Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Θάνατος στη Βενετία. Το υπουργείο Εξωτερικών και η επιστημονική έρευνα

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 81
Το Φλαγγινιανό Φροντιστήριο και ο ναός του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία. Χαλκογραφία. Τα ιερά σκεύη και οι εικόνες του ναού έχουν δωρηθεί και συνιστούν μέρος της περιουσίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Ερευνών που εδρεύει στην ιταλική πόλη. Το Φλαγγινιανό Φροντιστήριο και ο ναός του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία. Χαλκογραφία. Τα ιερά σκεύη και οι εικόνες του ναού έχουν δωρηθεί και συνιστούν μέρος της περιουσίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Ερευνών που εδρεύει στην ιταλική πόλη. Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Ερευνών

Άρθρο ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

To Ελληνικό Iνστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Ερευνών που εδρεύει στην Βενετία βρίσκεται εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο σε οδυνηρή κατάσταση.  Η απόλυτη ευθύνη γι' αυτό βαρύνει το υπουργείο Εξωτερικών. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 81.

 

Ο ολοκληρωτισμός αρχίζει με την υποτίμηση αυτών που έχεις. Έπεται το πρόταγμα:»τα πράγματα πρέπει όπωσδήποτε να αλλάξουν. Οτιδήποτε άλλο είναι καλύτερο από αυτό που έχουμε». Οι ηγέτες του ολοκληρωτισμού καλλιεργούν ένα τέτοιο συναίσθημα στις μάζες,  στη συνέχεια το εδραιώνουν και έτσι οι άνθρωποι το πιστεύουν. 

Η. Αrendt

 

To Ελληνικό Iνστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Ερευνών που εδρεύει στην Βενετία βρίσκεται εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο σε οδυνηρή κατάσταση. Το κοινό που το θέμα (πρέπει να) αφορά ίσως δεν γνωρίζει ούτε το ίδρυμα ούτε τους λόγους της σημερινής κατάστασης. Προς ενημέρωσή του συνέταξα το παρόν. Στις γραμμές του, ο αναγνώστης θα βρεί ένα σύντομο ιστορικό της ίδρυσής του  μαζί με την περιγραφή των οργάνων διοίκησης, μια επισκόπηση της δραστηριότητάς του καθώς και των δύο μεγάλων κρίσεων που γνώρισε – εκείνη της δεκαετίας του 1980 και τη σημερινή· στην τελευταία παράγραφο βρίσκεται η πρότασή μου για το μέλλον του.

 

Ι. Ίδρυση και ό́ργανα

Το Ελληνικό Ινστιτούτο δημιουργήθηκε, μεταξύ 1949 και 1953, με μια διεθνή σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, ένα νόμο του ελληνικού κράτους και μια δωρεά της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας που επικυρώθηκε από διάταγμα της ιταλικής Προεδρίας της Δημοκρατίας. Εν αναμονή του ανοίγματος των διπλωματικών αρχείων που θα επιτρέψουν την επιστημονική διερεύνηση του θέματος, μπορούμε σήμερα να πούμε ότι ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον του είχε η δωρεά. Με αυτήν (1953) η κοινότητα μεταβίβαζε στο Ινστιτούτο, που είχε ιδρυθεί με τη διμερή συμφωνία Ελλάδας και Ιταλίας του 1949, την κινητή και ακίνητη περιουσία της αποτελούμενη από ιερά σκεύη του ναού του αγίου Γεωργίου και εικόνες καθώς και περίπου εξήντα ακίνητα.  Από τις προσόδους των ακινήτων αυτών συντηρείται σήμερα και χρηματοδοτεί τις δραστηριότητές του. Το Ινστιτούτο, που κύριο στόχο είχε την προαγωγή της έρευνας για τις σχέσεις Ελληνισμού και Δύσης στην βυζαντινή και νεώτερη (= «μεταβυζαντινή» στην τότε ισχύουσα ορολογία) περίοδο, ανέλαβε επίσης την υποχρέωση να διατηρήσει τη λατρεία για τα μέλη της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας (κι όχι για τους εν γένει Ορθοδόξους της περιοχής) όπως επίσης να περιθάλπει τους απόρους της.

Από το 1951 κι έπειτα, δέκα (!) νόμοι και διατάγματα διαμόρφωσαν το πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του Ινστιτούτου. Τα όργανα είναι ο Διευθυντής, που εκλέγεται από την Ακαδημία Αθηνών για 5ετή θητεία, η Εποπτική και η Διαχειριστική Επιτροπή. Στην πρώτη επιτροπή συμμετέχουν εκπρόσωποι της Ακαδημίας και των υπουργείων Εξωτερικών και Παιδείας. Στη δεύτερη, ο Διευθυντής, ένας εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών που διορίζει ο πρέσβης της Ρώμης –μέχρι την κατάργηση του ελληνικού προξενείου Βενετίας ήταν ο πρόξενος– και ο Πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας.

Η συμμετοχή στη Διαχειριστική Επιτροπή εκπροσώπου της Κοινότητας έχει την έννοια του ελέγχου, από τους δωρητές και τους διαδόχους τους, της τήρησης των όρων της δωρεάς. Η παρουσία του υπουργείου Παιδείας και της Ακαδημίας δικαιολογείται από το σκοπό του Ινστιτούτου. Η τελευταία μάλιστα, χάρη στην ανεξαρτησία της από κυβερνητικούς φορείς, εγγυάται, κατά κάποιον τρόπο, την προσήλωση του ιδρύματος στην επιστημονική έρευνα, μακριά από κομματικές ή πολιτικές σκοπιμότητες και ελέγχους. Αντιθέτως, η παρουσία εκπροσώπων του ΥΠΕΞ στα διοικητικά όργανα ενός επιστημονικού ιδρύματος φαίνεται παράδοξη. Εξηγείται ίσως από το γεγονός ότι η ίδρυσή του ανάγεται, μεταξύ άλλων, στην προαναφερθείσα ελληνο-ιταλική σύμβαση. Κατανοητή ιστορικά, η εμπλοκή του ΥΠΕΞ πρέπει να δικαιολογείται λειτουργικά: οφείλει να διευκολύνει κι όχι να δυσχεραίνει τη λειτουργία του Ινστιτούτου.

Αυτές οι παρατηρήσεις δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε  ότι τα όργανα στελεχώνονται από πρόσωπα και ότι το ποιόν των προσώπων προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά των οργάνων· τα πρόσωπα μπορούν να αμβλύνουν τις αδυναμίες ενός δεδομένου νομικού καθεστώτος, όπως επίσης και να τις οξύνουν. Αμφότερα συνέβησαν στην εξηντάχρονη ιστορία του ιδρύματος.

Επίσης η συμπεριφορά των οργάνων επηρεάζεται από τις συγκυρίες.

 

ΙΙ. Η δράση του Ινστιτούτου

Το Ινστιτούτο άρχισε να λειτουργεί το 1955 και η δράση του ήταν ερευνητική αλλά και, ώς ένα σημείο, εκπαιδευτική. Έχει προσφέρει περισσότερες από 70 υποτροφίες σε ερευνητές που έκαναν μελέτες κυρίως για την περίοδο που ονομάζεται «βενετοκρατία» – πολλές εκ των οποίων κατέληξαν σε διδακτορικές διατριβές. Οι μελέτες γίνονταν στο παρελθόν υπό την εποπτεία του διευθυντή αλλά, τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη των μεταπτυχιακών σπουδών στα ελληνικά ΑΕΙ και το διορισμό εποπτών των διατριβών που προέρχονται από τα πανεπίστημια, ο ρόλος του έχει περιοριστεί. Στους υποτρόφους, το Ινστιτούτο προσφέρει στέγη, στον τελευταίο όροφο του κτιρίου στο οποίο στεγάζεται, και μηνιαίο επίδομα.

Το Ινστιτούτο υλοποιεί επίσης ένα εκδοτικό πρόγραμμα· εκδίδει ιστορικές πηγές που αφορούν τη βενετοκρατία, μελέτες για την ίδια περίοδο καθώς και το περιοδικό Θησαυρίσματα. Ακόμα, έχει  οργανώσει μια σειρά διεθνών συνεδρίων –είτε μόνο του είτε σε συνεργασία με άλλα ιδρύματα– ενώ σημαντικός είναι και ο θεσμός των φιλοξενουμένων που το καθιστά χώρο διασταύρωσης ερευνητών, προερχόμενων από ποικίλους ορίζοντες και με ποικίλους προσανατολισμούς.

Τέλος, το Ινστιτούτο φυλάσσει και συντηρεί το αρχείο της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας, μεγάλο μέρος του οποίου έχει ψηφιοποιηθεί και τεθεί έτσι στη διάθεση της παγκόσμιας ερευνητικής κοινότητας.

Είναι αδιαμφισβήτο ότι, χάρη στη δράση του Ινστιτούτου, η γνώση της βενετοκρατίας και της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας διευρύνθηκε σημαντικά. Θα μπορούσε, βεβαίως, να έχει πλατύτερους ερευνητικούς ορίζοντες και να δημιουργήσει τμήματα, π.χ.. μέσης και νεότερης ιστορίας, ιστορίας της τέχνης, φιλολογίας, αυτό όμως δεν μειώνει διόλου την αξία που έργου που έχει συντελεσθεί.

 

ΙΙΙ. Κρίσεις

Από το 1955 ώς το 1982 το Ινστιτούτο λειτούργησε ομαλά. Την περίοδο 1982-1989, όμως, η λειτουργία του ουσιαστικά ανεστάλη. Η αναστολή ήταν αποτέλεσμα δύο στοιχείων. Πρώτον, κατηγοριών και ποινικών διώξεων σε βάρος του διευθυντή Μανούσου Μανούσακα και του γραμματέα για διαχειριστικές ανωμαλίες. Στο δικαστήριο οι κατηγορίες κατέρρευσαν με πάταγο με αποτέλεσμα να εκτεθούν –αλλά όχι να φρονηματισθούν, όπως θα δούμε– οι παράγοντες του ΥΠΕΞ που τις είχαν εκτοξεύσει.

Οι κατηγορίες συνέπεσαν με την φημολογία ότι η τότε –πρώτη– κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ ήθελε να μετατρέψει το Ινστιτούτο σε πολιτιστικό κέντρο, φημολογία που, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν φαινόταν αστήρικτη: «επαναστάτες» κι εκπρόσωποι του «λαού» όπως ο Στάλιν, το ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης κ.λπ. δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι η ερευνητική δραστηριότητα, για ορισμένους τουλάχιστον ανθρώπους, είναι μια αξία αφ’ εαυτής.

Η σημερινή κρίση δεν είναι άσχετη μ' εκείνη της δεκαετίας του 1980, μολονότι ξεκίνησε διαφορετικά. Περί τα τέλη του 2015, η τότε πρόεδρος της Κοινότητας άρχισε να δημοσιεύει επιστολές στον Τύπο που στρέφονταν εναντίον της τέως διευθύντριας Χρ. Μαλτέζου. Ακολούθησαν καταγγελίες για κακοδιαχείριση αλλά και για ανεπάρκεια εις βάρος του διαδόχου της, του ογδοντάχρονου συνταξιούχου καθηγητή ΑΕΙ,  Γ. Πλουμίδη.

Οι επιστολές της προέδρου κίνησαν, ως φαίνεται, το ενδιαφέρον του ΥΠΕΞ. Έτσι, στην αρχή του καλοκαιριού του 2016, εστάλη  ο γενικός επιθεωρητής του υπουργείου για να ελέγξει την κατάσταση του Ινστιτούτου. Ο έλεγχος δεν έδειξε τίποτε μεμπτό. Λίγο αργότερα αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του υπουργείου σχέδιο νόμου για το Ινστιτούτο. (To γεγονός και μόνο ότι υπάλληλοι του ΥΠΕΞγράφουν νομοσχέδια για επιστημονικά ιδρύματα αγγίζει τα όρια του κωμικού. To προσπερνώ και συνεχίζω.) Η αλλαγή που το σχέδιο έφερνε ήταν σημαντική αλλά δεν προκαλούσε έκπληξη σε όσους τουλάχιστον ήξεραν την κρίση του 1980: το Ινστιτούτο μετατρεπόταν από επιστημονικό ίδρυμα σε οργανισμό «πολιτιστικής διπλωματίας», ενώ ο επιστημονικός διευθυντής υποβιβαζόταν και ετίθετο κάτω από τον δημιουργούμενο από το σχέδιο Πρόεδρο. Παράλληλα, ο ρόλος της Ακαδημίας, του μοναδικού δηλαδή εμπλεκόμενου επιστημονικού φορέα, υποβαθμιζόταν, καθώς πρόεδρος και επιστημονικός διευθυντής εκλέγονταν από εκλέκτορες που διόριζε ο ΥΠΕΞ. Σχολίασε κάποιος: «Τώρα το Ινστιτούτο θα σταματήσει να ασχολείται με τη βενετοκρατία και θα οργανώνει εκθέσεις για τον Μεγαλέξανδρο, το Αιγαίο και τους Τσάμηδες για αερομεταφερόμενο εξ Ελλάδος κοινό».

Το σχέδιο προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στις οποίες το υπουργείο απάντησε διατάσσοντας οικονομικό έλεγχο, που ανέθεσε στο συνταξιούχο πλέον υπάλληλο ο οποίος κατά τη δεκαετία του 1980 είχε στείλει στο ποινικό δικαστήριο τον τότε διευθυντή και τον τότε γραμματέα – για να εισπράξει εν τέλει το ηχηρό ράπισμα των δικαστών, υπό τη μορφή της αθώωσής τους, όπερ, προφανώς, τον τραυμάτισε. Ας παραβλέψουμε όμως το ότι ένας σοβαρός οργανισμός δεν στέλνει ένα τραυματισμένο άνθρωπο στον τόπο που τον έχουν τραυματίσει. Μένει παρ’ όλον τούτο το εξής: πώς είναι δυνατό να θεωρείται κατάλληλος για τον έλεγχο οργανισμών όπως το Ινστιτούτο ένας συνταξιούχος υπάλληλος του ΥΠΕΞ κι όχι η αρμόδια Εποπτική Επιτροπή ή εξειδικευμένες εταιρείες ορκωτών λογιστών ή οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου των Οικονομικών; Ωστόσο τα πράγματα είναι αυτά που είναι, και έτσι, τον Οκτώβριο  2016, το υπουργείο, μέσω της ιστοσελίδας του, ανακοίνωσε πως έστειλε στην εισαγγελία το πόρισμα του συνταξιούχου το οποίο, όπως ισχυρίζεται η ανακοίνωση, έφερε στο φώς σωρεία ατασθαλιών. Εκκρεμεί η εισαγγελική και δικαστική διερεύνηση των κατηγοριών και η ενδεχόμενη απόδοση ευθυνών από τα δικαστήρια. Ήδη όμως περιθωριακοί ιστότοποι κι επιπόλαιοι ή απλώς κακόβουλοι  παράγοντες, που από τη Βενετία γνωρίζουν –αν γνωρίζουν– μόνο τις γόνδολες του Κανάλ Γκράντε, συζητούν στα καφενεία των Αθηνών και εξανίστανται  για «τα εκατομμύρια που έφαγαν στο Ινστιτούτο» (όπου το τρίτο πληθυντικό του ρήματος, σε αυτή την αμιγώς πληβειακή χρήση, μου θυμίζει αναπόφευκτα τη γνωστή ρήση για το 'on', το αντίστοιχο απρόσωπο υποκείμενο της γαλλικής...). 

Εν τω μεταξύ, μετά τον έλεγχο από τον συνταξιούχο, το Ινστιτούτο αποψιλώθηκε από το προσωπικό του – η βιβλιοθηκάριος απολύθηκε και η γραμματέας ανακλήθηκε εσπευσμένως στην Αθήνα. Παράλληλα, με ευθύνη του ΥΠΕΞ, οι δύο επιτροπές έπαψαν να λειτουργούν για μήνες. (Η Εποπτική Επιτροπή εξακολουθεί να μη λειτουργεί. Κι επειδή αυτή είναι που εγκρίνει την παραμονή των υποτρόφων, οι υπότροφοι, ελλείψει απόφασης για την παραμονή τους, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν!) Ακόμη κι αν τα περί ατασθαλιών αποδειχθούν αληθή, γιατί παρά ταύτα τιμωρείται το Ινστιτούτο; Η πιο εύλογη υπόθεση είναι πως εκ προμελέτης εγκαταλείπεται στο μαρασμό: με προσωπικό που περιορίζεται σ’ έναν κλητήρα κι έναν απόφοιτο γυμνασίου σταλμένο από το ΥΠΕΞ ως διαχειριστή της περιουσίας (!), χωρίς υποτρόφους, χωρίς συλλογικά όργανα διοίκησης και εν αναμονή ενός «νέου νόμου» που εδώ κι ένα χρόνο δεν έρχεται, το ίδρυμα  απαξιώνεται καθημερινά. Συντελεσθέντος του μοιραίου, η «αλλαγή» και το «νέο»., η άλωσή του δηλαδή από το ΥΠΕΞ και τους κυβερνώντες θα παρουσιαστεί ως «η μόνη λύση».

 

IV. Συμπεράσματα

1. Δύο φορές το Ινστιτούτο Βενετίας έχει πέσει θύμα των ίδιων αμαρτημάτων. Πρώτον, της εμμονής του προαναφερθέντος συνταξιούχου υπαλλήλου που, για δικούς του λόγους, θέλει οπωσδήποτε να δείξει πως  στη Βενετία υπάρχει μια φωλιά διεφθαρμένων ενώ συγχρόνως αδυνατεί να καταλάβει ότι η μη αποτελεσματική διαχείριση δεν είναι πάντα συνώνυμο της διαφθοράς. Το ότι υπάρχουν απώλειες χιλιάδων ευρώ επειδή σπίτια, διαμερίσματα και καταστήματα μένουν ανοίκιαστα δεν συγκινούν κανέναν στο ΥΠΕΞ, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι υποψίες ότι εκείνο που  ενδιαφέρει είναι η απαλλοτρίωση του Ιδρύματος, η προσωπική εκδίκηση, το κυνήγι μαγισσών κι όχι η ορθολογική διαχείριση των πόρων – όλα αυτά πασπαλισμένα με την  κυβερνητική ρητορική  περί «κλεφτών» που προσπαθεί, σε όλους τους τομείς, να καλύψει την απουσία πολιτικής.

Δεύτερο αμάρτημα, η άρνηση της αξίας της έρευνας. Θύμα ίσως μιας «επαγγελματικής διαστροφής», το ΥΠΕΞ θέλει να κάνει το Ινστιτούτο όργανό του, εξ ουυ και τα περί μετατροπής του σε «κέντρο πολιτισμού» ή όργανο «πολιτισμικής διπλωματίας». Το ότι η ηγεσία και τα στελέχη του, όμως, δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν πως ένα καλό ερευνητικό ίδρυμα στην αλλοδαπή είναι αφ’ εαυτού καλός πρεσβευτής της χώρας επιβεβαιώνει την υποψία πως πρόκειται για ανόητους ανθρώπους.

Η άρνηση της αξίας της έρευνας είναι όμως και λαϊκότροπη και, όπως ήδη σημείωσα, τα δύο αμαρτήματα δεν είναι άσχετα μεταξύ τους· ανάμεσα στους «ενάρετους Ροβεσπιέρους» κι εκείνους για τους οποίους τίποτε δεν δικαιούται να υπάρχει αν δεν υπηρετεί το «λαό» και την πολιτική του υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες.

2. Τα λάθη, έστω και αργά, πληρώνονται. Ο παρά φύσιν εναγκαλισμός ενός επιστημονικού ιδρύματος με έναν εντελώς άσχετο με αυτό κυβερνητικό και διοικητικό μηχανισμό δεν δημιουργούσε προβλήματα όσο υπήρχαν ισχυρές προσωπικότητες και πολιτισμένες συμπεριφορές. Αυτές όμως είναι ασταθείς ισορροπίες· κάποια στιγμή, τις ισχυρές προσωπικότητες θα διαδεχθούν οι αδύναμοι, και τους πολιτισμένους οι λαϊκότροποι, οι «αγανακτισμένοι» και οι, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, αδιάφθοροι  που «θέλουν να αλλάξουν τα πάντα» – με αποτέλεσμα η ισορροπία να χαθεί και το οικοδόμημα να καταρρεύσει. Σε αυτό βοήθησε και η ροπή της διοίκησης προς τη γεροντοκρατία:  η παράλυση και η απαξίωση ήρθαν ευκολότερα  επειδή  ένας  συνταξιούχος καθηγητής ΑΕΙ κι ένας επίσης συνταξιούχος υπάλληλος του ΥΠΕΞ, αντί να παίζουν γκολφ και κολτσίνα, συνωμοτούν εναντίον του μέλλοντος που δεν έχουν.

3. Υπάρχει ελπίδα διάσωσης του παρόντος σχήματος; Μάλλον όχι. Για δημαγωγούς που εξανδραποδίζουν συστηματικά τη χώρα υπό το πρόσχημα ότι την κυβερνούν, ιδρύματα όπως το Ινστιτούτο Βενετίας είναι σαν τα κομψά έπιπλα εκλεπτυσμένων προγόνων που οι ξεπεσμένοι κληρονόμοι δεν είναι κααν σε θέση να εκτιμήσουν και γι’ αυτό τα καίνε το χειμώνα στο τζάκι για να ζεσταθούν.

Το κλειδί της διεξόδου –αν υπάρχει– βρίσκεται  στα χέρια των δωρητών, δηλαδή της Κοινότητας και του καινούργιου προεδρείου της, διότι, εν τέλει, για την εκπλήρωση των όρων της δωρεάς πρόκειται και την καλή, αποτελεσματική διαχείρισή της.  Η Κοινότητα, από θέση ισχύος, μπορεί να απαιτήσει την απεμπλοκή του ΥΠΕΞ και κάθε άλλου φορέα του Κράτους με εκ παραλλήλου μεταβίβαση των πόρων και της ευθύνης λειτουργίας σε ένα νέο ίδρυμα που θα διοικείται από διοικητικό συμβούλιο. Χρειάζεται επίσης να απαιτήσει η μετάβαση από το σημερινό καθεστώς στο επόμενο να γίνει με γρήγορο και λυσιτελή διακανονισμό. Για κρατικιστικές κουλτούρες όπως η ελληνική, η λύση αυτή μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως αδιανόητη· είναι όμως εφικτή. Στην χώρα μας λειτουργούν αποτελεσματικά πολλά ανάλογα ιδρύματα χωρίς καμία κρατική ανάμειξη. Γιατί δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει έτσι και το Νέο Ινστιτούτο Βενετίας;

 

 

The Books' Journal

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά