών σχέσεων μετά τη «μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του 20ού αιώνα» κατά τον ηγέτη του Κρεμλίνου, που δεν ήταν άλλη από τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991. 

Η Μόσχα, συστηματικά, επιδιώκει την αναθεώρηση του πλαισίου των διεθνών σχέσεων, το οποίο σήμερα εδράζεται σε ένα σύνολο κανόνων που θέσπισε και στηρίζει ο δυτικός κόσμος. Η ευρασιατική προσέγγιση του κόσμου προϋποθέτει, για πολλούς δυτικούς αλλά και ρώσους αναλυτές, την υπονόμευση των αρχών της δυτικής δημοκρατίας. 

Τα τελευταία χρόνια είδαμε πως η Ρωσία δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ισχύ της εκεί όπου βλέπει πιθανές απώλειες της γεωπολιτικής της θέσης (Γεωργία 2008, Ουκρανία 2014, Συρία 2015). Στο πλαίσιο αυτής  της πολιτικής υπονόμευσης εντάσσεται και η χρήση των κοινωνικών δικτύων, πράγμα που συμβαδίζει με τις βασικές αρχές του «Δόγματος Γκερασίμοφ» (http://booksjournal.gr/%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CE%BC%CE%B5%CF%82/item/2647-to-dogma-gerasimov) περί «Ασύμμετρου καθολικού πολέμου», μία παραλλαγή του κινεζικού στρατιωτικού δόγματος. Η Ρωσία θεωρεί, με τη σειρά της, πως βρίσκεται σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και πως αυτή η κατάσταση θα κλιμακώνεται διαρκώς. Αρκεί μία ματιά στα πρωτοσέλιδα του ρωσικού Τύπου, τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και, κυρίως, τις «εκπομπές λόγου». 

 

 

Η ρωσική οπτική γωνία

Η ρωσική ελίτ και ηγεσία δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι η Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ είναι ο εχθρός που επιβουλεύεται τα εθνικά τους συμφέροντα και την εθνική τους ασφάλεια. Το βασικό δόγμα της ρωσικής πολιτικής είναι πως η Ρωσία είναι «ένας περικυκλωμένος από εχθρούς πύργος», πράγμα που αντιλαμβάνεται πλήρως ο πληθυσμός της, γαλουχημένος επί δεκαετίες από το προηγούμενο, κομμουνιστικό καθεστώς, σε αυτή την θεώρηση του κόσμου και, για τον λόγο αυτό, αποτελεί, βασική συνισταμένη των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων. 

Ο ρωσικός πληθυσμός, βιώνοντας την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος και της ΕΣΣΔ, πέρασε μία περίοδο όπου κυριαρχούν οι προσδοκίες, οι ελπίδες, τα αισθήματα και τα συναισθήματα, για έναν κόσμο καλύτερο και δικαιότερο. Η δεκαετία 1991 - 2001 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «η περίοδος των διαψευσμένων ελπίδων» και σε αυτό σημαντικό ρόλο έπαιξε όχι μόνο η επιβολή ενός μαφιόζικου καπιταλισμού, όταν τα πρώην κομματικά στελέχη μέσα σε μία νύχτα έγιναν οι νέοι ολιγάρχες και ελίτ, αλλά και πολλές αστοχίες και λάθη της Δύσης που θεώρησαν ιστορική την ευκαιρία να ταπεινώνουν τη Ρωσία. Αυτό είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που προσδοκούσαν, αφού πυροδότησαν την εθνικιστική έκρηξη στη Ρωσία, όπου ένα μείγμα χριστιανικής ορθοδοξίας, ρωσικού εθνικισμού και αυταρχικής διακυβέρνησης είναι όχι το πρελούδιο αλλά η κορύφωση της σύγχρονης ρωσικής τραγωδίας. 

Είναι λογικές, για τον ψύχραιμο παρατηρητή, οι αντιδράσεις του ρωσικού πληθυσμού. Αν αυτές μπορούν να γίνουν κατανοητές όμως σε ανθρώπινο επίπεδο είναι πολύ δύσκολο να ερμηνεύσουν τους διάφορους παροξυσμούς σε πολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο. Κάθε προσπάθεια της ρωσικής ηγεσίας και ελίτ να ανακτήσει η Ρωσία τη θέση και το ρόλο της υπερδύναμης στον σύγχρονο κόσμο όχι μόνο έχει την υποστήριξη της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού, αλλά η στήριξη αυτή μετατρέπεται σε εργαλείο, σε όπλο, τόσο για την εσωτερική, όσο και για την εξωτερική πολιτική. 

Ο μεγάλος φόβος της ρωσικής ελίτ και κοινωνίας είναι να μην ξαναζήσουν την χρεοκοπία του 1998, όταν η πρώην υπερδύναμη βρέθηκε στο περιθώριο της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση στην οικονομία της Ρωσίας, τα εγγενή και δομικά προβλήματα που προκαλεί ο ιδιόμορφος κρατικός καπιταλισμός των φίλων του προέδρου, η μειωμένη διεθνής ανταγωνιστικότητά της, αλλά και οι τεράστιες δαπάνες της για το στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες (4,5% + 4,5% αντιστοίχως επί του ΑΕΠ), καθηλώνουν τη Ρωσία στα επίπεδα ανταγωνισμού της με τη Δύση με όρους που ίσχυαν πριν από 40 και 50 χρόνια. 

 

 

Οι οικονομικοί πόλεμοι του μέλλοντος 

Προφανώς δεν θα ζήσουμε στην επόμενη περίοδο δύο ή τριών δεκαετιών το «τέλος της ιστορίας». Το πιο πιθανόν είναι να ζήσουμε την επανάληψή της, με άλλη μορφή, διαστάσεις και ένταση. 

Η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να ηχεί ως ένα σάλπισμα για επιστροφή σε πολιτικές απομονωτισμού και προστατευτισμού, ωστόσο ο σύγχρονος κόσμος είναι ιδιαίτερα περίπλοκος για να εξαρτάται από τη βούληση του προέδρου της ισχυρότερης, προς το παρόν, οικονομίας και του οικονομικού του επιτελείου. 

Εκείνο που έχει ενδιαφέρον με την Έκθεση και τις κυρώσεις, είναι ότι οι ΗΠΑ δείχνουν να απορρίπτουν, έστω και διακριτικά, την πολιτική ένταξης διαφόρων κρατών σε κάποιο σύστημα. Μπορεί η ρωσική πλευρά να θεωρεί πως ήρθε η ώρα ενός νέου παραδείγματος στις διεθνείς σχέσεις, ωστόσο παρά τους ευσεβείς της πόθους, υπερδύναμη μπορεί να γίνει μία χώρα που έχει πίσω της εκτός από ισχυρή οικονομία και τις συνθήκες προώθησης της καινοτομίας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας. 

Στην παρούσα φάση και μετά την κρίση του 2008, διεθνώς, καταγράφεται μία τάση σύμπλευσης των κρατικών και ιδιωτικών συμφερόντων στην οικονομία, με κλασικό πλέον το παράδειγμα της διάσωσης των τραπεζών προς όφελος της οικονομίας γενικότερα. Ακόμη και η διεθνής ελίτ αντιλαμβάνεται ότι στο άμεσο μέλλον οι οικονομικοί πόλεμοι μεταξύ των κρατών, θα είναι ίσως η πλέον διαδεδομένη μορφή αντιπαράθεσης. 

Η Ρωσία δεν είναι έτοιμη για τη διεξαγωγή οικονομικού πολέμου με τους μεγάλους της ανταγωνιστές όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα, αλλά ούτε και με τις οικονομικές ισχυρές χώρες της Ευρώπης, για να μην αναφέρουμε συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός είναι και η κρυφή αιτία πίσω από τις αμερικανικές κυρώσεις, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο η πίεση στη χειμαζόμενη ρωσική οικονομία μπορεί να αποδειχτεί αποτελεσματικότερη.

 

 

Είναι εφικτή μια νέα Γιάλτα;

Μέσα στους κύκλους της ρωσικής ελίτ συζητείται η άποψη, σύμφωνα με την οποία μια αποκατάσταση των σχέσεων με τη Δύση θα ήταν αποδεκτή, αν συνοδευόταν από την αποδοχή της Ρωσίας στο τραπέζι των «μεγάλων δυνάμεων», οι οποίες, βέβαια, δεν είναι αριθμητικά πολλές. Με άλλα λόγια, το Κρεμλίνο θα αποδεχόταν το υπάρχον σύστημα διεθνών σχέσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τον καθορισμό και την επιβολή των κανόνων τόσο για το ίδιο όσο και για τους άλλους θα τον αναλάβει ένα μικρό, πεφωτισμένο ιερατείο, μέλος του οποίου θα είναι. 

Κάτι τέτοιο, προφανώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από τη Δύση, γιατί θα σήμαινε, ουσιαστικά, την αυτοκατάργηση του σημερινού συστήματος διεθνών σχέσεων και των κανόνων που τον διέπουν. Συνεπώς, δεν προβλέπεται καμία «νέα Γιάλτα» στο ορατό και προβλέψιμο μέλλον, παρά τις επιθυμίες της Μόσχας.

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Η ανάταση του 1968

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά