Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Σαν ιστορία

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Λογοτεχνία τεύχος 74
Γεώργιος Ροϊλός (1867 - 1928), Στο χειρουργείο, λάδι σε καμβά, 130 x 182 εκ.  Γεώργιος Ροϊλός (1867 - 1928), Στο χειρουργείο, λάδι σε καμβά, 130 x 182 εκ. Εθνική Πινακοθήκη

Καρολίνα Μέρμηγκα, Ο Έλληνας γιατρός. Μυθιστόρημα, Μελάνι, Αθήνα 2016, 579 σελ.

Γεννήθηκε στη Μάνη, σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, μυήθηκε στις αξίες της ελευθερίας, του ορθολογισμού και της πνευματικότητας στη Γερμανία. Στην Ελλάδα, η μοίρα το έφερε να ζήσει, από καίριες θέσεις, τις μεγάλες (αλλά όχι και υποχρεωτικά μεγαλειώδεις) στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της, από τον πόλεμο του 1897 μέχρι τη γερμανική Κατοχή, προσπαθώντας να διαφυλάξει τις αξίες του και την αξιοπρέπεια του. Ήταν πρόσωπο υπαρκτό, ιατρός χειρουργός, ονομαζόταν Κωνσταντίνος Μέρμηγκας – και η απόγονός του, Καρολίνα Μέρμηγκα, στηριγμένη στα προσωπικά μεμοραμπίλια, αλλά και σε πλήθος ιστορικές πηγές, τον έκανε κυρίαρχο πρόσωπο ενός νέου μυθιστορήματος για την εθνική μας αυτογνωσία. Ενός απαραίτητου αναγνώσματος σε δύσκολους καιρούς – όχι μόνο για την αναγνωστική απόλαυση που προσφέρει.

Λίγο μην το θεωρήσεις

Την εποχή σου με θάρρος να τη ζήσεις.

Γκαίτε, Φάουστ, Μέρος Β’, πράξη 2η, στ. 8333-8334, μετάφραση Πέτρος Μάρκαρης

 

Το καφενείο Κοντράρου, στον Κάμπο Αβίας, ένα μικρό αγροτικό κατά βάση χωριό της μεσσηνιακής Μάνης, πολύ κοντά αλλά και πολύ μακριά στην Καλαμάτα (ιδίως έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980), ονομάστηκε «Το Ρόδον της Νέας Γερηνείας». Ο Κάμπος ήταν κεφαλοχώρι, με ειρηνοδικείον, συμβολαιογραφείον, νηπιοτροφείον, δημοτικόν, γυμνάσιον, δημόσιον αγροτικόν ιατρείον αλλά και ιδιώτη ιατρό – που με ένα άλογο περιερχόταν τα χωριά παρέχοντας υπηρεσίες σε όποιον τις είχε ανάγκη. Είχε φωτογραφείο, κουρεία, καφενεία, συγκοινωνία, πήγαιναν καθημερινά εφημερίδες. Ως τη δεκαετία του 1980, το κίνητρο των κατοίκων του, όπως και των κατοίκων σε όλη την Ελλάδα, αστική, ημιαστική και αγροτική, ήταν η γνώση. Σήμαινε κοινωνική άνοδο αλλά και προσφορά.

Τη δεκαετία του 1960, που θυμάμαι, το «Ρόδον της Νέας Γερηνείας» συγκέντρωνε κάθε λογής θαμώνες, αλλά πρωτίστως αναγνώστες εφημερίδων. Ήταν η μικρή Βουλή – ή το μικρό Ζάππειο. Συντηρητικό καφενείο, αγόραζε τις εφημερίδες της Δεξιάς (αλλά ποτέ της χούντας), που μεταξύ άλλων αποθέωναν το παρελθόν. Το ένδοξο, το ηρωικό παρελθόν ήταν η φανταστική συγκολλητική ουσία, η αναγκαία ουσία, που συσπείρωνε το έθνος. Άλλωστε, και η ονομασία του καφενείου στόχο είχε την ανάκληση, σε τοπικό επίπεδο, της δόξας του τοπικού παρελθόντος. Ο Κάμπος, κατά πάσα πιθανότητα ένα στρατόπεδο πειρατών τα χρόνια του μεσαίωνα, είχε ανάγκη ένα όντως ένδοξο παρελθόν, κι αυτό εντοπίστηκε στα χρόνια του Ομήρου. Ένας συλημένος θολωτός τάφος, ο τάφος του Μαχάονος, ιατρού, γιου του Ασκληπιού, που πολέμησε στην Τροία, αποδείκνυε την ιστορικότητα του χωριού:

«Πατέρα, το ξέρεις ότι ο Κάμπος μας είναι η Ενόπη που λέει ο Όμηρος; Μία από τις επτά πόλεις που έδινε ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να πάει να πολεμήσει; Και η αρχαία Γερήνεια, που αναφέρει ο Παυσανίας, εμείς είμαστε». (σελ. 27)

Στον Κάμπο Αβίας αρχίζει Ο Έλληνας γιατρός, το νέο μυθιστόρημα της Καρολίνας Μέρμηγκα. Εκεί γεννιέται ο Κωνσταντίνος Μ., που γοητεύεται από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα, ο οποίος βρέθηκε στο χωριό για να φροντίσει τον τάφο του Μαχάονος και, εν τέλει, από τον Μαχάονα, όχι όμως ως απόδειξη ενός αρχαίου κλέους, αλλά ως ένα στιβαρό πρότυπο που θα το ακολουθήσει στη μετέπειτα ζωή του, την οποία από νωρίς έμαθε να την κοιτάζει όχι προς τα πίσω, αλλά προς τα μπρος. Τι είναι ζωή; Όχι οι παλαιές δόξες, πραγματικές ή φανταστικές, αλλά οι δόξες που μπορούν να κερδηθούν στο μέλλον. Κι οι δόξες αυτές έχουν να κάνουν με την κατάκτηση της γνώσης και, μέσω αυτής, την κατάκτηση της ζωής.

Η πολιτική, τα γράμματα και η επιστήμη είναι ο τρόπος για την κατάκτηση της ζωής από τον μοντέρνο άνθρωπο, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Και ο Κωνσταντίνος Μ., που τελειώνει το σχολείο στας Καλάμας και έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει γιατρός, από πολύ νωρίς, ξεκινώντας από το σπίτι του, μαθαίνει να διεκδικεί το σήμερα για το αύριο. Η ζωή του είναι κόπος. Κόπος για τη μάθηση, κόπος για τη νοηματοδότηση της ζωής, κόπος για την εξέλιξη, κόπος για να γίνει κοινωνικά χρήσιμος και αποδοτικός...

 

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορία του Κωνσταντίνου Μ. ξεδιπλώνεται με τον ίδιο τρόπο που ξεδιπλώνεται η ιστορία του Λέβερκυν, του μουσουργού-κεντρικού ήρωα στον Δόκτορα Φάουστους του Τόμας Μαν (βιβλίο ο υπότιτλος του οποίου ήταν: «Η ζωή του γερμανού μουσουργού Άντριαν Λέβερκυν εξιστορημένη από ένα φίλο»). Η ενηλικίωση του ήρωα είναι παράλληλη με την εξέλιξη της Ελλάδας, ενός αρχικά μικρού εθνικού κράτους  συντεθειμένου από έναν θρησκευτικό στην αρχή, ορθόδοξο κορμό, που ζούσε ενωμένος με θρησκευτικά δεσμά στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που στη συνέχεια ενοποιήθηκε ως έθνος χάρη στη ρομαντική ιδέα της ιστορικής καταγωγής από την αρχαία Ελλάδα. Οι πολίτες αυτού του κράτους χρειάστηκε να πιστέψουν στη Μεγάλη Ιδέα, προκειμένου το κράτος που κατοικούνταν από αυτό το έθνος να μεγαλώσει, σε βάρος της Αυτοκρατορίας που φυλλορροούσε.

Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, που δεν υποστηριζόταν από την πολιτική και την πνευματική ζωή, μεγάλωνε ο νεαρός Κωνσταντίνος Μ. Σπούδασε στην Ιατρική Αθηνών ως παιδί επαρχίας που το φρόντιζε, με ενδιαφέρον αλλά και διακριτικότητα, από μακριά, η οικογένειά του. Στον έρωτα, τον μυεί, με πολλή ευγένεια αλλά και αχαλίνωτο πάθος η σπιτονοικοκυρά του, η Κατίνα. Και τα διαβάσματά του, μαζί με την περιέργεια και την ανεκτικότητα, του επιτρέπουν να ζει σε μια χώρα όπου βασιλεύουν η καθυστέρηση και τα ταμπού, χωρίς να υποκύπτει ούτε στην καθυστέρηση ούτε στα ταμπού. Θαυμάζει αλλά και συμπονεί τη συμφοιτήτριά του στη σχολή, που σπάει το ταμπού της ανδροκρατίας, αλλά με τεράστιο προσωπικό κόστος. Αργότερα, νεαρός στρατιωτικός γιατρός, τείνει να αμφισβητεί τις κοινότοπες προσεγγίσεις διακεκριμένων συναδέλφων του στα πολιτικά (με αφορμή την εθνικιστική έξαρση που οδήγησε στον άτυχο ελληνοτουρκικό πόλεμο και την ήττα του 1789), προκαλώντας ενόχληση ως αυθάδης και δημιουργώντας αντιπάθειες. Πιο αργά, το διάστημα που υπηρετεί στις φυλακές Ναυπλίου, αρνείται ρουσφέτι που του ζητά η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα τη δυσμενή μετάθεσή του στο Βόλο. Η σύγκρουση για ζητήματα αρχών είναι ένα από τα συστατικά του χαρακτήρα του γιατρού Κωνσταντίνου Μ. Και τις αρχές του τις υπηρετεί με συνέπεια και προσωπικό κόστος ώς το τέλος – στις καλές και στις κακές στιγμές του.

Η αφήγηση αναδεικνύει με ιδιαίτερη φροντίδα το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται ο ήρωας και ο περίγυρός του, αναδεικνύοντας με αδρές πινελιές την εποχή. Ενδεικτική, π.χ., είναι η περιγραφή του κλίματος μιας πρεμιέρας του Βασιλικού Θεάτρου, με τον Φάουστ του Γκαίτε, όπου εκτός από το κοινωνικό συμβάν, η παρατηρητική πένα της συγγραφέως στέκεται στο διάκοσμο αλλά και στη θέρμανση του χώρου:

Το θέατρο είναι γεμάτο λοιπόν. Μπαίνει, προχωρά και κάθεται στην αναπαυτική θέση του – μόνο εδώ, στο Βασιλικό, υπάρχουν καθίσματα που σηκώνονται, αλλού οι θεατές στριμώχνονται σε καρέκλες όπως των σπιτιών τους. Κοιτά με μάτια που έχουν δει πολλά πια, και σε άλλες χώρες, κι εκτιμά την ολοκαίνουργη ομορφιά και πολυτέλεια. Αλλά και τη ζέστη, τόσο ευχάριστη αυτό το κρύο βράδυ· παρατηρεί ότι ούτε σόμπες υπάρχουν πουθενά ούτε μπουριά. [...] περιεργάζεται ολόγυρα, στο φουαγέ και τους διαδρόμους,  τα τετράγωνα κουτιά απ’ όπου βγαίνει ζεστός αέρας. «Κεντρική θέρμανση» παρατηρεί. «Έφτασε επιτέλους και στην Ελλάδα. [...]». (σελ. 118, 120)

Εκτός από τις λεπτομέρειες της εποχής, και κάποια από τα πρόσωπα που τη χαρακτήρισαν (ο Μιμίκος και η Μαίρη, βασιλείς και διάδοχοι, ο Δηλιγιάννης, διάσημοι γιατροί, η Πηνελόπη Δέλτα, ο Νιρβάνας και ο Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή, ο Βενιζέλος, ο βασιλεύς Αλέξανδρος, ο Χίτλερ, ο Σαραντάρης – ως συγγενής εξ αγχιστείας...), η αφήγηση μπαίνει βαθιά στα ιστορικά γεγονότα, στην περιγραφή αρχικά και στη συνέχεια στην κατανόησή τους. Μερικά απ’ αυτά, είναι απλώς αφορμές για να ελιχθεί η πλοκή, και να περιγράψει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού κράτους, όπως π.χ. η περιγραφή της δολοφονίας του παλαιού αντιπάλου του Τρικούπη, του πρωθυπουργού Θόδωρου Δηλιγιάννη, στις 31 Μαΐου 1905. Ο τρόπος με τον οποίο τον κτύπησε με μαχαίρι ο δολοφόνος του, στην είσοδο της Βουλής, περιγράφεται με αφηγηματική λιτότητα. Ωστόσο, η σκηνή αποκτά ένταση και ενδιαφέρον, φωτίζοντας τη διαχρονική υστεροβουλία με την οποία κάθε αυθεντία διεκδικεί και κατακτά τον ζωτικό της χώρο, όταν, σοβαρά τραυματισμένος, ο πρωθυπουργός, μεταφέρεται στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, που έχει καταφέρει να ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Μ. στο προαύλιο της Βουλής:

Καταφθάνουν οι καθηγητές Φωκάς, Γερουλάνος, Ζωχιός και Μαγγίνας [...]. Ο Κώστας παρακολουθεί σιωπηλός τον Φωκά να κάνει λαπαροτομία χωρίς αναισθησία. Ίσως ο ίδιος θα έκανε κάτι άλλο, αλλά κανείς δεν του το ζητά – ευτυχώς. Γιατί ξέρει (όπως ξέρουν όλοι οι γιατροί σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο,  και μόνο αυτό σκέπτονται) ότι δεν μπορεί να σου τύχει χειρότερο από το να σου πεθάνει μέσα στα χέρια ο πρωθυπουργός της χώρας. Πράγμα που συμβαίνει στις 18:40 ακριβώς. [...] Οι καθηγητές αποχωρούν με κεφάλια σκυφτά και ύφος βλοσυρό, όπως αρμόζει, ενώ ο Κώστας τούς χαιρετά με ένα νεύμα. Έχει κάτι στο βλέμμα του που μοιάζει ίσως και με αποδοκιμασία· κι αυτό θα το θυμούνται αργότερα οι συνάδελφοί του. Στον επιστημονικό χώρο αυτά δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα. (σελ. 125-126)

 

 

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΕΞΙ

Το μυθιστόρημα της Καρολίνας Μέρμηγκα ακολουθεί γραμμικά τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας – η ιστορία είναι πάντα το φόντο των εξελίξεων, μερικές φορές ωστόσο κάποιες από τις πινελιές σε αυτό το φόντο τις βάζει και ο ήρωάς της, ο Κωνσταντίνος Μ. Από την ήττα του 1789 ώς τον Εθνικό Διχασμό, τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η συγγραφέας διαγράφει με αδρές γραμμές το πολιτικό κλίμα της εποχής, καταφέροντας παράλληλα να κινεί με επιδεξιότητα στο πλαίσιο της δικής της ιστορίας, που εκείνη αφηγείται, ιστορικά πρόσωπα ως μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, παράλληλα με μυθιστορηματικούς χαρακτήρες που υπήρξαν χωρίς να γίνουν αντικείμενο της ιστορίας, αλλά και με καθαρά μυθιστορηματικούς χαρακτήρες που, επειδή πάντα προδιαγράφονται αδρά, ουδέποτε εκπίπτουν σε ιδεότυπους. Ενδιαφέρον, επίσης, έχει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει διάφορα ιστορικά γεγονότα – συνήθως, επιλέγει την οπτική γωνία ενός από τα μυθιστορηματικά πρόσωπά της. Ένα παράδειγμα τέτοιας προσέγγισης δίνει η περιγραφή της εκτέλεσης των Έξι – στους οποίους αποδόθηκε η ευθύνη της Καταστροφής και χρησιμοποιήθηκαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, στην προσπάθεια εκτόνωσης της λαϊκής αγανάκτησης. Ενδεικτική είναι η αναφορά στον άρρωστο από τύφο πρώην πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη:

Ο Γούναρης ζητά από την αδελφή του να τον σηκώσουν από το βρώμικο φορείο όπου είναι ξαπλωμένος. [...] «Κυρία Ειρήνη, σε μία ώρα δεν θα υπάρχω. Να με θυμάστε» λέει τώρα στη γυναίκα του· και στην αδελφή του Ιουλία, που κλαίει σπαρακτικά, διαμαρτύρεται: «Δεν μπορώ να ακούω κλάματα. Φύγετε, αφήστε με ήσυχο». Ο Στράτος προτείνει την ασημένια ταμπακιέρα του και του προσφέρει τσιγάρο. Διστάζει και μετά το παίρνει. «Ας είναι, αν και οι γιατροί μού το απαγόρευσαν...» Μια έγνοια τον βασανίζει τώρα, να σταθεί όρθιος μέχρι το τέλος. «Νίκο», λέει στον Στράτο, «κράτησέ με μην πέσω». (σελ. 387-88)

Η Καρολίνα Μέρμηγκα επιχειρεί, και καταφέρνει, να περιγράψει με ακρίβεια την προσπάθεια όσων κατηγορήθηκαν για παράβαση καθήκοντος, και καταδικάστηκαν γι’ αυτό, να φανούν αξιοπρεπείς. Περιγράφει ανθρώπους που δεν αισθάνονται ότι η ευθύνη που αναλαμβάνουν τους αντιστοιχεί, πρόσωπα που γνωρίζουν ότι παραδίδονται στη χλεύη της ιστορίας και προσπαθούν, πέρα από το φόβο, να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια τους. Σχολιάζει η Καρολίνα Μέρμηγκα:

Αξιοπρέπεια. Ποιος ξέρει να τη μετρήσει; Ζυγίζει τουλάχιστον όσο το βάρος μιας ευθύνης που αναλαμβάνεις, όμως είναι και ελαφριά σαν αέρας. Σαν το σχεδόν τίποτα που αφήνει στο πέρασμά της. [...] Πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι; Με ό,τι έχουν, αφού τους τα πάρουν όλα· με ό,τι έκαναν πραγματικά δικό τους όσο ζούσαν. Τις τελευταίες στιγμές δεν μπορείς να στηριχθείς παρά μόνο σ’ αυτό που στ’ αλήθεια είσαι. Κανένας δεν δέχεται να του δέσουν τα μάτια. Όταν ο μοίραρχος τους ρωτά αν έχουν κάποια τελευταία παραγγελία ο Γούναρης σηκώνει απαλά, ευγενικά τους ώμους. Ο Θεοτόκης βγάζει τα δαχτυλίδια του και παρακαλεί να τα δώσουν στη γυναίκα του και ο Στράτος παίρνει ένα τσιγάρο από τη σιγαροθήκη του και ζητά να τη μεταφέρουν στον γιο του. Ο Χατζηανέστης δίνει τρεις βέρες στον συνταγματάρχη Γρηγοριάδη, για να τις στείλει στην κόρη του. Τις τελευταίες στιγμές θέλεις να αφήσεις στους αγαπημένους σου ό,τι είναι πραγματικά δικό σου· αυτοί εδώ οι έξι, όχι ιδιαίτερα επιτήδειοι άντρες, αφήνουν την αξιοπρέπειά τους. (σελ. 389, 391)

Προφανώς, ωστόσο, το επεισόδιο δεν είναι, απλώς, μια παρένθεση από τη μυθιστορηματική περιγραφή της ζωής του Κωνσταντίνου Μ. Κάθε άλλο. Η συγγραφέας επινοεί ένα ιδιαιτέρως δραματικό τέχνασμα, και ο Κωνσταντίνος από βουβός παρατηρητής γίνεται, μαζί με μια παλιά ερωμένη του, πρωταγωνιστής μιας αφόρητης προσωπικής θλίψης, της ίδιας πάντα θλίψης που νιώθει κάθε ιδεολόγος ο οποίος διαπιστώνει ότι τον διαψεύδει ο κυνισμός της σκοπιμότητας, ότι η ζωή του και τα πιστεύω του γίνονται έρμαια αυτού του κυνισμού, που συχνά υπερτερεί κάθε άλλου κινήτρου στην πολιτική.

Αυτή τη σκοπιμότητα, άλλωστε, την υπερτονίζει η αναφορά στη στάση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος ήταν ο έλληνας αντιπρόσωπος στη Διάσκεψη της Λωζάννης και, σε συνέντευξη που έδωσε στο Βήμα της Ν. Υόρκης, δήλωσε ότι «θα επέτρεπε τη θανάτωση των καταδικασθέντων, δεδομένου ότι δικάστηκαν νομότυπα και ήσαν προδότες».[1]

 

 

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ο Κωνσταντίνος Μ., από πολύ νωρίς, εκτίμησε τη γερμανική μεθοδικότητα, επιδίωξε λοιπόν να συνεχίσει τις σπουδές του στο Βερολίνο. Εκεί είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει και να υιοθετήσει τα χαρακτηριστικά της γερμανικής κουλτούρας που τον είχαν συνεπάρει, και να τα υιοθετήσει. Την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα, αλλά και την πνευματικότητα σημαντικών προσωπικοτήτων, σε μία εκ των οποίων, στον Γκαίτε, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δικής του πνευματικότητας, μεταφράζοντας  πεζά κείμενά του αλλά και ποιήματα, με κορυφαία μεταφραστική απόπειρα εκείνη του Φάουστ. Αποσπάσματα από τον Φάουστ χρησιμοποιεί συστηματικά η Καρολίνα Μέρμηγκα, άλλοτε εμβόλιμα στο κείμενο κι άλλοτε ως μόττο στην αρχή κεφαλαίων (αν και, συχνότερα, επιλέγει την πολύ πρόσφατη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη, που είναι πολύ κοντά στο γλωσσικό ιδίωμα της εποχής μας,  από τη μετάφραση του Κωνσταντίνου Μέρμηγκα, που στα σύνθετα χωρία έχει ευδιάκριτα ψεγάδια και στη ρίμα και στο μέτρο), είναι άλλωστε ένα από τα κείμενα χάρη στα οποία ο ήρωας έχει δομήσει το χαρακτήρα του.

Κατά συνέπεια, η Γερμανία, η κουλτούρα της αλλά και η πολιτική της τον 20ό αιώνα οδηγεί τις επιλογές της ζωής του Κωνσταντίνου Μ. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, για τον Κωνσταντίνο Μ., συμπίπτει με μια προσωπική περίοδο ευδίας. Είναι ανερχόμενος ιατρός, χειρουργός, με πρόσβαση στην Αυλή – και ετοιμάζεται να παντρευτεί με προξενιό την Ευθυμία Σαραντάρη, γι’ αυτόν και τους οικείους της Μίτσα, από την οποία ζητάει αμέσως ανοχή και εχεμύθεια, κατανόηση και συντροφικότητα. Το πρώτο κεφάλαιο του τρίτου μέρους του βιβλίου ανοίγει με μια φράση του Μεφιστοφελή, από το πρώτο μέρος του Φάουστ, στη μετάφραση του Μέρμηγκα: «Σπίτι και καλή γυναίκα δώσ’ μου / Κι αξίζει το χρυσάφι όλου του κόσμου». Ο σπουδαίος και ακέραιος επιστήμονας είναι ένα κράμα ακέραιου συντηρητικού φιλοπρόοδου Έλληνα με καταγωγή από την επαρχία και της γερμανικής μεθοδικότητας.

Αλλά πολιτικά ο Κωνσταντίνος δεν αισθάνεται Γερμανός. Μπροστά από την εποχή του ονειρεύεται την Ελλάδα στην Ευρώπη:

«[...] η Ελλάδα μπορεί να δηλώνει ευρωπαϊκό κράτος, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον οι Έλληνες αισθάνονται πραγματικά Ευρωπαίοι. Δεν ξέρω και πόσο πραγματικά το επιθυμούν». Σωπαίνει λίγο, μετά προσθέτει κοφτά «Πέραν από τις ευρωπαϊκές παροχές φυσικά. Αυτές πάντα τις επιθυμούμε. Και πάντα πιστεύουμε ότι τις δικαιούμαστε». Σηκώνει τους ώμους. Ίσως η Ευρώπη μάς θέλει περισσότερο απ’ ό,τι τη θέλουμε εμείς – ανεξήγητο βέβαια, όπως πολλά άλλα που γίνονται εδώ, για έναν αληθινό Ευρωπαίο». (σελ. 231)

Τα παραπάνω, που θα μπορούσαν να είναι σημερινά, διαμείβονται το 1915 σε συζήτηση με Γερμανούς, οι οποίοι αισθάνονται ενοχή επειδή έγιναν «κράτος πρίν από μόλις 44 χρόνια», ενώ η Ελλάδα, σύμφωνα με τη ρομαντική ιδέα για τα έθνη κράτη που ακόμα είναι κυρίαρχη, δεν έχει πνιγεί στη λάσπη και στο θάνατο του Πολέμου, είναι ο τόπος των ονείρων τους, η Ουτοπία:

Δείχνει τα λίθινα σπαράγματα. «Εσείς είστε το αληθινό ευρωπαϊκό πνεύμα, από δω ξεκίνησαν όλα. Κανένας από εμάς, τους ξένους, δεν το ξεχνά ποτέ αυτό. Εμείς οι Γερμανοί ναι, βρισκόμαστε στην καρδιά της Ευρώπης, για την ακρίβεια είμαστε περικυκλωμένοι απ’ αυτήν. Αυτό το αγκάλιασμα το αισθανόμαστε καμιά φορά πολύ... σφιχτό. Απειλητικό. Η Ευρώπη είναι αυτό που είμαστε, αλλά είναι και αυτό που συνέχεια πρέπει να σπρώχνουμε λίγο παραπέρα, για να μη μας πνίξει.

«Είναι ενδιαφέρον πώς αυτό που εσείς λέτε “σπρώξιμο”, σε άλλους μπορεί να μοιάζει με κατάκτηση ή αρπαγή». (σελ. 231)

Ριγμένος σε μια χώρα που μπορεί να παράγει πολύ περισσότερη ιστορία απ’ όση μπορεί να καταναλώνει, ο Κωνσταντίνος μετατρέπεται σε έναν δραστήριο επιστήμονα, συστηματικά ενημερωνόμενο για τις κατακτήσεις της ιατρικής διεθνώς, που θα προτιμούσε η χώρα του να προοδεύει χάρη στην επιστήμη και όχι χάρη στις πολιτικές αναταράξεις που γεννά η Μεγάλη Ιδέα. Η Καρολίνα Μέρμηγκα δανείζεται από τις πηγές, και ειδικά από την έκδοση Κ. Μέρμηγκας, Προς την Ιατρικήν Σχολήν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1915, τα φιλοπρόοδα επιχειρήματα του ήρωά της, επικαλούμενος τον Ρόμπερτ Κοχ και την εκ μέρους του ανακάλυψη του βακίλου της φυματίωσης (το 1882), που πήρε το όνομά του, και έσωσε εκατομμύρια ανθρώπους: «Αυτό δικαιούμεθα να επιδιώκουμε. Την επιστημονική πυκνότητα του περιβάλλοντος. Χωρίς αυτήν δεν θα έχουμε ποτέ επιστημονική γονιμότητα, αληθινές δικές μας ανακαλύψεις. Θα έχουμε μόνο, στην καλύτερη περίπτωση, συγκομιδή αλλότριων γνώσεων. Θα μπορούσε ποτέ να επιτελέσει ο Κοχ το έργο του στην Ελλάδα; [...] Αυτό οφείλουμε να επιδιώκουμε: όχι άλλες εδαφικές κατακτήσεις αλλά κατάκτηση αυτού εδώ του εδάφους, αυτής εδώ της χώρας» (σελ. 281).

Στην πορεία της ζωής του (και του μυθιστορήματος) ο Κωνσταντίνος θα περάσει πολλά, αλλά παρά τις εμπειρίες δεν θα αλλάξει – απλώς, θα γίνει πιο στοχαστικός με τα χρόνια και με τη συναίσθηση, κάποια στιγμή, της ματαιότητας να προσπαθείς να αλλάξεις τη χώρα. Δυο πράγματα, ωστόσο, θα παραμείνουν αναλλοίωτα στην πίστη του: η λατρεία για την επιστήμη και όσα απορρέουν απ’ αυτή και η γερμανοφιλία. Η οποία, προφανώς, δεν είναι τυφλή, όπως διϋλίζεται στον ορθό λόγο. Γι’ αυτό και πολύ νωρίς ο Κωνσταντίνος εκφράζει τα αντιναζιστικά του φρονήματα, τις επιφυλάξεις του για το χιτλερικό καθεστώς και, ιδίως, τον αποτροπιασμό του για την «κάθαρση της γερμανικής κουλτούρας από επικίνδυνες ιδέες», για την ιδέα της «καθαρότητας της αρίας φυλής», για τους Νόμους της Νυρεμβέργης του 1935 και για το διαφαινόμενο από νωρίς πογκρόμ κατά των Εβραίων. Σε ένα εξόχως συμβολικό απόσπασμα, αφού η Καρολίνα Μέρμηγκα παραπέμπει ευθέως στον συγγραφέα που, όπως προείπα, είναι το μυθιστορηματικό της πρότυπο, γράφει:

Ο Κωνσταντίνος χαμογελά πικρά. «Το Μαγικό Βουνό μετακόμισε. Ο [Τόμας] Μαν ζει πια στην Ελβετία». Σηκώνεται, πηγαίνει στο παράθυρο και κοιτά έξω. «Μίτσα, θα γίνουν πράγματα που δεν θα τα χωρά ο νους μας. Καίνε τα βιβλία, μετά θα κάψουν τους ανθρώπους. Έτσι γίνεται πάντα, νομίζουμε ότι δυνατό είναι ό,τι εμείς μπορούμε να διανοηθούμε. Μέχρις ότου δυνατό γίνεται το αδιανόητο, και τότε ο νους μας καταλαβαίνει πόσο περιορισμένος είναι, πόσα ακόμα μπορεί ν’ αναγκαστεί να χωρέσει». (σελ. 441)

Το αδιανόητο επισυνέβη. Και ένα τμήμα των επιπτώσεών του ήταν η κατοχή της Ελλάδας από τον Άξονα. Η Γερμανία βρισκόταν στη χώρα ως κατακτητής. Ο ιατρός Κωνσταντίνος Μ., μάλιστα, ανέλαβε τη δημαρχία Αθηνών, με τη σκιά του κινδύνου να καθρεφτίζεται στα μάτια του. Και μια μέρα του Ιουλίου 1941, ο κίνδυνος αυτός έφτασε πολύ κοντά του. Ο υποστράτηγος Γιόχαν Φέρντιναντ Σαίρνερ, διοικητής της 6ης Ορεινής Μεραρχίας και στρατιωτικός διοικητής της κατεχόμενης Αθήνας, τον κάλεσε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεττανία. Δεν ήξερε πολλά για τον συνομιλητή του, μόνο ότι τον αποκαλούσαν Der Griechische Arzt, ο Έλληνας Γιατρός, ότι μιλούσε γερμανικά κι ότι είχε μεταφράσει στα ελληνικά τον Γκαίτε. Ο στρατιωτικός διοικητής, πάντως, δεν έχει χρόνο να συζητήσει για τη γερμανική πνευματικότητα ή για τον ελληνικό εθνικό μύθο. Ζητάει από το δήμαρχο να παραδώσει έναν κατάλογο 10 πολιτών που θα χρησιμεύσουν ως όμηροι και θα εκτελεστούν αν υπάρξουν δολιοφθορές κατά του στρατού κατοχής. Εκείνος, όντως, του παρέδωσε έναν κατάλογο – στον οποίο έγραφε 10 φορές το δικό του όνομα.

 

 

ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

Προσέγγισα το βιβλίο της Καρολίνας Μέρμηγκα περισσότερο σαν να διαβάζω ένα κείμενο ιστορίας, παρά ένα μυθοπλαστικό κείμενο που κινείται παρακολουθώντας την ιστορική εξέλιξη.

Ακριβώς αυτό, όμως, είναι αφηγηματική δεξιοτεχνία. Σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα, η ιστορία δεν μπορεί να λειτουργεί ως φόντο, ο συγγραφέας έχει υποχρέωση να την αποδίδει και να την ερμηνεύει. Η Μέρμηγκα (διαρκώς σε χρόνο ενεστώτα, που φανερώνει δεξιοτεχνική κατάκτηση της γλώσσας ως αφηγηματικό εργαλείο) δεν αρκείται σε καμιά περίπτωση ούτε στη γενικότητα ούτε στη μυθολογική προσέγγιση των γεγονότων. Κάθε άλλο. Πρωτίστως λειτουργεί ως ιστοριοδίφης. Προσεγγίζει τις πηγές, χρησιμοποιεί τη βιβλιογραφία που τις ερμηνεύουν ώστε να εξασφαλίσει ότι τα πρόσωπα της πλοκής της δεν θα κινηθούν μέσα σε ένα φόντο που θα συντίθεται από επιμέρους στοιχεία ιστορικής πραγματικότητας προσαρμοσμένα στους σημερινούς αναχρονισμούς (και στις ευκολίες τους). Επιπλέον, έχει προνοήσει ώστε να διευκολύνει παραπομπές και αναγωγές στη σημερινή πραγματικότητα – ιδίως μάλιστα σε κοινωνικές ή πολιτικές νοοτροπίες, σε ιδεολογίες και σε πρακτικές που και σήμερα, εποχή χρεοκοπίας και κρίσης στη σχέση με τους ευρωπαίους εταίρους, καθορίζουν τις εξελίξεις. Δεν είναι αυθαίρετες παραπομπές, κάθε άλλο. Η Ελλάδα δεν έμαθε από τα πάθη της.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, το ιστορικό φόντο παραμένει φόντο. Διότι στο μυθιστόρημα μεγαλύτερη σημασία έχουν οι ήρωες, τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες – και εν προκειμένω ο κεντρικός χαρακτήρας, αντλημένος από την οικογενειακή παράδοση της συγγραφέα, αλλά αποδοσμένος ως πρόσωπο που εκπροσωπεί ό,τι θα μπορούσε διαχρονικά να διεκδικεί ο Έλληνας από την οργάνωση του έθνους κράτους του: ένας ηθικά συγκροτημένος πολίτης, που ζει προσφέροντας, με στόχο ένα ηθικό σύστημα διακυβέρνησης στηριγμένο στην εργατικότητα, στη γνώση και στην αξιοσύνη. Και στο ταλέντο, όχι ως ένα χάρισμα που το επιδεικνύουν οι άνθρωποι, αλλά ως μια αφετηρία καλλιέργειας δεξιοτήτων.

Ο Κωνσταντίνος Μ. πεθαίνει (στη ζωή, αλλά και στο μυθιστόρημα) πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος, πριν δηλαδή ο ιστορικός χρόνος γεννήσει ένα ακόμα πιο σύνθετο πεδίο στο οποίο μπορούν να αναμετρηθούν τα ανθρώπινα πάθη – το πεδίο που έχει γεννήσει κείμενα όπως Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη.

«Το Ρόδον της Νέας Γερηνείας» έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Οι φιλομαθείς έχουν φύγει από τον Κάμπο, είναι πια ένα μικρό, ασήμαντο χωριό μιας επαρχίας, οι νέοι του οποίου δύσκολα θα ξεμάθουν την ευκολία του νεοπλουτισμού και των επιδοτήσεων. Η ιστορική μνήμη λειτουργεί όλο και πιο αφηρημένα, ένας χυλός ένδοξου παρελθόντος που το ανακαλούν φολκλορίστικες αναπαραστάσεις: κιονόκρανα, μαίανδροι, περικεφαλαίες, δις ιζ Σπάρτα, αλλά και φουστανέλες και σταυρωτά φυσεκλίκια καπεταναίων του λεγόμενου Δημοκρατικού Στρατού.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον που παραδίδει στο λούμπεν τα πάντα, Ο Έλληνας γιατρός είναι ένα γοητευτικό βιβλίο προσωπικής και εθνικής αυτογνωσίας, για όσα αξίζει σήμερα να υπηρετεί και να διεκδικεί ο κάθε Έλληνας, η κάθε Ελληνίδα. Όχι το παρελθόν, κάτι που παρήλθε και τον διεκδικούμε απλώς επειδή τυχαίνει να κατοικούμε σήμερα αυτά τα χώματα. Αλλά αυτό που έχουμε κι αυτό που πρέπει να δημιουργήσουμε. Δουλειά, γνώση λοιπόν – και πάντα μπροστά. 

 


[1] Σε επιστολή του αργότερα, το 1929,  προς τον Παναγή Τσαλδάρη, ο Βενιζέλος φρόντισε να γράψει για όλους τους εκτελεσθέντες τα αντίθετα: «Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι ουδείς εκ των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατικής Παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής, ήτις εφηρμόσθη μετά το 1920, δύνανται να κατηγορηθούν διά πράξιν προδοσίας της Πατρίδος ή ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν».

Ηλίας Κανέλλης

Δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Πρόσφατα βιβλία του, Εθνοχουλιγκανισμός (2005), Σταύρος Τσιώλης (2006). Ετοιμάζεται το βιβλίο του, Κι αυτοί ήταν η Ελλάδα.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κατεύθυνση προς Ανατολάς Στην καρδιά του κτήνους

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά