Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Η μνήμη που διαμορφώνει το μέλλον

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 81
Ο Καζούο Ισιγκούρο στο HayFestival της Ουαλλίας, το 2015. Ο Καζούο Ισιγκούρο στο HayFestival της Ουαλλίας, το 2015. Alexander Baxevanis

Μια πρώτη ανάγνωση της βράβευσης του συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2017. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 81.

Διαπιστώνω κάθε χρόνο, όλο και πιο έντονα, ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι πλέον μια υπόθεση που παίρνουμε πολύ προσωπικά. Πιθανότατα να ήταν πάντα έτσι, αλλά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετατρέπουν σε δημόσια τη συζήτηση που θα είχαμε με τους φίλους μας. «Δεν έπρεπε να το πάρει αυτός, δεν είναι δίκαιο», λες και τους έχουμε βάλει όλους στη ζυγαριά και έχουμε βρει με σιγουριά ποιος έχει το μεγαλύτερο βάρος. Η λογοτεχνία όμως δεν είναι κάτι τόσο εύκολα μετρήσιμο. Η έλλειψη ταλέντου, φυσικά, βγάζει μάτι, αλλά ανάμεσα στους ταλαντούχους, και ακόμα περισσότερο, τους υπερ-ταλαντούχους, πώς θα μετρήσουμε ποιος είναι ο πιο αξιοβραβεύσιμος; Είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε πίσω από τις επιλογές της Σουηδικής Ακαδημίας κριτήρια κάποιες φορές πολιτικά, κάποιες άλλες να διακρίνουμε την επιθυμία να γίνει ευρύτερα γνωστός ένας σημαντικός συγγραφέας από «μικρή» γλώσσα ή που παρέμενε σχετικά άγνωστος επειδή το έργο του ήταν πιο «ιδιαίτερο» ή δύσκολο. Υπήρχε, σαφώς, μια αίσθηση ελιτισμού. Οι περισσότεροι βραβευμένοι, ακόμη και όταν το όνομά τους ήταν πολύ γνωστό, δεν ήταν απαραιτήτως πολυδιαβασμένοι. Ας μην αναλύσουμε εξαντλητικά τις ατελείωτες συζητήσεις που προκάλεσε η περσινή βράβευση του Μπομπ Ντύλαν, αλλά ας σταθούμε σε ένα από τα επιχειρήματα που ακούστηκαν αρκετά, ότι δηλαδή ο Ντύλαν ήταν ήδη πολύ, υπερβολικά γνωστός, και δεν «χρειαζόταν» το Νόμπελ, ούτε για τη φήμη ούτε, πολύ περισσότερο, για τα χρήματα.

Και φέτος βραβεύεται ο Καζούο Ισιγκούρο. Για τον οποίο κάποιοι θα πουν ξανά ότι δεν είχε ανάγκη τη δημοσιότητα του Νόμπελ, μια που Τα απομεινάρια μιας μέρας μεταφέρθηκαν, με πολύ μεγάλη επιτυχία, στον κινηματογράφο ήδη από το 1993 (σε σκηνοθεσία του Τζαίημς Άιβορυ). Έτσι γνώρισα κι εγώ το όνομά του, γιατί είδα μεν την ταινία, δεν διάβασα όμως το συγκεκριμένο βιβλίο. Διάβασα αργότερα το Τότε που ήμασταν ορφανοί, το οποίο δεν με παρέσυρε με τρέλα, δεν με έκανε να ξενυχτήσω, αλλά με έκανε να νιώθω αβέβαιη και αποπροσανατολισμένη. Ήταν βέβαια μια εποχή που μου άρεσαν οι βεβαιότητες, που ο κόσμος γύρω μου ήταν απολύτως συμπαγής και το θέμα της μνήμης δεν με απασχολούσε και τόσο. Ωστόσο δεν έκλεισα με τον Ισιγκούρο, όπως μου συμβαίνει με άλλους συγγραφείς. Μερικά χρόνια αργότερα, το Μη μ’ αφήσεις ποτέ μού άφησε ξανά ένα περίεργο αίσθημα. Αυτός ο κόσμος είχε κάτι το γνώριμο και ταυτόχρονα ανοίκειο, κάτι που δημιουργούσε μια απόσταση, αλλά και με άγγιζε, ξαφνικά και αναπάντεχα, σαν άνθρωπος που ενώ πιστεύεις ότι δεν τον συμπαθείς πολύ σου αποκαλύπτει ξαφνικά πλευρές που δεν φανταζόσουν, και που δεν σε κάνουν να τον αγαπήσεις, αλλά να τον δεις πιο τρυφερά. Και μετά ήρθε, αντίστροφα, μια που πρόκειται για το πρώτο του βιβλίο, η Χλωμή θέα των λόφων, και εντυπωσιάστηκα με την επιμονή του Ισιγκούρο στο θέμα της μνήμης, και της αναξιοπιστίας της, και της ρευστότητάς της. Πώς χτίζουμε τη ζωή μας μέσα από τις αναμνήσεις μας, που όμως δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε απολύτως. Και πώς αυτός ο βρετανός συγγραφέας παραμένει τόσο Ιάπωνας, κι ας έζησε στη γενέτειρά του, το Ναγκασάκι, μόνο τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του.

Αναμνήσεις κι αυτά, από έναν κόσμο της παιδικής ηλικίας, αυτόν που κάποιοι αποκαλούν πατρίδα, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει ποτέ. Και σαν να κατάλαβα αναδρομικά και τα άλλα του βιβλία, αυτήν τη μυστηριώδη αποστασιοποίηση με τις ξαφνικές εκρήξεις συναισθήματος, γραμμένα από έναν άνθρωπο που μοιάζει να ισορροπεί κυριολεκτικά ανάμεσα σε δύο κόσμους αντίθετους, την εξωστρέφεια της Δύσης και την εσωτερικότητα της Ανατολής. Οι πιο βαθιές μας μνήμες ορίζουν τις αντιδράσεις μας στις καταστάσεις που συναντάμε στη μετέπειτα ζωή μας και, παίζοντας με τη μνήμη, ο Ισιγκούρο φτάνει τελικά στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, που προσπαθεί διαρκώς να χτίσει μια γέφυρα ανάμεσα στον εαυτό της και τον έξω κόσμο, επιστρατεύοντας όλα τα υλικά που μπορεί να μαζέψει, μεταπλάθοντάς τα, παραμορφώνοντάς τα, όσο και όπως χρειάζεται για να καταφέρει τελικά κάποιος να ζήσει. Και αυτούς που θέλουμε εν τέλει κάθε φορά να βραβευτούν ίσως έτσι να τους διαλέγουμε, κοιτώντας ποιοι μας έχουν βοηθήσει περισσότερο να ζήσουμε, και όχι απλώς να επιβιώνουμε.

 

 

Μυρσίνη Γκανά

Μεταφράστρια. Γράφει κριτική λογοτεχνίας και ποιήματα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά